Άρα
υ π ά ρ χ ω
σ’ αυτήν εδώ την κάμαρα
ένα αχαμνό τρεμάμενο φως
σ’ αυτήν την πόλη
σ’ αυτό τ’ αστέρι
σ’ αυτό τον έναστρο ουρανό
σ’ αυτό το σύμπαν το άπειρο
που ολοένα διαστέλλεται και διαστέλλεται
μες στο προαιώνιο τίποτα
και δεκάρα δεν δίνει αν υπάρχω / και σε σκέφτομαι
και δεκάρα δεν δίνει για την υπαρξιακή μου ανατριχίλα
απόψε
(χίλια τόσα κοσμοτέρμινα μετά το ξακουστό BIG BANG
άλλα τόσα πάνω-κάτω πριν το big buff).
*Από τα “Αγγούρια και μαργαρίτες”.
***
Ένας ποιητής
(Με τον τρόπο του Ν. Σφαμένου)
Αυτός ο ποιητής είναι
άγνωστος
ντιπ στους κύκλους του κέντρου
τις εκδόσεις τα περιοδικά τα φιλολογικά καφέ,
τον ξέρουν όμως καλά κάτι ξεχασμένοι καφενέδες
και τα ταβερνάκια όπου τα τσούζει
με παρέες ωραίες
τον ξέρουν καλά επίσης όλες οι γάτες που συναπαντά
στους βραδυνούς περιπάτους του
οι στίχοι του
κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι
σε φωτοτυπίες
φτηνά πλην όμως σπάνια, πολύτιμα αυτοσχέδια φυλλάδια
τραγούδια γι’ αγίους που δεν έχουν
θέση στον κόσμο αυτό των επιτυχημένων κ.ά. τέτοια –
για τον φίλο μου τον Σφαμένο λέω:
πολύ μούτρο ο Σφαμένος! λεβεντιά ο Σφαμένος! δικός μας!
*Το άσμα είναι βεβαίως παρωδία ενός παλιού κομματιού του Νίκ
Οι Άγιοι, που λέμε, περιλαμβάνονται στο πρόσφατο φυλλάδιό του,
το “Αντιηρωϊκό”, Ιανουάριος 2016 – άντε βρέστε το, αξίζει.
***
(Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ).
Κυττάζω στην αυλή το σκοτάδι.
Στρίβω τσιγαράκι.
Οι τσέπες άδειες – σάλιο δεν υπάρχει, έλεος, μία!
Στη δουλειά, θα μας πλερώσουν λέει στις 23 του μηνός. 450, συν 150 ευρά, χρωστούμενα. Σωθήκαμε!
Οι λογαριασμοί μαζεύονται στο μεταξύ, χέσ’ τους, δεν καταδέχομαι καν ν’ ανοίξω τους φακέλους. Τους αφίνω να χάνονται ανάμεσα στα σκόρπια χαρτιά μου…
Υπάρχει λίγη ρετσίνα κι’ ελιές, αγαπούλα, ας τα τιμήσουμε.
Γράψε: υπάρχουν και χειρότερα… Αύριο-μεθαύριο ποιος ξέρει πού μπορεί
να βρισκόμαστε;
Ας χαρούμε την ήσυχη βραδυά. Δεν το ξέρουμε, αλλ’ αυτή είναι η δική μας
“εποχή της αθωότητος”.
Η αγάπη είναι σαν τη θάλασσα
που θα θελήσει να την πάρεις όλη
πάνω σου, να την αγαπήσεις
γιατί κι αυτή να ξεκουράζεται στον ήλιο
θέλει, μια μάνα
να την κρατήσει όλη πάνω της
μ’ ένα δάκτυλο
κι αυτό να ‘ναι κομμένο
από τ’ άλλα
μια μάνα που ο ήλιος θέλει
κι αυτός ακόμα να έχει
και έτσι μόνο η ποίηση στο είχε ζητήσει κάποτε
καθισμένη σε καρέκλα
μουδιασμένη ενός Ζηλωτή
κι εκείνη μ’ ένα δάκτυλο, ένα πόδι
κι αυτά κομμένα
λες κι ο ήλιος και η ποίηση μαζί με τη θάλασσα
για να κάνω τη σύγκριση -για ποιον;-
θα μου ζητήσουν αποδείξεις για την αγάπη
από ερευνητικά σημειωματάρια
που δεν φύλαξα
κι ακόμα…δεν μίλησα για την αγάπη.
μόνο συμβολικά,
γιατί η αγάπη είναι το σαντάλι του ήλιου
που έμεινε να τον αποζητάμε
και ο ήλιος σαν την ποίηση είναι και τη θάλασσα
και θα είναι πια αδύνατο να το δεχτούν αυτό όλοι
χωρίς απόδειξη, χωρίς το κομμένο μας δάκτυλο
γιατί όλα ένα δάκτυλο
κομμένο θέλουν να δουν για να πειστούν
αυτό που λείπει κι αόρατα δίνει
αποδείξεις
στο σημείωμα
που διαβάζει η ψυχή
***
Πού ξαποσταίνεις;
Ένας μίσχος, ένα γέλιο
ένα νεκραναστημένο μήλο της έριδος
όλα μπορούν ν’ αφήσουν τη ζωή της χλόης
να γίνουν αρρενωπά μελτέμια
να γίνουν εύφορες μνήμες
όλα μπορεί να γίνουν παρθένες σκέψεις
που παντρεύονται την αυτοθυσία
και γεμίζουν κίτρινους κάλυκες
πετώντας στα λιβάδια
την αόριστη πυκνή χαρά
που χορταίνει
ένας μίσχος ένα γέλιο
μπροστά στο ποτάμι
των μεγάλων Βράχων
στον καφετί φλοιό
με τα γαλάζια σπίτια του μέρμηγκα…
εκεί ακούγεται ο αυλός της καλοπέρασης
και οι μικροί στρατιώτες
της περήφανης φάλαγγας
γεμίζουν το χαλί της ανάμνησης
με τα ψεύτικα όπλα τους,
εκεί στη φυσική τη δύναμη της φαντασίας
θα περάσω απόψε τις μολυβιές της πέννας μου!
*Από τη συλλογή “Τα Σκέρτσα της Αλέγκρας”, υπό έκδοση.
Οι φίλοι μου είναι
Ακροβάτες ονείρων
Με αυτά συνομιλούν
Οι φίλοι μου είναι
Χαμένα σχέδια
Αφυδατωμένα φιλιά
Χλωμές, διαβατάρικες ιστορίες
Προδομένες συντροφιές
Ματαιωμένες ομιλίες
Κομμένες κεφαλές
Ανυπόστατες ιστορίες.
Χάρτες
Χαρτιά
Και λέξεις
Αταξίδευτοι χάρτες
Καμμένα χαρτιά
Και ηττημένες λέξεις
Οι φίλοι μου είναι
Σχοινοβάτες
Μόνοι αφήρεσαν το δίκτυ
Χάθηκαν
Πέθαναν
Αυτοκτόνησαν
Στα ψέματα που έκτισαν τα προηγούμενα λάθη τους
Λάθη, άνθρωποι, ιδέες
Μοναχικοί και μόνοι.
Οι φίλοι μου είναι
Μια αντανάκλαση στον καθρέπτη
Μια έξοδος
Μια ανολοκλήρωτη σχέση
Οι φίλοι μου ξεχάστηκαν στον εαυτό τους
Όργωσαν αλλά δεν έσπειραν
Έσπειραν αλλά δεν θέρισαν
Θέρισαν αλλά δεν πούλησαν τη σοδειά τους.
Σάπισε ο σπόρος
Δεν ήταν μόνο το χωράφι μολυσμένο.
Καλοκαίρι στεγνό κίτρινο
Φωλιασμένο στις ρυτίδες των πεύκων
Φωλιασμένο πάλι και πάλι φορώντας το χρόνο
Απουσία και νύχτα
Προσωπείο χλωμό και κερί μες στη σκυμμένη αγάπη
Προσωπείο κλεισμένο σε μελανές κάμαρες
Βλέποντας τα δέντρα του λωτού να ψηλώνουν
Σε μελανές κάμαρες τους λωτούς να πληθαίνουν
Ανάστημα από σιωπή
Δάπεδο φυτεμένο την απομόνωση
Έπειτα τόσες φορές πέρασε
Εκείνος ο δυνατός άνεμος
Γκρέμισε αρκετά δέντρα άλλα μαράθηκαν
Ήρθε η μνήμη γυναίκα γυμνή
Ξεσκεπάζοντας ένα χώρο από καθρέφτες
Αρχίζοντας το παιχνίδι
Που προσπαθούμε να συγκολλήσουμε
Μικρά μικρά κομματάκια τις χαμένες μας μέρες
Όλο σκόνη και στάχτη
Παίζουμε πάντα το ίδιο παιχνίδι
Χρώματα φωτεινά χρώματα θαμπωμένα
Κερδίζοντας ακίνητοι ανέκφραστοι
Το βαρύ νόημα να υπάρχουμε
Μέρες ματωμένες από ράμφη πουλιών
Ριγώνοντας την ζωή μας
Αυτός ο άνθρωπος είχε δύο κεφάλια
Το ένα μέσα στην κατάψυξη
Για να επιβιώνει τους χειμώνες
Και το άλλο βαθιά στο χώμα
Για να φυτρώνει την άνοιξη.
Αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να πετάει
Γινόταν χαρταετός και μπλεκόταν στα καλώδια
Έβαζε τρικλοποδιές στα σύννεφα
Έβγαζε απ’ την πορεία τους τ’ αεροπλάνα
Αλλά όταν έπεφτε στη γη
Τον ποδοπατούσε ένα μυρμήγκι.
Αυτός ο άνθρωπος τρεφόταν με μνήμες
Όνομα δεν είχε, ούτε και μάτια
Κι όμως διάβαζε βιβλία εξ αποστάσεως
Μετά κατέβαινε στο λιμάνι
Κι έκλαιγε για όσα είχε δει.
Αυτός ο άνθρωπος ποτέ δεν κοιμόταν
Υπνοβατούσε σ’ αναμμένα κάρβουνα
Έδενε την αγρύπνια του σ’ ένα δέντρο
Κι ύστερα όργωνε τα χωράφια της νύχτας
Μα συχνά παραμιλούσε στον ύπνο του
Κι έλεγε ιστορίες που δεν είχε ζήσει.
Αυτός ο άνθρωπος έχει πεθάνει
Κι όμως τον βλέπω έξω απ’ την πόρτα μου
Να με παρακαλεί να τον συγχωρήσω
Δεν ξέρω αλήθεια σε τι έφταιξε
Όμως γιατί απευθύνεται σε μένα;
*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα Χειμώνας 2015-2016.
Σ΄ένα σπίτι μικρό
δυό στενά δρομάκια
και μια πλατεία
σε μια μικρή πόλη
διάγεις βίο λιτό
σχεδόν ανύπαρκτο.
Πού να προβάλεις τις ιδέες σου
με ποιόν να μιλήσεις
σε βλέπουν σαν αλλοπαρμένο
οι άνθρωποι της κοινής λογικής
του μέσου όρου
κι εσύ ασφυκτιάς
πνίγεσαι
σ΄ένα κουτάλι νερό
βράζεις στο ζουμί σου.
Θα επιβιώσεις
το κάνεις εδώ και πολλά χρόνια
μα η μοναξιά
σου έγινε αχώριστη σύντροφος
κι όταν θέλεις ν΄ανασάνεις
τραβάς για το αγαπημένο άλσος
με το ποτάμι και τα πλατάνια.
Σας αραδιάζω τα εμπόδια:
η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές οι φάμπρικες ο Οχτώβρης του ‘17 το 1936 ο Δεκέμβρης του ’44…
Για τούτο θα παραμείνω με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική Επανάσταση
όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων
όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία
ένας σκοτεινός συνωμότης.
Πρώτα
Βασικαί καί πάντα έξω από τό Λαύριο
Έξω καί μακριά από τά τοιχία τού Λαύριου
Στήν καθημερινή παρέλαση τής προόδου
Γιά Λευτεριά
Ασφάλεια
Νέο Κόμμα
Κοινωνική δικαιοσύνη
Μέ οβελίσκους από τόμους Μαρξισμού
Κακό δέν κάνει καί κάποιο παράσημο.
Σέ άλλους τόπους πλήθος τά παράσημα
Στολίζουν τούς σωτήρες σά βιτρίνες ή Χριστουγεννιάτικα
δέντρα.
Όλοι αυτοί
Μέ καθημερινότητα πολύστροφο αγώνα
Όμως δίχως ανίατο οχτάωρο
Δίχως μουγκή ορθοστασία πελεκοκουβαλητή
Χωρίς ειδικευμένο χεροπάλεμα κι αέναο πολυπλόκαμο
Δίχως νά σφυροκοπιούνται ντυμένοι ανυπεράσπιστο
αφοπλισμένου
Από ορυμαγδό
Προσταγή.
Βλαστήμια.
Άνθρωποι ορκισμένοι φίλοι μας
Άνθρωποι που θέλουν ειλικρινά ή ελίσσονται δόλια
Μέ ψύχωση γιά τό πρόβλημα στό Λαύριο
Μέ οίκτο γιά τό Λαύριο
Μέ γνώση που προσφέρεται τίμια όπως τό ψωμί στήν
πολιορκία
Μέ βεβαιότητες
Μέ υποσχέσεις
Μέ διάθεση νά προχωρήσει επιτέλους
ο εξανθρωπισμός του
Επισκέπτες
Περιηγητές
Σαμαρείτες
Χαρτογράφοι
Οδοιπόροι από κάπου αλλού
Όλοι στο χείλος τού κρατήρα
Μέ διάθεση νά πούν καί νά βοηθήσουν τό σκοτεινό βάθος
*Από τη συλλογή “Το Λαύριο”, εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος” (χωρίς χρόνο έκδοσης, αλλά, μάλλον τέλη της δεκαετίας του 1970 με αρχές της δεκαετίας του 1980).
Δεν αραχνιάσαν δα και όλα τα ηλιοβασιλέματα.
Υπάρχουν και αρυτίδιαστα πρόσωπα ιδανικά
για εναποθέσεις προσδοκιών σε περιόδους ξηρασίας.
Υπάρχω δε κι εγώ μια ατέλεια στο χωροχρόνο,
ένας απρόθυμος διαβάτης τηρουμένων των λασπολογιών.
Αν ακολουθήσεις κατά γράμμα
τις οδηγίες προς φθαρμένους
δε θα συναντήσεις ποτέ σου πρόβλημα αραχνών
αγαπητέ συνοδοιπόρε.
***
ΠΡΟΣ ΛΑΡΙΣΑ
Μια πινακίδα απόγνωση
το βέλος της κατεύθυνση θανάτου.
Μου θυμίζει κάθε πρωί
την απόσταση που διήνυσε το όνειρο
από την αφετηρία ως την επιστροφή.
Μια πινακίδα υπομονή
έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού μου.
Μια πινακίδα απόγνωση
το βέλος της κατεύθυνση θανάτου.
*Από τη συλλογή «Συνωμοσία Ταυτοχρονισμού», εκδ. Γαβριηλίδης, 2011.