Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 1390 ( ζουμερές ρόγες και παλιοπράγματα)

14729137_1056221991190535_680896145753658779_n

~
δρόμοι
αιδεσιμότατοι,
με το
νυφικό της νύκτας σου λέω,
λερωμένο
χωρίς
προσδοκίες,
μόνο θερμοφόρα της πίστης
για τον
καθένα,
γεμάτη από μέρες ενέχυρες,
και
γροθιές έρωτα
~
κατέβηκα
από τη πλαφονιέρα της φαντασίας,
ναι
σου λέω,
συμμετρική η θλίψη:
ξεβαμμένο
το εσώρουχο
και το βλέμμα αόρατο,
εθνικό
μουσείο Ελλήνων,
ευτυχώς υπάρχουν κάτι ταμπέλες που σε κάνουν
υπερήφανο:
wc προσφύγων
~
τέλος πάντων,
το κέρμα
της,
ο αυτόματος πωλητής
μου,
με πολλές ατμόσφαιρες η περιπλάνηση,
με αδύνατους
καρδιακούς παλμούς,
ταξινομεί
κατά
έρωτες
και μαζεύει χούφτες τους στίχους
για πέταμα
~

*Photo: alexmil

Κωστής Τριανταφύλλου, ν

1a

α.

πήρα μια βαθειά ανάσα
αέρα που έρχεται από μακριά
εκεί όπου βρυχώνται των ανέμων οι βράχοι νησί
είσοδος στις μικρές ομίχλες αγκαλιά να διαλύεται
με βαθειά εισπνοή
αέρα που φέρνει
νυκτερινή πλοήγηση σε σκηνές άναυδες
τον άλλο κόσμο των βράχων που συνομιλούν
με τον άνεμο να τους γδέρνει
αέρα που ξεροσταλιάζει στις ψημένες ξερολιθιές
όπου ριπές καταιγιστικές σε μια δίνη μηνυμάτων
φυσάει πάνω από την θάλασσα και ξεσηκώνει
μέγα βουητό τραγούδια αισθήσεων πλεγμένων
στο νησί πάνω στην άμμο της κλεψύδρας
αμμοθύελλα ονειροδαρμένη
ψυχές
περπατάω στον βυθό του γαλάζιου
τα βράχια ψιλή άμμος του ανέμου
περιήγηση εν πλω κραυγή στην ομίχλη
φεύγω στο βάθος με μια εισπνοή
χαμένος σε δίνη
μια κι έξω
νησί

β.

είσαι κι εσυ στο νησι
εκεί ο αέρας ηγείται εκμαιεύει τα βράχια
εγγράφει νέες σκέψεις φαράγγια δύναμης
όπου βγαίνουν ελεύθερες συνθέσεις
πλεξούδων λέξεων και συνειρμών μετάβαση
σε περίοδο περίσκεψης και τρέλας η περιπλάνηση
ξενάγηση σε άγνωστες λέξεις θεούς ακατάληπτους
όντας το μάγμα στερεοποιημένο σε μιαν ανάσα έμπυρη
γνώστη των άνισων διαδρομών
να φέρνουν την επόμενη σκηνή εκπνοής σε άπνοια

όταν διάλεξα νησί Μαρία την πήρε ο άνεμος και την σήκωσε ολόκληρος κόσμος λογοτεχνίας άνοιξε μπροστά μου να κλείνω τα βιβλία το ένα μετά το άλλο να μην με απορροφήσουν μέσα τους σελίδες σελίδες διείσδυση γεμάτες υπονοούμενα γεια σου Μαρία και διάλεξα το επόμενο όνομα όταν μου έδωσες τον χάρτη να τοποθετηθώ στο νησί σύννεφο άνεμο λέξη στη λέξη

γ.

είσαι κι εσύ νησί αέρας των βράχων
μόλις που αποβιβάστηκες στη γραφή
αλλόκοσμος βρυχηθμός παφλασμός έκρηξη
κυκλάδες όνειρα με διαπασών κοχύλια άγγιγμα μια παραλία
παλίρροια μυρωδιές αέρας ονείρων
υπόσχεση που σου δίνει το νησί
είναι πάντα ώρα για βουτιά
υπάρχει πάντα ένα νησί στον ορίζοντα
μέσα στον άγριο άνεμο ανασαίνω
αναγνωρίζοντας τις καταιγίδες
ελευθερία

δ.

αλλαγή πλεύσης πέτρα περίπτυξη
ατμοπλοϊκή ή διαδικτυακή σύνδεση
σπάνια συνομιλία
γι’ αυτό κάποια νησιά
φεύγανε σε άτακτους κυματισμούς
ενώ άλλα αλαφροΐσκιωτα χανόντουσαν
σε συνεχή αναμέτρηση με τις βουνοκορφές η ανάσα
μου πήρε τον αέρα μου
που αφήνει τα όνειρα χωρίς φακούς
να βρίσκουν τα δικά τους μονοπάτια
τις νυχτερινές ώρες περιδιαβάζοντας νησί
από νησί σε νησί σύννεφο που χάνεται στον αέρα

ε.

έτσι στο νησί
αλλά όπως πάλι είπες κι εσύ
ήμασταν μαζί κάπου οράματα οπωσδήποτε
πάντως ναι ιπτάμενες οφθαλμαπάτες για το ταξίδι
οπτασίες να υφέρπουν υπολογιστές ραντάρ διαδίκτυο
οθόνη αποβίβαση αοριστία υπερβολή εκπνοή
στη μέση του πουθενά ήμουν νησί λοιπόν
ανεμονησίδα πλοήγησης στην κορυφή του κόσμου
να σε παίρνει και να σε φέρνει δυνατός αέρας
στην κρυφή πλευρά πάνω στον άνεμο στη σιωπή

στ.

για όλα φταίει ο άνεμος
άσκησης επί χάρτου το νησί
παίρνω τις λέξεις μου και φεύγω
όπως και άλλες γνωστές αγράμματες λέξεις
πίσω στους δρόμους της αυτοκίνησης μανίας
με σκέψεις άλλων λέξεις
η εκπνοή δεν είναι πάντα τέλος διαδρομής
μπορεί όμως να γίνει το παιχνίδι

ζ.

έτσι είπες κι έγινες νησί
στη γραφή που εισπνέει εικόνες κι αισθήσεις άμετρες
που φέρνει στον ύπνο το νησί ολόκληρο αερικό
γεμάτο παρελθόν και μέλλον
οι νεκροί μου ζωντανοί αέρας πολύς
κι οι ζωντανοί στο όνειρο τραπέζι μαζί

το νησί είχε ακόμη και δένδρα
στο νησί έβρισκες αεροδιαδρόμους απογείωσης
ένα με το νησί σε ρυθμούς ερωτικούς
το νησί όπως κήπος κείμενο σύννεφο
ανεμοστρόβιλος

η.

ξαφνικά συθέμελα και κατά συρροή καταστροφή
σαρώνει το νησί που φέρνει
φλόγες που χορεύουν πανικό
να σου κόβεται η ανάσα στο κενό
ένα νησί σταχτί στην μέση του ονείρου νεκρό
νησί εφιάλτης στο γκρεμό

λένε πως φταίνε τα δέντρα
κι ο αέρας που φέρνει
μυστικές συνομιλίες της φύσης

καμένο ξημέρωμα στο νησί απνευστί και σταχτί

θ.

η εκπνοή
το νησί ξεσηκώνοντας
βόμβο βαθύ συμπαντικό
πνοή στο θρόισμα των λέξεων εκείνων
που μου φέρνουν
νησί στο νησί τον αέρα που εισπνέω λέξεις εκκίνησης
προπομπούς περιήγησης βαθειάς ανάσας

*”ν” Αθήνα, 2009

**Για τον Κωστή Τριανταφύλλου επισκεφθείτε
http://www.artopos.org/artists/costis
http://www.youtube.com/user/fromcostis
http://www.issuu.com/costi
http://www.costis.gr

inside

Σπύρος Μεϊμάρης, Διαδρομή

%ce%bf-%cf%8d%cf%80%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82

Πηγαίνω από το ένα στο άλλο.
Ολόγυρά μου φωνές πουλιών, θόρυβοι εωσφορικοί,
φόβοι εξωπραγματικοί, ιδιόρρυθμες στιγμές
που δεν κατορθώνω να δαμάσω.

Πέρα στα μεσημεριανά χωράφια ίσως υπάρχει
κάποια ελπίδα να αναθαρρέψει η καρδιά μου-
χωρίς ανθρώπινες φωνές, μονάχα η Φύση.
Πέρα εκεί κάτω που ονειρεύτηκα.

Ο Χρόνος είναι συνεργάτης μου
στη διαχείριση της Πραγματικότητας.
Οι άλλοι πεζοί δεν με αφουγκράζονται.
Ο φόβος που με καθορίζει γιγαντώνεται.

Στα μακρινά δρομάκια γεμάτα τριανταφυλλιές
οι κάργιες από πάνω, μικρό παιδί παρασυρμένο
από τη δύναμη της Ζωής υφαίνει το νήμα.

Τώρα στους αντίποδες, τα ίδια καμιόνια σκοτώνουν
τα όνειρα, η φυλή αυτή είναι καταδικασμένη,
ίσως κι εγώ μαζί της.

Τα βιβλία δεν προσθέτουν τίποτα, μια φορά κι έναν καιρό,
μια συνήθεια, μια προσκόλληση, ένα τρέμολο,
μια ανησυχία βαθιά μέσα στο Είναι-

Άδειασαν όλα κι έγιναν σαν αχιβάδες-
όλο το Παρελθόν ρουφήχτηκε, το σώμα στέγνωσε,
μια σειρά από λάθη οδυνηρά τερμάτισε τον Χρόνο.

Ξανά από την αρχή.
Όπως μεγαλώνουν τα νύχια & τα μαλλιά.
Και το κεφάλι πονεμένο διασχίζοντας
την Αγίου Μελετίου μεσημέρι καιρό με ιδρώτα.

Είχαν αφαιρεθεί όλες εκείνες οι εικόνες στον ύπνο,
ολόκληρες περίοδοι.
Και τότε άνοιξε μια δίοδος προς τον Θεό μέσα από πόνο,
μέσα από λάθη, από μετάνοια.

Φέρτε κοντά μου τα αντικείμενα
με τα χρώματα & τις μουσικές τους.
Ακούμπησε πάνω τους για λίγο και ησύχασε.
Τον είχε παρασύρει η Νύχτα του Novalis.

Μια παραφροσύνη τον είχε κυριεύσει.
Ήξερε, γνώριζε ότι δεν τον συμπαθούσαν,
γι’ αυτό ήθελε να εξαφανιστεί δια παντός.

Αποκαμωμένος ήθελε να πέσει να κοιμηθεί
αλλά μέσα του, στην καρδιά του που είχε ζωηρέψει,
ευαισθητοποιηθεί, γίνονταν διάφορες κινήσεις
που κανείς δεν καταλάβαινε.

Έπρεπε να γείρει πάνω από το Παρελθόν,
από αυτό το αρτεσιανό ρεύμα.
Έτσι πλούσιο όπως ήταν πολύ του ταίριαζε.

Ο θόρυβος ιερός από ανθρώπινες δραστηριότητες
ανέβαινε σιγά-σιγά στο κεφάλι του,
τον διέλυε σιγά-σιγά, τον έφτιαχνε
κάπως διαφορετικό μέσα στην Έρημο.

Κοντά του, σιμά του, ήταν το ροζ χέρι
που κρατώντας το στυλό έγραφε, σημείωνε.
Είχαν όλα περάσει ανεπιστρεπτί.

Τι κρίμα!
Πώς γέμιζε άραγε ο Χρόνος;
Πιο μέσα το κρεβάτι όπου κοιμόταν.

Και δεν μπορείς να συνέλθεις με τίποτα
βλέποντας τους άλλους τόσο πολύ.

Αυτό που βλέπω είναι ο πληγωμένος εαυτός,
ο κίνδυνος διάλυσης του εαυτού
ή ο διαλυμένος ήδη εαυτός.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Από τους “Δώδεκα”

535442_3298885743411_1005924418_33163904_567182548_n

Τσαμαδού. Στέκι μεταναστών. Πέτρος σκοτάδι ασάλευτο στέκεται ώμους στο παράθυρο. Δεν βιάζεται σιωπή. Δεν σκέπτεται τη νύκτα άνθρωπος. Κάποτε μόνο τον ακολουθεί στήθος ανάσα κόψη το σκότος του ομοαίματου.

Μαίνεται Ακούς; Με δοκιμάζει.
Πλάσμα ή τι; –αν δεις– πάντα
κάτι λοφίο ψηλότερο από φράκτη.
Ξέρω: σύρει κραυγή ως να χαράξει
καύκαλο ο κήπος κι’ έντομα
στις κόγχες του θανάτου.
Μα δεν σπαράσσει Δεν πληροί
καν την κάτεργη ροπή του πνεύματος:
κείνο το δούλο φως
που καταυγάζει τρέλα σίδερο
μόλις τυφλώσει πλήθος τα μάτια ερπετό
στην πέτρα η εξουσία.

Παρανοώ Κύριέ μου; Κι όμως:
δουλεύω σκοτεινά
τρεις λόγους άρνηση
τον οίκτο Φθονώ το κίνημα
που νέμονται τα χέρια Του
καταπώς δεξιώνεται την Πόρνη
τον Τελώνη τον Ληστή.
Στοχάσου: αν απελπίζεται αίμα
τη δορά του αγριμιού ως την εκούσια θυσία;
– πιο φρικτά: αν γέρνει αγκάθι βλέφαρα
μέσα στον ύστερο πατέρα;
Ποιος υπομένει πως το κτήνος δοκιμάζει νύχια
σε ένα σχήμα ανθρώπινης διανοίας;

Σπλαχνίσου Κύριε: γκρεμίζεται
στέγη ο ουρανός επάνω μας
και πρέπει Εγώ να τον στεριώσω.

*”Οι Δώδεκα”, εκδόσεις Αιγαίον/Κουκκίδα, Λευκωσία 2011.

Γεωργία Τρούλη, Στο γόνατο

%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%821

Όταν κρεμάσανε στους τοίχους αυταπάτες
Περπάτησαν χέρι χέρι μέχρι το τέλος της φρίκης
Η μοναξιά διαδρομή
Δεν χαρίζει κάστανα
Μόνο σχήματα λέξεις και εγώ
Από εκεί ξεκινώ γεμισμένος Παρίσι
Και ανάμνηση
Γεμάτος γυναίκα παιδί κατοικίδιο
Άδειος από χολή και συστροφή των εντέρων
Άδειος από μάταιο
Δεν κάνω τραμπάλα ούτε σε ήλιο
Μήτε σε φεγγάρι
Μόνο σώμα- αυτό αρκεί
Ένα χάρτινο προσκέφαλο τρυπάει εικόνες στο κρανίο μου
Από την μια άκρη ως την άλλη
Σήμερα όμως χάιδεψα δυο πορτοκάλια στον κήπο
Έδωσα στην γάτα ένα ψαροκόκκαλο υπομονή
Και μια εξαίσια μουσική από τα παράθυρα που ανοίγουν καταμεσήμερο
Κάθε απόγευμα κάνω σπουδή στο κατακάθι του καφέ μου
Ξεφυτρώνει μια έλλειψη με το χθεσινό λουλούδι που φύτεψα
Περνάω σε μεγαλύτερο σχήμα
Σε λιγότερο χρώμα
Στηρίζομαι στο ένα γόνατο
Το άλλο το σφάζω κάθε νύχτα μαζί με τα πουλερικά
Τα φτερά γεμίζουν δωμάτιο – λες
Τίποτα δεν υποχωρεί
Δημιουργείται ξανά

*Το ποίημα “Στο γόνατο” γράφτηκε σε συνομιλία με έργο του Γιώργου Σκυλογιάννη, εικαστικού και καθηγητή της Σχολής Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης, με τον οποίο η ποιήτρια έκανε μια παρουσίαση. Τα τρία έργα οι εικόνες των οποίων αναρτώνται εδώ είναι του Γιώργου Σκυλογιάννη.

%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%82-2

%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b7%cf%823

Αλέξης Τραϊανός, Κλείνουν οι δρόμοι ένας-ένας

siragga

Υιοθετήσαμε τις απεγνωσμένες
Χειρονομίες των πουλιών
Το ζεστό γλίστρημα των ψαριών

Κι όλ’ αυτά για να μην πεθάνουμε
Τώρα που ο θάνατος
Έγινε μια υπόθεση τόσο εύκολη
Και λογική τόσο…

Ο χώρος όπου και να κοιτάξεις σου επιστρέφει τον πόνο του
Ζω κλεισμένος σ’ ένα φιλί
Κανείς δεν είναι μέσα στο ρίγος της νύχτας
Τα κοιμισμένα όνειρα στις παλάμες μου
Γνώρισαν το σφυγμό ενός ήλιου που μάτωνε
Άλικες πέτρες και σύννεφα
Κι οι βουνοσειρές άλικες
Πώς να ‘ναι ωραίες δίχως εσένα
Δίχως τα μάτια σου να ‘ναι επάνω τους

Είναι μια μακρινή γιορτή χειλιών
Που τα έβαψε όλα

Άλικα βήματα κι η ζωή ξεγυμνώνοντας τη ζωή σου
Που άρχιζε και τέλειωνε
Μέσα στο κάθε πράγμα
Μέσα στο κάθε σήμερα
Μέσα στο κάθε που έζησα

Έτσι έζησα έτσι ζω έτσι θα ζήσω
Χνούδι από άνεμο
Ίσκιωμα φύλλου
Δάκρυ νερού
Άνθρωπος τελειώνοντας μέσα σου
Χνούδι ίσκιωμα δάκρυ

*Αναδημοσίευση από το http://eisvathos.blogspot.com.au/2016/10/blog-post_49.html

Γιώργος Αναγνώστου, Ποιήματα

ga025

Διασποράς Νοήματα

Τόνους αέρα εκτοπίζει
η απογείωση
-αγάπη
βαρύ το κενό
-φιλία
έκκεντρης πλέον γλώσσας.

Σύμφωνα με νόμους
βαρύτητας απομακρύνουν το El.
Βενιζέλος, σύννεφα μεταφοράς αραιώνουν μιλιά ανά
defteroleπtο.

Air vacuum
αναφωνήματα ααα όι ωχ! συνωστισμός
φωτάκια στις 5Η, 7Ν,
12Ε, 8 S-όσο μπορώ
να διακρίνω-φωτίζουν γαλόνια
διεσπαρμένου αλφαβήτου στροφές
στροβίλων άπληστα
γέρνουν γλώσσα.

-Αγάπη ακούς;

Φιλιά
χθεσινής νύχτας δαγκώστε
διασποράς συναρμολόγηση:

«Soi ΝΕα Ηχώ, α!α» cou p-
εράσματα
σύνορα διασχίζεις
συνόνειρα φορειν
for reign
αντίβαρα κανονικότητας
-πρόσφερε
Αγάπη μου βροχή
Προφορές!

***

Της Διγλωσσίας. Της Γλώσσας.

1.
Ένα ακόμα μπερδεμένο παιδί της
Διασποράς… Φορτώθηκε έτσι το
μεγάλο μπελά (για ένα συγγραφέα)
της διγλωσσίας. . .
-Καίη Τσιτσέλη (αυτοβιογραφούμενη)

Διγλωσσία,
άντε τώρα τα τρυγίσεις
τα… ορυχεία σου

2. «πως πέρασα τρελή στην ξενιτιά»
-Β. Τσιτσάνης

Ξενιτιά: τρέλα alert

3.
στου λεξικού τον οίκο
βρήκα μέθη βρήκα οίνο
βρήκα κι ένα γιώτα
που αν το είχα φανταστεί
μ’ ένα όμικρον και πρόσθετα το χι
θα μαρσάριζα με γιόταχι
πρόζα και ποιητική
υπογεγραμμένες χιαστή!

***

Periphery All my Life (Περιφέρεια μια Ζωή) (A)

1. Βιομηχανία Πλυντηρίων «Η Στέρνα»

επαρχιώτης στην Ομόνοια μες το ψιλόβροχο…
-Διονύσης Σαββόπουλος

Ένα σακάκι (το καλό)
απ’ το παζάρι του χωριού
φόρεσε πόλης καγχασμό.
Κι ένα παντελόνι (ακριβοπληρωμένο)
από το «Νεωτερισμών» της πόλης
πρόβαρε πρωτεύουσας χλεύη.
Εσώρουχα μούσκεμα (μι/νεύρα)
φόδρα από κουστούμι
το σώμα στραγγίζει μετανάστη ανέλιξη.
Καρύδι κολάρου
-σύριζα στην τσάκιση ακριβώς-
ξεροκαταπίνει βίωμα ιθαγένειας.
(κοινωνιολογική μπουγάδα
ζητώ, έλλα δα,
σε κιτρινίλες η διαφορά
-μα εσύ φουστανέλες λευκαίνεις
κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις
τσάμικο κοινότητας τσαμπουνάς.)

*Από την άρτι αφιχθείσα (σε μένα) συλλογή «Γλώσσες Χ Επαφής Επιστολές εξ Αμερικής», εκδόσεις Ενδυμίων, Αθήνα 2016.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Υβρίδιο

μαζέψανε το υβρίδιο
και χαρήκαν
στην αρχή το ποτίσανε καλά
μετά ξεχάσανε ότι ήταν μέσα
στη μεγάλη λεκάνη
το πετάξανε μαζί με τα νερά

υβρίδιο
δεν έσκασες ποτέ
ποτέ δεν πέταξες ουρά

το υβρίδιο δεν μούλιασε ποτέ σωστά

Τζίμης Ευθυμίου, Αναπαρθενευτής

b210802

Θα είμαι σαν λευκή σκιά
βελούδινη ηλεκτροπληξία
αν θες
σιδερένιος άνεμος

μουσική από καλάμια

θα γίνω
αν θες
μήνυμα σε μπουκάλι

άμμος στο σώμα

βράχος στον ουρανό

μπορώ

να πέσω

και τ’ αστέρια να κάνουνε ευχή

αν θες

με το σίγμα να σφυρίζει

σαν κύμα

άμα δεν μου στερείς το όνειρο

και τότε όλα τα χιλιόμετρα

που φεύγουν από σένα

πάλι σε σένα

να οδηγούν . . . κλπ. κλπ.

*Από τη συλλογή “Τί εννοεί ο ποιητής”, εκδ. Φαρφουλάς.

“Χυμένο κόκκινο” του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου

unknown

Λες κι αυτό το χώμα δεν μπορεί
χωρίς ιδρώτα, πόνο κι αίμα
Οδός αφανισμού ονείρων [1]

Θα ξεκινήσω από το τέλος γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος να χάνουμε όλοι τον χρόνο μας: πρόκειται για μια εξαιρετική συλλογή. Από αυτές που θα ήθελα να συναντώ πιο συχνά, και μου θυμίζουν τι ακριβώς είναι αυτό που λέμε μια εύστοχη ποίηση. Στα 29 ποιήματα του Χυμένου κόκκινου, ο Γιάννης Αλεξανδρόπουλος κάνει μια επιτυχημένη προσπάθεια όχι περιγραφής, αλλά απόδοσης αυτής της πραγματικότητας που ταλανίζει όλους μας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο: υπερ-επίκαιρη θεματολογία λοιπόν, τωρινές λέξεις, χτεσινές, σημερινές κι αυριανές εικόνες, σε ένα κοκτέιλ με βασικό συστατικό τον άνθρωπο.
Αν θέλει κανείς να επικεντρωθεί περισσότερο στα τεχνικά στοιχεία, θα έλεγε ότι ο ενεστώτας της αμεσότητας και της διαρκούς πρόκλησης είναι ένα βασικό σημείο σε όλη την συλλογή, όπως επίσης και το κοινωνικοποιημένο «εμείς» σε αντιδιαστολή με το «εγώ» της ατομικότητας. Το «εσύ» του Άλλου, του έρωτα, εμφανίζεται στην πορεία της συλλογής και όχι από την αρχή, σε ένα σημείο όπου συντελείται μια εμφανής στροφή προς μια καταλυτική ανθρωποκεντρικότητα.
Ξεκάθαρη γλώσσα, κατανοητή σύνταξη, λογική και ειρμός, χειρουργική ακρίβεια στις λέξεις και τα συναισθήματα, αυτά είναι τα εκ πρώτης όψεως χαρακτηριστικά του συνόλου των ποιημάτων. Είναι μια συλλογή με συνοχή θεματική, δομική και στιλιστική, και δείχνει μια γραφή γεμάτη συναίσθημα και συγκίνηση αλλά απαλλαγμένη ταυτόχρονα από κάθε φιοριτούρα.
Ξεκίνησα με αυτούς τους στίχους επειδή είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας γραφής που πάει κατευθείαν στο στόχο, χωρίς απαραίτητα να περνάει από τη μανιέρα της «φωτογραφημένης» επικαιρότητας. Αντίθετα, ο ποιητής μπαίνει σε ένα παιχνίδι με την Ιστορία, με τις τότε έννοιες των λέξεων και τις τότε πραγματικότητες, σε μια προσπάθεια να εντάξει κάπου αυτά που συμβαίνουν μπροστά στα μάτια του, να τους δώσει ένα πλαίσιο που να τα ξεπερνάει ώστε να τα εξετάσει σε πιο ρεαλιστικές διαστάσεις.
Συνολικά οι στίχοι του Αλεξανδρόπουλου κινούνται στα νερά της πολιτικοποιημένης ποίησης, μπορεί και της στρατευμένης ακόμα, χωρίς όμως να «πνίγονται», πετυχαίνοντας να διατηρήσουν αλώβητη την συναισθηματικότητα του εύθραυστου ανθρώπινου στοιχείου.

Μια χώρα-καράβι που απομακρύνεται
ψάχνει την τύχη της σ’ άλλο γιαλό
Με μια ιδέα τυλιγμένη η γύμνια της
σπρώχνεται στο βάθος του ορίζοντα
Η πατρίδα μας
Μια χιλιοειπωμένη ιστορία ματωμένης κολώνας [2]

Από αυτό το σημείο και μετά αρχίζει να εδραιώνεται η ουμανιστική χροιά του ανθρώπινου στοιχείου στο Χυμένο κόκκινο: ο άνθρωπος εμφανίζεται ως αυτή η σταθερή αξία που κινείται εκτός χρηματοοικονομικών ορίων, όπως για παράδειγμα εδώ:

Εμείς, οι μικροί τυφώνες της ζωής
Τα χαλίκια των δευτερολέπτων σπάμε [3]

Παράλληλα με ένα παιχνίδι με τις αισθήσεις, την όραση και την αφή, χτίζεται σταδιακά η εικόνα του ανθρώπου σε αντιδιαστολή με την πραγματικότητα που τον ξεπερνάει. Το άτομο, με υπερτονισμένη την ουμανιστική του διάσταση, σκιαγραφείται αντιμέτωπο με ένα κατεστημένο που σαν να διογκώθηκε και να ξεπέρασε τα όριά του για να καταλήξει μοναδικός ρυθμιστής των πάντων. Ο δε έρωτας, ηχηρά απών στην αρχή, εμφανίζεται και εδραιώνεται στην συνέχεια σαν το θεμελιώδες στοιχείο που είναι: άγριος, αψύς και τελειωμένος.

Αναρωτιέμαι πώς να στο πω;
Ν’ ανέβω στην καρέκλα να στο φωνάξω
Αναρωτιέμαι πώς να στο πω
όταν η κλεψύδρα του χρόνου μετράει στιγμές μακριά σου
όταν ο θυμός χαστουκίζει τις μνήμες μας
Αναρωτιέμαι πώς να στο πω
όταν γρατζουνώ την όρασή μου
και σε θολό κάτοπτρο σε ψάχνω
Αναρωτιέμαι πώς να στο πω
όταν η σκέψη μου σκαλί-σκαλί ιδροκοπά για να σε συναντήσει
Αναρωτιέμαι…
Ίσως σαν τον παλιό, καλό, τον πρώτο μας καιρό
Σ’ ένα χαρτί λευκό
στίγμα το στίγμα
κουκίδα την κουκίδα
ν’ αφήσω τη λέξη μου αυτή
Μαρία σ’ αγαπώ [4]

Ο ποιητής τον παγιώνει στον χρόνο. Τον ακινητοποιεί, σχεδόν τον ταριχεύει, για να μπορεί να τον επισκέπτεται και να τον πενθεί. Αναφέρω το συγκεκριμένο ποίημα γιατί αισθάνομαι ότι αντλεί την δύναμή του από την απεικόνιση σε λέξεις αυτού που λέμε «ουρλιάζω σε κενό αέρος», έναν από τους πιο συνήθεις εφιάλτες. Τον εφιάλτη του να μην μπορεί κανείς να επικοινωνήσει τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις ανάγκες στον Άλλον, να του έχει τελειώσει ο χρόνος.
Η ποίηση του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου στο Χυμένο κόκκινο είναι το αποτύπωμα της προσπάθειας για επιβίωση, για εκείνη την συνάντηση με τον Άλλο που θα ξαναδώσει τις ευκαιρίες και θα επανενώσει τα σπασμένα κομμάτια της ζωής που είδε τις ισορροπίες της να διαλύονται στη δίνη της κρίσης. Είναι η ποίηση της «μη-παράδοσης», αλλά και της αναζήτησης της καινούριας ταυτότητας που θα εξασφαλίσει την συνέχεια, οι στίχοι του σκιαγραφούν την προσπάθεια να κοιτάξει και να κοιταχτεί τελικά ευθέως.

Κρις Λιβανίου

[1] στ. 3-5, σελ.11
[2] σελ. 16
[3] στ. 3-4, σελ. 19
[4] σελ. 21

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2016/10/blog-post_19.html