Θεόδωρος Μπασιάκος, Τρία ποιήματα

28

Σε σκέφτομαι…

Άρα

υ π ά ρ χ ω

σ’ αυτήν εδώ την κάμαρα

ένα αχαμνό τρεμάμενο φως

σ’ αυτήν την πόλη

σ’ αυτό τ’ αστέρι

σ’ αυτό τον έναστρο ουρανό

σ’ αυτό το σύμπαν 
το άπειρο

που ολοένα διαστέλλεται και διαστέλλεται

μες στο προαιώνιο τίποτα

και δεκάρα δεν δίνει αν υπάρχω / και σε σκέφτομαι

και δεκάρα δεν δίνει για την υπαρξιακή μου ανατριχίλα

απόψε

(χίλια τόσα κοσμοτέρμινα μετά το ξακουστό BIG BANG

άλλα τόσα πάνω-κάτω πριν το big buff).

*Από τα “Αγγούρια και μαργαρίτες”.

***

Ένας ποιητής
(Με τον τρόπο του Ν. Σφαμένου)

Αυτός ο ποιητής είναι

άγνωστος

ντιπ στους κύκλους του κέντρου

τις εκδόσεις τα περιοδικά τα φιλολογικά καφέ,

τον ξέρουν όμως καλά κάτι ξεχασμένοι καφενέδες

και τα ταβερνάκια όπου τα τσούζει

με παρέες ωραίες
τον ξέρουν καλά επίσης όλες οι γάτες που συναπαντά 

στους βραδυνούς περιπάτους του

οι στίχοι του

κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι

σε φωτοτυπίες

φτηνά πλην όμως σπάνια, πολύτιμα αυτοσχέδια φυλλάδια
τραγούδια γι’ αγίους που δεν έχουν

θέση στον κόσμο αυτό των επιτυχημένων κ.ά. τέτοια –
για τον φίλο μου τον Σφαμένο λέω: 

πολύ μούτρο ο Σφαμένος! λεβεντιά ο Σφαμένος! δικός μας!

*Το άσμα είναι βεβαίως παρωδία ενός παλιού κομματιού του Νίκ

Οι Άγιοι, που λέμε, περιλαμβάνονται στο πρόσφατο φυλλάδιό του,
το “Αντιηρωϊκό”, Ιανουάριος 2016 – άντε βρέστε το, αξίζει.

***

(Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ).

Κυττάζω στην αυλή το σκοτάδι.

Στρίβω τσιγαράκι. 

Οι τσέπες άδειες – σάλιο δεν υπάρχει, έλεος, μία!

Στη δουλειά, θα μας πλερώσουν λέει στις 23 του μηνός. 450, συν 150 ευρά, χρωστούμενα.
Σωθήκαμε!

Οι λογαριασμοί μαζεύονται στο μεταξύ, χέσ’ τους, δεν καταδέχομαι καν ν’ ανοίξω τους φακέλους. Τους αφίνω να χάνονται ανάμεσα στα σκόρπια χαρτιά μου…

Υπάρχει λίγη ρετσίνα κι’ ελιές, αγαπούλα, ας τα τιμήσουμε.

Γράψε: υπάρχουν και χειρότερα… Αύριο-μεθαύριο ποιος ξέρει πού μπορεί
να βρισκόμαστε;

Ας χαρούμε την ήσυχη βραδυά. Δεν το ξέρουμε, αλλ’ αυτή είναι η δική μας
“εποχή της αθωότητος”.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

%cf%86%ce%bf%ce%b246

Κομμένο δάκτυλο
 

Η αγάπη είναι σαν τη θάλασσα
που θα θελήσει να την πάρεις όλη
πάνω σου, να την αγαπήσεις
γιατί κι αυτή να ξεκουράζεται στον ήλιο
θέλει, μια μάνα
να την κρατήσει όλη πάνω της
μ’ ένα δάκτυλο
κι αυτό να ‘ναι κομμένο
από τ’ άλλα
μια μάνα που ο ήλιος θέλει
κι αυτός ακόμα να έχει

και έτσι μόνο η ποίηση στο είχε ζητήσει κάποτε
καθισμένη σε καρέκλα
μουδιασμένη ενός Ζηλωτή
κι εκείνη μ’ ένα δάκτυλο, ένα πόδι
κι αυτά κομμένα
λες κι ο ήλιος και η ποίηση μαζί με τη θάλασσα
για να κάνω τη σύγκριση -για ποιον;-
θα μου ζητήσουν αποδείξεις για την αγάπη
από ερευνητικά σημειωματάρια
που δεν φύλαξα
κι ακόμα…δεν μίλησα για την αγάπη.
μόνο συμβολικά,
γιατί  η αγάπη είναι το σαντάλι του ήλιου
που έμεινε να τον αποζητάμε
και ο ήλιος σαν την ποίηση είναι και τη θάλασσα
και θα είναι πια αδύνατο να το δεχτούν αυτό όλοι
χωρίς απόδειξη, χωρίς το κομμένο μας δάκτυλο
γιατί όλα ένα δάκτυλο
κομμένο θέλουν να δουν για να πειστούν
αυτό που λείπει κι αόρατα δίνει
αποδείξεις
στο σημείωμα
που διαβάζει η ψυχή

***

Πού ξαποσταίνεις;
 
Ένας μίσχος, ένα γέλιο
ένα νεκραναστημένο μήλο της έριδος
όλα μπορούν ν’ αφήσουν τη ζωή της χλόης
να γίνουν αρρενωπά μελτέμια
να γίνουν εύφορες μνήμες
όλα μπορεί να γίνουν παρθένες σκέψεις
που παντρεύονται την αυτοθυσία
και γεμίζουν κίτρινους κάλυκες
πετώντας στα λιβάδια
την αόριστη πυκνή χαρά
που χορταίνει
 
ένας μίσχος ένα γέλιο
μπροστά στο ποτάμι
των μεγάλων Βράχων
στον καφετί φλοιό
με τα γαλάζια σπίτια του μέρμηγκα…
εκεί ακούγεται ο αυλός της καλοπέρασης
και οι μικροί στρατιώτες
της περήφανης φάλαγγας
γεμίζουν το χαλί της ανάμνησης
με τα ψεύτικα όπλα τους,
εκεί στη φυσική τη δύναμη της φαντασίας
θα περάσω απόψε τις μολυβιές της πέννας μου!

*Από τη συλλογή “Τα Σκέρτσα της Αλέγκρας”, υπό έκδοση.

Αντώνης Ν. Χελιδώνης (1967-2016), Ακροβάτες ονείρων

%cf%87%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%b4%ce%bf%ce%bd%ce%b9%cf%83

Οι φίλοι μου είναι
Ακροβάτες ονείρων
Με αυτά συνομιλούν

Οι φίλοι μου είναι
Χαμένα σχέδια
Αφυδατωμένα φιλιά
Χλωμές, διαβατάρικες ιστορίες
Προδομένες συντροφιές
Ματαιωμένες ομιλίες
Κομμένες κεφαλές
Ανυπόστατες ιστορίες.
Χάρτες
Χαρτιά
Και λέξεις
Αταξίδευτοι χάρτες
Καμμένα χαρτιά
Και ηττημένες λέξεις
Οι φίλοι μου είναι
Σχοινοβάτες
Μόνοι αφήρεσαν το δίκτυ
Χάθηκαν
Πέθαναν
Αυτοκτόνησαν
Στα ψέματα που έκτισαν τα προηγούμενα λάθη τους
Λάθη, άνθρωποι, ιδέες
Μοναχικοί και μόνοι.
Οι φίλοι μου είναι
Μια αντανάκλαση στον καθρέπτη
Μια έξοδος
Μια ανολοκλήρωτη σχέση
Οι φίλοι μου ξεχάστηκαν στον εαυτό τους
Όργωσαν αλλά δεν έσπειραν
Έσπειραν αλλά δεν θέρισαν
Θέρισαν αλλά δεν πούλησαν τη σοδειά τους.
Σάπισε ο σπόρος
Δεν ήταν μόνο το χωράφι μολυσμένο.

Αλέξης Τραϊανός, Οι μικρές μέρες

15134530_1321305767899863_3112521349777970244_n

Καλοκαίρι στεγνό κίτρινο
Φωλιασμένο στις ρυτίδες των πεύκων
Φωλιασμένο πάλι και πάλι φορώντας το χρόνο
Απουσία και νύχτα
Προσωπείο χλωμό και κερί μες στη σκυμμένη αγάπη
Προσωπείο κλεισμένο σε μελανές κάμαρες
Βλέποντας τα δέντρα του λωτού να ψηλώνουν
Σε μελανές κάμαρες τους λωτούς να πληθαίνουν
Ανάστημα από σιωπή
Δάπεδο φυτεμένο την απομόνωση

Έπειτα τόσες φορές πέρασε
Εκείνος ο δυνατός άνεμος
Γκρέμισε αρκετά δέντρα άλλα μαράθηκαν
Ήρθε η μνήμη γυναίκα γυμνή
Ξεσκεπάζοντας ένα χώρο από καθρέφτες
Αρχίζοντας το παιχνίδι
Που προσπαθούμε να συγκολλήσουμε
Μικρά μικρά κομματάκια τις χαμένες μας μέρες
Όλο σκόνη και στάχτη

Παίζουμε πάντα το ίδιο παιχνίδι
Χρώματα φωτεινά χρώματα θαμπωμένα
Κερδίζοντας ακίνητοι ανέκφραστοι
Το βαρύ νόημα να υπάρχουμε
Μέρες ματωμένες από ράμφη πουλιών
Ριγώνοντας την ζωή μας

Οι μικρές μέρες χωράν μεγάλες λύπες

Γιώργος Γκανέλης, Διπροσωπία

261359-cea3cea5ce9dce9dce95cea6ce91

Αυτός ο άνθρωπος είχε δύο κεφάλια
Το ένα μέσα στην κατάψυξη
Για να επιβιώνει τους χειμώνες
Και το άλλο βαθιά στο χώμα
Για να φυτρώνει την άνοιξη.

Αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να πετάει
Γινόταν χαρταετός και μπλεκόταν στα καλώδια
Έβαζε τρικλοποδιές στα σύννεφα
Έβγαζε απ’ την πορεία τους τ’ αεροπλάνα
Αλλά όταν έπεφτε στη γη
Τον ποδοπατούσε ένα μυρμήγκι.

Αυτός ο άνθρωπος τρεφόταν με μνήμες
Όνομα δεν είχε, ούτε και μάτια
Κι όμως διάβαζε βιβλία εξ αποστάσεως
Μετά κατέβαινε στο λιμάνι
Κι έκλαιγε για όσα είχε δει.

Αυτός ο άνθρωπος ποτέ δεν κοιμόταν
Υπνοβατούσε σ’ αναμμένα κάρβουνα
Έδενε την αγρύπνια του σ’ ένα δέντρο
Κι ύστερα όργωνε τα χωράφια της νύχτας
Μα συχνά παραμιλούσε στον ύπνο του
Κι έλεγε ιστορίες που δεν είχε ζήσει.

Αυτός ο άνθρωπος έχει πεθάνει
Κι όμως τον βλέπω έξω απ’ την πόρτα μου
Να με παρακαλεί να τον συγχωρήσω
Δεν ξέρω αλήθεια σε τι έφταιξε
Όμως γιατί απευθύνεται σε μένα;

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα Χειμώνας 2015-2016.

Γρηγόριος Σακαλής, Ασφυξία

suffocating_b

Σ΄ένα σπίτι μικρό
δυό στενά δρομάκια
και μια πλατεία
σε μια μικρή πόλη
διάγεις βίο λιτό
σχεδόν ανύπαρκτο.
Πού να προβάλεις τις ιδέες σου
με ποιόν να μιλήσεις
σε βλέπουν σαν αλλοπαρμένο
οι άνθρωποι της κοινής λογικής
του μέσου όρου
κι εσύ ασφυκτιάς
πνίγεσαι
σ΄ένα κουτάλι νερό
βράζεις στο ζουμί σου.
Θα επιβιώσεις
το κάνεις εδώ και πολλά χρόνια
μα η μοναξιά
σου έγινε αχώριστη σύντροφος
κι όταν θέλεις ν΄ανασάνεις
τραβάς για το αγαπημένο άλσος
με το ποτάμι και τα πλατάνια.

Μιχάλης Κατσαρός, απόσπασμα

15202725_1149946645060508_1509148929991017458_n

Σας αραδιάζω τα εμπόδια:
η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
ο Οχτώβρης του ‘17
το 1936
ο Δεκέμβρης του ’44…
Για τούτο θα παραμείνω με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική Επανάσταση
όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων
όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία
ένας σκοτεινός συνωμότης.

*Από το «Κατά Σαδδουκαίων».

Μιχάλης Κατσαρός – Μικρό αφιέρωμα

Αὐτοὺς ποὺ βλέπεις

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη ἐκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Αὐτοὺς ποὺ βλέπεις πάλι θὰ τοὺς ξαναΐδεις
θὰ τοὺς γνωρίσεις πάλι
ἄλλον θὰ λένε Κωνσταντὴ κι ἄλλον Μιχάλη

Αὐτοὺς ποὺ βλέπεις πάλι θὰ τοὺς ξαναΐδεις
θὰ τοὺς γνωρίσεις πάλι
σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο θὰ γυρνοῦν
μὲ περηφάνια πιὸ μεγάλη

Αὐτοὺς ποὺ βλέπεις πάλι θὰ τοὺς ξαναΐδεις
θὰ τοὺς μισήσεις πάλι
ἕναν μονάχα δὲ θὰ βρεῖς
τὸν πιὸ μικρό, τὸν πιὸ πικρό, τὸν πιὸ ἀγαπημένο
τὸν μοναχό, τὸν δυνατὸ καὶ τὸν ἀντρειωμένο

Αὐτὸν δὲ θὰ τὸν ξανεΐδεις νὰ τόνε βασανίσεις
καὶ τὴν μεγάλη του καρδιὰ νὰ τηνε σκίσεις
αὐτὸν δὲ θὰ τὸν ξαναβρεῖς τί τὸν φυλᾶνε τ᾿ ἄστρα
τί τὸν φυλάει ὁ ἥλιος του, τόνε φυλάει τὸ φεγγάρι

Αὐτὸν πού ῾χει τὴ χάρη τὸν πιὸ μικρὸ
τὸν πιὸ πικρὸ καὶ τὸν ἀγαπημένο
αὐτὸν μονάχα ἐγώ, μονάχα ἐγώ, ἐγὼ προσμένω

Ἡ Θαλασσινή

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη ἐκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ἄλλες ἑρμηνεῖες: Βίκυ Μοσχολιοῦ

Στὶς καλύβες μία φορᾶ ζοῦσε ἡ Θαλασσινιά.
Ζοῦσε κάτω στὸ γιαλὸ καὶ λουζόταν στὸ νερό.
Καὶ μία νύχτα ποὺ φυσοῦσε καὶ ζητοῦσε καὶ ζητοῦσε
παλικάρι καὶ παιδὶ ποὺ ἔφυγε μὲς τὴ βροχή.

Ποῦθε πῆγε τὸ παιδὶ Θαλασσινή, ποῦ ῾χει πάει τὸ πουλί;
Ὁ ἀϊτός, τὸ χελιδόνι καὶ μᾶς λιώνανε οἱ πόνοι.
Στὶς καλύβες καίει-καίει τὸ γιαλὸ καίει τὴν ἄμμο, καίει τὸ νερό.
Παλικάρι πιὰ δὲν βρίσκει τ᾿ ὄνειρό της νὰ μεθύσει.

Στὶς καλύβες μία φορὰ ζοῦσε ἡ Θαλασσινιά.
Ζοῦσε κάτω στὸ γιαλὸ καὶ λουζόταν στὸ νερό.

Κατὰ Σαδδουκαίων

Πλῆθος Σαδδουκαίων
Ῥωμαίων ὑπαλλήλων
μάντεις καὶ ἀστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος ἐξ Ἐφέσου)
περιστοιχίζουν τὸν Αὐτοκράτορα.

Κραυγὲς ἀπ᾿ τὸν προνάρθηκα τοῦ Ναοῦ.
Ἀπ᾿ τὴ φατρία τῶν Ἐβιονιτῶν κραυγές:
Ὁ ψευδο-Μάρκελος νὰ παριστάνει τὸ Χριστό.
Διδάσκετε τὴν ἐπανάστασιν Κατὰ τοῦ πρίγκιπος
Οἱ Χριστιανοὶ νἄχουνε δούλους Χριστιανούς.

Ἡ ἀριστοκρατία τοῦ Ναοῦ νὰ ἐκλείψει.
Ἐγὼ ἀπέναντί σας ἕνας μάρτυρας
ἡ θέλησή μου ποὺ καταπατήθηκε
τόσους αἰῶνες.

Τοὺς ὕπατους ἐγὼ ἀνάδειξα στὶς συνελεύσεις
κι αὐτοὶ κληρονομήσανε τὰ δικαιώματα
φορέσαν πορφυροῦν ἀτίθασον ἔνδυμα
σανδάλια μεταξωτὰ ἢ πανοπλία-
ἐξακοντίζουν τὰ βέλη τους ἐναντίον μου-
ἡ θέλησή μου ποὺ καταπατήθηκε
τόσους αἰῶνες.

Τοὺς ἄλλους ἀπ᾿ τὴν πέτρα καὶ τὸ τεῖχος μου
καθὼς νερὸ πηγῆς τοὺς εἶχα φέρει
ἡ θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ᾿ ἄλογά τους ἀπ᾿ τὸν κάμπο μου.
δὲ μοῦ ἐπέτρεψαν νὰ δῶ τὸν Αὐτοκράτορα
τοὺς ὕπατους δὲν ἄφηναν νὰ πλησιάσω
σὲ μυστικὰ συμπόσια καὶ ἔνδοξα
τὴ θέλησή μου τὴν καταπατήσανε
τόσους αἰῶνες.

Τώρα κι ἐγὼ ὑποψιάζομαι
ὅλο τὸ πλῆθος τῶν αὐλοκολάκων
ὅλους τοὺς ταπεινοὺς γραμματικοὺς
τοὺς βραβευμένους μὲ χρυσὰ παράσημα
λεγεωνάριους καὶ στρατηλάτες
ὑποψιάζομαι τὶς αὐλητρίδες τὴ γιορτὴ
ὅλους τοὺς λόγους καὶ προπόσεις
αὐτοὺς ποὺ παριστάνουνε τοὺς ἐθνικοὺς
τὸν πορφυροῦν χιτώνα τοῦ πρίγκιπος
τοὺς συμβουλάτορες καὶ τοὺς αἱρετικοὺς
ὑποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θὰ ρεύσει πολὺ αἷμα
νύχτα θὰ ἐγκαταστήσουν τὴ βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες μὲ νέους στεφάνους
οἱ πονηροὶ ρωμαῖοι ὑπάλληλοι τοῦ

*τοῦ αὐτοκράτορος

τοιμάζουνε κρυφὰ νὰ παραδώσουν
νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ καὶ τὴν
ὑπόκλισή τους.

Ἐγὼ πάλι μέσα στὸ πλῆθος διακλαδίζομαι
ἡ θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στὸ πλῆθος
μαζεύω τοὺς σκόρπιους σπόρους μου
γιὰ τὴν καινούρια μακρινή μου ἀνάσταση
μαζεύω.

Μεῖον ὠά

Τὰ μεῖον ὠὰ
ὅταν συγκεντρωθοῦν σὲ καρὲ τετράγωνο
ὅτι
εἶναι μὲ υἱὸν νέο διαφορετικὸ
ἀπὸ Θεὸ
μὲ υἱὸν μαζοὺτ σῶμα ἐξελθὼν
ὅπως πλάνο ἀμερικαὶν πάνω ἀπὸ ἐκρὰν
ἢ ὅ,τι ἄλλο – ἄγνωστο σὲ οὐσία
ἢ σαρκικὸ
ταμεῖον σεπτὸ
ταμεῖον ἐφορίας
ταμεῖον θεάτρου ἱπποδρόμου Μπὰρ
καὶ τὰ μεῖον δεφτέρι
μὲ εἴσπραξη ἐξόφληση
τὰ μεῖον ὠὰ – ὠοὰ
μειοδοτεῖς ἐσὺ μετὰ
μὲ τί μὲ τὲ
μὲ ἂ καὶ μέχρι
νὰ φτάσεις ἧττα
εἶσαι
μὴ μὴ προχωρᾶς στὸ θῆτα
εἶναι ἐκτὸς ταμείου ἐκτὸς ἑπτὰ
ἐνθέμιον Θέμιον
θαρρῶ Θέτις
Τὰ μεῖον ὠὰ
εἶναι νὰ μὴ μπλεχτεῖ ὁ Θεὸς
καὶ σὲ διχάσει.

Ὁ Δοῦλος

Ὁ Δοῦλος ποὺ δραπέτευσε
ἔλεγε προσευχὲς στοὺς φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σὲ λιγδωμένα προσκέφαλα.
Ἐγὼ δὲν ἤλπιζα πὼς μπορεῖ νὰ σωθεῖ.
Οἱ χωροφύλακες ἔχουν γερὴ ὅραση –
δὲ διαλύονται μὲ αὐταπάτες καὶ ψυχοσάββατα.
Τώρα αὐτὸς ποὺ ἐπέμενε νὰ ρωτάει
φαίνεται θἆταν ἀποφασισμένος γιὰ θάνατο
ἢ θἆταν κατάσκοπος ποὺ δὲ φοβᾶται.
Ἐγὼ πάντως
ἐξακολουθῶ νὰ βλέπω τὸν ἐπερχόμενο
μεσαίωνα
μὲ φάλαγγες πιστῶν
μὲ ἀργυρᾶ δισκοπότηρα ἀφρίζοντα αἷμα
μὲ σημαιοστολισμοὺς καὶ παρελάσεις
μὲ ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εἰκόνες ἀπὸ παλιὲς ἐκστρατεῖες
καὶ τυφεκισμοὺς
ἥρωες μὲ αὐστηρὰ βλέμματα
Ἁμὲς δὲ γ᾿ ἐσόμεθα
πληρωμένη ἐκπαίδευση
θεὸς ἀγέρας τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως
κλειδωμένα στὴν ἐποχὴ σὲ χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Ἂν ἄξαφνα σᾶς γεννηθεῖ τὸ ἐρώτημα
πὼς τὰ κατάφερε αὐτὸς ὁ θνητὸς
μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύγδουπο διαπασῶν τῶν ὕμνων
νὰ δραπετεύσει μὲ ἀληθινὸ λαμπερὸν ἥλιο
μὲ ἀληθινὲς ἐξαρτήσεις τοῦ βίου –
ἂν δὲ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε
τί τὸν ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο διάβημα
ποὺ βρῆκε τὴν ἔξοδο ἀφοῦ γύρω ἦταν μπετὸν
ἀφοῦ γύρω τραγουδοῦσε ἡ φοιτήτρια
ἕνα τραγούδι ἱστορικὸ παλιῶν ἡρώων
τότε
δὲ θά ῾χετε δεῖ κάτι κρυφὲς μικρὲς πόρτες
ὅμως ὁλοφάνερες στὰ μάτια τῶν εἰδικῶν
δὲν θἄχετε δεῖ τὸ ραγισμένο τοῖχο
ὅπου βλασταίνουν κάτι φυτὰ
πάνω σ᾿ ἀσβέστη κίτρινο ἀπ᾿ τὴν πολυκαιρία.
Τὸ ζήτημα πιὰ ἔχει τεθεῖ:
Ἢ θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ γονατίζουμε
ὅπως αὐτὸς ὁ δραπέτης
ἢ θὰ σηκώσουμε ἄλλον πύργο ἀτίθασο
ἀπέναντί τους.

Ὁ πατέρας μὲ τὴ φυσαρμόνικα

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη ἐκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος

Ἀκούσατε μία παράδοξη παράξενη ἱστορία
γιὰ τὸν πατέρα μὲ τὴ φυσαρμόνικα.

Τελάληδες, κοντραμπασίδες καὶ τῆς μηχανῆς τοῦ τσεβελέκου σπαΐδες
ὅσοι τοῦ πατρὸς ζητᾶτε τὴ γνώση, ἀκαμάτηδες καὶ διακοναρέοι,
ὡραῖοι νέοι καὶ τοῦ δεκάξι Φαρισαῖοι.
Τῆς Σμύρνης μὲ τὴ Γαλλικὴ σχολὴ σπουδαῖοι
ὅσοι ἀκοῦτε μὲ παλιὲς παρέες, ὅλοι ἐσεῖς ποὺ θέλετε γνώση
τοῦ πατέρα τὴν ἱστορία, ὅσοι γιὰ πατρίδες νύχτες μιλᾶτε τόσοι ἀνθρῶποι,
γυναῖκες παιδιὰ μία ἱστορία λυρικὴ παλιά, γιὰ φυσαρμόνικα καὶ κάποιο πατέρα
γιὰ νύχτα καὶ μέρα ἀκούσατε τὴν ἱστορία στὸν ἀέρα.

Στὴν ἀρχὴ ἦταν οἱ τρεῖς χαλύβδινοι αἰῶνες
στοῦ Μπαρτζελιώτη μὲ καρεκλάκι οἱ Παρθενῶνες
καὶ μετὰ ἦρθε ἡ θάλασσα καὶ μεσόγειος νησιά,
ὁ δρόμος μὲ τὴ βρύση πέτρινη παλιά, παλιῶσαν ὅλα μέσα σὲ μιὰ νυχτιά.
Γέρασε ἡ Ἑλένη γιὰ μία νυχτιὰ καὶ τὸ ῾23 ἤτανε αὐτὸ ποὺ λὲς 1910, ἀποκοτιά!
Πηγάδια ὑπόγεια ποταμοί, μὲ τοῦ νέγρου τὸ μωρὸ στὴ φυλακὴ
οἱ ἀταμάνοι οἱ Κοζάκοι οἱ παλιοί.

Μετὰ δυὸ τροχοὶ ἀλέθαν σιτάρι βροχὴ
μὲ τὴ σιδερολαβὴ τοῦ πυρπολητῆ Κανάρη, ἔλειπε ἡ σιδερένια γροθιά.
Τοῦ πατέρα τὸ σπίτι πάνω σὲ καρφιά, δὲν ἔκλαψε, δὲν ἔκλαψε,
τοῦ Πόντου Ἄρη καθὼς φεύγαν τὰ πουλιά.
Χόρεψε, χόρεψε, χόρεψε μόνος γιὰ πρώτη φορά,
δὲ γύρισε δὲν ἤτανε πατέρας πιά.

*Τα ποιήματα πάρθηκαν από εδώ: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/mixalhs_katsaros_poems.htm

Πέτρος Νταβερώνης, Το Λαύριο (απόσπασμα)

ntav083

Βουλευτής όλων τών χρωμάτων
Δάσκαλος εκατό μορφών
Αρχηγός Κόμματος
Υπουργός
Συνδικαλιστής
Στρατηγός
Επίσκοπος
Διευθυντής καί
Επαγγελματίας επαναστάτης.

Πρώτα
Βασικαί καί πάντα έξω από τό Λαύριο
Έξω καί μακριά από τά τοιχία τού Λαύριου
Στήν καθημερινή παρέλαση τής προόδου
Γιά Λευτεριά
Ασφάλεια
Νέο Κόμμα
Κοινωνική δικαιοσύνη

Μέ μικρόφωνα
Γραβάτες
Χαρτιά
Γυαλιά μυωπίας
Χειροκροτήματα καί απεραντολογίες
Μαλακά χέρια
Μέ φωτοστέφανο αγώνων
Πτυχία

Μέ οβελίσκους από τόμους Μαρξισμού
Κακό δέν κάνει καί κάποιο παράσημο.

Σέ άλλους τόπους πλήθος τά παράσημα
Στολίζουν τούς σωτήρες σά βιτρίνες ή Χριστουγεννιάτικα
δέντρα.

Όλοι αυτοί
Μέ καθημερινότητα πολύστροφο αγώνα
Όμως δίχως ανίατο οχτάωρο
Δίχως μουγκή ορθοστασία πελεκοκουβαλητή
Χωρίς ειδικευμένο χεροπάλεμα κι αέναο πολυπλόκαμο
Δίχως νά σφυροκοπιούνται ντυμένοι ανυπεράσπιστο
αφοπλισμένου
Από ορυμαγδό
Προσταγή.
Βλαστήμια.

Άνθρωποι ορκισμένοι φίλοι μας
Άνθρωποι που θέλουν ειλικρινά ή ελίσσονται δόλια
Μέ ψύχωση γιά τό πρόβλημα στό Λαύριο
Μέ οίκτο γιά τό Λαύριο
Μέ γνώση που προσφέρεται τίμια όπως τό ψωμί στήν
πολιορκία
Μέ βεβαιότητες
Μέ υποσχέσεις
Μέ διάθεση νά προχωρήσει επιτέλους
ο εξανθρωπισμός του
Επισκέπτες
Περιηγητές
Σαμαρείτες
Χαρτογράφοι
Οδοιπόροι από κάπου αλλού
Όλοι στο χείλος τού κρατήρα
Μέ διάθεση νά πούν καί νά βοηθήσουν τό σκοτεινό βάθος

*Από τη συλλογή “Το Λαύριο”, εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος” (χωρίς χρόνο έκδοσης, αλλά, μάλλον τέλη της δεκαετίας του 1970 με αρχές της δεκαετίας του 1980).

Στάθης Ιντζές, Δύο ποιήματα

ooiuiiossa-oaooiniieoiiy

ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΦΘΑΡΜΕΝΟΥΣ

Δεν αραχνιάσαν δα και όλα τα ηλιοβασιλέματα.
Υπάρχουν και αρυτίδιαστα πρόσωπα ιδανικά
για εναποθέσεις προσδοκιών σε περιόδους ξηρασίας.
Υπάρχω δε κι εγώ μια ατέλεια στο χωροχρόνο,
ένας απρόθυμος διαβάτης τηρουμένων των λασπολογιών.
Αν ακολουθήσεις κατά γράμμα
τις οδηγίες προς φθαρμένους
δε θα συναντήσεις ποτέ σου πρόβλημα αραχνών
αγαπητέ συνοδοιπόρε.

***

ΠΡΟΣ ΛΑΡΙΣΑ

Μια πινακίδα απόγνωση
το βέλος της κατεύθυνση θανάτου.
Μου θυμίζει κάθε πρωί
την απόσταση που διήνυσε το όνειρο
από την αφετηρία ως την επιστροφή.
Μια πινακίδα υπομονή
έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού μου.
Μια πινακίδα απόγνωση
το βέλος της κατεύθυνση θανάτου.

*Από τη συλλογή «Συνωμοσία Ταυτοχρονισμού», εκδ. Γαβριηλίδης, 2011.