Antonin Artaud, Μαύρος ποιητής

antonin-artaud-5

Μαύρε ποιητή, ο μυχός μιας μικρής παρθένας
σε στοιχειώνει
ποιητή στυφέ, βράζει η ζωή
και ζεματάει η πόλη,
κι ο ουρανός σουρώνει σε βροχή,
στην καρδιά της ζωής η γραφίδα σου γδέρνει.
Δάσος, δάσος, μάτια βρίθουν
στα πολλαπλασιασμένα κουκουνάρια πάνω·
μαλλιά καταιγίδας, οι ποιητές
καβαλικεύουνε άλογα, σκυλιά.
Τα μάτια λυσσομανούν, συστρέφονται οι γλώσσες
ξεχύνεται μες στα ρουθούνια ο ουρανός
σαν γάλα θρεπτικό και γαλανό·
απ’ τα στόματά σας κρέμομαι
γυναίκες, καρδιές όξινες σκληρές.

*Aπό το βιβλίο “Γάλλοι Καταραμένοι Ποιητές: Απάνθισμα, 13ος – 20ός Αιώνας”, μετάφραση: Ελένη Κόλλια, εκδ. Ηριδανός.

Roger Gilbert-Lacompte, Διαθήκη

lire-roger-gilbert-lecomte

Έρχομαι από μακριά από πολύ πιο μακριά
Από όσο θα μπορούσε κάποιος να πιστέψει
Και τα όρια της νύχτας των ονείρων της πείνας
Ξέρουν μοναχά την ιστορία μου
Με τα νύχια της με τα δόντια της αυτή που είναι παντού Με πόνεσε
Και ειδικά ειδικά το φοβερό λασπερό της βλέμμα
Με πόνεσε
Εάν τώρα κοιμάμαι αγκυροβολημένος στο λιμάνι της δυστυχίας
Είναι που δεν μπόρεσα ποτέ να πω φτάνει
Στην αθλιότητα
Έπεσα στον πάτο του κόσμου
Και χωρίς πυρσό
Βυθισμένος στα έγκατα της λησμονιάς γεμάτης αχρείους οίκτους
Όμορφης μόνο για μένα

*Από το βιβλίο “Γάλλοι Καταραμένοι Ποιητές: Απάνθισμα, 13ος – 20ός Αιώνας”, μετάφραση: Ελένη Κόλλια, εκδ. Ηριδανός.

Γεωργία Τρούλη, Τζόκερ – Κόψαν και μοίρασαν

%cf%83%ce%ba%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%bf9

Κάθισαν στο τραπέζι αντικριστά
Άπλωσαν τα χέρια
Πάνω στο ξύλο
Έκρυβαν καλά τα χαρτιά σε λινά μανίκια
Άφησαν στα μάτια μόνο ασπράδι
Το βλέμμα σε αναστροφή
Ακούμπησαν κατά λάθος τα πόδια
Κάτω από το τετράποδο
Στο οποίο κάποτε μεταμορφώνονταν.
Το φύλο τους δεν ένιωσε παλμό
Δεν μίλησαν για μια ώρα
Και σαράντα λεπτά
Όταν ο ένας έκανε να ισιώσει το φρύδι
Με μια κίνηση δακτύλων
Έπεσαν κατά λάθος
Μια βασίλισσα
Ένας τρελός
Και μια καρτέλα ρόμβων
Πάνω στο δάπεδο-
Ο άλλος έπρεπε τότε να επιλέξει
Για την συμφωνία
Που δεν επετεύχθει
Κι αυτό μόνο μέσα στα είκοσι λεπτά
Που απέμεναν
Με τα επιχειρήματα να σχηματίζουν
καρδούλες
ντάμες
βαλέδες
σπαθιά
Στην άκρη των χειλιών τους
Στους λεπτούς δείκτες ενός δειλινού
με πασπαρτού συγκινήσεις
Γιατί η ανάγκη για αφή είχε
εξουδετερωθεί από το πρώτο δίλεπτο
Η προσδοκία συνέχειας
Και το παιχνίδι,
Δεν ήταν ποτέ ανάγκη

*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.

Νίκος Σφαμένος, Τέσσερα ποιήματα

maxresdefault

Κάτι όμορφες νύχτες

περπατάς νύχτα στους έρημους δρόμους
στο μυαλό σου στριφογυρίζουν κάτι
παράξενες λέξεις
θυμάσαι τις απορρίψεις και χαμογελάς
χλευάζεις τη ποίηση της εποχής
τραγουδάς στη σιωπή
τα αστέρια γέρνουν στον ώμο σου
απλώνεις τα χέρια σου για να εκτοξευθείς
τρέμεις για ουρανό
γελάς δυνατά
επιστρέφεις στη κάμαρά σου
σκόρπια τα βιβλία
στο πάτωμα ποιήματα που ποτέ
δε διαβάστηκαν
κατεβάζεις μια γουλιά κόκκινο κρασί ενώ
στη τηλεόραση τα ταλέντα σχηματίζουν ουρές
χα χα
κάποιες νύχτες είναι τόσο όμορφες

***

Αυγουστιάτικο τραγούδι

το αηδόνι τραγουδά μονάχο του στις σκεπές
στη μέση τούτης της καλοκαιριάτικης
νύχτας
ανοίγω τα παραθύρια
ξαφνικά γίνομαι δυνατός
όπως πάντα ήθελα

***

Για έναν αναγνώστη

όχι
δεν είμαι σπουδαίος
είμαι εκείνος που θα ξενυχτήσει
κι αυτό το βράδυ
-με αγωνία ίδια με τη δικιά σου-
εκείνος που θα κοιτά απ’ τις κουρτίνες
όχι φίλε
εγώ καίγομαι εδώ
ακροβατώ σε λεηλατημένες πολιτείες
θα συναντηθούμε ίσως
στα άδεια μας μπουκάλια
στα βρώμικα παγκάκια
στις θολές λέξεις
κράτα τα καλά σου λόγια γι αλλού
γιατί εγώ καίγομαι
-και οι πόρτες της άνοιξης δε θ’ανοίξουν ποτέ-

***

Επιτυχία

μη ξεκινήσεις να γράφεις εάν δε βυθιστείς
εάν δε πεθάνεις χιλιάδες φορές
εάν δεν έχεις τίποτα να πεις για ό,τι βλέπεις
-τότε μη γράψεις-
ν’ αποφεύγεις τις ποιητικές βραδιές
κλείσου σε μια κάμαρα και δώστου να καταλάβει
να θυμάσαι πως το μεγαλύτερο μέρος της
σύγχρονης ποίησης
δεν είναι για ανάγνωση
ν’ αδιαφορείς για τους επαίνους
και ένας μοναχικός τύπος να ξετρυπώσει κάποτε
τα ποιήματα σου
και να βρει το κουράγιο
να κρατηθεί μια κρύα νύχτα
όπως και συ έκανες μ αυτά κάποτε
μόνο αυτό να σου αρκεί
-θα σημαίνει πως πέτυχες φιλαράκο-

*Η αρχική δημοσίευση εδώ: http://mogolospolemistisvalkaniosagrotis.blogspot.com/2009/01/blog-post_21.html

Από το “Σάρκινο Λόγο” του Γιάννη Ρίτσου

Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου.
Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.

Θανάσης Τζούλης, Τρία ποιήματα

page-03

Να βοτανίσω

Να βοτανίσω τη φωνή μου από τους ήχους των νεκρών
και προπαντός από τους ήχους των ποιητών

***

Καστανόχωμα για τα νεκροταφεία

Αγοράζουμε καστανόχωμα για τα νεκροταφεία

διαβάζουμε μπαίνοντας στα Γιάννενα από το νότο
με τον Αι – Γιάννη και την ομίχλη του
να κρύβει τ’ απόκρυφα των πεθαμένων

Άλλοι λένε λόγια παλαβά·
Πως η γραφή δεν είναι από ζωντανούς
και το χώμα ξενιτεύτηκε στη Βλαχιά
από τον καιρό του Ρόβα

Απ’ έξω μουλάρια φορτωμένα
που κατηφόρισαν από τη Λίπα και τη Δωδώνη
πουλούνε μάλλινα για τους νεκρούς
και ζέστη από παλιά χαλκουργεία
που αντέχει ακόμα στο κάλπικο κλίμα

Παράξενα που παχαίνουν τα σπίτια
όταν μένουν μόνα
λένε από μακριά οι πεθαμένοι
Αποθηκεύουν το λίπος τους
για ν’ αντέχουν στην ερημιά
με τα χαμένα μουλάρια

*Από το “Απόγευμα των μύρων” (1977).

***

Στην τελευταία παράγραφο του φεγγαριού

Τη νύχτα που αποκόβονταν το φεγγάρι από το γάλα του
και το αμπέλι μου έπεφτε στο μαλλί του
έβλεπα ένα απολιθωμένο παιδί
να παλεύει με το ποταμόσκυλο γύρω από ένα κόκαλο
ή κάτι σαν τέτοιο από παλιά παράγραφο
που είναι χαμένο το άλλο κείμενο
Στην αρχή τους πήρα για φίλους το λιγότερο
που έπαιζαν γύρω από ένα μαντήλι
ύστερα πήγα να βοηθήσω το παιδί που ήταν χωρίς κεφάλι
κι ανάβρυζαν τα λόγια του από τις πλάτες
δεν ήξερα ακριβώς από πού στάλαζαν
το είδα να φεύγει με το κόκαλο στο χέρι

Είναι η γλώσσα μου ούρλιαζε

και χτυπιόταν σαν το κοτσύφι στο αμπέλι
να σηκώσει κουρνιαχτό γύρω να μην το δουν
κι άνοιγε γούρνα μ’ ένα κουταλάκι
στην τελευταία παράγραφο του φεγγαριού
ή αλλιώς στη χάση του

Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα για το Πολυτεχνείο

Μονότονο εμβατήριο
(εικόνα απ’ το μέλλον)

Μονότονο εμβατήριο
βήματα στρατιωτών βαριά
στους δρόμους της άνεργης πόλης
φοβίζουν τα παιδιά
φοβίζουν τα όνειρα,
κάπου σ’ ένα τoίχο φθαρμένο
ανάμεσα σε σπίτια χαμηλά
κι ατέλειωτους χειμώνες
το παλιό σύνθημα
δονεί τις στέρεες παρατάξεις
«το Πολυτεχνείο ζει…»

***

Δικαίωση
Στη Ν.Κ., για πολλοστή φορά

Μέσα στη νύχτα γεννιούνται οι έρωτες
κρυφοί, φοβισμένοι, ανέστιοι
μέσα στη νύχτα ξυπνάνε τα αισθήματα
γυμνά, πονεμένα, αιώνια
αλλά είναι που το ξ(ημέρωμα)
αντίσταση σηκώνουν μαζική
σε τανκς, χαφιέδες και συνταγματάρχες
ελπίδα δίνοντας στους καταπιεσμένους
ναι, αγάπη μου, μην φοβάσαι
η ελπίδα θα ‘ρθεί
η δικαίωση θα ‘ρθεί
να σπάσει τις αλυσίδες μας
και την Ιστορία να γράψει
πάλι απ΄την αρχή.

***

Γαρύφαλλο

Στο χέρι η σημαία
η οργή στα μάτια σου
ποίημα φτιάχνουν
αντάξιο του πάθους σου
για την ελευθερία.

Στο χέρι ένα γαρύφαλλο
η αγάπη στην καρδιά
τείχος υψώνουν
απαραβίαστο
για τη δημοκρατία.

Νίκος-Αλέκης Ασλάνογλου, Τέσσερα ποιήματα

pr2

Το θαύμα

Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.

Χτες γεννήθηκαν και πώς ξέρουν κιόλας

με τόση ακρίβεια

όλα τα κατσικίσια πράματα.

Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικοσύνη μια ολόκληρη

αιωνιότητα.
 
***
 
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

είν’ ένας ήλιος πού ‘πεσε στη θάλασσα

είναι

ένας τιτάνιος δίσκος που

παλεύει να γλιτώσει απ’ το νερό
τσιρίζει και
αφρίζει

αφήνοντας φωτός ένα χυμό.

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

κυνηγημένο από πόνο κ’ ηδονή στριφογυρίζει

Ανεβο
         
κατεβαίνει βράζει και

σβήνει

βάφοντας το νερό πορτοκαλί.

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

Ησύχασε
διαλύοντας

το σχήμα του που αντιστέκονταν

ησύχασε

κ’ είναι συμφιλιωμένο πια με το νερό

με τον πνιγμό

με όλα.

Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE

ταξιδεύει τώρα στις φλέβες μου και

χαίρονται

τα αγαθά των βιταμινών

όλοι

οι κάτοικοι

ως τ’ ακρότατα σύνορα του κορμιού μου.
 
***
 
Οι καημένοι οι φίλοι

οι φίλοι∙

δε φτάνει μόνο να εκτιμώ αυτούς τους ίδιους

θέλουν να εκτιμώ και τις γυναίκες τους

θέλουν να κάνω και με τις γυναίκες τους παρέα

δηλαδή

καλά και σώνει θέλουν

συνένοχους.
 
***
 
Επαφή

Κρατημένος απ’ τον

αλουμινένιο

στύλο του αστικού

σ’ άγγιζα με τον πήχη μου στην πλάτη.

Από κει έβλεπα

από κει άκουγα

από κει οσφραινόμουν.

Ήταν παράθυρο εκείνο το άγγιγμα

ήταν πληγή ηδονής κι ήμουν ποτάμι

ηλεκτρισμένου καταρράχτη απ’ όπου χυνόμουν

στο κορμί σου.
 

Yaiza Martínez, Ποιήματα

vakxikon_issue_18_anthologia18

Ήρθε το τίποτα σώμα για να γίνει και, από το μάτι και της γλώσσας την άκρη να γίνει

παραπάνω γη.

Λευκό και ταπεινωμένο
πάνω στα επτά άλογά του μνημονεύει τώρα – εκ νέου, το πρωινό που
στον ιδρώτα στρέφεται και στο όνομα.

Ξέρει ποιος είναι για τον καταμερισμό της δέσμης και τίποτα δεν μπορεί τον χρόνο να του αρνηθεί

ούτε οι τεράστιοι ζαρωμένοι καγχασμοί του

Σίγουρο είναι πως πάνω σε αυτόν που φτύνει τον ουρανό, πέφτει του τρόμου το σάλιο,
αλλά εκείνο έσκυψε προτού προφέρει – δεν περιμένει
να γίνει περισσότερο από το πεπρωμένο μόνο
να συνδυαστεί με εκείνο μέσω της λέξης.

Με κάποιο πλαστικό τρόπο τη γεωμετρία ξελογιάζει
τη διυλίζει πάνω σε μια πορώδη πλάκα
με γράμματα επισταμένως χαραγμένη, στο χέρι
μπροστά από το κρύσταλλο αστράφτει

Αργότερα παραδίνεται για το τίποτα,
και απ’ το μάτι
και της γλώσσας την άκρη

*Από το βιβλίο “Επτά-Οι σκύλοι του ουρανού”, Εκδόσεις Leteo, 2010

***

Μύριζες σαν γριά του κάμπου
και κατοικούσες κρυμμένη ένα χωριό
από όμοια σπίτια.

Εκείνη άρχισε να ανατρέχει
στους άδειους δρόμους φωνάζοντάς σε Μάνα,
αλλά δεν σε συνάντησε, γιατί φυλούσες
τις κραυγές σε κουμπαράδες.

Τώρα πλέκουμε μαλλιά
στο χωριό σου και στη ζωή ανάμεσα

*

Ξεσκεπάστηκαν οι φωλιές,
τελικά τα παιδιά σου θα μάθουν να ακούνε
τις μάχες της σιωπής
όπως
έχεις υφάνει τις μοίρες καθώς ηρεμείς
-από το δέρμα σου σχεδίασες τους δρόμους-.
Τα βήματά μας τώρα πλησιάζουν
στα μπαούλα σου το αυτί,
εσύ σου γράφεις τις ρίζες στα χείλη,
σου βγάζεις απ’ τα κόκαλα τη ζωή,
και στο όνομά σου τεντώνεις
αστέρια ενώπιον του κόσμου.

Ξεγυμνώθηκαν οι κραυγές,
η Γη γεμίζει
από φωνές που φύλαξες
 
*Από το βιβλίο “Η Λίλιθ αναμασά, Συλλογή Ζιγκουράτ”, Ateneo Obrero της Χιχόν, 2002.
 
*Η Yaiza Martínez (Λας Πάλμας ντε Γκραν Κανάρια, 1973), είναι πτυχιούχος Ισπανικής Φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης. Έχει εκδώσει 5 ποιητικές συλλογές και μια νουβέλα. Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε εκδόσεις σημαντικών πολιτισμικών φορέων. Είναι επίσης μεταφράστρια και αρχισυντάκτρια στο περιοδικό Επιστημών και Ανθρωπιστικών Επιστημών «Tendencias21» http://www.tendencias21.net

**Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης, εκδόσεις vakxikon. Μετάφραση: Άτη Σολέρτη.

Η ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη στα γαλλικά

%ce%bf%ce%b9

Η ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη “Εποχή μου είναι η ποίηση” μεταφράστηκε από τον Μισέλ Βόλκοβιτς και κυκλοφορεί στα γαλλικά από τις εκδόσεις Le miel des anges.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, στην τρίτη της ποιητική συλλογή, αναλαμβάνει να υπερασπιστεί την ποίηση «στους χαλεπούς καιρούς». Με ασπίδα τη δύναμη των λέξεων και με δόρυ τα εκφραστικά μέσα της εποχής και τον εσωτερικό κόσμο που αναταράσσεται από την αντιποιητικότητα, η ποιήτρια αντιστέκεται διατηρώντας πάντοτε την απορία του ποιητή, την αμφιβολία που ολοένα και γεννάται από τον ρευστό κόσμο. Ποιος θα νικήσει στο τέλος;

RÉACTION

On me dit tout le temps
écris sur ton époque
sur ta ville
sur les gouvernants bien carrés
sur le mémorandum du FMI
sur les Européens
sur les manifs des indignés
sur la perte de l’identité nationale
sur les scandales politiques
sur la dignité disparue
sur notre pays vendu tout entier
sur la crise
sur l’avenir incertain
sur les jeunes au bout du rouleau
sur la génération des 400 euros par mois
et tout le reste.
Mais moi je n’écrirai que sur la poésie.
Qui m’aide à supporter tout cela.

ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ

Μου λένε συνέχεια
γράψε για την εποχή σου
για την πόλη σου
για τους τετράγωνους κυβερνώντες
για το μνημόνιο
για τους Ευρωπαίους
για τις διαδηλώσεις των αγανακτισμένων
για την κατάλυση της εθνικής ταυτότητας
για τα πολιτικά σκάνδαλα
για την απώλεια της αξιοπρέπειας
για το γενικό ξεπούλημα της χώρας σου
για την κρίση
για το αμφίβολο μέλλον
για τους ξοφλημένους νέους
για την γενιά των τετρακοσίων ευρώ
και άλλα παρόμοια.
Μα εγώ θα γράψω μόνο για την Ποίηση
Που με βοηθάει να τ΄αντέχω όλα αυτά.

***

Immigré

A-patride, voilà ce qu’il est devenu
sans connaître
le sens de ce –a.
Mais son corps, lui
sait bien
ce que signifient
les –a privatifs.

MΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

Α-πολις κατάντησε
κι όμως δεν ξέρει να σου πει
πώς λέγεται αυτό το -α.
Μα το σώμα του
ξέρει καλά
τα στερητικά τα άλφα
τί σημαίνουν.

***

Dis-moi,
pourquoi écris-tu des poèmes
quand nous sommes sans lecteurs ?
Les gens désespérés
sont sortis dans les rues.
La poésie dirait-on n’est qu’un souvenir lointain,
un art décoratif…
Il y a aujourd’hui la vie à préserver.
Il y a les enfants,
et les enfants, les mots ne les font pas grandir.
Aujourd’hui ce qu’il nous faut c’est des bras et des corps
et puis des revolvers
qui assassineront doutes et atermoiements.

Πες μου,
γιατί να γράφεις ποιήματα
όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες;
Οι άνθρωποι απελπίστηκαν
και βγήκαν στους δρόμους.
Κι η ποίηση μοιάζει τώρα μακρινή ανάμνηση,
μια τέχνη γραφική..
Εδώ υπάρχει η ζωή που πρέπει να διασωθεί.
Υπάρχουν τα παιδιά
και τα παιδιά δεν μεγαλώνουν με λέξεις.
Εδώ χρειάζονται χέρια και σώματα και περίστροφα
που θα δολοφονούν τους δισταγμούς και τις αναβολές.

***

Poétique nouvelle

Associe le mot
à l’époque.
Associe le poème
au visage humain.
Crée une poétique nouvelle.

ΝΕΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Σύνδεσε τη λέξη
με την εποχή.
Σύνδεσε το ποίημα
με το πρόσωπο του ανθρώπου.
Φτιάξε μία νέα ποιητική.

*Από τη συλλογή “Mon époque, c’est la poésie” που μόλις κυκλοφόρησε στα γαλλικά, σε μετάφραση Μισέλ Βόλκοβιτς.