Γάλλοι Καταραμένοι Ποιητές, Απόσπασμα

228928

Jules Laforgue, Μες στο δρόμο

Είναι το πεζοδρόμιο με τα χαμόφυτά του.
Αχρεία αρσενικά, εγκυμονούντα θηλυκά,
Ένα απαρηγόρητο όργανο κρώζοντας τα παράπονά του,
Οι άμαξες, οι εφημερίδες, η ρεκλάμα και οι κραυγές.
Και μπροστά στα καφέ όπου μαραζωμένοι άνθρωποι
Με μάτι άδειο και βουβό τα αψέντια τους χαζεύουν
Παρελαύνει το σμάρι των πορνών με χείλη μπογιατισμένα
Κοστολογώντας τα κάλλη τους των μακάβριων ουρί.
Και η Γη πάντα στις αχανείς στέπες βουλιάζει,
Πάντα, και σε χίλια χρόνια το Παρίσι δε θα είναι παρά
Μια έρημος όπου θα καταφθάνουνε άγνωστα κοπάδια.
Ωστόσο πάντα ονειρευόσαστε, αμόλυντα αστέρια
Κι εσύ θα είσαι τότε μακριά, επίγεια νησίδα,
Γυρίζοντας πάντα, πάντα βγάζοντας τον παλαιό λυγμό σου.

***

Antonin Artaud, Μαύρος ποιητής

Μαύρε ποιητή, ο μυχός μιας μικρής παρθένας
σε στοιχειώνει
ποιητή στυφέ, βράζει η ζωή
και ζεματάει η πόλη,
κι ο ουρανός σουρώνει σε βροχή,
στην καρδιά της ζωής η γραφίδα σου γδέρνει.
Δάσος, δάσος, μάτια βρίθουν
στα πολλαπλασιασμένα κουκουνάρια πάνω·
μαλλιά καταιγίδας, οι ποιητές
καβαλικεύουνε άλογα, σκυλιά.
Τα μάτια λυσσομανούν, συστρέφονται οι γλώσσες
ξεχύνεται μες στα ρουθούνια ο ουρανός
σαν γάλα θρεπτικό και γαλανό·
απ’ τα στόματά σας κρέμομαι
γυναίκες, καρδιές όξινες σκληρές.

***

Roger Gilbert-Lacompte, Διαθήκη

Έρχομαι από μακριά από πολύ πιο μακριά
Από όσο θα μπορούσε κάποιος να πιστέψει
Και τα όρια της νύχτας των ονείρων της πείνας
Ξέρουν μοναχά την ιστορία μου
Με τα νύχια της με τα δόντια της αυτή που είναι παντού Με πόνεσε
Και ειδικά ειδικά το φοβερό λασπερό της βλέμμα
Με πόνεσε
Εάν τώρα κοιμάμαι αγκυροβολημένος στο λιμάνι της δυστυχίας
Είναι που δεν μπόρεσα ποτέ να πω φτάνει
Στην αθλιότητα
Έπεσα στον πάτο του κόσμου
Και χωρίς πυρσό
Βυθισμένος στα έγκατα της λησμονιάς γεμάτης αχρείους οίκτους
Όμορφης μόνο για μένα

***

Gerald Neveu, Κάθοδος

Πικρή μου δροσιά
Στα συσπασμένα στόματα
Μην εγκαταλείπεις
Αυτά τα τρεμάμενα φώτα
Μήτε αυτήν την πυκνότητα
Όπου βλασταίνουν η δίψα
η πείνα
Ίσως μέσα στα στήθη
Ένα ρόδο
Να γρηγορεί για την επακριβή μονοτονία
Των άστρων
Ίσως ένας σκύλος
Ένας θάμνος από παράθυρα
Ίσως μια γυναίκα με μπούστο φωτεινό
Ίσως ένας θάνατος
Και η απαλή κάθοδος στο νερό
Αυτών που γνωρίζουν.

***

Olivier Larronde, Αποδημητικό που ’χει πιαστεί

Νοέμβριος με φτερούγες ταξιδιωτικές
— Όσες βαστάζουνε τα όσα —
Μόνο απ’ τις πτήσεις απομένει αυτό το ιδίωμα
Που πιάστηκε στην πηγή αφήνοντάς την
Που μία της αντάυγεια κρατούσε σε κλουβί
Χαμόγελο κυανό των ανοίξεων.

*Από το βιβλίο “Γάλλοι Καταραμένοι Ποιητές: Απάνθισμα, 13ος – 20ός Αιώνας”, μετάφραση: Ελένη Κόλλια, εκδόδεις Ηριδανός. Το πήραμε http://prografes.blogspot.com

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ελευθερία Έκφρασης

14906900_316586842048026_3903565101271567702_n

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε

και κλέβουν ένα λουλούδι

από τον κήπο μας

και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον

περπατούνε στα λουλούδια,

σκοτώνουν το σκυλί μας

και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα

-την πιο διάφανη απ’ όλες-

μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας

ληστεύουν το φεγγάρι μας

γιατί ξέρουνε το φόβο μας

που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα

πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα.

Μάρκος Μέσκος, Άνθη στο καταραμένο φίδι

02s4meskos-thumb-large

1. Που να σε φιλήσω να `ναι μόνο για μένα!
2. Σκοτάδι απροσδότητο – ξαφνικό φιλί` κατάλευκη λάμπει η κρήνη!
3. Μετά το τραγούδι η σιωπή.  Μετά τη σιωπή η Αγάπη!
4. Σύννεφα βροχής σκεπάζουν το φεγγάρι. Υπήρξε άλλη Αγάπη;
5. Τι να σου δώσω εγώ τι να σου δώσω;  Και την ψυχή μου πάρε!
6. Αγάπη αλαφροΐσκιωτη στη σκάλα βήματα δεν άκουσες ποτέ! 
7. Γενναίο λουλούδι λέει το σ` αγαπώ με λόγια που τρεκλίζουν!
8. Μην κλαις μη φοβάσαι. Ασύλητος, από σένα θα τελειώσω.
9. Πότε θα ξυπνήσεις να μιλήσουμε;
10. Στα Τάρταρα πάω και γυρίζω: μαύρο αδιέξοδο, κοντινό μου πουλί, ψυχή μου!
11. Δεν έχει παράθυρα, ποιο λένε φως; Πέταξε πέταξε ψυχή μου ψηλότερα!
12. Αν κοπεί το σκοινί θα `ναι καθώς η μέρα λιγοστεύει το φως και τελειώνει.
13. Βραχνό κοκοράκι μέσα στην καταχνιά. Άμυαλό γιατί επιμένεις;
14. Δύο το μυστικό, να πού  στεριώνει.  Κάλφα της γης, τον ήλιο βγάλε από τη Δύση!
15. Τα φύλλα στα δέντρα χλωμιάζουν. Κει πάνω βλέπω τους ανθούς!
16. Σε φιλώ παντού γαλαξίας να γίνεις! Χωρίζουμε πικρά και τρέχω πίσω να σε φιλήσω!
17. Την ψυχή πως δολώνεις και μέσα σπαρταρά το σπλάχνο! Λησμονιά δεν έχει.
18. Ξύπνησα χαράματα` όλη μέρα καρτερώντας σε δεν έσπασα ποδάρι!
19. Όνειρο, αν όνειρο είσαι, μην ανοίγεις τα βλέφαρά σου!
20. Στην άκρη των χειλιών το μυστικό. Που να το πω;  Τρέμω. Το φεγγάρι και το κρασί θα με προδώσουν.
21. Στον Έρωτα πάω όπως και στο Θάνατο: καθαρός, σώμα που το σκούπισε σύννεφο και βροχή.
22. Η Γυναίκα μέτρησε το σπίτι – φωλιά. Τόσο μήκος τόσο πλάτος τόσο ύψος ουρανού, καρέκλες κασέλες κάντρα κιλίμια κρεβάτι, το μαξιλάρι πλάι στ` άλλο, η χαρά πραγματοποιημένη – έβγαλε μια κραυγή, φίλησε τον άντρα τρυφερά και πέρασε πάλι στο δάσος. Το πουλί τώρα κελαηδεί στον κόρφο και στη φυλλωσιά την πράσινη.
23. Πάνω απ` το κεφάλι μου τρία σπαθιά σφυρίζουν: γιατί σκεπάζω μέσα μου πουλάκι τρομαγμένο.

9789996902246

24. Άστρο ψηλά στον ουρανό, λαδάκι της ψυχούλας στα ενύπνιά μου κατοικείς βαθιά κρύβοντας τ` όνειρό μου!
25. Ποτέ μη λησμονήσεις: υπάρχεις και υπάρχω. Σε ομίχλες σύννεφα και καταχνιά να λάμπει ο ήλιος!
26. Γελάς χαρούμενα, πουλί που πάει μέχει τον έβδομο ουρανό. Χαρά βραδυπορούσα και λησμονησμένη τώρα σ` αγκαλιάζω;
27. Κουβέρτα ο τοίχος, παράθυρο το φεγγάρι και καθρέπτης νυχτερινός, μάτια στα μάτια, η Αγάπη.
28. Το λίγο είναι πολύ – και το πολύ ποτέ;  Αετός σκίζει τα σπλάχνα από τ` αρχαία χρόνια.
29. Από τη μια φωνή ως την άλλη καρτερώ και συλλογίζομαι το διάστημα: Γεμίζει, φουσκώνει από χίλια δυό, οι γάτες του αδιέξοδου κι ο εγκαταλειμένος σκύλος στην πρώην γειτονιά, κορναρίσματα αυτοκινήτων, σκέψεις από μέσα, τι φορώ και πως τρώω το ψωμί, η μουσική πάλι από το ραδιόφωνο, η κατάρα σα νύφη τυφλή, το τίποτε και το σύμπαν – θα τα εννοήσεις αγάπη;
30. Μελάνια ο καιρός, άγρια καταιγίδα ξεριζώνει το σύμπαν. Ξαφνικά κοπάζει το βούκινο του ανέμου. Μα εγώ νανουρίζω ακόμα το παιδί μου.
31. Θάνατος αν υπάρχει λήθη τεφρή και λησμονιά κακή υπάρχουν και τ` άνθη υπάρχουν και τα όνειρα και η καλή Αγάπη.
32. Η μέρα κρύσταλλο, συναίσθημα γοερό:  να κλάψει ή να γελάσει;  Απ` την Ανατολή με φτερά σφιγμένα τρυγόνα σιμώνει.  Είσαι συ;
33. Ψηλά, πολύ ψηλά πέταξα το νόμισμα άνεμος να το πάρει. Πάλι στα πόδια μου έπεσε γράφοντας: ΑΓΑΠΗ
34. Ένα πρωί ξεκίνησες την Πούλια και τους γαλαξίες να πιάσεις. Τώρα μπορείς όσο ψηλά τακουνάκια να φορέσεις.
35. Από που μπάζω ξέρεις: κακή βροχή μαύρο νερό. Φίλησέ με. Και κλείσε το ρήγμα που βγάζει τον καπνό της ψυχής μου!
36. Τωρινή παπαρούνα είναι για σένα. Κι αυτή που θα φυτρώνει αύριον στον γκρεμό. Κι εκείνη που στις φλέβες, όσο ζω, από χαρά βροντώντας κοκκινίζει.
37. Πίσω βαδίζει ο δρόμος του κρασιού πίσω ο καπνός σταχτής σα βάραθρο μαντρόσκυλου μα πίσω είχαν τα πόδια μας κλαρί και ξόμπλι.
38. Πάντα ήσουνα κλέφτης; Μέλι γλυκό και κατάρα μαζί; Το χέρι απλώνω βιαστικά να πνίξω το μαστό σου.
39. Ψες βράδυ όνειρο είδα: εκεί, στο ξεδοντιασμένο σπίτι του Ανώνυμου, το μικρό γεφυράκι από ξύλο. Και το νερό δεν ήταν βρώμικο, κελάρυζε δακρυσμένο κάτω απ` την κοιλιά του τόξου. Ένα φιλί στον άντρα από τη γυναίκα που έστρεψε για λίγο την κεφαλή πίσω, μετά πήρε τα δάκρυα από το ποτάμι και γύρισε σπίτι.
40. Όποιο και να `ναι το άσκημο μέλλον ευλογημένη να `σαι!  Στον κατάλευκο σου κόρφο κελάηδησα σούρουπο και πρωί.
41. Τη νύχτα ασπρίζει η κερασιά ανθισμένη – τρελή, τρελή! αρκεί να `χει λίγο φεγγάρι, λίγο αεράκι, λίγη αγάπη!
42. Σκάψε βαθιά όσο θες, πήδα ψηλά όσο το επιθυμήσεις. Χρυσάφι είναι τα μάτια που θωρείς – τίποτα άλλο.
43. Άλλο αίμα να βροντήσει μέσα σου άλλος ρυθμός να κοκκινίσει` ως το τέλος σπυρί σπυρί, το πουλί στο παράθυρό του, να `χει το φως – ως το τέλος.
44. Για τελευταία φορά αγαπώ στη ζωή` στο πανί αεράκι ( ξέρει που πάει: δέντρα φθινοπωρινά, συστάδα του θανάτου πάλι).
45. Νερό μαύρο σε κατάπιε – η φωνή δεν ακούστηκε. Τρελή επιθυμία να σε δω πάνω από τα νερά, ξύλα καστανιάς τα χέρια σου ν` αγγίξουν και τα βήματα να ενώσουν τον ποταμό. Κείνη την ώρα ησύχαζαν τα σφαγεία αλλά το μαύρο μοσχάρι δεμένο από την κεφαλή, τα μάτια αναστρέφοντας ψηλά, μουκάνιζε απελπισμένο.
– Δεν θα μου πεις καληνύχτα;

286504-b3983

46. Σκέφτομαι πως λίγο δεν είναι το μέγεθος του Προσώπου εκείνου που καλύπτει: χρόνια και χρόνια, περισταστικά και γεγονότα, συνεχείς πόνους και κάποιες χαρούλες. Και πως καλύπτοντάς τα, αρνούμενο τύχη και μοίρα και κοινωνικούς προσδιορισμούς τα σβήνει, τ` ανατρέπει, δεν έχουν φωνή, σιωπούν στη γωνιά αποσβολωμένα. Τώρα κυριαρχικά και παντοδύναμα δεν επιτρέπει την όποια άλλη ζωή, πολιορκεί με φωτιές το τροπαίο του, αυτό που παραδομένο στην απεριόριστη αγαθή σύμπτωση, αφήνεται μετρώντας κάποιο μήκος προθανάτου με μουσικές όνειρα και χορούς.
– Πείτε μου λοιπόν τι είναι η Αγάπη;
47. Πάνω από τον ύπνο μου πέρασε το πουλί` δεν ξύπνησα γιατί τ` όνειρο στόλιζε φτερό κεντημένο: της Αγάπης.
48. Πασχαλίζει το αηδόνι στο ρέμα μόλις βραδιάζει` μα τρεις η ώρα της νυκτός πλαντάζει μόνο στη σκοτεινιά, πεθαίνει από αγάπη.
49. Από χτες το απόγευμα έχω να μιλήσω ( με την πέρα φωνή και τη μέσα ). Κάθομαι εδώ και περιμένω δικαιολογώντας καρέκλα – τραπέζι – μολύβι – φως από το πορτατίφ. Τα προσχήματα ως πότε θα σώζουν; Έτσι λοιπόν είναι η σιωπή του κάτω κόσμου; Φωτεινή, ελπίζουσα και απούσα; Ποιός να το πει;
50. Δέντρο που φαίνεται γυμνό, σκοτεινό, καταραμένο. Να βγάλει μια κορφούλα του ψηλά, να ξεμυτίσει από τον Άδη!
51. Βαρύ ρεμπέτικο, μαύρο αδιέξοδο η Αγάπη. Μα να λευκό πουλί σαλεύει μέσα στα κλαριά!
52. Μουσική από ανέγγιχτη μοναξιά, σιωπηλή κοιλάδα` ένα δένρτο μοναχό στο τέλος – θε μου! άδειο το χέρι.
53. Κακές κουβέντς πίσω να πάνε, στον τάφο.  Εκεί έρημες να ξεχαστούν.  Κρασί, μόνο κρασί στα χείλια κι όταν μεθύσεις πάλι να με θυμάσαι.
54. Στα μάτια σε κοιτώ: κύματα η αγάπη καλπάζει, με λιώνει, χάνομαι. Δεν βλέπωτα χέρια που πνίγονται μήτε το φιλάργυρο που σκοτεινά μετράει τις λίρες. Εκείνοι σκοτώνουν, εγώ αγαπώ.
55. Φιλιά με το δάκτυλο, παντομίμα στα μάτια κλαμένη. Αγάπη του άλλου κόσμου καταποντισμένη, το χαίρε πληγή.
56. Πάλι μπροστά τα συν και τα πρέπει. Τι μέλλει να γίνει και τι να χαθεί… Α, πρέπει να γίνω τιποτένιος, κακός, μοχθηρός, ανεύθυνος, απόμακρος – να χαθώ.
57. Νεκρός` κι όμως υπάρχεις. Πιάσε την ανεμόσκαλα γερά όπως το σύννεφο τη σκιά, όπως και συ, να υπάρχει.
58. Ροή της ακροποταμιάς (σκιάς μυστήριο στους όχτους). Το νερό είμαι και συ – θα το ξεχάσεις; – το λουλούδι αμάραντο.
59. Κεραυνωμένος το κοιτώ λουλούδι στο νερό. Αγάπη μ` έπιασε στο λαιμό με δάγκωσε.
60. Δυό άνθρωποι κλείνουν το σύμπαν: μεγάλη αγκαλιά (τον ήλιο μέσα, το φεγγάρι, τα ποτάμια και τα πουλιά).
61. Μέγας βυθός ταράζει το μέσα της νυχτός, απελπισία σκοτεινή. Ανατολή λεπίδι και πρόσωπο χαράζει – πάνω στα κύματα βαδίζω.
62. Φυσάει ο αέρας ξάστερα, καράβια σκίζουνε τη θάλασσα στα δυό. Στο λόφο χτίζεται τι σπίτι, γιασεμάκι μ` έκοψαν τ` αμύγδαλά σου.
63. Βάθια πράσινα φύλλα, το αγιόκλημα ευωδιάζει. Μια κίνηση αγκαλιάς, μετά φιλί, μετά ο χαμός.
64. Σκληρό αδιέξοδο, δρόμος τυφλός με την πυρά σημαδεμένος. Η αρχή του τέλους των ονείρων; Και πως ν` αγκαλιάσω το κορμί σου;
65. Μείωσε την ένταση, το φως σβήσε` οι ενοχές δεν υπάρχουν στον ηλίθιο ύπνο.
66. Σκοτεινιά βρεγμένη παντού, κρύο ψιλοχαράζει. Έρημος κόκορας, πάνω στ` άχυρα, μάταια την ώρα υπογραμμίζει.
67. Θα βρω τρόπο, πάλι να ξεχαστώ. Να θάψω, ζωντανός, το σώμα μου.
68. Τώρα γνωρίσεις πως ζω, τι φορώ, πως περπατώ, πως πιάνω τον πηλό στα χέρια. Και πως φυσώντας την πνοή το Χάρο ξεστρατίζω.
69. Kακό κι ασήμαντο πετούμενο είμαι` στο χιόνι αλήτης στη φωτιά μαύρος καπνός, άχυρο του αλωνιού λιωμένο.
70. Mάγια δεν ξέρω στο Θεό δεν πιστεύω και πως να εξηγήσω πως κουδουνίζουνε συχνά κοκκινωπά γαρίφαλα στο αυτί μου;
71. Στα γέλια ανάμεσα ο λυγμός – έτσι λοιπόν θα πάμε; Με το χέρι πιάνω το φεγγάρι, το δάκρυ σου με πνίγει.
72. Σκιαγμένη ψυχή τη νύχτα φοβάται συννεφιασμένη – ραμφίζει η αγωνία στα χείλη και φεύγεις πουλί μου.
73. Αγάπη από στάχυα και μετάξι, κόκκινα πορτοκαλιά του δειλινού. Ο ήλιος στο υπόγειο κάτω – λάμπεις πάλι εσύ!
74. Διπλές τριπλές αλυσίδες` στο μέσον πανέμορφο ζώο. Κοιτάζει την Ανατολή βογγάει,  μόλις βραδιάζει κλαίει.
75. Θηρίο της διπλής μοναξιάς δεν νυστάζεις ουδέ κοιμάσαι. (Τα χέρια βουτηγμένα στο αίμα, φίδι δαγκώνει το μυαλό μου.)
76. Λησμόνησε όσα κακά είπα, δεν είναι η ψυχή μου από χολή. Αύριο πεθαίνω. Και ένα λουλούδι στο στόμα μου φυτρώνει.
77. Σήμερα ανθισμένη κερασιά και το φεγγάρι στον ουρανό λευκό. Ας βραδιάζει` στον μαγεμένου  Μάη των αιώνων γράψε:  σ`αγαπώ!
78. Γενναίος να είσαι! Μη σκιάζεσαι καθώς λαγός στη χαμηλή χλόη. Δες τον αιτό ψηλά, φτερά τρεμοπαίζουν στο φως – σπάνια η Αγάπη!
79. Στην άκρια τ` ουρανού αρμενίζει, επώνυμη κι οριστική. Ανθός ουδέποτε εξαφανιζόμενος, γυναίκα ευτυχισμένη; Ποιός να το πει;
80. Άγριο γιασεμί, ψύχα αμυγδάλου, δόντια που ματώνουν χείλη. Μια κίνηση μνημείου η Αγάπη: το χέρι μου πάνω στο βυζί σου.
81. Όπου κι αν πάμε οικείο τ` αγέρι φίλιος ήλιος και σκοτάδι γνωστό. Στον πάνω κόσμο και στον κάτω δυό σκιές μαζί: ποτέ μόνοι, ποτέ ξένοι!
82. Γλυκιά μου αγάπη, Μαρία αναπνοή στα στήθια σκληρό το ψέμα της ζωής να μοιάζει αλήθεια.
83. Θε μου τι δόξα, τι ηδονή!  Το σώμα μου μέσα στο σώμα σου γλυκά δάγκωμα ρώγας, φωνίτσα δροσερή στην πυρωμένη τρέλα του ήλιου!
84. Αγάπη τρελή, πολύχρονη δύο μηνών και, ζεστή, μεγάλη , αντιφατική, γελοία, ωραία σαν κυνηγημένο σύννεφο, κλαίουσα στον ποταμό, χαρούμενη με δυό παλαμάκια, αγωνιούσα, ταξιδεύουσα συχνά, επιστρέφουσα πάντα, το τελευταίο αντίο πάλι, τον ουρανό τρυπώντας και τη γη καταρώμενη, φυλακισμένη σε τέσσερις μικρούς τοίχους, πανελεύθερη, μια κίνηση πουλιών από το Βορρά, χιόνια που λοιώνουν, φιλιά που αχνίζουν τρέμοντας, παλιόπαιδο του δρόμου, νύχτα με σεντόνια λευκά, τέλος γνωστό, ανονόμαστο άνθος σε κρυμμένο λιβάδι, νύχι της πέρδικας φοβισμένο, μωρό κοιμισμένο στο βυζί, υγρασία στα σκέλια, ποτάμι βαθύ, κόκκινη κατάσαρκη μπλούζα, κουρέλι αγαπημένο, καρφί στο μυαλό, βουνό αγέρωχο, κατεβασιά λύκων, αμνοί βελάζουν, φωτιά μεγάλη, δάκρυα που δεν σβήνουν τίποτε, λεύκες ψυχούλες, γκρεμός με αγριοπερίστερα, πουκάμισο φιδιού δεν βρέθηκε, δακτυλίδι αρχαίο, φωνή τώρα στο κάστρο, στάρι που λυγάει στον κάμπο, κρασί σταφυλίσιο, μια πενιά από ούτι, τα πάνω κάτω του κόσμου, τρελή Αγάπη, Εσύ.
85. Τη νύχτα, λοιπόν, θα πολεμάμε να πάει το μαύρο πίσω – ο δρόμος ο φαρδύς κλειστός, στο χώμα δηλητήρια φίδια.
86. Το αγρίμι μην το προκαλείς, βγάλε το αγκάθι από το στόμα, φίλησέ το. Να λάμπει η ταπεινότητα άσπρο φαντασταστικό και τότε τι να φοβηθείς;
87. Πίνω νερό τρώω ψωμί, στον κύκλο των ωρών αναπνέω. Φυλλορροεί το δέντρο μα σε λίγο ανθίζει – έτσι μιλώ έτσι αγαπάω.
88. Στην απέραντη γλώσσα των αισθημάτων τι να σου κάνει ένα φιλί από μακριά;
89. Τ` αστέρια των σκοτεινών αιώνων στα μάτια σου φιλιά μου στα χείλη σου στο λαιμό – αθάνατη Αγάπη!
90. Με τα μεράκια και τα ωραία του κόσμου είμαι. Χόρεψε πολύ να σε χαρώ. Τραγούδησέ μου τον θάνατο.
91. Θάλασσα είσαι – χάθηκες μακριά κύμα το κύμα. Τι μένει από μένα; Όστρακο στεγνό στην άκρη.
92. Έρωτας στον καπνό, δαγκωμένα τόσα τσιγάρα. Σε λίγο στρίβει το μονοπάτι, γιατί να σ` ανταμώσω, γιατί;
93. Αργότερα θα πονέσουμε πιό πολύ, έλα, κόψε το χέρι. Η καρδιά λυγώντας μορφάζει, πόσο θ`αντέξει;
94. Κρύο φιλί λευκό. Είσαι νεκρή ή εγώ πεθαμένος; (Τα χόρτα από την άκρη γέρνουν να με σκεπάσουν.)
95. Σαν την ψιλή βροχή στα πόδια ήρθες νυχοπατώντας. Εκείνου του νερού που λησμονάει, μια σταγόνα σκοτώνει.
96. Το απόγευμα ψηλά πετούν πουλιά για το Βορρά. Τι βλέπουν άραγε, που παν και που τη νύχτα θα περάσουν;
– κάποιο κλωνί στασίδι του ύπνου για το άγνωστο ταξίδι καθώς στα μάτια τους θεούς κοιτούν αυτοκτονώντας.
97. Ψέματα δεν είπα: υπάρχει το κοκόρι, νόμισμα και τρυγόνα. Ψιλόλιγνη λεύκα χαϊδεύει τον αέρα λέγοντας σ`αγαπώ.
98. Νύχτα και μέρα ένα, πνιγμένα τ`άστρα του φωτός και η χλωμή σελήνη, όνειρο και κρασί, καρδιά και νους, τα μπλε και τα λευκά σου μήλα.
99. Βουρκώνει ο καιρός κι όμως ένα δέντρο στολίζεται. Έχει το νερό και το φως, το μυστικό αεράκι, στοχάζεται μακριά – στολίζεται. Θα βάλει τα λευκά άνθη προς συνάντησιν, λυχνάρι της νύχτας και γάλ του Έρωτα και φιλιά στην αιωνιότητα της Γης. Τρέμουλο στην ψυχή. Μαζί με το παμπάλαιο ρήμα καρτερώ. 
100. Τσιγγάνικα βαλτόνερα, σύννεφα από κυπαρίσσια θα φύγουν μια νύχτα τρελαμένα, θα χαθούν. Και μόνο εσύ θα `σαι κοντά μου.
101. Σ`αγαπώ γιατί δεν μπορώ να φανταστώ τα γηρατειά σου – τη χαμένη μου ζωή θέλω να πάρω πίσω.
102. Χαίρονται οι κάργες την ομίχλη τ`ουρανού. Γιατί ρωτάς που είναι η χαρά; Δεν ξέρεις;
103. Σημείο αποχαιρετισμού τρέλα της δαμασκηνιάς ανθισμένη – σαν μόνος στο δωμάτιο με τη νεκρή μου μάνα.
104. Μαζί δεν είναι ψεύτης ο ντουνιάς λέει το πουλί γοερά μα ευθύς σβάρνα το πήραν άνεμοι, χάνεται στη μαυρίλα.
105. Σπάθια στον ήλιο λεπίδι στο φεγγάρι – τέρμα λοιπόν; Κλάψε. Το βραχνό κοκοράκι φωνάζει, ακόμα, σφαγμένο.
106. Όνειρο και ζωή, ζωή και θάνατος – τίποτε νέο παλιό τίποτε. Έλα να σε δω πάλι στα μάτια, να σε φιλήσω.
107. Γρήγορα σκοτεινιάζει γιατί δεν έχω το πρόσωπό σου.
108. Φύλλα που σαλέψανε μετά το φτεροκόπημα του πουλιού. Φύλλα.

*Μάρκος Μέσκος, Άνθη στο καταραμένο φίδι, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Κλείτος Κύρου, Κάτι που έμεινε

befunky__dsc1871-jpg

Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα ’ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πως τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα
Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και συ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου
Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε

Δεν έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα

*Από τη συλλογή Αναζήτηση (1949).

**Παρμένο από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2016/11/05/kleitos-kyrou-kati-pou-emeine-κλείτος-κύρου-κάτι-που-έμεινε/

Βασίλης Βασιλειάδης, το μυαλό αλάνι ανεμπόδιστο

eik1

Τότε
το μυαλό αλάνι ανεμπόδιστο
επώαζε οδοφράγματα καί φιτίλια,
μέ τόν καιρό
γεμάτο όγκους φρονιμάδας σέ μετάσταση
αφού πρώτα δολοφόνησε μία-μία τίς ερινύες σου
κούρνιαξε σέ προστατευτικές περιχαράξεις
στό τέλος
ή ισχαιμία τού εθελοντή ενδοτισμού σου
σήκωσε φράχτες ψηλούς γιά νά φυλαχτεί,
καθώς είναι ρημαγμένο από τούς ορθολογισμούς,
από τυχόν ανεπάντεχη ή αναχαίτιστη εισβολή αλήθειας ζωής
καί ταραχτεί
ό σεσημασμένος αποστάτης τών ονείρων σου….
καί νά πείς
πώς σ΄έπιασαν ανύποπτο οί συγκυρίες
γι αυτό βρέθηκες καταληγμένος σέ μία τέτοια αδειοσύνη
άλλοθι καί ψέμα είναι…………

Iris Cushing, State Report / Κρατική αναφορά

maxresdefault



All I want to do today is sit around Wyoming

until it gets dark.

It must be the time of year: the angle of the sun
has shifted, and the leaves are finally Wyoming.

I flip through a picture-book

by the light of one long window.



Vincent Van Gogh gathered inspiration

while Wyoming through the South of France.

I think he captured especially well
the shadows that fall as the sun is Wyoming.



These landscapes unfolded

on my lap remind me

of the season I was in love.

We’d sit together on the porch,



Wyoming en Español. It was the summer

I discovered bread and butter, and walked

through golden fields of rolled-up hay—
curls on the head of a giant saint.



But it’s another season now. Soon
my pet canary will begin Wyoming.

An old German folk song

is Wyoming on the radio.

Its consonant verses, freed of meaning,

deepen the whiteness of the sky.

I give a piece of cheese to the dog

so he’ll stop Wyoming,

then I cut off a piece for myself.

Αυτό που θέλω να κάνω σήμερα είναι να κάτσω γύρω από το Wyoming
μέχρι που να σκοτεινιάσει. 



Πρέπει να είναι αυτή η εποχή του χρόνου: η γωνία του ήλιου

έχει μετατοπιστεί, και τα φύλλα είναι επιτέλους Wyoming.


Ξεφυλλίζω ένα βιβλίο με εικόνες

με το φως ενός μακριού παραθύρου

Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ άντλησε έμπνευση
ενώ έκανε Wyoming διαμέσου του γαλλικού νότου.



Νομίζω κατανόησε ειδικά πολύ καλά
τις σκιές που πέφτουν καθώς ο ήλιος Wyoming.


Τα τοπία αυτά ξετυλίγονται
στην αγκαλιά μου θυμίζοντάς μου
την εποχή που αγαπούσα.
Καθόμασταν μαζί στη βεράντα,

κάνοντας Wyoming στα ισπανικά. Ήταν το καλοκαίρι
που ανακάλυψα ψωμί και βούτυρο, και περπάτησα


σε χρυσά χωράφια με περιτυλιγμένο σανό-

κάνοντας μπούκλες στο κεφάλι ενός γιγάντιου αγίου.

Αλλά είναι άλλη εποχή τώρα. Σε λίγο

το καναρίνι μου θα αρχίσει Wyoming.



Ένα παλιό γερμανικό λαϊκό τραγούδι
είναι Wyoming στο ραδιόφωνο,



οι στίχοι του από σύμφωνα, ελεύθεροι από νόημα
εμβαθύνουν τη λευκότητα του ουρανού.

Δίνω ένα κομμάτι τυρί στον σκύλο
έτσι που να σταματήσει να Wyoming,



μετά κόβω ένα κομμάτι για μένα.



*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
**Περισσότερα ποιήματα της Iris Cushing βρίσκονται εδώ: http://www.bostonreview.net/BR37.1/iris_cushing.php

unknown

Χάρης Μελιτάς, Πέντε ποιήματα

a-white-pawn-chess-1024x640

ΑΝΑΠΟΔΟ ΠΟΙΗΜΑ

Δεν πάει άλλο
είπε ο εκδότης μου.
Η ποίησή σου άσφαιρη
αποτελματωμένη.
Γράφεις σε μαύρο πίνακα
με μαύρες κιμωλίες.
Σου επιβάλλω μείωση μισθού
και τρίμηνη εξάσκηση κατ΄ οίκον.

Ήταν να μην πάρω ανάποδες;

***

ΤΟ ΧΤΑΠΟΔΙ

Μ’ έχεις σκλαβώσει
είπε στον αιχμάλωτο,
Πρώτα με γέμισες λεφτά
με τις προβλέψεις σου
και τώρα θα μου κάνεις το τραπέζι.

Ξιδάτο ή ψητό;
Αναρωτήθηκε.
Κι άρχισε να χτυπάει αδυσώπητα
τον πρώην ευεργέτη του στο βράχο.

***

ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Και να οι δίσκοι.
Να τα κόλλυβα. Να τα παντεσπάνια.
Τόσα οι παπάδες, τόσα ο ναός
τόσα ο δεσπότης, τόσα οι φωτισμοί
τόσα η Βυζαντινή κομπανία.
Βάλε γλαδιόλες, σερβίτσια, υπεργολάβους
γραφεία, τυπογραφεία, μεταφορικά.
Και το κονιάκ να ρέει άφθονο στο κυλικείο.

Μάλιστα κύριε, αναστέναξε ο σκώληξ.
Κι εμείς δουλεύουμε σαράντα μέρες
για ένα πιάτο φαΐ

***

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Σηκώθηκε σιγά απ’ το κρεβάτι.
Ελεύθερος, απέραντος σαν θάλασσα
με τα νησιά της ηδονής στο σώμα.
Αυτή, ένα χαμόγελο, έκανε πως κοιμάται.
Μίλα μου πήγε να της πει.
Θέλω ν’ ακούσει
θέλω ν’ ακούσει η ζωή πως μ’ αγαπάς.
Να μάθει πως δραπέτευσα τη νύχτα.

Μισάνοιξε τα βλέφαρα.
Δυο μάτια, χίλιες λέξεις.

***

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΗΤΤΑΣ

Απ’ όλο το αέναο θεατρικό παιχνίδι
“Τα έργα και οι μέρες του ανθρώπου”
απολαμβάνω μόνο τα διαλείμματα.
Ειρήνης.

*Από τη συλλογή “Παράσταση ήττας”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2012.

Εμμανουέλα Αγγουράκη, Τέσσερα ποιήματα

dead-time-by-mainli

Η ημέρα μου

Μου φώναξε:
“είμαι μια νωχελική, έρημη μέρα
Στο κοίταγμα όλων των ομοίων μου
και παρόλο το πλήθος μου
νιώθω κατά τι πως λιγοστεύω
Μάζεψα τις ώρες
και όλους τους κύκλους μου
σκισμένα δίχτυα σέρνοντας πίσω μου
καρεκλοπόδαρα τα παρελθόντα όλα

Πως τάχα μου ζω μέσα σε όριο
και σε αέναα σκότη
πως διέγραψα τροχιά από κάρβουνο
κάθομαι και σου εξηγώ

Πως ζωντανεύω
μέσα από κτίσματα ερείπια
μπερδεύοντας σε λευκούς τοίχους
ακατάστατα όλα τα χρώματα
—δωμάτια χρώματα και ρεύμα—
χρόνων παλιν8ρομημένων
διαβαθμισμένων και ας το πούμε
στατικού μεγέθους χρόνων

Μονάχα γιατί μαζί σου γεννήθηκα
και μόνο για ένα σκίρτημα μοίρας
γι’ αυτό ζω”.

***

Οι άλλες συχνότητες

Και τις ένιωθες
τις αβυσσαλέες θάλασσες
που ποτέ δεν είδες
και ποτέ δεν άκουσες
τα χάη που σε πήρανε μαζί τους
και η σατραπεία
που τιθάσευσες

Τις
πώς εκτόξευσες
και πώς απήγγειλες
από του σώματος
το ζενίθ των διθυράμβων
το βρυχυθμό Τιτάνων
των μη όντων
που εθίστηκες

Κάπου και για σένα
παραφυλούσαν πέντε ορίζοντες
που από πριν το ήξερες
πως θα σε ηλεκτρίσουν
και που απέτυχες
να τους προφέρεις με δυο λέξεις
όπως και όλοι απέτυχαν
κρυμμένες λέξεις
των άλλων συχνοτήτων

***

Αίτηση φυλακίσεως

Τα απορριπτικά βουλεύματα
σε καταδίκασαν
και τα κενά αέρος κατηγορητήρια

ελεύθερη πτώση

***

Το τανγκό

Τώρα που ακόμη δεν έπεσαν οι τίτλοι
τα εαρινά ψελλίσματα σταλάζουν δυο ψιχάλες ψυχές

Τώρα που δεν έμεινε πια τίποτα να χάσεις
στερητικώς τα χέρια σου απλώνεις
μήπως πιάσεις
και σηκώνεσαι
και περικλείεις και έχεις
και σύρεσαι στο ρυθμό των αθανάτων
και φιγουρίζεις δυο στροφές

δύο βήματα μπροστά κι ένα πίσω
προσέχοντας μην τρικλοποδήσεις
μην μπερδευτείς με τα αόρατα πατήματα
πάλλονται οι ρευματοφόροι αδένες σου
τα αθώα, ιερά και ετερόφωτά σου νώτα

Δεν είσαι μόνη
τρεμάμενοι και οι ήχοι ψυθιρίζουν
πάμε ξανά από αριστερά

Τρικλίζοντα σύμπαντα θαυμάστε!
Προσέξετε καλά στο ρεσιτάλ
το σπάσιμο της μέσης

Τώρα σφίξε με. Τώρα κράτα με γερά!
Τώρα που κρατείσαι
σκέψου την πλειάδα των ήχων που καραδοκεί
γυρίζω τον πόθο
ύποπτα δάκρυα ξεψυχούν
το κατρακύλισμα της νιότης
κλείνεις το μάτι στο μαέστρο
την ώρα που φθάνεις προς το τέλος
γονυπετής
και τα χειροκροτήματα
υποκλίνοντα
ζητωκραυγάζουν

*Από τη συλλογή “Η δίεση των όντων”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2012.

Γρηγόρης Σακαλής, Οι πληγές της ζωής

tromaktiko21256_56

Στον ανήφορο της ζωής
γλίστρησες, παραπάτησες
έπεσες σε χαράδρα
κοίταξες τριγύρω
μόνο πετρώματα
κοίταξες προς τα πάνω
μεγάλη η απόσταση
έσφιξες τα δόντια
κι άρχισες πιθαμή προς πιθαμή
ν΄ανεβαίνεις πάλι
ίδρωσες, βασανίστηκες
αγκομάχησες
μα να επιτέλους
βγήκες στην κορυφή
το δρόμο σου συνέχισες
αφού ξαπόστασες
πληγιασμένος
μα πιο δυνατός
ώριμος
η σκέψη σου μεστή
και πλήρης.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Οκτώ ποιήματα

mathima_2

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Ο σπόρος παλιός, δοκιμασμένος.

Ερχόταν από μακριά.
Ξανθό, ψηλό το στάρι του
ορμούσε αγέρωχο στον ουρανό.

Έδωσε ο Θεός
και πιάσαμε σ’ αυτόν τον τόπο.

***

ΦΕΡΤΟΣ

Ήρθα κι γώ από μακριά.
Από την Πέρα Μεριά.
Κανείς δεν με περίμενε.

Και η πλάση θύμωσε
καθώς τα μάτια μου άνοιγα.

Τσαντίστηκε ο χθόνιος θεός.
Κι έτσι ξεκίνησα τις μέρες μου,
σκηνίτης

***

ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ 1962

Ποιος είσαι μάτι; Δεν βοηθάνε πια τα μάτια μου…
– Ο Δημητράκης τρανή, του Γιώρη ο Δημητράκης…
– Ά, του αντάρτη, ο Δημητράκης…

Σιωπή!

***

ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ 1959

Αύριο,
θα πάμε στον Ξερόκαμπο…,
στη γιαγιά σου, την Παναγιώτα…
– Θά ‘ναι και η τρανή μου παππούλη εκεί;

Ρωτάω,
μα δεν παίρνω απάντηση.

***

ΦΕΥΓΕΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΞΗ

Μάνα
θα πάω κι εγώ
μαζί με τον πατέρα,
θέλω να του κρατάω την παλάντζα,
να τον βοηθάω,
όταν ζυγίζει τα κεράσια.

Να τα πουλήσουμε,
να φέρουμε λεφτά στο σπίτι…

***

ΠΑΓΩΝΕΙ ΤΟ ΧΕΡΑΚΙ ΜΟΥ

Όλο γελάει μάνα,
μα το χεράκι μου,
παγώνει μέσα στην παλάμη του.

***

ΣΥΜΒΟΥΛΗ Ι

Να βάλεις παράθυρα στο πατρικό.
Αυτό, παιδάκι μου μην το ξεχάσεις…

Να μη μας κοροϊδεύει ο κόσμος.

***

ΩΡΑΙΟΣ ΣΑΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ

Μάνα
λάμπει το κεφάλι του
σαν το κεφάλι τ’ Άη Γιάννη,
πλάι στην Ωραία Πύλη.

*Από τη συλλογή “Κλίνη Σπόρου, Καλή”, εκδ΄σεις Οροπέδιο, Αθήνα 2010.