Γιώργος Σαράτσης, Θα φύγεις νύχτα (Τρεις σκέψεις)

tha-figeis-nixta


Αναγραμματισμός

Θα με βρεις στο απρόσμενο της μελαγχολίας ή στο στενάχωρο μιας ακόμα ημέρας. Αν τυχόν δε με εντοπίσεις, δε θα ’ναι ακόμα η ώρα. Έπειτα, αναλώνεσαι στο περί-μενε. Το άγνωστο θα παραμείνει άγνωστο και ’σύ ένας ακόμη άντρας χωρίς ηλικία.

Αϋπνία. Πού είναι τα χάπια μου; Θα μείνω μαζί σου για να μπορώ να ερμηνεύω τους εφιάλτες μου. Πού είναι η καρδιά σου; Κενό. Αδιέξοδο. Θέλω να βρίσω. Να πετάξω έπιπλα, βιβλία και ρούχα απ’ τα παράθυρα. Να ηρεμήσω σ’ έναν άδειο από παρουσίες χώρο. Μανία με αντικείμενα, μανία με λέξεις, μανία με στάσεις, θέσεις, σκέψεις, μυρωδιές… Έπειτα, διασχίζεις εν αγνοία σου τα σύνορα της συνείδησης. Είναι αργά, σου λένε… Είναι αργά. Αργά…

Και ’σύ, απών.

***

Περιττό

Δεν υπήρχε λόγος να σ’ αμφισβητήσω. Μου ζήτησες να σου γράψω μια σελίδα και σου ’γραψα. Να πετάξω τα παλιά σου ρούχα και τα πέταξα. Να σε συνοδεύσω στην τελευταία μας έξοδο και το ’κανα. Κι ας ήμουν -όπως μου ’πες το επόμενο πρωί- πρόχειρα ντυμένος.
Διπλώνω το αριστερό μανίκι. Το δέρμα από κάτω ξηρό. Το σώμα, σκέφτομαι, είναι πληγή. Λογαριάζει πάντα μ’ επιθυμίες και χάνεται. Κουράζεται απ’ το βλέμμα των άλλων κι αγριεύει. Πες το αμηχανία, πες το απόγνωση, το σίγουρο είναι ότι μαζί του γεννιέται μια ανερμή-νευτη κατάρα που το οδηγεί προώρως στη φθορά.

***

Μετά από ψιλόβροχο

Παρεξήγηση. Δείχνεις αγριεμένη τα δόντια σου, αρπάζεις την τσάντα σου και φεύγεις. Έμειναν δυο-τρία αλαφιασμένα βλέμματα να βολοδέρνουν στο κενό. Έπειτα, το ’ριξα στις κακές συμπτώσεις. Ό,τι πρόλαβα να περισώσω, κάποιες άπραγες σκέψεις ή λίγες μετρημένες συγγνώμες που δε βοήθησαν ποτέ κανέναν.

Ρώσικη ρουλέτα οι στιγμές μας. Σαν μας κάτσει το αναίτιο… Κι έτρεξα να σε προλάβω. Ζητούσα τις παλάμες σου. Μάταια. Χάθηκες μέσα στο ψιλόβροχο. Πήγες να επιβιώσεις, είπες, σε δυσκολότερα κλίματα.

*”Θα φύγεις νύχτα”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2012.

Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

d1

Σεισάχθεια στον ήλιο

Μπορούσες να διακρίνεις τις ώρες
1520 ακριβώς

από την πλημμυρίδα του φωτός

τα άνθη είχαν λυγίσει τη μέση τους
η γη δεν ήταν παρά μόνο κοντά
κι εκείνη βρισκόταν ήδη τόσο μακριά
που θα την άγγιζες

έστω και μέσα από σχισμή στα κάγκελα
είχε προλάβει να απορρίψει λέξεις όπως
επιστροφή, ερημιά, επωδός
και δεν θα σε γνώριζε.
Είχε άλλες
εκόμα, εσφαλώς, ερμονία

σε λίγο ο δρόμος θα ξεφόρτωνε οχήματα
ο ουρανός θα ξεφόρτωνε άστρα

ο λόφος θα ξεφόρτωνε βουνά

το χρέος θα ξεφόρτωνε ανθρώπους
η γη θα ξεφόρτωνε την κίνησή της

μόνο φως κι ούτε σκιά
ούτε φιλιά ούτε τίποτα
το Βερολίνο δεν υπήρχε
ούτε και το τείχος

***

Σημειώσεις ενός σημείου στίξης

Ο κόσμος κατέβηκε στο κεφάλι του

είχε καταβροχθίσει τους γείτονες του

και στρογγύλευε συνέχεια

σε κάθε βήμα τσουλούσε πάνω στα χορτάρια
δεν μπορούσε να ανέβει ούτε στις χαραμάδες
και δεν περνούσε τις σχισμές
και σε κάθε άνοιγμα των χειλιών κάποια λέξη θα προέκυπτε
ταιριαστή θα ήταν

σήμερα, ίσως, αυτή, εγώ, πέρα, θέλω
Θα κοίταζε οτιδήποτε σφαιρικά
Θα μιλούσε οπωσδήποτε σφαιρικά

Θα έφτιαχνε σκιά αναμφίβολα σφαιρική
Με σφαιρικό τρόπο όλα τα προηγούμενα
Είναι μια τελεία

Κοπανάει τον αέρα

με τον τρόπο που όσοι μετεωρίζονται
μεταξύ άλλων ανθρώπων

σχηματίζουν το τέλος

***

Μια πόλη για τον Φραντς

Αγαπημένε μου Φραντς

δεν είναι που το πρόσωπό σου ξεχειλώθηκε
και μοιάζει με λαμπαδιοδρομία

εν μέσω τουριστών

ούτε το γεγονός πως οι λέξεις σου φτώχυναν
και ο Πατέρας εμφανίζεται να υπαγορεύει

την ανησυχία και τις κραυγές που χύνονται
ούτε και τα δοκάρια που πήραν το όνομά σου
ούτε φυσικά πάλι ότι σε έκαναν έρμαιο
συναισθηματικής αδυναμίας

μιας μιζέριας απόλυτης, αυτο-καταστροφικής
που βαστούσε λέξεις σαν κομποσκοίνι

και στέκεται σαν γιορτινός φάρος

για να απομακρύνει τη θλίψη από τα πατώματα

είναι που η προκυμαία και η γέφυρα

δεν είναι τα μέρη για να σχηματίζονται ουρές πίσω από ομπρέλες
και φωνές πολύγλωσσες και καλντερίμια με χάρτες

αλλά εκεί που σπαράσσουν τα καράβια

αλλά εκεί που στόματα ξεδιψούν

αντίκρυ στο βάθος και στη γεωμετρία των τόπων

αλλά εκεί που οι αγαπημένοι συναντιούνται

όταν χωρίζονται από τις όχθες

και φεύγει ο ένας προς δυσμάς

και η άλλη προς ανατολάς

αλλά εκεί που οι σειρήνες

την νύχτα ανεβαίνουν για να προσευχηθούν

αλλά εκεί που οι γυναίκες δοκιμάζουν την αντοχή

της ίδιας τους της σάρκας

πριν τοποθετήσουν την μοίρα τους

στα χέρια των αγαλμάτων

Φραντς η πόλη σε πλημμύρισε και δεν μαζεύεσαι

ούτε με σφυρί
ούτε με καλέμι

είναι καιρός να γίνεις το ποτάμι

*Από τη συλλογή “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα”, εκδόσεις “Κουκούτσι”.

Φαίδων Μουδόπουλος-Αθανασίου, Τρία ποιήματα

xa_ptosi_600x400-1-600x330

Τίμημα εκσυγχρονισμού

Για δες πώς λησμονάνε την χώρα μου,

την ωραιοτέρα πασών.

Αγγέλους χάρτινους εστείλανε,

με κοντυλοφόρους πλαστικούς
να υπογράψουν τα συμβόλαια της ντροπής.

Με μάγους ξένους, των Αζτέκων και των Μάγια
και με παπάδες δανεικούς από τη δύση
κηδεύουν το αρχαίο πνεύμα αθάνατον

και με τον Ράμπο για κοράκι το εθάβουν.

Εν είδη αρχαίου μάντη Τειρεσία

οι διεφθαρμένοι σκάρωσαν την πτώση.
«για να ευδοκιμήσουν οι αριθμοί»

στη χώρα όπου ευδοκιμούσε πάντοτε
το σταφύλι, η τραγωδία, ο άνθρωπος
και το κλαδί ελαίας

αντί για πλαστικό χρήμα,

πολυεθνικές και συμβόλαια αθλητών.

Για δες πώς λησμονήσαν την χώρα μου,

την ωραιοτέρα πασών.

Φύτεψαν τράπεζες
στην θέση κάθε ιωνικού ναού και ελιάς
και το Φ που κοινωνούσε ο Παρθενών
μετατράπηκε στο Χ του χρηματιστηρίου.

Και οι φύλακες της πολιτείας τα ενέκριναν
–όνειδος και ύβρις.
όλα

με νόμους

Για δες πως λησμονήσαν την χώρα μου,
την ωραιοτέρα πασών.

***

Σοφοκλέους Συνομιλία

Στον Δ. Περοδασκαλάκη

Ω φαεννότατον ἔρεβος.
έρεβος αιθέριο και διάφανο,
σκοτάδι λαμπυρίζον…
γενεσιουργό σχεδόν
άμα
το καλοσκεφτείς

από το σκοτάδι φως
ή απ’ το φως σκοτάδι;

κάπου εκεί στην μέση βρίσκεται ο Άδης
που καρτερά

και με τον χάροντα βοηθό

χωρίζει τις έννοιες,
δεξιά ή αριστερά από της Στύγας το νερό…

σκοτάδι για ζωή, ελευθερία για θάνατο…


Ὦ φαεννότατον ἔρεβος.

***

–Ζ–

Χάβρα.

Δεκαπέντε λεπτά χάους και σούσουρων

στο κοινοβούλιο.

Στη συνέχεια επανέρχεται στον προεδρικό θώκο
ο κύριος Π. όπως Πρώτος

στη θέση της υπεροπτικής κυρίας Ζ. όπως Ζωή.

—Όχι αυτός δεν Ζει.

Τον σκότωσαν χρόνια πριν.

Αυτοί.

Και δημιούργησαν την ομάδα Ζ αστυνόμευσης.

Τον εξαφάνισαν,

και το Ζήτα, damnatio memoria
eπλέον αντιπροσωπεύει τους δολοφόνους του.

*Από τη συλλογή “Ιστορίες Κρίσης (και άλλων παραγόντων), Εκδόσεις Οσελότος, Αθήνα 2016.

Γιώργος Δάγλας, Πλοίο

Επιστρέφω
να ράψω ερμητικά
τα μάτια των προδωμένων
τα ράκη να φορέσω των μοναχών
και στους καταραμένους
την άφεση να δώσω.
Έρχομαι
να πέσω εδώ στη μέση της αρένας
χωρίς αίμα και μνήμα
χωρίς καθρέφτη κι ελπίδα
χωρίς Αίγυπτο, Ακαρνανία και όρη.
Τα βήματα του θηρίου ακολουθώ
την μυσταγωγία του ανομολόγητου έρωτα.
Ορκίζομαι στο όνομα των πλοίων
που δεν έλυσαν ποτέ τα σχοινιά τους.
Εκλιπαρώ το τρύπιο βλέμμα
ανοίγω τον στρόβιλο των νεκρών ημερών.
Έρχομαι με τους τελευταίους να πέσω.
Εδώ στη μέση της αρένας.
Κορμοί δέντρων
σε μακρινά ποτάμια
που κύλησαν ως εδώ.
Άγνωστοι που χτύπησαν ένα βράδυ
την πόρτα μας
και δεν τους ανοίξαμε.
Λύκοι που πέθαναν από μοναξιά
στις άγριες πόλεις.
Τυφλά πουλιά
πάνω από εξωτικά νησιά.
Κορμοί δέντρων
σ’ ορμητικά ποτάμια.
Αν το σκεφτούμε λίγο
ένα πλοίο μπορεί να είναι.
Ένα πλοίο φάντασμα
που φεύγει κι επιστρέφει άδειο
σ’ ένα νησί που δεν υπήρξε ποτέ.
Και ξαφνικά
το λιμάνι γεμίζει φωτιές,
αιωνόβιοι τεχνίτες σκαλίζουν την πέτρα
παιδιά ανεβασμένα στα δέντρα ουρλιάζουν.
Μια γυναίκα ντυμένη στα άσπρα
μοιράζει ψωμί.
Αν το σκεφτούμε λίγο
ένα πλοίο μπορεί να είναι

Ένα πλοίο φάντασμα.

**Από το cd “Καντάδες για ένα δαίμονα”. Ποίηση Γιώργος Δάγλας, μουσική Βασίλης Λαγός, ερμηνεία Ντόρα Βλάσση, Otherside Records.

Χρήστος Ντάντος, Τρία ποιήματα

dados063

ΕΚΤΟΣ ΤΟΠΟΥ

Ταξιδεύω… Μεθυσμένο βλέμμα
στρώνει μπρος μου τη γραμμή.
Ασταθμάρχητοι σταθμοί.
Άφαντοι οι μοιραίοι κλειδούχοι.
Κι όλο ρέω… Ανεπίστροφο νερό…
Προσηλωμένος πάντοτε, το τρέχον να θωρώ
(καμιά φορά κλεφτά, νοσταλγικά το πίσω).
Ένα της τύχης μόρφωμα θερμό – ονειρικό
(ενσάρκωση αστρόσκονης σε ανθρωποθεό
διά σώματος Αθανασίας και Νίκου).
Απ’ τα μισόλογά μου κοιτάζω να πιαστώ
τη σιωπή μου εν καιρώ
να καταφέρω ν’ αγαπήσω.

Ταξιδεύω… Ανταποκριτής της μεγάλης ζωής.
Της χθεσινής: μακρινός συγγενής.
Της άγνωστης αυριανής: ανεπιθύμητος ξένος.
Και είμαι τρένο – μόνο μηχανή (σβηστή)·
κανένα πίσω μου βαγόνι.
Σπρωγμένη είμαι χρονομηχανή
στη μαγεμένη αδράνειά της.
Και πάω πάω, γκάπα-γκουπ – γκάπα-γκουπ
(πίσω μου ήσυχα, ξηλώνεται κι η διαδρομή).
Κανένας πλάι μηχανοδηγός. Καμιά φορτωτική.
Σε τελικό προορισμό, κανένα.

***

ΔΙΧΩΣ ΕΠΟΧΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ

Χνουδωτή πολύχρωμη
κοντόχοντρη κάμπια τώρα
(κίτρινο προσκολλημένο αβγό
πίσω από σαρκώδες ψυχόφυλλο κάποτε).
Έρπω αργά-αργά πάνω σε παχύ συναίσθημα…
Πράσινο συναίσθημα τρέφομαι.
Πράσινο περίττωμα αποβάλλω!

Κι ο μεταξοειδής αδένας μου
(αν και υπολειτουργώντας πλέον)
νήμα κολλώδες λεπτεπίλεπτο
κουκούλι χρυσαλίδας θαυμαστό
να εγκλειστώ και να μεταλλαχτώ
κι επίτηδες που δεν θα το τρυπήσω.

Μεταμορφώσεις πλέον μόνο εν κρύπτω.
Τέρμα για σας τα ορατά των αοράτων.
Θαύμα, αγίας συμμετρίας των φτερών
χρωμάτων πανδαισία καί σχημάτων
(αγνώμονες, από επιδοτημένο παρελθόν εσείς
οι του ωραίου καλομαθημένοι τζαμπατζήδες,
οι είρωνες, του όλο τι θέλει
και τι θέλει να μαάς πει εδώ ο ποιητής)
ξανά ποτέ —ποτέ να μην σερβιρισθείτε.

***

ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ

Μάχομαι ακόμη στίχο-στίχο,
κι από μεταφορά εκρηκτική
σε τροχιοδεικτική παρομοίωση,
με δάκτυλους, τροχαίους και ίαμβους
σποραδικούς αναπαίστους…

Κι ενώ οι στροφές μου
έχουν όλες ανατιναχτεί
οι απαγγελίες σχεδόν
καταρρεύσει,

η μπάντα της ψυχής
ενορχηστρωμένη πλούσια
σε αδικαιολόγητη έξαρση
(η μεγάλη αφελής)

σαν κατεδαφισμένου ρολογιού
τον επιζώντα κούκο,
στην ώρα της γλυκόλαλα βγαίνει
και σε ζωής εκτεταμένα ερείπια
το δέον κουκοφωνίζει.

*Από τη συλλογή “Επί ανέμων ασπαλάθων και απήγανων”, εκδόσεις Οροπέδιο, Αθήνα 2014.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Αποσπάσματα

tsalahouri065

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

Το αίμα μου βαρύμοχθα δεν έζησε – Επαγγελματίες Θαυμάτων ήτανε – Επί εκατονταετία – Σε αλίμενα νησιά – Χωριά φαντάσματα στα βράχια – Εργολαβία στον παπά για να ’χει πελατεία -Συγκεκριμένα – Δακρύζανε εικόνες με υπομονή ιώβεια ζεσταί-νοντάς τις με κεριά – Από εικόνα δακρυσμένη κερδίζανε πολλά αλλά ήταν σπάνια η επιτυχία (Η εικόνα από αιωνόβια έπρεπε ελιά ή βελανιδιά – Το δέντρο που με ακρίβεια χρονολογεί του εαυτού του την πορεία – ) – Ή τάχα μου ξεβράζανε στα βότσαλα ή σε άμμο την Παναγία με τον Χριστό της αγκαλιά -Ένας ψαράς καημένος την έβρισκε και τα ’χάνε απ’ το δέος τέτοιας μοίρας – Η ίδια η Θεοτόκος σ’ εκείνον να ζητήσει προστασία – Και στου νησιού την εκκλησία με Θεία Λειτουργία αυτός να την αφήσει επίσημα – Ή ξέχωναν χαράματα νεκρούς σε κοιμητήρια – Και τις κλειδώσεις των ποδιών τους κομμάτιαζαν με σφύρα υποκρινόμε-νοι Θεού την τιμωρία – Μ’ όλους σκιαγμένους οργάνωνε παπάς αγρυπνία – Με οβολό που έφτανε και για τη θαυματοποιία – Το αίμα μου βαρύμοχθα δεν έζησε – Επαγγελματίες Θαυμάτων ήτανε – Επί εκατονταετία –

***

ΜΟΡΦΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ

Επείγοντα – Μακρόχρονος νοσηλευτής Νοσοκομείου Ατυχημάτων – Ξερός από τη θέα των τραυμάτων – Λέει σκορπώντας ησυχία σε Πιλότο επί τησ νησ που ουρλιάζει να φύγει με μανία – ‘‘Θα νοσηλευτείς για πάνω από έξι μήνες σε νάρθηκες και γύψους – Για να μπορείς απλώς με λάμες και με βίδες να κάνεις ένα βήμα Μα ο Πιλότοε δεν βγάζει τα τρία χειρουργεία – Παραλαμβάνεται από γραφείο κηδειών με τους γονείς του συνοδεία – Για να ενημερωθούν ψυχρά πως πρέπει να γίνει με φέρετρο κλειστό η κηδεία -Ο μορφασμός του στην πόρτα του Κενού δεν κατακάθισε στη μούρη του ως νεκρού – Δεν κατακάθισε στη μούρη του ως νεκρού – Ο μορφασμός του στην Πόρτα του Κενού – Επείγοντα –

***

Το αγόρι με τη μάινα στον ώμο

Στη συνοικία Κλώνο 7ου Μπρονξ – Αποβάθρα μεταναστών -Πληθώρας υπογείων – Του εγκλήματος — Της προσφυγιάς της υδρογείου – Το αγόρι απ’ το Γκντανσκ – Με τη μάινα στον ώμο -Που πάει με βήματα γοργά – Μαθήματα βιολιού – Μαγεύει με τη μουσική στον πάτο μας ποντίκια – Που μπαίνουν από φωταγωγούς και λούκια – Μαζεύει με τη μάινα στον πάτο μας ρεβίθια – Για να γυρνάμε στην πολυκατοικία – Η δασκάλα μάνα του Alicja -Για να ζήσει τη φαμίλια – 77λένει δυο ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα – Ο πολιτικός μηχανικός πατέρας Lech και στη συνοικία μπογιατζής – Πίνει τα πόδια του στη γωνιακή ΕΒΓΑ μέχρι το χάραμα – Το αγόρι όμως απ’ το Γ κντανσκ – Με τη μάινα στον ώμο – Που πάει με βήματα γοργά – Μαθήματα βιολιού – Μαγεύει με τη μουσική στον πάτο μας ποντίκια – Που μπαίνουν από φωταγωγούς και λούκια – Μαζεύει με τη μάινα στον πάτο μας ρεβίθια – Για να γυρνάμε στην πολυκατοικία – Ώσπου το αγόρι απ’ το Γκντανσκ – Απ’ του πατέρα του μια οργή – Μια νύχτα που’ χει παραπιεί – Βρίσκει κομμάτια το βιολί – I Κι η συνοικία Κλώνος Του Μπρονξ θα τον ρουφήξει σαν την τρύπα – Ανήκει πια στα Μακριά Παλτά μια συμμορία – Μισεί και την Ελλάδα και την Πολωνία – Η μάινα κορακιάζει η κακομοίρα – Τα νέα του από κάποιον – Που από πιοτό γυρνάει σαν τη μύγα – Μαγκώθηκε από μπάτσους ως τσιλιαδόρος σε ληστεία – Θα κάνει καιρό να ξαναδεί την κοινωνία – Αλλά κι εμείς δεν ζήσαμε καλύτερα – Γέμισε ο πάτος μας ποντίκια – Που μπαίνουν από φωταγωγούς και λούκια – Δεν βρίσκουμε ρεβίθια – Για να γυρνάμε στην πολυκατοικία -Στη συνοικία Κλώνο Του Μπρονξ – Αποβάθρα μεταναστών -Πληθώρας υπογείων – Του εγκλήματος — Της προσφυγιάς της υδρογείου

*Από το βιβλίο “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2016.

Alex Antonopoulos, All that’s white

6c8fdde4d45649398b5aa2f46a0e77c2

Can a wounded man touch a flower’s head?
Yes, I think he can.
It runs, of course, between the fingers and the petals;
its smell blocks the flower’s scents;
its color converts all that’s white on that flower –
Let me start again.
Look, a wounded man can -he is allowed- to touch a flower’s head.
Our fellow priests consider this to be God’s pity. They are not wrong.
Our fellow poets agree with the priests: Yet of another truth they talk.
Feel the liquid as it bathes the silk. Breathe the warm odor.
Don’t you get it yet?
The poets have been whispering it all along.
Flowers are more beautiful
when soaked in blood’s bloody red.

*For more poems by Alex Antonopoulos, please visit: http://www.alexantonopoulos.com

Γεωργία Τρούλη, Β- Κυρίως το Α

%cf%83%ce%ba%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%bf6

Υπήρχε μια μικρή βουλίτσα
Αγωνία
Γιγαντώθηκε
Συνάντησε μια άλλη βουλίτσα αγωνία
Σε μια περιοχή που άρχιζε από Β
Ενώθηκαν οι αγωνίες
Και όταν η μία συνέχισε τον αγώνα
Κι η άλλη άρχισε να ηρεμεί
Ήθελε να αγωνιά
Ήρθε τότε ένα μπαλάκι κρυμμένο
Αλλά με πολλή αγωνία
Κι άρχισε να αγωνιά
Την ένιωσε η αγωνιούσα αγωνία
Την αγωνία
Αλλά με σύνεση
Άρχισαν να πετάνε βουλίτσες
Η μία αγωνία στην άλλη
Συνεχίστηκε καιρό
Και η αγωνία τους μεγάλωσε
Δεν συναντήθηκαν ποτέ
Κι ας είπαν η μια βουλίτσα στην άλλη
‘Σε θέλω σαν αγωνία για ό,τι όμορφο’
Η ήρεμη αγωνία που λίγο είχε αρχίσει να αγωνιά
Έγινε από βούλα τελεία, πολλά θαυμαστικά,
Παρένθεση και μετά τελεία.
Όταν ηρέμησε για τα καλά
Έγινε το γράμμα
Κυρίως το Α
Από το οποίο αρχίζει η αγωνία
Κι εκεί έληξε το παιχνίδι
Έμεινε το Α
Οι βουλίτσες
Άρχισαν να γίνονται τρίγωνα
Μετά τετράγωνα
Στο τέλος
Κύκλοι

*Το σχέδιο της ανάρτησης ειναι της ποιήτριας.

Leonard Cohen, Tέσσερα ποιήματα

Η Σουζάνα σε κατεβάζει

Η Σουζάνα σε κατεβάζει
στο τσαρδάκι της στην ποταμιά,
μπορείς κι ακούς τις βάρκες που περνάνε
μπορείς να μείνεις τη νύχτα μαζί της
και το ξέρεις ότι είναι μισότρελη
αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι που πήγες
και σε ταΐζει τσάι και πορτοκάλια
που ήρθανε κατ’ ευθείαν από την Κίνα.
Και τότε ακριβώς που θες να της πεις
πως δώρα δεν έχεις να της δώσεις,
σε μπάζει στη δικιά της γλώσσα
κι αφήνει το ποτάμι ν’ απαντήσει
πως ήσουνα ο εραστής της πάντα.
Και θες να ταξιδέψεις μαζί της,
τυφλός θες να ταξιδέψεις
και ξέρεις πως μπορεί να σ’ εμπιστευτεί
γιατί άγγιξες το τέλειο σώμα της
με το μυαλό σου.
Ο Χριστός ήτανε ναύτης
σαν περπατούσε πάνου στο νερό
κι ώρα βιγλίζοντας πολλή περνούσε
από ένα πύργο ξύλινο μοναχικό
κι όταν στα σίγουρα έμαθε
πως μόνο οι πνιγμένοι να τον δουν μπορούσαν
είπε πάντες ναύται γενέσθων
έως αν η θάλασσα αυτούς ελευθερώσει
αλλά ο ίδιος πολύ πριν ανοίξει
ο ουρανός έγινε κομμάτια
εγκαταλειμμένος, σχεδόν ανθρώπινος,
βυθίστηκε κάτω απ’ τη σοφία σου σαν πέτρα.
Και θες να ταξιδέψεις μαζί του,
τυφλός θες να ταξιδέψεις
και σκέφτεσαι να τον εμπιστευτείς
γιατί άγγιξε το τέλειο σώμα σου
με το μυαλό του.
Η Σουζάνα σε παίρνει απ’ το χέρι
στην ποταμιά κάτω σ’ οδηγεί
φοράει κουρέλια και φτερά
από παλιατζίδικα του Στρατού της Σωτηρίας.
Χύνεται ο ήλιος σαν το μέλι
στην Παναγιά του λιμανιού
και σου δείχνει πού να κοιτάξεις
μέσα στα σκουπίδια, μέσα στα λουλούδια
υπάρχουν ήρωες μες τα φύκια
υπάρχουνε το πρωϊνό παιδιά
που σκύβουνε για αγάπη
θα σκύβουν έτσι πάντα
ενώ κρατά η Σουζάνα τον καθρέφτη.
Και θες να ταξιδέψεις μαζί της
και θες τυφλός να ταξιδέψεις
κ’ είσαι βέβαιος πως μπορεί να σ’ έβρει
γιατί άγγιξε το τέλειο σώμα σου
με το μυαλό της.

***

Ο λόγος που γράφω

Ο λόγος που γράφω
είναι να κάνω κάτι
τόσο ωραίο όπως εσύ.
Όταν είμαι μαζί σου
θέλω να ’μαι ήρωας τέτοιος
όπως πάσχιζα να γίνω
όταν ήμουνα εφτά χρονώ:
ένας τέλειος άνδρας
που σκοτώνει.
`
***

Ένα πρόσωπο που τρώει κρέας

Ένα πρόσωπο που τρώει κρέας
θέλει να χώσει τα δόντια του σε κάτι,
ένα πρόσωπο που δεν τρώει κρέας
θέλει να χώσει τα δόντια του σε κάτι άλλο.
Αν σ’ ενδιαφέρουν αυτές οι σκέψεις
έστω και για ένα λεπτό,
είσαι χαμένος.
`
***

Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει

Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει
στο βαθυπράσινο το λόφο πάνω,
έτσι σημάδια δεν αφήνει και το σώμα μου
πάνω σου, ούτε ποτέ θ’ αφήσει.
Όταν γεράκι κι άνεμος συναντηθούν
μετά τι τους απομένει;
Έτσι εσύ κ’ εγώ συναντιόμαστε,
γυρίζουμε ύστερα, αποκοιμιόμαστε μετά.
Καθώς αντέχουν πολλές νύχτες
χωρίς φεγγάρι ή άστρο
έτσι κ’ εμείς θα το υπομείνουμε
αν φύγει ο ένας μας μακριά.

*Μετάφραση: Ανδρέας Αγγελάκης.
**Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/33712/index.html

46ea810bed196df8fec95a687c702e76

Ισμήνη Γεωργίου Λιόση, Τρία ποιήματα

arcanalast-02

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΚΙΤΡΙΝΟΥ

α. το κίτρινο και το σώμα παρόν
με γλώσσα εμμονή
για φιλιά δηλητήρια
γδυνόταν από χέρια ανδρός ληστή
και σφαζόταν
χωρίς αιματοχυσίες και δράματα
μόνο με οίστρο
σε στρώματα σε χώματα σε χρώματα
σε παλαιούς ανελκυστήρες
σε ποιήματα του Πρεβέρ σε σινεμά του Μπέρκμαν
σε νύχτες άνευ σεμνοτυφίας
κυλιόνταν και φεγγαριάζονταν
γυναίκα και κίτρινο ερωμένο

β. ω πόση η ευτυχία των ιδαλγών εραστών
επί του τετελεσμένου βίου του ρούχου
η μνήμη του σαν όφις ελίσσεται και δαγκώνει
με κίτρινα φαρμάκια με κίτρινα μαλλιά κίτρινο πνεύμα
και κίτρινη ακραία αγάπη σαρκική

γ. το κίτρινο κατευθύνεται
με χείλη κόκκινα από Ισπανικά φιλιά
προς την ασύμπτωτη καμπύλη
του διαφεύγοντος
προς ένα φλογερό μηδέν
αυτό του απόντος σώματος
ατάσθαλου παλαιόθεν
αυτό του διεστώτος ες αεί προς τον ρεαλισμό
ομνύει ύστερα στις αμαρτίες του
και στο σφαγείο
όπου ριγεί και κόπτεται
ως η Γενετυλλίς των Ποιημάτων

***

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ

α. συγγράφει ποίημα που μόλις
πιάστηκε στην κοιλιά του μυαλού της

– Κύριε αρχιτέκτονα της χλωρίδας κάνε
να φυτρώσουν τα λουλούδια του πάθους
στην καρδιά μας από γέρικο γιασεμί
κάνε το σώμα μας από ηλικιωμένο κισσό
αναρριχώμενο στα μέλη του άντρα
γεράκι αγάπης σαρκοδίαιτο
-ας γίνει είπε ο λόγος του
κι έσκασε μαύρο γαρύφαλλο
ανάμεσα στα γυναικεία σκέλη
όπου ο εραστής μαόνι έσκυψε και το μύρισε
φιλώντας το σεβαστικά

β. έβλεπε
μέσα απ το δάσος κινούμενο δένδρο
τον άντρα να έρχεται με τρυπημένα φύλλα
μύριζε λίμνη
είσαι το ασυνείδητο είπε
και το χέρι της αρωγός χόρεψε
με τις ξυπόλυτες πατούσες του
ως τα φαγωμένα του χείλη
με εκείνα τα φρέσκα ματωμένα ποιήματα

γ. άραγε γιατί να απαγορεύεται
να ερωτεύεσαι ένα ζώο μικρό;
ω οι πόθοι του κίτρινοι πιτσιλωτοί
με κόκκινους ψιθύρους
αποφαίνεται πως ευγενείς της νύχτας είναι
μικροί άντρες από πράσινη γέλη
κι όχι πριγκιπόπουλα από κερί
λιώνουν στο πρώτο εκκλησίασμα της σάρκας
κι όσο απαγγέλει
εκείνο το id την κοιτά ακίνητο
μέσα απ το νούφαρο

***

ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΟΡΝΕΙΟ

α. to σπίτι μας είναι μία κλειδωμένη νύχτα
η μέσα γυναίκα τρομακτική
με βαθυκόκκινο φουρό και ενώτια από δυναμίτη
μιλάει με οιωνούς
απόψε κι άλλοι άντρες του Άδη
θα μαγαρίσουν το φουστάνι της

β. κύριοι αλητεύουν καπνίζουν διαπομπεύουν το βασανισμένο σώμα της ενδεδυμένο ακόμη
πριν τίξει την σάρκα του και γίνει ψυχή

γ. κάτω απ’ την γλώσσα
επί της γλώσσας
η γλώσσα της λειχίας και της ποίησης
είναι το κλειδί της ευτυχίας τους
δεν το γνωρίζουν

δ. είμαστε δώρα
νταν ντιν νταν σήμαντρα σωματικών ειδήσεων
εν ποιήσει γυναίκες νυχτερίδες
κρεμασμένες ανάποδα
απ’ τα σιβυλλικά μαλλιά μας
οιωνίζουμε την μοίρα των κυριών

ε. αθανασία στο ποίημα
η ποιήτρια καταζητείται
τα νύχια της ποίησης βοηθάνε
να χαράξετε ονόματα χαράς
πάνω στους τάφους σας

ζ. η ποίηση φοράει πάντα μαύρα φτερά
και ακριβά μωβ παντελόνια
αντιγράψτε την ποίηση
φορέστε μαύρα φτερά
κι ακριβά μωβ παντελόνια

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra – Νεκροταφείο Φορεμάτων”, εκδόσεις Τύρφη.