*Από τη συλλογή “Minimal Fictions”, asylum arts, Santa Maria 1994
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Γεωργία Τρούλη, Ένας καιρός απών (Όταν έμειναν μόνοι στην ιστορία των κήπων)
Να μετράς αλλιώς χρόνο και
Υποτακτική πορεία στο να / αποστάσεις
Να βγάζεις το τίποτα
Και πάλι από αυτό να ξεκινάς
Μικρό αλόγιστο μελάνι
Σχηματισμός
Να εκδίδεσαι σε ορισμένες επαναλήψεις
Να εκπορνεύεσαι με περισσή αθωότητα
Να γίνεσαι α λιβιδινική γραφή
Και συναίσθημα πολυεπίπεδο
Να προσδοκάς τον διάλογο
Και να βάζεις παύλες στο αριστερό διάκενο της γραφής ————
Καμιά απάντηση
Καμιά απάντηση
Να αφήνεσαι να καταπίνεις σιωπή και μανιτόλη στο λευκό
Δερματόδετο βιβλίο
Να μην βάζεις τελείες ούτε ελιές στο δέρμα
Να λες κάποια παιχνίδια πρέπει να παίζονται
Πιο παιχνιδιάρικα
Παίζουμε τώρα αλήθεια ή ψέμμα
Αλήθεια ή ψέμμα;
Οπως τόσοι κορμοί δέντρων για να πάω εκεί
Τόσοι δαχτύλιοι για να μετρήσω ηλικία
Τόσα χαραγμένα κεφαλαία σχεδιασμένα
Με λεπίδα ενός ανεπίτρεπτου ενεστώτα
Να υπηρετήσεις την διαφυγή
Να εκπορνεύεσαι με περισσή αθωότητα
Να γίνεσαι α λιβιδινική γραφή και συναίσθημα πολυπεπίπεδο
Να απαιτήσεις το πέρασμα
Να ακυρώσεις την λάμψη
Να ωφελήσεις το ανώφελο
Το αδύνατο
Το ανύπαρκτο
To A
Του Κενταύρου
Του ανθρώπου
Του ά κέντρου
Να
Πειραζόμαστε πού και πού
Να γελάμε
Να περνάει η κόκκινη μπάλα
Κάτω από τα πόδια μας
Και να μην λέμε
Να! Εγώ την έπιασα
Όχι! Εγώ!
Πάει την πάτησε
Πάει! Αυτό ήταν
Αυτός ο γίγαντας έπεσε για ύπνο
Τπάρχει και άλλος πιο πέρα θάνατος
Από την καταστροφή
Μεγάλωσε τόσο πολύ
Στο κρεβάτι του
Που δεν χώρεσε ποτέ
Να βγει από
Το όνειρο
Να
Τόσα χαλίκια για τις διαβάσεις
Τις μετατοπίσεις
Τις διαδρομές
Τόσες παραλλαγές
Για να μετράς δέρμα
Σε άνθρωπο
*Από τη συλλογή “Ποίηση σε ένα οβάλ περιβάλλον” εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 2015. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.
Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πέντε ποιήματα
Σήμανε έφοδος!
Τα υψώματα
Να ξαναπάρουμε
Την απάτητη κορφή του ήλιου.
Θα έχουν αφήσει εκεί
Σκαλίσματα στα δέντρα
Οι παππούδες μας.
Θα έχουν αφήσει εκεί κουβέντες…
Σκοπούς για το αύριo
που δεν πρόφτασαν.
***
Όσοι κοιμούνται
Όσοι κοιμούνται βαριά
Κάθε βράδυ κάνουν πρόβα το θάνατο.
Δεν τους διακόπτουν όνειρα
Ούτε το αιώνιο άγχος του ξυπνήματος
Γιατί έχουν κάτι τάχα να προλάβουν.
***
Περίπολος για τους εναπομείναντες
Θάνατοι παράμετροι, περίμετροι
Κλειστές γραμμές
Στα χαλάσματα
“Κανείς! ουθενά…”
Μπότες, γοερές κραυγές, σκυλιά·
Περίπολος για τους εναπομείναντες.
***
Πρόμαχοι
Σκληρή, μα έτσι σκυταλοδρομεί
η Ιστορία.
Φθίνουν οι ήχοι των αποχαιρετισμών.
Κάτω απ’ τα τσίνορα
πλέει ανονείρευτα
το τσούρμο των ανοίκειων νεκρών.
***
Χαλικόδρομος
Νυχτερίδες, γρύλοι
Σκονισμένα λιόδεντρα
Στο τυφλό σκοτάδι
Διαβάτης σκαντζόχοιρος
Σαλεύει τα χόρτα.
Κάθε βράδυ
Τα μικρά σου χρόνια
Τραβούν προς τη θάλασσα.
*Από τη συλλογή “Περίπολος για τους εναπομείναντες”, Ψηφιακές Εκδόσεις: 24grammata.com Θεσσαλονίκη, 2016.
Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, Τέσσερα ποιήματα
Ι
Η σιωπή της σκέψης μου
δίκτυ απλωμένο πάνω από τις ηλεκτρικές πόλεις
νάρκωση χάρισμα στα μάτια
Πίσω από τους χτύπους των ρολογιών
η πανίδα των παραμορφωτικών φακών
στροβιλιζόμενες λάμψεις, γεννήματα επιληπτικά
παρενθέσεις φωτός σε θόλο αιμόπτυσης
Στον πυθμένα της θρυμματισμένης μνήμης
γραμμοσκιάσεις ταλαντώνονται
αφιλοκερδώς μουντζουρώνουν
τη σιωπή της σκέψης μου
II
Δεν αποσκοπεί το όνειρο
να τραβήξει την ελπίδα από τα βλέφαρα
Μηρυκάζει το ζώο τη βλάστηση των άστρων
σ’ ένα παιχνίδι διωγμένο από τα πλαστικά δίκτυα
της αδράνειας
Μαργαριταρένια η κόμη μας
λουλούδι μοβ σε γυάλινο κλουβί
III
Γραμμοσκιάσεις στο τσόφλι του αυγού
Μάτια ακροδάκτυλα στις διαδρομές του φωτός
Στο απόστημα του χρόνου
Στην κηλίδα της σιωπής
Κρυμμένη η μορφή σου
Σφήκες βουίζουν στο μυαλό μου
Η Περσεφόνη κατηφόρισε
το δρόμο της ψυχής μου
ματωμένο το μάτι της
έπλεκε με τη σιωπή
το εμβατήριο
του τέλους
της ερωτικής ιστορίας
IV
Κι εγώ στην ακρογιαλιά της φυγής
Να πετάω βότσαλο στο άχρονο τοπίο
Στο απόλυτο του χρώματος
Με τα σπασμένα είδωλα
Αναδυόμενα πετρώματα
Του πελάγου και της σφήκας
*Αναδημοσίευση από το 2ο τεύχος του περιοδικού της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, “Κλήδονας”, Νοέμβριος 2007, σελ. 78. Η εικόνα της ανάρτησης συνοδεύει τη δημοσίευση.
José María Castrillón Suárez, Τρία ποιήματα
ΧΟΡΟΣ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΒΑΛΤΟ
Είναι αργά πια,
και το νερό δεν αγαπάει ούτε τα φώτα ούτε τη μουσική:
ενάντια στο ίδιο τα διαλύει
όπως στο ίδιο του το όνειρο.
Οι γονείς μου αγκαλιάστηκαν για να χορέψουν.
Εγώ δεν ονειρεύομαι ακόμη με τα σώματα αλλά αγαπάω τις φωνές:
τη φωνή της μητέρας μου,
τη φωνή μου, πάνω στο στήθος της τοποθετημένη.
Χορεύουνε αγκαλιασμένοι,
και φτάνουν των βημάτων τους οι άκρες μέχρι εδώ,
όπου το νερό την τύφλωση αναπνέει.
Από εκείνη τη νύχτα, τα αποθέματα της σιωπής.
(Τα Παλιά πυρομαχικά, Εκδ. Idea, 2005)
***
ΟΙ ΓΙΟΙ ΜΟΥ
έπλυνα τα κορμιά τους
σαν μια ακόμα τελειότητα της ζωής
ήξερα τότε πως γυάλιζα την πέτρα
όπου θα πέσει
η σιωπή τους
αλλά αυτοί ακόμα αγαπάνε στις μπανιέρες του ονείρου
του πατέρα τους τα χέρια
(Γραμμάρια, Εκδ. Trea, 2010)
***
ΔΙΑΔΟΣΗ ΘΕΡΜΟΤΗΤΑΣ
Είμαστε δάνεια θερμότητας
την προσαρμόζουμε στο στόμα ψάχνουμε
την καλύτερη θέση του σώματός μας
ανάμεσα στα σώματα
ή κλείνουμε τα μάτια για να βρούμε
(από αυτή την αδυναμία η σθεναρότητα
του είδους μας) τη χλιαρή υγρασία
κάτω απ’ τα βλέφαρα
η προίκα των ζωντανών για τους νεκρούς
η σφοδρότητα των νεκρών πάνω στους γιους τους
κάθε μορφή προδοσίας
επίσης η επιθυμία
με τους χυμούς της
η ρύθμιση των συζητήσεων το σούρουπο
η μίανση των γλωσσών στα περάσματα του βουνού
πάντα είναι θερμότητα το καταδιωκόμενο
(Γραμμάρια, Εκδ. Trea, 2010)
*Ο Χοσέ Μαρία Καστριγιόν Σουάρεθ [José María Castrillón Suárez ] (Αβιλές, 1966), είναι διδάκτωρ Ισπανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Οβιέδο. Έχει εκδώσει 6 ποιητικές συλλογές και έχει βραβευτεί για το έργο του. Έχει συντονίσει και διευθύνει λογοτεχνικά περιοδικά, επίσης έχει επιμεληθεί μαζί με τον Τζόρντι Ντόθε μια μονογραφία για τον Αντόνιο Γαμονέδα.
**Μετάφραση: Άτη Σολέρτη.
Kenneth Rexroth, Αντίστροφα, ενώ το τετράγωνο των αποστάσεών τους χωριστά
I
Αδύνατο να δω οτιδήποτε
Σ’ αυτό το σκοτάδι — μα ξέρω πως τούτο είμαι ’γώ, ο Ρέξροθ,
Βαθαίνοντας μέσα στη νύχτα σ’ έναν παγερό πλανήτη.
Είναι ζεστά και πολυάσχολα σ’ αυτό το φυτικό
Σκοτάδι που αόρατα ελάφια μασούν ήσυχα.
Ο ουρανός είναι ζεστός και βαρύς, ακόμα και τα δέντρα
Πάνω από το κεφάλι μου δεν ξεχωρίζουν,
Μα ξέρω πως είναι κουκουναριές που τα κουκουνάρια τους
Παραμένουν κλειστά πάνω στα κλαδιά, ώσπου ν’ ανοίξουν
Τελικά και να ξανασπείρουν το καμένο δάσος.
Και περιμένω μόνος στα βουνά,
Στα δάση, στο σκοτάδι, κι ο κόσμος
Πέφτει γοργά στη μετρημένη του έλλειψη.
IV
Είμαι ξαπλωμένος σε ένα άγνωστο
Κρεβάτι σε ένα παράξενο σπίτι και το πρωί
Πιο αμείλικτα από κάθε μεσονύχτι
Ξεχύνει από το παράθυρο τη λάμψη του —
Κλαδιά κερασιάς με μαραμένα άνθη,
Και πίσω τους τα χρυσά αρχοντικά
Του σφενταμιού στολίδια,
Και πίσω από αυτά ο αγνός απέραντος ουρανός
Του Απρίλη, κι ένα λευκό αμυδρό σύννεφο,
Και μέσα και πίσω από όλα
Η αναπόφευκτη κενή
Της μοναξιάς απόσταση.
*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ ποιήματα”, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2014, σε μετάφραση και επιμέλεια Γιάννη Λειβαδά.
Octavio Paz, Δύο ποιήματα
ΠΕΤΡΑ ΑΣΠΡΗ ΚΑΙ ΜΑΥΡΗ
Ο Σίμα*
σπέρνει μια πέτρα
στον αέρα
Η πέτρα ανεβαίνει
Μέσα
υπάρχει ένας γέροντας που κοιμάται
Αν ανοίξει τα μάτια
η πέτρα σκάει
μύλος από φτερά και ράμφη
πάνω σε μια γυναίκα
που κυλάει
ανάμεσα στις γενιάδες του φθινόπωρου
Η πέτρα κατεβαίνει
φλέγεται
στην πλατεία του ματιού
ανθίζει
στην παλάμη του χεριού
μιλάει
μετέωρη
aνάμεσα στα στήθη σου
διάλεκτοι του νερού
Η πέτρα ωριμάζει
Από μέσα
τραγουδούν σπόροι
Είναι εφτά
Εφτά αδελφές
Εφτά οχιές
Εφτά στάλες νεφρίτη
Εφτά λόγοι
αποκοιμισμένοι
σέ γυάλινο κλινάρι
Εφτά φλέβες νερού
στο κέντρο
της πέτρας
που ανοίχτηκε απ’ το βλέμμα
Σίμα: Ζωγράφος τσέχικης καταγωγής.
***
Η ΕΠΙΟΥΣΙΑ ΦΩΤΙΑ
Στον Juan Garcia Ponce
Σαν τον αέρα
κάνει και ξεκάνει
πάνω στις σελίδες της γεωλογίας,
πάνω στις γήινες τράπεζες
τα αθέατα χτίσματά του:
ο άνθρωπος.
Η διαλεκτός του μόλις κι είναι ένας σπόρος,
μα κοφτερός,
στην παλάμη του διαστήματος
Συλλαβές είναι πυρακτώσεις
Είναι και φυτά:
οι ρίζες τους
συντρίβουν τη σιωπή,
τa κλαδιά τους
κατασκευάζουν τα σπίτια των ήχων.
Συλλαβές:
δένονται και λύνονται,
παίζουν
με τις ομοιότητες και τις ανομοιότητες.
Συλλαβές:
ωριμάζουν στα μέτωπα
ανθίζουν στα στόματα.
Οι ρίζες τους
πίνουν νύχτα τρώνε φως.
Διάλεκτοι:
δέντρα πυρακτωμένα
με βροχής φυλλώματα.
Βλάστηση κεραυνών
γεωμετρίες της ηχού:
πάνω στο φύλλο του χαρτιού
το ποίημα γίνεται
καθώς η μέρα
πάνω στην παλάμη του διαστήματος.
*Από το βιβλίο “Οκτάβιο Πας – Ποιήματα”, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 1986, σε μετάφραση Μάγιας Μαρίας Ρούσσου.
Philip Levine, Τα φυσίγγια
Κοιμάσαι χωρίς βάρος στην παλάμη μου, το περίστροφο
που έμπασα λαθραία από έντεκα σύνορα
κρυμμένο στο αδιάβροχό μου, κρυμμένο από τη γυναίκα μου,
τα παιδιά μου, τον εαυτό μου. Αλλά τώρα είμαστε
μόνοι με το ραδιόφωνο και τις κραυγές του
στη βίλα διακοπών στην ακτή,
έτσι σ’ αυτό το παρεκκλήσι των κοινοτοπιών
σου δίνω το χέρι μου, σου δίνω τη ζωή μου.
Έξι μικρές σφαίρες τουφεκιού των 22
χρυσοστολισμένοι σαν φύλακες άγγελοι,
τα λιγδιάρικα σκυθρωπά πρόσωπά τους, είναι πάνω στο τραπέζι
δίπλα σ’ ένα φύλλο απλού χαρτιού γραφομηχανής.
Στο σπίτι στην Καλιφόρνια το τουφέκι μου,
κλεισμένο και τυλιγμένο τώρα σε ένα σχισμένο σεντόνι,
θα σημαίνει τίποτα, το τελικό άνοιγμα
του εγκεφάλου του κουνελιού, η απελευθέρωση των κλισέ,
η απελευθέρωση των αερίων, ο πόνος των ζώων,
ή το σχίσιμο του γυαλιού. Τίποτα απολύτως.
Εδώ στα μουδιασμένα μου δάχτυλα, ένα προς ένα,
τα παίρνω και τα δίνω στους σταθμούς τους.
Πρώτα, μικρέ μου Αμερικανέ, φέρνεις
αναφορές για ό,τι άφησα πίσω,
και εσύ, η ελπίδα της μέσης ηλικίας, παίζεις
το παιχνίδι με τον ύπνο όταν ο ύπνος είναι το παν.
Και εσύ, ηλίθιε, είσαι μια μαύρη τρύπα στον αέρα
και τίποτα περισσότερο. Αρνούμαι να εξηγήσω.
Και εσύ, όλα τα ονόματα των οποίων είναι απλώς Ισπανία,
και κάθε καθαρή πράξη εγώ δεν τολμώ.
Αυτό και μόνο δεν έχει όνομα και κανένα έθνος
και είναι μαζί μου από την αρχή. Και εσύ,
τελικά, έχεις ένα όνομα που δεν θα το ονομάσω, ένα πρόσωπο
δεν μπορώ να αντικρίσω, θα μπορούσες να είσαι μουσική, θα
μπορούσες να είσαι η μουσική του χιονιού στο ζεστό κάμπο
του Μίτσιγκαν, θα μπορούσες να είσαι η φωνή μου
καλώντας με επιτέλους, τηλεφωνώντας μου από την Ισπανία,
να μου τηλεφωνείς σπίτι, το σπίτι, το σπίτι, με οποιαδήποτε τίμημα.
*Το ποίημα περιλαμβάνεται στην Ανθολογία με τον τίτλο “Visions of poesy – An Anthology of 20th Century Anarchist Poetry” (με την επιμέλεια των Clifford Harper, Dennis Gould and Jeff Cloves) και εκδόθηκε από την Freedom Press, στο Λονδίνο το 1994. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
**Για τον Philip Levine: http://www.theparisreview.org/blog/2015/02/15/philip-levine-1928-2015/
Λουκάς Λιάκος, Στροφορμή
ISBN: 978-9963-2135-3-5
Αριθμός σελίδων: 82
Διαστάσεις: 23Χ15
ESD04
Σειρά Ποίηση
Μάιος 2016
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΦΙΛΙ
Το πεπρωμένο εδώ κυλά, εκεί. Σ’ ακούει.
Σ’ α κ ο ύ ω
Είμαι ένα καλό φιλί που πια δεν εξηγείται κι ανηφόριζες·
την Αγίου Κωνσταντίνου αφήνοντας πίσω την παραφροσύνη του Σταθμού Λαρίσης.
Είχες το μερίδιό σου -είχα το μερίδιό μου- ένας βρικόλακας μπροστά στον όγκο της Ομόνοιας.
Έκανες τον κύκλο μπουκώνοντας με νυχτερινό κόσμο.
Για το χατίρι μιας γριάς κι ενός μαχαιροβγάλτη την προτροπή έπρεπε να αποφασίσεις.
Θα ‘σουν ο Πέτρος ή ο Ιούδας;
Το χάραμα σε αγνοεί.
Έστω ο Ιωάννης, έστω ο Θωμάς.
Καλημέρα κύριε, είμαστε από το μαντείο των Δελφών.
Στα τέσσερα σημεία οι άνθρωποι θα σας αντιμετωπίσουν.
Νεραϊδόπαρμα. Σε μια γωνιά δεν είχες τίποτα πέρα από αδιέξοδο εν εξελίξει.
Κι ούτε φόβο βέβαια, μόνο άγριο δικαίωμα εμπρός στο θρίαμβο -άφησέ με να ζήσω-
πέρα και δώθε του θανάτου. Να πικραθείς, γιατί αυτές είναι οι ικανότητες του ζώου.
Συνεχώς να ξεφεύγουμε. Οι άνθρωποι θα εμπλακούν. Κι ακόμη:
πρέπει να ρέει
αυτό που παράγεις
αγάπησα το βράδυ που περιστρέφεις
αγάπησα το σύντομο
το φίλησα
ήταν ο τελευταίος πόνος
μια λευκή στιγμή
θλιβερή σαν την αγκαλιά σου
που τρέμει
ξεχνώντας
ικανοποιήθηκα
…………………………………………………
Έγραψαν για το βιβλίο:
Βιογραφικά στοιχεία κι αφιέρωση, τα προσπερνώ, είναι τα -ενδεχομένως- αναγκαία των εκδόσεων, τα σέβομαι αλλά δικά μου είναι άλλα, δικά μου είναι οι μέσα του σελίδες. Ξεφυλλίζω το βιβλίο, υποψιάζομαι, η δομή της σελίδας 11, της σελίδας εισόδου στο βιβλίο, το πάνω αριστερά της, με υποψιάζει, με προδιαθέτει σε αυτό που με βεβαιώνει η σελίδα εξόδου, η σελίδα 77 του τέλους της συλλογής με το κάτω δεξιά της: ο Λουκάς Λιάκος πήρε καρέκλα, κάθισε απέναντί μου, ανοίξαμε μια μπύρα και άρχισε να (“μου”) απευθύνεται, (“μου”) μιλάει…
… υποψιάζομαι λοιπόν και προχωράω, ψάχνω στο σώμα του βιβλίου ύφος λέξεις νοήματα εικόνες συνδέσεις στόχο, κάποια στιγμή ξαφνιάζομαι όπως αντιλαμβάνομαι πως ο τίτλος ενός κειμένου μοιάζει όχι μόνο να εισάγει στο κείμενο αλλά να συνδέει αυτό με το προηγούμενό του σα μια συνέχεια που απλώς τονίζει, δίνει έμφαση σε λέξεις κλειδιά προεισαγάγοντας στο κυρίως σώμα κάθε φορά κι απαντώντας ή συμπληρώνοντας το τέλος μιας κάποιας διερώτησης του προηγούμενου…
… εργάτης της σκέψης (του) ο Λ.Λ. την κόπιασε, την πόνεσε, την έστρωσε ακόμπιαστη, σε μια γλώσσα ρέουσα, ανεπιτήδευτη, γερή αλλά γυμνωμένη τόσο και με τέτοιο τρόπο που σε κερδίζει, σε καθηλώνει, σε εξυψώνει…
… η αμεσότητα του λόγου του Λ.Λ, η θέση/στάση του η φιλοσοφική, ο τρόπος του στην περιγραφή, η γυμνότητα της έκφρασης, με τοποθετούν “φύλακα στη σίκαλη” “στον δρόμο” των Σάλιντζερ και Κέρουακ ενώ είμαι σίγουρη πως θα μπορούσα κάπου να δω και έναν Μπάροουζ να βγάζει για να μου προσφέρει, ένα αποξηραμένο μα πλήρες χρωμάτων κι ομορφιάς, ρόδο μέσα από το Τζάνκι του, αν ο Λουκάς ήθελε. Τη γενεαλογία όμως του Λ.Λ θα την δώσουν άλλοι και με τρόπο ενδεδειγμένο και καλό. Ό,τι έγραψα εδώ είναι οι δικές μου εντυπώσεις και θαυμασμός για την δουλειά αυτή του Λ.Λ. Ένα βιβλίο ποίησης με προσεγμένη έκδοση στο σύνολό της από την ομάδα του Straw Dogs Editions. Ένα βιβλίο που μαζί με το πρώτο του Λουκά, “Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα”, εκδ. Ενδυμίων, 2011 και τα 14 κείμενά του στο Straw Dogs magazine σαν απάντηση στο ερώτημα: γιατί γράφω, δίνουν την εικόνα ενός ποιητή που γράφει επειδή αυτός είναι ο τρόπος του να μιλήσει κι όταν μιλάει έχει κάτι άξιο και δυνατό να πει…
Ασημίνα Λαμπράκου
Όσο διάβαζα τη νέα ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου (Λ.Λ.) τόσο μου επιβεβαιωνόταν το κοινότοπο όσο και ζωντανό, ότι η λογοτεχνία είναι η συνείδηση του κόσμου και η Ποίηση το βάθος και η ουσία της λογοτεχνίας –ιδιαίτερα όταν η αυλαία ενός ποιητικού πονήματος κλείνει σιωπηλά κι αθόρυβα όπως «μια λέξη μας απόμεινε, μπορεί και δύο»- ναι· διότι το πιστεύω, μια λέξη, μπορεί και δύο θα απομείνουν από τις απόλυτες αλήθειες, τις ίντριγκες, τις ιδεολογίες, τις θρησκείες και τις μικρότητες της ανθρώπινης υπόστασης, θα μείνει μια λέξη, μπορεί και δύο –διότι πάντα, Το Έργο θα είναι αυτό που απομένει…
… Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει ότι: η ανθρώπινη Ζωή είναι Στιγμή και τίποτα περισσότερο -Κι όλο αυτό διαρκεί και λίγο ενδιαφέρει και ξεχνιέται – κι αφήνει πίσω της χυμούς από μια μουσική κρυφή, υπέροχη, μαγική κι ανεπιτήδευτη, ούτε δίκαιη είναι, ούτε άδικη, ούτε ποτέ καταδέχτηκε· ούτε καταδέχεται, ούτε τον «Κύριο» ενδιαφέρει, όπως αναφέρει ο ποιητής, εάν εσύ τριγυρνάς μες στους καπνούς / μια ολόγυμνη καμπύλη / σαν ήχος / βέβηλος…
… Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει το κατά τον Γ.Χ. Ώντεν[1]: «Στις μέρες μας το έργο τέχνης από μόνο του αποτελεί πολιτική πράξη» και ότι η πρώτη ύλη του ποιητικού λόγου και γίγνεσθαι στην κοινωνία και τον κόσμο δεν αποκλείεται –το λέω δίχως καμία βεβαιότητα διότι γνωριζόμαστε μόνον διαδικτυακά- να ξεκινά από μια πρόδηλη ή λανθάνουσα αμφισβήτηση, από μία ή πολλές νεανικές ή παιδικές εμπειρίες, ή· από το ανέβασμα του Εαυτού στη σκηνή, ή ακόμα και από τον εσώτερο προβληματισμό για τον εαυτό του –και από εκεί, ίσως, αρχίζει ο αγώνας του ποιητή Λ.Λ. όπως διαφαίνεται στο ποίημα με τίτλο «Σαν να σε μαλώνει η μάνα σου»…
… Ελπίζω να συνεχίσει να προσφέρει ποιητική συνείδηση με φειδώ, μέτρο και σύνεση, δίχως να παρασυρθεί από τις φανερά μεγάλες δυνατότητες του αξιόλογου ταλέντου (μέγας ο πειρασμός στην διαδικτυακή πλέον, εκκλησία του δήμου) που διαθέτει και ξοδευτεί. Ελπίζω να συνεχίσει να μας προσφέρει εδέσματα εξαίσια, όπως η τωρινή Στροφορμή, διότι όταν σημαίες και λάβαρα σιγήσουν, το Έργο πάντα, είναι αυτό που θα μας απομείνει. Φωνές σαν του Λ.Λ. μας είναι οδυνηρά αναγκαίες.
Στράτος Φουντούλης
Βιογραφικό:
Ο Λουκάς Λιάκος γεννήθηκε στη Λιβαδειά και ζει στην Αθήνα. Είναι πατέρας τριών παιδιών. Η «Στροφορμή» είναι το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο.
Του ιδίου:
Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα, εκδόσεις Ενδυμίων, 2011
……………………………………………………………………………………..
Μπορείτε να κάνετε τις παραγγελίες σας στο
strawdogsmagazine[at]yahoo[dot]com
και να σας αποσταλεί ταχυδρομικά
Τιμή: 8 € (μαζί με τα ταχυδρομικά έξοδα)
Νότης Γέροντας, Ορισμός
http://zoitaxa.net/ixografisi/ηχογράφηση-πρόβας-23-03-2013/
Θα ξεριζώσω τα δέντρα, θα διαλύσω τα αυτοκίνητα
Θα στείλω τους πύραυλους στο διάολο,
Θα κηρύξω τον πόλεμο στα BARBADOS
Θα κάμω τον κόσμο γήπεδο να παίζουν ποδόσφαιρο οι καλικάντζαροι
Και θα γεμίσω την έρημο άδεια, μεγάλα, στρογγυλά πηγάδια
Θα στείλω τον ήλιο φυλακή και θα τεντώσω την ελπίδα
Θα καβαλήσω τη σελήνη και θα καλπάσω στο γαλαξία
Θα πιω κρασί ανακατωμένο πουλιά και σκόνη αστρική
Θα βλαστημήσω τα θεία και θα μεταλάβω σε πείσμα της θάλασσας
Θα προκηρύξω εκλογές χωρίς κανέναν υποψήφιο
Θα στείλω τους στρατιώτες να μαζέψουν μανιτάρια στην αστροφεγγιά
Μη με ρωτάς ποιος είμαι, είμαι το φώς-διακορευτής
Που μπαίνω μέσα σου πριόνι και σου λιανίζω τα κόκαλα
Μη με ρωτάς ποιος είμαι, είμαι το φώς- διακορευτής
Είμαι πέρα απ’ τ’ όνομά μου το ασανσέρ που πάει στα ύψη
Για τον Νότη Γέροντα:
http://notisgerontas.blogspot.com
http://www.biblionet.gr/author/81327/%CE%9D%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%93%CE%AD%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82
http://www.mykonostour.gr/mykonos_people/notis-gerontas.html
http://www.vakxikon.gr/content/view/1302/4678/lang,el/
http://www.vakxikon.gr/content/view/1017/4678/lang,el/











