Rain falls on the tin roof
I sit in the cold with a cigarett
Your voice calls as if from the green mountains
Your guitar plays
plucking notes from your homeland
though it is the heat of Manus Island that caresses your skin.
You sing my love
You sing your freedom
Your longing
A gift for me
I am alone listening
to your song
trilling against the wash of the Pacific Ocean.
Your guitar strums the triumph of a freedom yet to come
Your voice sings as a bird rising from the earth
I can do nothing but blaze in the beauty of this
In the beauty of your unlikely music.
Your song
plucked from a cage
bursts over the oceans
arriving like rain on a tin roof.
Ακούγοντας
Βροχή πέφτει στην τσίγκινη στέγη
Κάθομαι στο κρύο μ’ ένα τσιγάρο
Η φωνή σου με καλεί σαν νά ‘ρχεται απ’ τα καταπράσινα βουνά
Η κιθάρα σου παίζει
μαζεύοντας νότες από την πατρίδα σου
αν και είναι η ζέστη του νησιού Manus (1) που σου χαϊδεύει το δέρμα
Τραγουδάς την αγάπη μου
Τραγουδάς την ελευθερία σου
Τη λαχτάρα σου
Ένα δώρο για μένα
Είμαι μόνη ακούγοντας
το τραγούδι σου
Τρεμουλιάζοντας ενάντια στο ξέπλυμα του Ειρηνικού Ωκεανού.
Η κιθάρα σου γρατζουνίζει τον θρίαμβο της ελευθερίας που ακόμα να έρθει
Η φωνή σου τραγουδά σαν ένα πουλί που απογειώνεται από τη γη
Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, παρά να φλέγομαι σ’ αυτή την ομορφιά
Στην ομορφιά της απίθανης μουσικής σου.
Το τραγούδι σου
βγαλμένο από ένα κλουβί
εκρήγνυται πάνω από τους ωκεανούς
φτάνοντας σαν βροχή σε μια τσίγκινη στέγη.
#Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
1.Manus Island. Nησί στη βόρεια Παπούα Νέα Γουινέα. Μέρος του νησιού χρησιμοποιείται από την Αυστραλία ως τόπος κράτησης “παράνομων” μεταναστών και προσφύγων.
*Η Janet Galbraith είναι ποιήτρια, καλλιτέχνης, συγγραφέας και ακτιβίστρια των δικαιωμάτων των προσφύγων, που ζει στην περιοχή Jaara (το ιθαγενές όνομα) της κεντρικής Βικτώριας, στην Αυστραλία. Είναι ιδρύτρια και συντονίστρια του Writing Through Fences (που ασχολείται και φέρνει στη δημοσιότητα γραπτά προσφύγων και μεταναστών που βρίσκονται υπό κράτηση σε νησιά του Ειρηνικού περιμένοντας να εκδικαστεί η αίτηση ασύλου τους από την Αυστραλία). Η ποιητική της συλλογή “re-membering”, κυκλοφόρησε από το Walleah Press το 2013. Δουλειά της έχει δημοσιευτεί σε ανθολογίες και περιοδικά ενώ η ίδια έχει παρουσιάσει ποιήματά της σε φεστιβάλ και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Στο Κόσκινο έχουμε δημοσιεύσει και στο παρελθόν ποιηματά της στα αγγλικά και στα ελληνικά.
Αύριο θα χουμε τυλίξει κορμούς δέντρων
Με χαρτοσακούλες
Θα χουμε σχεδιάσει ζωή από τον καιρό εκείνο
Που άνθρωπος κανένας δεν τόλμησε
Σχήμα
Μορφή
Περιεχόμενο
Θα χουμε στραγγίξει παραίσθηση
Και οφθαλμό
Θα χουμε αφήσει υπόνοιες για δυνατότητα
Αύριο θα χουμε τυλίξει με λέξεις
Τα κλαδιά των δέντρων
Θα τις συλλαβίζουν κοτσύφια
Θα χουμε τρομάξει τους φόβους μας
Θα χουμε αφήσει αναπνοή να ρέει ανάμεσα
Ήχους θα χουμε πετάξει μέσα στις κουφάλες
Τίποτα δεν θα μας έλκει παρά μόνο
Εκείνη η ομορφιά
Η ελάχιστη
Η σιωπή
Η καταιγίδα
Ό,τι θα χει συμβεί σε χαρτόνι
Κι αυτό θα χει τυλίξει
Όλα τα δέντρα όλα τα χρόνια
Κι ας λένε κάποιοι
Πως από τη ρίζα κόβεται
Η συνήθεια
Για ανάγκη
Για καταστροφή
Για δημιουργία
——————————————————————————————————————————
Μαύρα αναλφάβητα ερπετά
εγκαταλείπουν τις τρύπες τους
έξι μέρες την εβδομάδα
— γιατί την έβδομη αναπαύονται —
Κυκλοφορούν στα στενά πεζοδρόμια
μπαίνουν και βγαίνουν στους υπόνομους
στα καταστήματα
στις δημόσιες τουαλέτες
συναλλάσσονται
παραληρούν
τρομοκρατούν
ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα
καθορίζοντας
και τη δική μου ζωή.
***
Η ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΗ ΣΦΑΙΡΑ
Ονειρεύομαι το θάνατό μου.
Θα ’ναι απόγευμα,
μια μέρα του γλυκού Σεπτέμβρη,
όταν οι λιγοστοί συγγενείς
και φίλοι ασφαλώς,
θα θρηνούν
την απότομη διακοπή
μιας τεθλασμένης πορείας.
Στο μεταξύ
παλεύω με σκιές
εξαντλούμαι
παλινδρομώ
περιπλανώμαι
σε μια διαδρομή
που όλο και πιο συχνά
αναγνωρίζω τα όριά της.
***
ΠΡΟΣΟΧΗ!
Δεν πρέπει
να μας βαραίνει
κανένας
σεβασμός,
καμιά
εμπιστοσύνη,
καμία
προσδοκία.
Το μέλλον,
ένα σχήμα λόγου.
Το παρελθόν,
άλλος ένας σκελετός
στο νεκροταφείο
αυτοκινήτων.
Προσοχή!
μόνο
αυτή
η
στιγμή
υπάρχει!
***
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΥΧΕΣ ΜΟΥ
Θέλω να μιλήσω
για τη δύναμη
της αισιοδοξίας.
Για τις ώριμες του μέλλοντος
ημέρες
— όταν οι ανάξιοι καιροί μας
μόνο βιαστικά θα μνημονεύονται
απ’ τους σχολαστικούς —
για λίμνες με νούφαρα
και βάτραχους-ρήτορες
για δένδρα ερωτευμένα
με ρίζες γερές.
Θέλω να μιλήσω.
Θέλω.
***
ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ
Δεν υπάρχει συνάφεια
ανάμεσα
σ’ αυτούς που συγκεντρώνουν
ένσημα σπαραγμού
και σ’ αυτούς
που δεν ξέρουν
τι σημαίνει αυτό.
***
ΠΑΤΡΙΝΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ
Περασμένα μεσάνυχτα
ανυποψίαστα γέλια στην πόρτα
μεθυσμένα βήματα
σφυρίζοντας ένα σκοπό ανάλαφρο
μετά τη λαμπρή γιορτή
τελευταία αγωνία
— αν το περίπτερο διανυκτερεύει —
με βήματα αργά
πολύ αργά
ο σκύλος
δεν με χάνει
απ’ τα μάτια του,
ακίνητος
σκύλος,
έλα δω
σκυλάκι…
ωστόσο
από μακριά
ήχοι παράξενοι
— ουρλιαχτά —
στο φωτισμένο φαρμακείο μέσα
παιδιά βαμμένα κόκκινα
μιλάνε με ψιθύρους
κάποιος στρέφεται
ζητάει τσιγάρο
«Νίκος Τεμπονέρας»
μου συστήνεται.
Το διάβα βαρύ στο αέρινο τοπίο
ο βοριάς βυσσοδομεί φτερωτός δράκος
τα κύμματα έρχονται ψυχές στο πέλαγος,
γοργόνες μπλε και ασημί
συνοδεύουν τα μοναχικά σκαριά
ερωτοτροπουν με τους ταξιδιώτες
χελιδονόψαρα στα ίσαλα παιχνιδίζουν.
Ταξιδεύουμε ανάμεσα σε δυο καθρέφτες
της θάλασσας και τ’ ουρανού.
***
Αναχώρηση
Καταχνιά τούτο το πρωινό του Γενάρη.
Δυο γάτες αντίκρυ
νιαουρίζουν ερωτικά.
Η καμπάνα θλιμμένη.
Κάποιος έφυγε
το χωριό φτωχαίνει.
Τα τζάμια δακρύζουν.
Μετέωρος στοχάζομαι το όλον.
***
Χρόνος
Προσπερνώ κίτρινες φυλλωσιές
βρίσκομαι μακριά σε πράσινο δέντρο.
Οι στάλες της βροχής στο πρόσωπό μου.
Ο χρόνος στο σώμα μου.
Στέκομαι και λογίζομαι
τι είναι τούτη η θωριά
που αφήνεται στου καιρού τα γυρίσματα;
***
Πέταγμα
Φανοί στου διαβάτη την πορεία
τα πουλιά ζωγραφίζουν ουράνιους τόπους.
Σπίτι μου οι φωλιές των πουλιών
ονειρεύομαι το πέταγμα.
Σκέπη μου τα φύλλα των δέντρων
ανασταίνομαι στο θρόισμα.
Πάντα επιρρεπής σε φτερωτές απόπειρες.
***
Αϋπνία
Στου αγέρα τη βορά
δωμάτιο.
Βάζω το μπρίκι στο καμινέτο
τσιγάρο.
Περιμένω να ξημερώσει.
Τι θα φέρει η μέρα;
*Από τη συλλογή “Μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.
**Στο βίντεο ο Αντώνης Στασινόπουλος διαβάζει ποιήματά του στην Πάτρα
Άξιος φώναζε ο κόσμος
Από τη μια μεριά
Ανάξιος φωνάζανε οι άλλοι
Ο θεός με τη σιωπή του
Έλειπε παντελώς.
ΧΡΩΜΑ ΣΟΒΑΡΟ
Και βέβαια προσέξατε
Πως τα δημόσια αμάξια
Τά ‘χουν βαμμένα μαύρα
Μόνο που οι νεκροφόρες
Έχουν λαμπάκια παραπάνω
Και το φορτίο πάντα σοβαρό
Ολόφτυστο το ίδιο
Οι μεν καθισμένοι
Οι δε ξαπλωμένοι.
ΞΕΡΟΥΝ ΑΥΤΟΙ
Ξέρουν αυτοί
τι κάνουν
Όταν τα μάτια
Της Δικαιοσύνης
Δένουν
Με μαύρο μαντήλι
Είναι
Γιά να μη τους βλέπει
Όταν μοιράζουν
Το δίκιο.
ΕΜΕΙΣ
Πήρε λοιπόν τη λάσπη ο θεός
Και έπλασε τον άνθρωπο
Πήρε κι ο άνθρωπος τη λάσπη
Κι έχτισε το σπίτι του θεού
Οι παπάδες όμως που ήρθαν
Έκαναν τόσο πολλή λάσπη
Που το περίσευμα το ρίξαν
Στα μούτρα του Θεού
Και μεις αντί να του πλένουμε
Τα μάτια, πλένουμε τα χέρια μας.
Η ΓΛΥΚΑ ΤΗΣ ΑΛΜΥΡΑΣ
Η ευτυχία του Παράδεισου
Ήταν δοτή γι αυτό και ήταν άνοστη
Μόνο όταν απλώσαμε τα χέρια μας
Γλυκαίναν οι καρποί πραγματικά
Μες στην αλμύρα του ιδρώτα μας.
ΜΟΝΟ
Πωλούνται
Οικόπεδα θαυμάσια
Με φως νερό τηλέφωνο
Ευκολίες πληρωμής
Θαυμάσια θέα
Προς όλες τις πλευρές
μόνο που η μία βλέπει
Πάντα στο Νεκροταφείο.
ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
Πορνεία κατανάλωση προμήθεια
Ξεπούλημα παζάρεμα χαμόγελο
Μέση σκυφτή λαίμαργο μάτι
Χειραψίες βελούδινες νύχι γαμψό
Βγαλμένα όλα στο σφυρί
Παράδοση αιώνων
Και κόκκαλα προγόνων.
ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΕΙΣΤΕ
Η Ελλάδα μας χορεύει
Τσιφτετέλι πάνω στο τραπέζι
Και οι ξένοι μας ολόγυρα κοιτούν
Τα πιάτα πέφτουνε βροχή
Στου Φιλοπάππου εθνικοί χοροί
Με βήματα στο πρόγραμμα βαλμένα
Ήχος και φως
Κόκκινη η Ακρόπολη από ντροπή
Πορνεύουν στα Προπύλαια
Οι Καρυάτιδες πάνω στις κάρτες
Έχουμε και κέρματα παλιά
Βασιλικά κεφάλια
Δεκάρες τρύπιες
Χειροκροτείστε
Greece is Music
Διώξτε το γέρο απ’ το κέτρο
Η γκάιντα του είναι αντιτουριστική
Σουβλάκι Μουσακά Μουσείο
GOOD – BYE AUFWIEDERSEHEN AU REVOIR
Σας ευχαριστούμε
Σας περιμένουμε ξανά
Έχουμε καιρό για το ξεπούλημα
Χειροκροτείστε.
Της αποκριάς η προσωπίδα
φώναξε μεστωμένη στο σάλιο
του προηγούμενου φιλιού
τα μάτια ανοιχτά το νερό
τρέχει τον κατήφορο
πρωταθλήτρια των στίβων
η ασώματη φορεσιά.
ΗΣΥΧΙΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ
Άνεμος ήρθε αφήνοντας
ιαχή από μύθο βόρειο κοντά
στο σβέρκο ν’ ακούει τον
παφλασμό του σώματος σαν
έφτανε δεν έφτανε η
ταλάντωση μεταξύ ενός μεταξένιου
μανδύα και μίας χρυσής πόρπης.
ΑΝΑΠΑΥΛΑ
Έναν ύπνο χτρωστώ να κοιμηθώ
για να ‘ναι η αύριο καλή
μέρα όμως τ’ άνοιγμα του
ματιού διαρκεί περισσότερο
όπως το βλέφαρο
ξεκολλάει την τσίμπλα ο νεκρός
φιλιέται με την ξεκούρασή μου.
ΑΥΛΗ
Το κόκκινο κέντημα στην μπλούζα
κοίταξα είδα τον ίμερο
τα ρόδια ώριμα έβαφαν πάνω σε κόκαλο
αναρριχώμενο κάθε στάλα
ύστερα από πότισμα απορρυπαντικού
τα κιούπια έχυναν μάλλον νερό
ή στη ράχη έσκουζε κάτι.
Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΒΡΟΜΟ ΣΤΑΧΤΙΖΕΙ
Μουνί με
νίκησες
μες στο πορτοκάλι
κρατώντας την
τρίχα στα
χείλη την ήττα
έχω.
ΚΕΦΑΛΙ
Χρόνια
μάζευα το φλέμα
κι ήταν
το στόμα υγρό
τώρα
που φτύνω
αφυδατώνομαι.
*Από τη συλλογή “Καρίνα (ποιήματα 1993-1997)”, Εκδόσεις Φαρφουλάς (στη σειρά Λοξή Γραφή Νο 10), 2012.
Ενάμισι x ενάμισι
με το πνεύμα να οργιάζει.
Η πρώτη υδρόγειος του Νέου Κόσμου
ήταν χαραγμένη σε αυγό στρουθοκαμήλου.
Το μηδέν είναι ό,τι περισσότερο μπορεί
να υπάρξει μέσα κάποιου το κεφάλι.
Σχάση.
Ο μονόλογος κάποιας περαστικής σκιάς απέναντι
στο δυσανάλογο τετράγωνο του Saint-Médard.
Η πνευματική δυνατότητα με αναγκάζει
να θαυμάζω τον σωματικό πόνο.
Την αθλιότητα.
Πως είμαστε ανακατεμένοι
σε κάποιας απροσδιοριστίας την τράπουλα.
[Φαντάζομαι πως θα επιβιώσω ταυτισμένος]
Πολύ πρόσφατα εξέθεσα τα προβλήματα της
εμπειρίας όπως επιτακτικά οι μπακατέλες
υποθέτουν μακρηγορώντας ότι μας βρίσκουν
μοιρολάτρες όταν άλλοτε μας έβρισκαν προσαρμοστικούς
σ’ όσα μας αφορούσαν.
Φαντάζομαι πως θα επιβιώσω ο μαγκούφης
ταυτισμένος με το ημιτελές
που επανεξετάζω στα καλά
του καθουμένου.
[Στο σταντ του La Manne στο 90 της Claude Bernard]
Αυτό είναι αρχείο μέχρι να πάψει να είναι.
Πάρλες.
Λίγο κρύο από τους αγκώνες και κάτω.
Όταν κάθε αποτυχία θα κερνάει βασισμένη
στα στατιστικά που θα την φέρνουν πρώτη
στην εκτίμηση των πολιτών,
θα αποτελεί δύναμη.
Μας περικλείουν τα αναρριχητικά των ενημερώσεων·
η έγνοια μου μια κόρα
βουτηγμένη στου ήλιου τη σιωπηρή λάμψη.
Ο αέρας παίρνει μια κάρτα με την εικόνα
ενός λιμανιού με φορτωμένα μουλάρια.
Το χρονικό διάστημα που στρέφεται προς το μέρος μου
βρίσκεται αντιμέτωπο με τα ελαττώματά του.
Δυο τρεις στόμφοι.
Η κατευθυνόμενη αφθαρσία βρυχάται για Πλειάδες.
Η σημασία ως ατυχής έννοια
είναι αποκλειστικά
ανθρώπινη.
Έτσι και το βουνό έχει μνήμη.
Γνωρίζει από βροχές και σεισμούς.
Τα πλακάκια που περπατώ κάθε βράδυ και τα αριθμώ έχουν μνήμη
γνωρίζουν το ασταθές από το σταθερό μου περπάτημα
Μνήμη έχουν όλα
το χθεσινό ποτήρι
που το γέμιζα και το άδειαζα με ουίσκι
ξεχωρίζει τους αναστεναγμούς και τις σιωπές.
Μνήμη έχει το χαρτί και το στυλό για ό,τι γράφτηκε
σβήστηκε
για όσους κύκλους έκανε πάνω
στη λεύκη σελίδα όταν στέρευε η μελάνη.
Μνήμη και ο ουρανός και η γη.
Μνήμη και ο χρόνος και τα τσιγάρα.
Η πέτρα και η πόλη σου.
Μνήμη και η μνήμη.
Μνήμη και οι αγκώνες πάνω στις μπάρες των μπαρ.
Μνήμη έχει και η ουλή – τοποθεσία και στιγμή.
Μνήμη έχουν τα ακρωτηριασμένα και καμένα playmobill
οι μνήμες με θέα
η νοσταλγός μνήμη που γυρνάει στα παιδικά χρόνια
μνήμη ο πρώτος έρωτας.
Μνήμη το ξεραμένο σπέρμα στην υφασμάτινη καρέκλα, μνήμη τα στερητικά
μνήμη και τα στερημένα.
Μνήμη τα καλαμάκια
οι τζιβάνες
οι σύριγγες
οι ζυγαριές ανακρίβειας αντίληψης.
Μνήμη ατροφική
αδύνατη
τραυματισμένη
πειραγμένη
άσχημα επιλεκτική
τόσο δίκιά μας, διαχειριζομένη άθελά μας.
Η μη μνήμη.
Η θεά μνήμη.
***
Στον Θοδωρή
Ας χαθούν όπως ήρθαν.
Χωρίς βογγητά,
χωρίς πολλά πολλά, γενικά χωρίς.
Υποψιασμένες. Άφοβες. Βροχερές. Σπάνια ηλιόλουστες.
Κούφιες. Άδειες. Τρύπιες.
Τόσο ίδιες και ξεχωριστές.
Ας χαθούνε όπως ήρθαν.
Τότε που ήρθαν, σε λίγο που θα χαθούν.
Το μεσοδιάστημα. Το μεσοδιάστημα.
Άλλοτε στη μέση του διαστήματος,
άλλοτε στη μέση του πουθενά,
άλλες στο σπάσιμο της μέσης.
Σβήσε ή απομυθοποίησε αυτές τις μέρες.
Καλώς ήρθαν.
Κακώς ζήσαν τόσο.
Ας χαθούν με αυτοπεποίθηση ακριβώς όπως ήρθαν.
I.
Είμαι ένας άνθρωπος πληγωμένος.
Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.
Δεν έχω παρά καλοσύνηκιέπαρση.
Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.
Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;
Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.
Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;
Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.
Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…
Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.
Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;
Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.
Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;
Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.
Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;
Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;
Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.
Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.
Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.
Γυρεύουμε μια σιγουριά.
Ούτε που γελάς πια με μας;
Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.
Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.
Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.
Ο νόμος σου ποιος είναι;
Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.
Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.
`
II.
Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;
Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,
χείμαρρος ίσκιων είμαστε,
αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.
Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.
Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.
Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;
Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;
Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.
Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.
Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.
Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.
`
III.
Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.
Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;
Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.
`
IV.
Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα
Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.
Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.
(1928)
`
*************************************************************
Testi in italiano
“La Pietà’
`
I.
Sono un uomo ferito.
E me ne vorrei andare
E finalmente giungere,
Pietà, dove si ascolta
L’uomo che è solo con sé.
Non ho che superbia e bontà.
E mi sento esiliato in mezzo agli uomini.
Ma per essi sto in pena.
Non sarei degno di tornare in me?
Ho popolato di nomi il silenzio.
Ho fatto a pezzi cuore e mente
Per cadere in servitù di parole?
Regno sopra fantasmi.
O foglie secche,
anima portata qua e là…
No, odio il vento e la sua voce
Di bestia immemorabile.
Dio, coloro che t’implorano
Non ti conoscono più che di nome?
M’hai discacciato dalla vita.
Mi discaccerai dalla morte?
Forse l’uomo è anche indegno di sperare.
Anche la fonte del rimorso è secca?
Il peccato che importa,
se alla purezza non conduce più.
La carne si ricorda appena
Che una volta fu forte.
È folle e usata, l’anima.
Dio guarda la nostra debolezza.
Vorremmo una certezza.
Di noi nemmeno più ridi?
E compiangici dunque, crudeltà.
Non ne posso più di stare murato
Nel desiderio senza amore.
Una traccia mostraci di giustizia.
La tua legge qual è?
Fulmina le mie povere emozioni,
liberami dall’inquietudine.
Sono stanco di urlare senza voce.
`
II.
Malinconiosa carne
dove una volta pullulò la gioia,
occhi socchiusi del risveglio stanco,
tu vedi, anima troppo matura,
quel che sarò, caduto nella terra?
È nei vivi la strada dei defunti,
siamo noi la fiumana d’ombre,
sono esse il grano che ci scoppia in sogno,
loro è la lontananza che ci resta,
e loro è l’ombra che dà peso ai nomi,
la speranza d’un mucchio d’ombra
e null’altro è la nostra sorte?
E tu non saresti che un sogno, Dio?
Almeno un sogno, temerari,
vogliamo ti somigli.
È parto della demenza più chiara.
Non trema in nuvole di rami
Come passeri di mattina
Al filo delle palpebre.
In noi sta e langue, piaga misteriosa.
`
III.
La luce che ci punge
È un filo sempre più sottile.
Più non abbagli tu, se non uccidi?
Dammiquestagioiasuprema.
`
IV.
L’uomo, monotono universo,
crede allargarsi i beni
e dalle sue mani febbrili
non escono senza fine che limiti.
Attaccato sul vuoto
Al suo filo di ragno,
non teme e non seduce
se non il proprio grido.
Ripara il logorio alzando tombe,
e per pensarti, Eterno,
non ha che le bestemmie.
`
*********************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ιταλικής ποίησης του εικοστού αιώνα, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1888 και πέθανε στο Μιλάνο το 1970. Ανανεωτής των ποιητικών σχημάτων, με την ιδιόμορφη, μικρή, ποιητική γραφή του να χαρακτηρίζεται από επιγραμματικά, πυκνά κείμενα,απογυμνωμένα από στίξη και ρίμα, με ύφος λιτό, με λέξεις που «τέμνουν τη σιωπή», ήταν εμπνευστής, μαζί με τον Εουτζένιο Μοντάλε και τον Ουμπέρτο Σάμπα, της Σχολής του Ερμητισμού στην Ιταλία. Ο Ungaretti πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο ιταλικό μέτωπο του Κάρσο, εμπειρία που σημάδεψε τη ζωή του και τον έκανε να βιώσει την αντιποιητική πραγματικότητα, συνδεδεμένη με τη φρίκη του πολέμου, τον σπαραγμό, την απουσία, και την αγωνία του θανάτου. Η θεματογραφία της ποίησής του συναρτάται με αυτόν ακριβώς τον κύκλο της ζωής του και αποτυπώνεται στους τίτλους που ο ίδιος έδινε στα βιβλία του, από την «Ευθυμία» και το «Αίσθημα του χρόνου»μέχρι το «Σημειωματάριο του γέρου». Ο Οδυσσέας Ελύτης το 1958 στα Ανοιχτά χαρτιά έγραφε: «Το ένα ποίημα, που αποτελούν όλα μαζί τα ποιήματα του Ungaretti, απλοποιεί τις γραμμές της ζωής και τις συγκεντρώνει σ’ ένα σχέδιο, που το καθαρό του περίγραμμα, όπως η θάλασσα γύρω από ένα νησί, μας αφήνει να δούμε καλύτερα ποιος μπορεί να είναι πραγματικά ο κόσμος όλων των ανθρώπων σε όλες τις εποχές, όταν του αφαιρέσει κανείς τα βάρη της ματαιοδοξίας μας». Το συγγραφικ ότου έργο έχει συγκεντρωθεί σ’ έναν τόμο με τον γενικό τίτλο «Η ζωή ενός ανθρώπου», (Giuseppe Ungaretti,Vita diunuomo – Tuttelepoesie, Mondadori, 2005, IMeridianiCollezione).