Θανάσης Τζούλης, Τρία ποιήματα

page-03

Να βοτανίσω

Να βοτανίσω τη φωνή μου από τους ήχους των νεκρών
και προπαντός από τους ήχους των ποιητών

***

Καστανόχωμα για τα νεκροταφεία

Αγοράζουμε καστανόχωμα για τα νεκροταφεία

διαβάζουμε μπαίνοντας στα Γιάννενα από το νότο
με τον Αι – Γιάννη και την ομίχλη του
να κρύβει τ’ απόκρυφα των πεθαμένων

Άλλοι λένε λόγια παλαβά·
Πως η γραφή δεν είναι από ζωντανούς
και το χώμα ξενιτεύτηκε στη Βλαχιά
από τον καιρό του Ρόβα

Απ’ έξω μουλάρια φορτωμένα
που κατηφόρισαν από τη Λίπα και τη Δωδώνη
πουλούνε μάλλινα για τους νεκρούς
και ζέστη από παλιά χαλκουργεία
που αντέχει ακόμα στο κάλπικο κλίμα

Παράξενα που παχαίνουν τα σπίτια
όταν μένουν μόνα
λένε από μακριά οι πεθαμένοι
Αποθηκεύουν το λίπος τους
για ν’ αντέχουν στην ερημιά
με τα χαμένα μουλάρια

*Από το “Απόγευμα των μύρων” (1977).

***

Στην τελευταία παράγραφο του φεγγαριού

Τη νύχτα που αποκόβονταν το φεγγάρι από το γάλα του
και το αμπέλι μου έπεφτε στο μαλλί του
έβλεπα ένα απολιθωμένο παιδί
να παλεύει με το ποταμόσκυλο γύρω από ένα κόκαλο
ή κάτι σαν τέτοιο από παλιά παράγραφο
που είναι χαμένο το άλλο κείμενο
Στην αρχή τους πήρα για φίλους το λιγότερο
που έπαιζαν γύρω από ένα μαντήλι
ύστερα πήγα να βοηθήσω το παιδί που ήταν χωρίς κεφάλι
κι ανάβρυζαν τα λόγια του από τις πλάτες
δεν ήξερα ακριβώς από πού στάλαζαν
το είδα να φεύγει με το κόκαλο στο χέρι

Είναι η γλώσσα μου ούρλιαζε

και χτυπιόταν σαν το κοτσύφι στο αμπέλι
να σηκώσει κουρνιαχτό γύρω να μην το δουν
κι άνοιγε γούρνα μ’ ένα κουταλάκι
στην τελευταία παράγραφο του φεγγαριού
ή αλλιώς στη χάση του

Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα για το Πολυτεχνείο

Μονότονο εμβατήριο
(εικόνα απ’ το μέλλον)

Μονότονο εμβατήριο
βήματα στρατιωτών βαριά
στους δρόμους της άνεργης πόλης
φοβίζουν τα παιδιά
φοβίζουν τα όνειρα,
κάπου σ’ ένα τoίχο φθαρμένο
ανάμεσα σε σπίτια χαμηλά
κι ατέλειωτους χειμώνες
το παλιό σύνθημα
δονεί τις στέρεες παρατάξεις
«το Πολυτεχνείο ζει…»

***

Δικαίωση
Στη Ν.Κ., για πολλοστή φορά

Μέσα στη νύχτα γεννιούνται οι έρωτες
κρυφοί, φοβισμένοι, ανέστιοι
μέσα στη νύχτα ξυπνάνε τα αισθήματα
γυμνά, πονεμένα, αιώνια
αλλά είναι που το ξ(ημέρωμα)
αντίσταση σηκώνουν μαζική
σε τανκς, χαφιέδες και συνταγματάρχες
ελπίδα δίνοντας στους καταπιεσμένους
ναι, αγάπη μου, μην φοβάσαι
η ελπίδα θα ‘ρθεί
η δικαίωση θα ‘ρθεί
να σπάσει τις αλυσίδες μας
και την Ιστορία να γράψει
πάλι απ΄την αρχή.

***

Γαρύφαλλο

Στο χέρι η σημαία
η οργή στα μάτια σου
ποίημα φτιάχνουν
αντάξιο του πάθους σου
για την ελευθερία.

Στο χέρι ένα γαρύφαλλο
η αγάπη στην καρδιά
τείχος υψώνουν
απαραβίαστο
για τη δημοκρατία.

Νίκος-Αλέκης Ασλάνογλου, Τέσσερα ποιήματα

pr2

Το θαύμα

Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.

Χτες γεννήθηκαν και πώς ξέρουν κιόλας

με τόση ακρίβεια

όλα τα κατσικίσια πράματα.

Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικοσύνη μια ολόκληρη

αιωνιότητα.
 
***
 
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

είν’ ένας ήλιος πού ‘πεσε στη θάλασσα

είναι

ένας τιτάνιος δίσκος που

παλεύει να γλιτώσει απ’ το νερό
τσιρίζει και
αφρίζει

αφήνοντας φωτός ένα χυμό.

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

κυνηγημένο από πόνο κ’ ηδονή στριφογυρίζει

Ανεβο
         
κατεβαίνει βράζει και

σβήνει

βάφοντας το νερό πορτοκαλί.

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

Ησύχασε
διαλύοντας

το σχήμα του που αντιστέκονταν

ησύχασε

κ’ είναι συμφιλιωμένο πια με το νερό

με τον πνιγμό

με όλα.

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

ταξιδεύει τώρα στις φλέβες μου και

χαίρονται

τα αγαθά των βιταμινών

όλοι

οι κάτοικοι

ως τ’ ακρότατα σύνορα του κορμιού μου.
 
***
 
Οι καημένοι οι φίλοι

οι φίλοι∙

δε φτάνει μόνο να εκτιμώ αυτούς τους ίδιους

θέλουν να εκτιμώ και τις γυναίκες τους

θέλουν να κάνω και με τις γυναίκες τους παρέα

δηλαδή

καλά και σώνει θέλουν

συνένοχους.
 
***
 
Επαφή

Κρατημένος απ’ τον

αλουμινένιο

στύλο του αστικού

σ’ άγγιζα με τον πήχη μου στην πλάτη.

Από κει έβλεπα

από κει άκουγα

από κει οσφραινόμουν.

Ήταν παράθυρο εκείνο το άγγιγμα

ήταν πληγή ηδονής κι ήμουν ποτάμι

ηλεκτρισμένου καταρράχτη απ’ όπου χυνόμουν

στο κορμί σου.
 

Yaiza Martínez, Ποιήματα

vakxikon_issue_18_anthologia18

Ήρθε το τίποτα σώμα για να γίνει και, από το μάτι και της γλώσσας την άκρη να γίνει

παραπάνω γη.

Λευκό και ταπεινωμένο
πάνω στα επτά άλογά του μνημονεύει τώρα – εκ νέου, το πρωινό που
στον ιδρώτα στρέφεται και στο όνομα.

Ξέρει ποιος είναι για τον καταμερισμό της δέσμης και τίποτα δεν μπορεί τον χρόνο να του αρνηθεί

ούτε οι τεράστιοι ζαρωμένοι καγχασμοί του

Σίγουρο είναι πως πάνω σε αυτόν που φτύνει τον ουρανό, πέφτει του τρόμου το σάλιο,
αλλά εκείνο έσκυψε προτού προφέρει – δεν περιμένει
να γίνει περισσότερο από το πεπρωμένο μόνο
να συνδυαστεί με εκείνο μέσω της λέξης.

Με κάποιο πλαστικό τρόπο τη γεωμετρία ξελογιάζει
τη διυλίζει πάνω σε μια πορώδη πλάκα
με γράμματα επισταμένως χαραγμένη, στο χέρι
μπροστά από το κρύσταλλο αστράφτει

Αργότερα παραδίνεται για το τίποτα,
και απ’ το μάτι
και της γλώσσας την άκρη

*Από το βιβλίο “Επτά-Οι σκύλοι του ουρανού”, Εκδόσεις Leteo, 2010

***

Μύριζες σαν γριά του κάμπου
και κατοικούσες κρυμμένη ένα χωριό
από όμοια σπίτια.

Εκείνη άρχισε να ανατρέχει
στους άδειους δρόμους φωνάζοντάς σε Μάνα,
αλλά δεν σε συνάντησε, γιατί φυλούσες
τις κραυγές σε κουμπαράδες.

Τώρα πλέκουμε μαλλιά
στο χωριό σου και στη ζωή ανάμεσα

*

Ξεσκεπάστηκαν οι φωλιές,
τελικά τα παιδιά σου θα μάθουν να ακούνε
τις μάχες της σιωπής
όπως
έχεις υφάνει τις μοίρες καθώς ηρεμείς
-από το δέρμα σου σχεδίασες τους δρόμους-.
Τα βήματά μας τώρα πλησιάζουν
στα μπαούλα σου το αυτί,
εσύ σου γράφεις τις ρίζες στα χείλη,
σου βγάζεις απ’ τα κόκαλα τη ζωή,
και στο όνομά σου τεντώνεις
αστέρια ενώπιον του κόσμου.

Ξεγυμνώθηκαν οι κραυγές,
η Γη γεμίζει
από φωνές που φύλαξες
 
*Από το βιβλίο “Η Λίλιθ αναμασά, Συλλογή Ζιγκουράτ”, Ateneo Obrero της Χιχόν, 2002.
 
*Η Yaiza Martínez (Λας Πάλμας ντε Γκραν Κανάρια, 1973), είναι πτυχιούχος Ισπανικής Φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης. Έχει εκδώσει 5 ποιητικές συλλογές και μια νουβέλα. Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε εκδόσεις σημαντικών πολιτισμικών φορέων. Είναι επίσης μεταφράστρια και αρχισυντάκτρια στο περιοδικό Επιστημών και Ανθρωπιστικών Επιστημών «Tendencias21» http://www.tendencias21.net

**Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης, εκδόσεις vakxikon. Μετάφραση: Άτη Σολέρτη.

Η ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη στα γαλλικά

%ce%bf%ce%b9

Η ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη “Εποχή μου είναι η ποίηση” μεταφράστηκε από τον Μισέλ Βόλκοβιτς και κυκλοφορεί στα γαλλικά από τις εκδόσεις Le miel des anges.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, στην τρίτη της ποιητική συλλογή, αναλαμβάνει να υπερασπιστεί την ποίηση «στους χαλεπούς καιρούς». Με ασπίδα τη δύναμη των λέξεων και με δόρυ τα εκφραστικά μέσα της εποχής και τον εσωτερικό κόσμο που αναταράσσεται από την αντιποιητικότητα, η ποιήτρια αντιστέκεται διατηρώντας πάντοτε την απορία του ποιητή, την αμφιβολία που ολοένα και γεννάται από τον ρευστό κόσμο. Ποιος θα νικήσει στο τέλος;

RÉACTION

On me dit tout le temps
écris sur ton époque
sur ta ville
sur les gouvernants bien carrés
sur le mémorandum du FMI
sur les Européens
sur les manifs des indignés
sur la perte de l’identité nationale
sur les scandales politiques
sur la dignité disparue
sur notre pays vendu tout entier
sur la crise
sur l’avenir incertain
sur les jeunes au bout du rouleau
sur la génération des 400 euros par mois
et tout le reste.
Mais moi je n’écrirai que sur la poésie.
Qui m’aide à supporter tout cela.

ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ

Μου λένε συνέχεια
γράψε για την εποχή σου
για την πόλη σου
για τους τετράγωνους κυβερνώντες
για το μνημόνιο
για τους Ευρωπαίους
για τις διαδηλώσεις των αγανακτισμένων
για την κατάλυση της εθνικής ταυτότητας
για τα πολιτικά σκάνδαλα
για την απώλεια της αξιοπρέπειας
για το γενικό ξεπούλημα της χώρας σου
για την κρίση
για το αμφίβολο μέλλον
για τους ξοφλημένους νέους
για την γενιά των τετρακοσίων ευρώ
και άλλα παρόμοια.
Μα εγώ θα γράψω μόνο για την Ποίηση
Που με βοηθάει να τ΄αντέχω όλα αυτά.

***

Immigré

A-patride, voilà ce qu’il est devenu
sans connaître
le sens de ce –a.
Mais son corps, lui
sait bien
ce que signifient
les –a privatifs.

MΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

Α-πολις κατάντησε
κι όμως δεν ξέρει να σου πει
πώς λέγεται αυτό το -α.
Μα το σώμα του
ξέρει καλά
τα στερητικά τα άλφα
τί σημαίνουν.

***

Dis-moi,
pourquoi écris-tu des poèmes
quand nous sommes sans lecteurs ?
Les gens désespérés
sont sortis dans les rues.
La poésie dirait-on n’est qu’un souvenir lointain,
un art décoratif…
Il y a aujourd’hui la vie à préserver.
Il y a les enfants,
et les enfants, les mots ne les font pas grandir.
Aujourd’hui ce qu’il nous faut c’est des bras et des corps
et puis des revolvers
qui assassineront doutes et atermoiements.

Πες μου,
γιατί να γράφεις ποιήματα
όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες;
Οι άνθρωποι απελπίστηκαν
και βγήκαν στους δρόμους.
Κι η ποίηση μοιάζει τώρα μακρινή ανάμνηση,
μια τέχνη γραφική..
Εδώ υπάρχει η ζωή που πρέπει να διασωθεί.
Υπάρχουν τα παιδιά
και τα παιδιά δεν μεγαλώνουν με λέξεις.
Εδώ χρειάζονται χέρια και σώματα και περίστροφα
που θα δολοφονούν τους δισταγμούς και τις αναβολές.

***

Poétique nouvelle

Associe le mot
à l’époque.
Associe le poème
au visage humain.
Crée une poétique nouvelle.

ΝΕΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Σύνδεσε τη λέξη
με την εποχή.
Σύνδεσε το ποίημα
με το πρόσωπο του ανθρώπου.
Φτιάξε μία νέα ποιητική.

*Από τη συλλογή “Mon époque, c’est la poésie” που μόλις κυκλοφόρησε στα γαλλικά, σε μετάφραση Μισέλ Βόλκοβιτς.

Γιώργος Σαράτσης, Θα φύγεις νύχτα (Τρεις σκέψεις)

tha-figeis-nixta


Αναγραμματισμός

Θα με βρεις στο απρόσμενο της μελαγχολίας ή στο στενάχωρο μιας ακόμα ημέρας. Αν τυχόν δε με εντοπίσεις, δε θα ’ναι ακόμα η ώρα. Έπειτα, αναλώνεσαι στο περί-μενε. Το άγνωστο θα παραμείνει άγνωστο και ’σύ ένας ακόμη άντρας χωρίς ηλικία.

Αϋπνία. Πού είναι τα χάπια μου; Θα μείνω μαζί σου για να μπορώ να ερμηνεύω τους εφιάλτες μου. Πού είναι η καρδιά σου; Κενό. Αδιέξοδο. Θέλω να βρίσω. Να πετάξω έπιπλα, βιβλία και ρούχα απ’ τα παράθυρα. Να ηρεμήσω σ’ έναν άδειο από παρουσίες χώρο. Μανία με αντικείμενα, μανία με λέξεις, μανία με στάσεις, θέσεις, σκέψεις, μυρωδιές… Έπειτα, διασχίζεις εν αγνοία σου τα σύνορα της συνείδησης. Είναι αργά, σου λένε… Είναι αργά. Αργά…

Και ’σύ, απών.

***

Περιττό

Δεν υπήρχε λόγος να σ’ αμφισβητήσω. Μου ζήτησες να σου γράψω μια σελίδα και σου ’γραψα. Να πετάξω τα παλιά σου ρούχα και τα πέταξα. Να σε συνοδεύσω στην τελευταία μας έξοδο και το ’κανα. Κι ας ήμουν -όπως μου ’πες το επόμενο πρωί- πρόχειρα ντυμένος.
Διπλώνω το αριστερό μανίκι. Το δέρμα από κάτω ξηρό. Το σώμα, σκέφτομαι, είναι πληγή. Λογαριάζει πάντα μ’ επιθυμίες και χάνεται. Κουράζεται απ’ το βλέμμα των άλλων κι αγριεύει. Πες το αμηχανία, πες το απόγνωση, το σίγουρο είναι ότι μαζί του γεννιέται μια ανερμή-νευτη κατάρα που το οδηγεί προώρως στη φθορά.

***

Μετά από ψιλόβροχο

Παρεξήγηση. Δείχνεις αγριεμένη τα δόντια σου, αρπάζεις την τσάντα σου και φεύγεις. Έμειναν δυο-τρία αλαφιασμένα βλέμματα να βολοδέρνουν στο κενό. Έπειτα, το ’ριξα στις κακές συμπτώσεις. Ό,τι πρόλαβα να περισώσω, κάποιες άπραγες σκέψεις ή λίγες μετρημένες συγγνώμες που δε βοήθησαν ποτέ κανέναν.

Ρώσικη ρουλέτα οι στιγμές μας. Σαν μας κάτσει το αναίτιο… Κι έτρεξα να σε προλάβω. Ζητούσα τις παλάμες σου. Μάταια. Χάθηκες μέσα στο ψιλόβροχο. Πήγες να επιβιώσεις, είπες, σε δυσκολότερα κλίματα.

*”Θα φύγεις νύχτα”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2012.

Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

d1

Σεισάχθεια στον ήλιο

Μπορούσες να διακρίνεις τις ώρες
1520 ακριβώς

από την πλημμυρίδα του φωτός

τα άνθη είχαν λυγίσει τη μέση τους
η γη δεν ήταν παρά μόνο κοντά
κι εκείνη βρισκόταν ήδη τόσο μακριά
που θα την άγγιζες

έστω και μέσα από σχισμή στα κάγκελα
είχε προλάβει να απορρίψει λέξεις όπως
επιστροφή, ερημιά, επωδός
και δεν θα σε γνώριζε.
Είχε άλλες
εκόμα, εσφαλώς, ερμονία

σε λίγο ο δρόμος θα ξεφόρτωνε οχήματα
ο ουρανός θα ξεφόρτωνε άστρα

ο λόφος θα ξεφόρτωνε βουνά

το χρέος θα ξεφόρτωνε ανθρώπους
η γη θα ξεφόρτωνε την κίνησή της

μόνο φως κι ούτε σκιά
ούτε φιλιά ούτε τίποτα
το Βερολίνο δεν υπήρχε
ούτε και το τείχος

***

Σημειώσεις ενός σημείου στίξης

Ο κόσμος κατέβηκε στο κεφάλι του

είχε καταβροχθίσει τους γείτονες του

και στρογγύλευε συνέχεια

σε κάθε βήμα τσουλούσε πάνω στα χορτάρια
δεν μπορούσε να ανέβει ούτε στις χαραμάδες
και δεν περνούσε τις σχισμές
και σε κάθε άνοιγμα των χειλιών κάποια λέξη θα προέκυπτε
ταιριαστή θα ήταν

σήμερα, ίσως, αυτή, εγώ, πέρα, θέλω
Θα κοίταζε οτιδήποτε σφαιρικά
Θα μιλούσε οπωσδήποτε σφαιρικά

Θα έφτιαχνε σκιά αναμφίβολα σφαιρική
Με σφαιρικό τρόπο όλα τα προηγούμενα
Είναι μια τελεία

Κοπανάει τον αέρα

με τον τρόπο που όσοι μετεωρίζονται
μεταξύ άλλων ανθρώπων

σχηματίζουν το τέλος

***

Μια πόλη για τον Φραντς

Αγαπημένε μου Φραντς

δεν είναι που το πρόσωπό σου ξεχειλώθηκε
και μοιάζει με λαμπαδιοδρομία

εν μέσω τουριστών

ούτε το γεγονός πως οι λέξεις σου φτώχυναν
και ο Πατέρας εμφανίζεται να υπαγορεύει

την ανησυχία και τις κραυγές που χύνονται
ούτε και τα δοκάρια που πήραν το όνομά σου
ούτε φυσικά πάλι ότι σε έκαναν έρμαιο
συναισθηματικής αδυναμίας

μιας μιζέριας απόλυτης, αυτο-καταστροφικής
που βαστούσε λέξεις σαν κομποσκοίνι

και στέκεται σαν γιορτινός φάρος

για να απομακρύνει τη θλίψη από τα πατώματα

είναι που η προκυμαία και η γέφυρα

δεν είναι τα μέρη για να σχηματίζονται ουρές πίσω από ομπρέλες
και φωνές πολύγλωσσες και καλντερίμια με χάρτες

αλλά εκεί που σπαράσσουν τα καράβια

αλλά εκεί που στόματα ξεδιψούν

αντίκρυ στο βάθος και στη γεωμετρία των τόπων

αλλά εκεί που οι αγαπημένοι συναντιούνται

όταν χωρίζονται από τις όχθες

και φεύγει ο ένας προς δυσμάς

και η άλλη προς ανατολάς

αλλά εκεί που οι σειρήνες

την νύχτα ανεβαίνουν για να προσευχηθούν

αλλά εκεί που οι γυναίκες δοκιμάζουν την αντοχή

της ίδιας τους της σάρκας

πριν τοποθετήσουν την μοίρα τους

στα χέρια των αγαλμάτων

Φραντς η πόλη σε πλημμύρισε και δεν μαζεύεσαι

ούτε με σφυρί
ούτε με καλέμι

είναι καιρός να γίνεις το ποτάμι

*Από τη συλλογή “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα”, εκδόσεις “Κουκούτσι”.

Φαίδων Μουδόπουλος-Αθανασίου, Τρία ποιήματα

xa_ptosi_600x400-1-600x330

Τίμημα εκσυγχρονισμού

Για δες πώς λησμονάνε την χώρα μου,

την ωραιοτέρα πασών.

Αγγέλους χάρτινους εστείλανε,

με κοντυλοφόρους πλαστικούς
να υπογράψουν τα συμβόλαια της ντροπής.

Με μάγους ξένους, των Αζτέκων και των Μάγια
και με παπάδες δανεικούς από τη δύση
κηδεύουν το αρχαίο πνεύμα αθάνατον

και με τον Ράμπο για κοράκι το εθάβουν.

Εν είδη αρχαίου μάντη Τειρεσία

οι διεφθαρμένοι σκάρωσαν την πτώση.
«για να ευδοκιμήσουν οι αριθμοί»

στη χώρα όπου ευδοκιμούσε πάντοτε
το σταφύλι, η τραγωδία, ο άνθρωπος
και το κλαδί ελαίας

αντί για πλαστικό χρήμα,

πολυεθνικές και συμβόλαια αθλητών.

Για δες πώς λησμονήσαν την χώρα μου,

την ωραιοτέρα πασών.

Φύτεψαν τράπεζες
στην θέση κάθε ιωνικού ναού και ελιάς
και το Φ που κοινωνούσε ο Παρθενών
μετατράπηκε στο Χ του χρηματιστηρίου.

Και οι φύλακες της πολιτείας τα ενέκριναν
–όνειδος και ύβρις.
όλα

με νόμους

Για δες πως λησμονήσαν την χώρα μου,
την ωραιοτέρα πασών.

***

Σοφοκλέους Συνομιλία

Στον Δ. Περοδασκαλάκη

Ω φαεννότατον ἔρεβος.
έρεβος αιθέριο και διάφανο,
σκοτάδι λαμπυρίζον…
γενεσιουργό σχεδόν
άμα
το καλοσκεφτείς

από το σκοτάδι φως
ή απ’ το φως σκοτάδι;

κάπου εκεί στην μέση βρίσκεται ο Άδης
που καρτερά

και με τον χάροντα βοηθό

χωρίζει τις έννοιες,
δεξιά ή αριστερά από της Στύγας το νερό…

σκοτάδι για ζωή, ελευθερία για θάνατο…


Ὦ φαεννότατον ἔρεβος.

***

–Ζ–

Χάβρα.

Δεκαπέντε λεπτά χάους και σούσουρων

στο κοινοβούλιο.

Στη συνέχεια επανέρχεται στον προεδρικό θώκο
ο κύριος Π. όπως Πρώτος

στη θέση της υπεροπτικής κυρίας Ζ. όπως Ζωή.

—Όχι αυτός δεν Ζει.

Τον σκότωσαν χρόνια πριν.

Αυτοί.

Και δημιούργησαν την ομάδα Ζ αστυνόμευσης.

Τον εξαφάνισαν,

και το Ζήτα, damnatio memoria
eπλέον αντιπροσωπεύει τους δολοφόνους του.

*Από τη συλλογή “Ιστορίες Κρίσης (και άλλων παραγόντων), Εκδόσεις Οσελότος, Αθήνα 2016.

Γιώργος Δάγλας, Πλοίο

Επιστρέφω
να ράψω ερμητικά
τα μάτια των προδωμένων
τα ράκη να φορέσω των μοναχών
και στους καταραμένους
την άφεση να δώσω.
Έρχομαι
να πέσω εδώ στη μέση της αρένας
χωρίς αίμα και μνήμα
χωρίς καθρέφτη κι ελπίδα
χωρίς Αίγυπτο, Ακαρνανία και όρη.
Τα βήματα του θηρίου ακολουθώ
την μυσταγωγία του ανομολόγητου έρωτα.
Ορκίζομαι στο όνομα των πλοίων
που δεν έλυσαν ποτέ τα σχοινιά τους.
Εκλιπαρώ το τρύπιο βλέμμα
ανοίγω τον στρόβιλο των νεκρών ημερών.
Έρχομαι με τους τελευταίους να πέσω.
Εδώ στη μέση της αρένας.
Κορμοί δέντρων
σε μακρινά ποτάμια
που κύλησαν ως εδώ.
Άγνωστοι που χτύπησαν ένα βράδυ
την πόρτα μας
και δεν τους ανοίξαμε.
Λύκοι που πέθαναν από μοναξιά
στις άγριες πόλεις.
Τυφλά πουλιά
πάνω από εξωτικά νησιά.
Κορμοί δέντρων
σ’ ορμητικά ποτάμια.
Αν το σκεφτούμε λίγο
ένα πλοίο μπορεί να είναι.
Ένα πλοίο φάντασμα
που φεύγει κι επιστρέφει άδειο
σ’ ένα νησί που δεν υπήρξε ποτέ.
Και ξαφνικά
το λιμάνι γεμίζει φωτιές,
αιωνόβιοι τεχνίτες σκαλίζουν την πέτρα
παιδιά ανεβασμένα στα δέντρα ουρλιάζουν.
Μια γυναίκα ντυμένη στα άσπρα
μοιράζει ψωμί.
Αν το σκεφτούμε λίγο
ένα πλοίο μπορεί να είναι

Ένα πλοίο φάντασμα.

**Από το cd “Καντάδες για ένα δαίμονα”. Ποίηση Γιώργος Δάγλας, μουσική Βασίλης Λαγός, ερμηνεία Ντόρα Βλάσση, Otherside Records.

Χρήστος Ντάντος, Τρία ποιήματα

dados063

ΕΚΤΟΣ ΤΟΠΟΥ

Ταξιδεύω… Μεθυσμένο βλέμμα
στρώνει μπρος μου τη γραμμή.
Ασταθμάρχητοι σταθμοί.
Άφαντοι οι μοιραίοι κλειδούχοι.
Κι όλο ρέω… Ανεπίστροφο νερό…
Προσηλωμένος πάντοτε, το τρέχον να θωρώ
(καμιά φορά κλεφτά, νοσταλγικά το πίσω).
Ένα της τύχης μόρφωμα θερμό – ονειρικό
(ενσάρκωση αστρόσκονης σε ανθρωποθεό
διά σώματος Αθανασίας και Νίκου).
Απ’ τα μισόλογά μου κοιτάζω να πιαστώ
τη σιωπή μου εν καιρώ
να καταφέρω ν’ αγαπήσω.

Ταξιδεύω… Ανταποκριτής της μεγάλης ζωής.
Της χθεσινής: μακρινός συγγενής.
Της άγνωστης αυριανής: ανεπιθύμητος ξένος.
Και είμαι τρένο – μόνο μηχανή (σβηστή)·
κανένα πίσω μου βαγόνι.
Σπρωγμένη είμαι χρονομηχανή
στη μαγεμένη αδράνειά της.
Και πάω πάω, γκάπα-γκουπ – γκάπα-γκουπ
(πίσω μου ήσυχα, ξηλώνεται κι η διαδρομή).
Κανένας πλάι μηχανοδηγός. Καμιά φορτωτική.
Σε τελικό προορισμό, κανένα.

***

ΔΙΧΩΣ ΕΠΟΧΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ

Χνουδωτή πολύχρωμη
κοντόχοντρη κάμπια τώρα
(κίτρινο προσκολλημένο αβγό
πίσω από σαρκώδες ψυχόφυλλο κάποτε).
Έρπω αργά-αργά πάνω σε παχύ συναίσθημα…
Πράσινο συναίσθημα τρέφομαι.
Πράσινο περίττωμα αποβάλλω!

Κι ο μεταξοειδής αδένας μου
(αν και υπολειτουργώντας πλέον)
νήμα κολλώδες λεπτεπίλεπτο
κουκούλι χρυσαλίδας θαυμαστό
να εγκλειστώ και να μεταλλαχτώ
κι επίτηδες που δεν θα το τρυπήσω.

Μεταμορφώσεις πλέον μόνο εν κρύπτω.
Τέρμα για σας τα ορατά των αοράτων.
Θαύμα, αγίας συμμετρίας των φτερών
χρωμάτων πανδαισία καί σχημάτων
(αγνώμονες, από επιδοτημένο παρελθόν εσείς
οι του ωραίου καλομαθημένοι τζαμπατζήδες,
οι είρωνες, του όλο τι θέλει
και τι θέλει να μαάς πει εδώ ο ποιητής)
ξανά ποτέ —ποτέ να μην σερβιρισθείτε.

***

ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ

Μάχομαι ακόμη στίχο-στίχο,
κι από μεταφορά εκρηκτική
σε τροχιοδεικτική παρομοίωση,
με δάκτυλους, τροχαίους και ίαμβους
σποραδικούς αναπαίστους…

Κι ενώ οι στροφές μου
έχουν όλες ανατιναχτεί
οι απαγγελίες σχεδόν
καταρρεύσει,

η μπάντα της ψυχής
ενορχηστρωμένη πλούσια
σε αδικαιολόγητη έξαρση
(η μεγάλη αφελής)

σαν κατεδαφισμένου ρολογιού
τον επιζώντα κούκο,
στην ώρα της γλυκόλαλα βγαίνει
και σε ζωής εκτεταμένα ερείπια
το δέον κουκοφωνίζει.

*Από τη συλλογή “Επί ανέμων ασπαλάθων και απήγανων”, εκδόσεις Οροπέδιο, Αθήνα 2014.