Ωραίο το διάλειμμα, μα λίγο
λίγο λικέρ ακόμα – μάμα μία.
Μια ώρα ακόμα Ταρζάν, Γκαμπέν, Γκαμπόρ.
Χολλυγουντιανό φολκλόρ.
Happy End
***
ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ
Πάνε χρόνια
που έχω διακόψει τις σχέσεις μου
με ενιαύσια αμνοερίφια
σε χωνεμένες θράκες.
Η τσίκνα μάλλον με αηδιάζει
εντούτοις μια τρελλή σκέψη
φώλιασε αναπάντεχα στο νου μου
ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι, καθώς
η γαργαλιστική μυρωδιά
ξεροψημένου κρέατος με σκανδάλισε.
“Λες η γειτόνισσά μου να ξέχασε να κλείσει το γκριλ;”
Βούλιαξα νωχελικά στην αιώρα μου
και με χαμόγελο γλυκιάς προσμονής
γλάρωσα εισπνέοντας το δαιμονικό άρωμα.
Τι κρίμα… Απ’ τη λάρα δεν μ’ έβγαλε
ούτε η σειρήνα της πυροσβεστικής
ούτε το κελάηδισμα του ασθενοφόρου…
Αλλά το κακαριστό γέλιο
της διπλανής μου.
“Στην υγειά μας βρε παιδιά.
Να σκάσουν οι εχθροι μας.
Το τσικινισμένο είναι πιο νόστιμο”.
***
“ΠΙ”
Πάμε Βάρη – Κορωπί
ν’ αγοράσω ένα “Πι”.
Με το “Πι” θα περπατώ
να πηγαίνω στο γιατρό.
Όταν βγαίνω απ’ τ’ αμάξι
με το “Πι” θα είμ’ εντάξει.
Με το “Πι” και το μπαστούνι
θα χτυπάω το κουδούνι.
Στο γιατρό με το μουστάκι
θα κλαφτώ για καροτσάκι
επιγονατίδες, πάτους
με τα χρήματα του κράτους.
Στο σκαλί το τελευταίο
θα ‘μαι έτοιμη για ΚΤΕΟ.
Υποκλίνομαι στο ΙΚΑ
που μου έφτιαξε την προίκα.
***
ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ
Πρόσωπο: Αλαβάστρινο οβάλ
πλαισιωμένο από τούφες πλατινέ, απείθαρχες.
Μάτια: Γαλάζιες δέσμες φωτεινές
που σκίζουν την πυκνή σκιά και διαχέονται
σε λεωφόρους πλαστικών φαντασιώσεων.
Χαμόγελο: Αμυδρό σε χείλη υγρά
πρόθυμα να προφέρουν το όχι σαν ναι.
Κορμί: Λεπτεπίλεπτο, κινέζικο ιδεόγραμμα.
Το πρότυπο της εποχής μ’ ακολουθεί παντού.
Απ’ τα τεράστια πανό, ως τη μικρή οθόνη
σ’ επίμονη προσπάθεια να με προσηλυτίσει.
Ξεφεύγω.
Σ’ ένα βαγόνι του μετρό με περιμένει.
Απέναντί μου, πλάι μου
όρθια, καθιστή, εφαπτόμενη.
Κιτς απομίμηση ελκυστικού πακέτου προσφοράς.
Εγκλωβίζομαι.
***
ΤΟ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟ
Τελικός προορισμός μου, εσύ.
Ένα ένα αδειάζω τα σακουλάκια με την κρυσταλλική άμμο.
Απογειώνομαι.
Το σκαφάκι μου
πολύχρωμο συννεφάκι ανάμεσα στα σύννεφα
με οδηγεί κοντά σου.
Θάλασσά μου.
Στη θέα σου σκίρτησα. Μαγνητίστηκα.
Ακαριαία τράβηξα το σκοινάκι
να προσθαλασσωθώ στην αγκαλιά σου.
Βίαιη πρόσκρουση.
Αποτέλεσμα αχαλίνωτης παρόρμησης.
Σε εκατομμύρια μικρόκοκκους κρυσταλλικής άμμου
θρυμματίστηκα.
Στο αδιάσταλτο της άρνησής σου
συντρίφτηκα.
***
ΧΑΜΑΜ
Συχνά
με τη στρόφιγγα του ζεστού στο τέρμα
κάνω το λουτρό χαμάμ…
Ορατότης μηδέν.
Φαντάζομαι πως είμαι σε λίμνη στη μέση ενός λειμώνα.
Τριγύρω εφήμερα λουλούδια με γυαλιστερά πέταλα.
Ζωγραφισμένες μονοκοντυλιές
καθώς ο δείκτης του δεξιού μου γλιστράει
στα ιδρωμένα πορσελάνινα πλακάκια.
Κερκοφόρα πουλιά χωρίς λαλιά.
Ψάρια με φτερά χελιδονιού.
Τρελές πεταλούδες με ασύμμετρα σχήματα
και μακριές κεραίες.
Όταν ανοίγω το φινιστρίνι ν’ αναπνεύσω
τα πετούμενα εξαφανίζονται μαζί με τα λουλούδια
και η λιμνούλα μου παγώνει.
Άλλοτε πάλι
μετά τη διαδικασία δημιουργίας ατμόσφαιρας χαμάμ
χαλαρώνοντας καταμεσής της λίμνης
με το μοσχοσάπουνο
Γιώργος, Μυρσίνη, Χαρά, Όσλο, Αθήνα, Μασσαλία
χαράζω στο λευκό σμάλτο της μπανιέρας…
Μικρά ταξίδια επιστροφής
που τελειώνουν μόλις σπάσει και η τελευταία
ιριδίζουσα αρωματική σαπουνόφουσκα.
***
ΧΟΥΣ ΗΝ
Σ’ έχασα Χουσεΐν, κι αναζητώ
δυο φωτεινές γαλάζιες χάντρες,
τα μάτια σου.
Το ρυθμικό ήχο της ανάσας σου. Λυτρωτικό.
Ψυχούλα, ζωούλα, αγκαλιά μου.
Ώρες μπροστά στο τζάμι να ονερεύεσαι
αυτό που φοβόμουν. Παιχνίδι στο δρόμο.
Πόσα πολλά μου στέρησες,
πόσο ακριβή η ελευθερία.
Ψιτ, ψιτ, μικρέ μου δραπέτη
φωνάζω, σε ψάχνω στη γειτονιά.
Κάτω από αμάξια γονατίζω και προσεύχομαι.
Σε μια κηλίδα καταμεσής του δρόμου αναγνώρισα
το αποτύπωμα του κορμιού σου, Χουσεΐν.
Χους ην.
*Από τη συλλογή “Στο βάθος κήπος”, εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, Αθήνα 2011.
(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ’ η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ’ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου – η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.
Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, – όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
– μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, – διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.
Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
– 8, 16, 32, 64 –
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 –
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; –
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, – φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
– ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, –
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, – ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, – δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, –
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, –
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, – πώς να το φέρω; – Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, – αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ’ αφήνουν πια να βγουν έξω
μ’ όλο πού πίσω απ’ τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ’ η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου – έστω κ’ ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ’ τη σκλαβιά της.
Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ’ η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, – σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;
Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, – η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, – αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, –
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;
Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, –
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, – πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.
Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ’ ετοιμάζω δυο – ποιος να τον πιει τον άλλον; –
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ’ το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες – τι να τις κάνεις; –
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, – όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
Κατόπιν πρόσφατης διαδικτυακής ανασκαφής, νέα λογοτεχνικά ιστολόγια- κοινώς blogs- ήρθαν να προστεθούν στους σελιδοδείκτες μου, ανοίγοντας ένα νέο παράθυρο σε εκείνη την αφανή- αλλά όχι άφατη λογοτεχνία- που στριμώχνεται στις παρυφές του ιστοχώρου και όλο λανθάνει της ευρείας αποδοχής και αναγνώρισης, δίχως συχνά να υστερεί σε περιεχόμενο και πρωτοτυπία.
#1 “caricature of intimacy”
Το ιστολόγιο “caricature of intimacy” κατέχει τα σκήπτρα της διαδικτυακής αυτής εξόρυξης, συγκροτώντας ένα σκληρό λογοτεχνικό πυρήνα με μια γραφή τραχιά μα συνάμα και νεόκοπη. Το εν λόγω blog μετράει σχεδόν τέσσερα χρόνια διαδικτυακής παρουσίας και διατίθεται ελεύθερα προς σφυγμομέτρηση του ποιητικού παλμού της δημιουργού του. Ολίγον τι αιρετική και ταυτόχρονα παιδιάστικα αθώα, η Τσεβή Τζιτζίκου εξορμεί στις ουτοπίες του λόγου, για να αποκρυσταλλώσει στο χρόνο τις δικές της καθημερινές συναισθηματικές ευτοπίες και δυστοπίες. Τα ποιήματά της αναδίδουν μια αφοπλιστική αυθεντικότητα και η ανάγνωση κυλά εν είδει λαχταριστού χρονογραφήματος. Η προκλητικότητα του ύφους της, και η ευθύβολη ματιά της στα πράγματα μετατρέπουν εκείνο το άλλοτε κρυφό νόημα στην πιο άμεση δήλωση ενώ απογυμνώνουν το περιεχόμενο των ανθρώπινων σχέσεων στα πιο καθαρά και σχιζοειδή θραύσματα του είναι.

Caricature of intimacy: «Γέμισαν τα δειλινά τον αέρα με τ’ άρωμα του ήλιου που πήγε να πνιγεί πίσω απ’ των αιώνων το λαμπρό νεκροταφείο»
Καιρός
Το παραμύθι δεν τελειώνει
αν δε το πω εγώ.
Πότε θα γκρεμίζω
πότε θα χτίζω
τα υποθετικά μας κάστρα
τα φανταστικά μου άλογα.
Πότε θα καίω εσένα
πότε ολάκερο το βασίλειο.
Πύκνωσε η βλάστηση,
μέσα στην ομορφιά της
σκίστηκα γυμνή,
ανάμεσα στ’ αγκάθια.
Η νίκη μου θα είναι
να περάσω το πλακόστρωτο
κάνοντας μια σκέψη
για εκείνο το μπαλκόνι,
που να μην έχει στίγμα
πραγματικότητας.
Το παραμύθι δεν τελειώνει
αν δε χορέψεις στο σκοπό.
Αυτόν που σου ψιθυρίζω
μέσα από τις λέξεις
που άτακτα εγκαταλείπω.
Εδώ.
Πάλι εσύ
Ποια είναι τα όρια σου, κι αν τα ξεπεράσεις τι θα συμβεί;
Ακούω μελωδίες και τ’ αυτιά μου πλημμυρίζουν από σένα.
Στο μυαλό μου σ’ αγγίζω με φτερά αγγέλων
τόσο απαλά ώστε να νομίζεις πως κοιμάσαι.
Θαυμάζω το δέρμα σου και κλαίω που τα κύτταρά μου
δε θα μπορέσουν ποτέ να το διαπεράσουν.
Δύο όντα, ένας έρωτας, ο δικός μου.
Κάθε φορά που αναπνέω καθαρό αέρα
μπαίνεις μέσα μου σαν σκόνη
κάθεσαι πάνω στα πνευμόνια μου
και στέκομαι στο λιμάνι
σκέφτομαι να πηδήξω
για να σε πνίξω
να πάψεις.
Ζητάω να δω στα μάτια σου
όλα τα μυστήρια του μάταιου κόσμου
το μειδίαμα σου μου εξομολογείται
το φόβο σου να ‘ρθεις κοντά μου
και το λατρεύω, όπως λατρεύω κάθε τι
που ήρθε δίπλα μου σπασμένο
κι άφησε να το σπάσω δυο φορές.
Πρώτη, δεύτερη, 5 μέρες
5 χρόνια.
Πόσες φορές ζητάς να μ’ αρνηθείς;
#2 “Cenicero”
Ακόμα, από το λογοτεχνικό ψηφιδωτό του αχανούς διαδικτύου, το blog της Μέλπως Μέντε, “Cenicero”, που στα ισπανικά σημαίνει τασάκι, υπερέχει στις λογοτεχνικές μου προτιμήσεις, ίσως διότι η εν λόγω ποιητική μάζα κάθε άλλο παρά με στάχτη μοιάζει, κι όμως οι στίχοι της επιμένουν να αιωρούνται στην μνήμη, καιρό μετά την πρώτη ανάγνωση. Έρωτες και καθημερινά πάθη, ιδέες και λύσεις που δεν βρίσκονται παρελαύνουν σε σκοτεινό φόντο, και καπνίζονται με εξίσου συμβατή μουσική υπόκρουση. Τα αποτελέσματα αυτών των αναζητήσεων κατατίθενται και προσπαθούν να σβήσουν στο φιλόξενο τασάκι της δημιουργού τους. Το εν λόγω ποιητικό αποθετήριο [“Cenicero”] αριθμεί έξι χρόνια ηλεκτρονικής ζωής και φέρει πάνω του θετικά τα αγγίγματα του χρόνου. Η γραφή νοσταλγική και φορτισμένη, προδίδει σκληρές αναμετρήσεις με τα φαινόμενα, τα τυχόν αδιέξοδα και τις υπαρξιακές απορίες , ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που η γλαφυρότητα της απόδοσης μας ξεναγεί στα παρασκήνια, μιας ζωής, αν μη τι άλλο, συγγενικής με τη δική μας.

Cenicero:«Και θα σου λέω παραμύθια τις νύχτες, για να κοιμάσαι πιο εύκολα αλλά μόνη σου…Και ‘γω θα σβήνω, όταν θα σβήνει και η οθόνη σου».
But I still have to face the hours, don’t I?
Τώρα που τίποτα δεν σκέφτομαι
και παραιτήθηκα από την προσπάθεια να καταλάβω
κρύβομαι απ΄όλους αυτούς που μου ζητάν το λόγο
και γυρνάω στην βέβαιη ανασφάλεια μου
Τώρα που εκείνος ξεθωριάζει αντί να εκρήγνυται
και με κάνει να αμφιβάλλω για την ύπαρξή του
έρχεται στον νου μου η σκιά του δέντρου πίσω του
και όχι η δική του αυστηρή όψη
Τώρα που εκείνη έφυγε και εκείνη θρηνεί
θρηνώ μαζί τους την χαμένη συνήθεια
μαζεύω τα χυμένα τους δάκρυα
και τα κρατώ πετρωμένα κάτω απ το μαξιλάρι
Τώρα που ανακαλύπτω αυτόν
που τον φοβάμαι και τον ποθώ
και τρέμω στην ιδέα της απουσίας του
γίνομαι πάλι εκείνη που έλειπε για χρόνια
Τώρα που γνωρίστηκα με την απουσία της
κρατιέμαι με κόπο στην κατάλληλη απόσταση
τόσο που ο πόνος της να μην ξεπερνάει τον δικό μου
τόσο που τίποτα να μην ισχύει
Τώρα που δήλωσα την σειρά των πραγμάτων
νιώθω τα λόγια στιβαρά και άκαμπτα
ανίκανα να ανταποκριθούν σε όλα εκείνα
που έγιναν και όχι, μέσα η έξω από το μυαλό μου
Νιώθω εκείνες τις ώρες ανάμεσα
να βαραίνουν στο σώμα μου
να μαζεύονται και να μου ζητάν το λόγο
ψάχνω λοιπόν μια βολική γωνιά στην άκρη του εαυτού μου
Ψάχνω την μουσική που θα με φιλοξενήσει
θα γεμίσει το τρομακτικό κενό
θα φροντίσει τις πληγές- όχι τις δικές μου
μα όλων εκείνων που με βασανίζουν και μου δίνουν νόημα
Ο ελάχιστος ή επί 2
Κρύφτηκε πίσω από το βιβλίο της
-μπορούσα ακόμη να την δω
Έμοιαζε απορροφημένη
-πώς θα μπορούσε να ξεγελάσει εμένα
Γύρισε την σελίδα αδιάφορα
-όπως και την κόρη του ματιού της
Διέκρινα πλέον την ακτίνα του βλέμματός της
να περιεργάζεται την μορφή του
να σκαλίζει την περίμετρο του σώματός του
να μετράει τις ρυτίδες που όριζαν τη προσοχή του
Αυτό ήταν όλο.
Όταν με αντιλήφθηκε
της θύμισα
και μ ευχαρίστησε.
Κάθισα εκεί που καθόταν,
συνέχισα το βιβλίο της
ενώ έψαχνα αφορμή
να γυρίσω ακόμη μια φορά την σελίδα…
#3“Rhythm And Poetry»
Ολοκληρώνοντας αυτήν την ιστολογική ποιητική περιήγηση, το ποντίκι μου κοντοστέκεται στο “Rhythm And Poetry», και σε στίχους άλλης αισθητικής. Το blog – ενεργό από το 2014- φέρει την υπογραφή του Παράταιρου και εξιστορεί τον μίτο της δικής του υπαρξιακής κατάστασης. Μια υποκειμενικότητα που δίχως άλλο απλώνει γέφυρες με το συλλογικό υποσυνείδητο, προσφέροντας αμοντάριστα πλάνα μιας απαιτητικής πραγματικότητας. Αναγνωρίζοντας ο ίδιος ότι το να παραμείνεις ζωντανός ικανοποιείται με υπερπροσπάθεια, εξημερώνει το χάος και τα αδιέξοδα σε στίχους. Το ύφος του λιτό και γκροτέσκο, φωτίζει τα πιο σκληροτράχηλα ερεθίσματα που συνθέτουν την δική του αλήθεια. Στις λέξεις του, εξίσου έντονα, φιλοξενείται το κρητικό ιδίωμα, προδίδοντας λίγη πατρίδα στον λόγο. Η γραφή του κοφτή κι ελεύθερη, εκκινεί από αυτοβιογραφικές μεταδόσεις ενώ παράλληλα απλώνει δίχτυα σε κοινούς τόπους του εκάστοτε τώρα.
Rhythm And Poetry: «Η έντονη στεναχώρια ίσως και να ‘ ναι πιο ανάλαφρη απ’ την απάθεια Ασύγκριτα όλα με το πλησίασμά σου και μόνο Να με βλέπεις να μετανιώνω για κάθε λέξη που δεν πρόλαβα ή για παραπανίσιες λέξεις που έλεγα χωρίς να σ ‘ αγγίζω»
 Έξω απ’ το παράθυρό μου
Έξω απ’ το παράθυρο
μου βλέπω μια ιατρική καρέκλα
Πιο δίπλα ένα άλλο παράθυρο
και πίσω απ ‘ αυτό ένα σύνθετο γεμάτο βιβλία
Μέσα απ’ το παράθυρο μου είναι μια στοίβα βιβλία
που δεν κατάφερα να διαβάσω ποτέ
Γιατί σκεφτόμουνα εσένα.
Πιο ψηλά όμως έξω απ’ το παράθυρο μου
υπάρχει ένα άλλο παράθυρο
και εσύ ευτυχώς δεν είσαι πια εκεί
Ούτε μέσα απ ‘το παράθυρο μου βέβαια.
Έξω απ ‘το παράθυρο μου είναι ένας κόσμος
γεμάτος με σημεία που συναντηθήκαμε
όταν αποφασίσαμε να δούμε τι κρύβεται έξω απ ‘τα παράθυρα μας
ακόμα και να αποφύγω αυτόν τον κόσμο δεν έχει νόημα
Γιατί πάντα έξω από αυτό εδώ το παράθυρο που γράφω τώρα
θα υπάρχει πάντα το παράθυρο σου
ΣΙΝΕΜΑΣ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣOΣ
«Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα καθώς ανάσαινε,
κατέβαινε στο χολ»
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Εγώ από την άλλη
Πέρασα την μέρα μου
κλεισμένος στον φωταγωγό
M’ ένα σκοτάδι πηχτό τόσο
που ένιωσα το χρώμα που ‘χουνε οι κόρες μου
Ύστερα βγήκα περιχαρείς στους δρόμους
και το αγέρωχο βήμα μου
προέδιδε την βασιλική μου καταγωγή
Στο ξεπεσμένο μου βασίλειο
κατοικούνε μυριάδες καρέ φιλμ
πάντα της ίδιας γωνίας λήψης
Το υλικό τους εύφλεκτο
και για να κρατήσω ζωντανή την μνήμη
χίλιους αιώνες τώρα γυρνάω με τα χέρια μου την μηχανή
σε δημόσιες υπαίθριες προβολές
Μετά τους τίτλους τέλους
απλώνω την τραγιάσκα μου στους περαστικούς
Μα όταν ξεχνιέμαι πότε πότε
πάντα στο ίδιο καρέ
Τα βλέπω όλα αυτά που με κόπο γέννησαν οι θύμησες
να λαμπαδιάζονται
Κι αφού δεν υπάρχει τίποτα άλλο
να καεί σε μια άδεια πλατεία από πέτρα
το πυρομάνι εικόνων κυνηγάει να κάψει εμένα τον ίδιο
Κάθε καλοκαίρι όμως όταν ο ήλιος πέφτει
στην ψάθινη τρύπια καρέκλα μου
Συνειδητοποιώ ότι οι μόνες επιλογές μου
κινούνται ανάμεσα σε στάχτες και ένα μυαλό Σίσυφο
20 τσιγάρα μετά
Δεν έχει καμία σημασία
Αφού ξέρω
«Η Αγάπη είναι ένας σκύλος απ ΄την κόλαση»
Μια ρωγμή την τράβηξα
Από τα μαλλιά
Την έκανα γραμμή
Την μούλιασα σε στάχτη
Ένταση
Μελάνη
Θυμό
Της έδωσα σκέψη
Την τέντωσα
Την γάζωσα
Με όλους τους δυνατούς συνδυασμούς
Κάθε μέρα τρώω ασβέστη
Τον μεταμορφώνω σε βρώμη
Τον πασπαλίζω με γάλα
Δεν υποχωρώ
Γεύομαι πάλι μια δροσοσταλίδα
Στο σκαλιστό σκαμνί
Αλήθεια, τι είναι αυτό
Που κάθε πρωί
Αναδιπλώνει τα κύτταρα;
***
Θα ‘ρθω να σε ξυπνήσω
Ζεματάει πάλι το δέρμα
Σάπιο μήλο ξημέρωμα
Μια αγωνία που δεν
Που δεν έχει γωνία ούτε στερητικό
Δυο σελίδες δρόμος από το μπαλκόνι
Στο τέλος μιας οροφής
Δυο λωρίδες
Ξεχείλωνε σχήμα
Αναδίπλωνε χώρο
Έπειτα
έληγε αποφάσεις
τις τοποθετούσε σε ημερομηνίες
Η εμφιάλωση στην εικόνα
Γέμιζε κάπου εκεί
πάνω κάτω
Χαράματα η ώρα τρεις
***
0-1
Δεν κατάλαβες πως τα αστεία κρύβουν μια σοβαρότητα
Και γι΄ αυτό τόσο γέλιο προκαλούν
Σε αυτούς που ξέχασαν ακόμη και από αυτό
να δακρύζουν
Ή να κατουριούνται
Ήρθαν τότε οι καιροί που το γέμισμα των εποχών γινόταν
Με εικόνες και λέξεις.
Με καμιά αφή και βλέμμα κανένα
Και γέλασαν όλοι στα παραθύρια
Την ώρα που κατουρούσαν σε μια πραγματικότητα
Με την οθόνη στο ένα χέρι
Και την αλλαγή εποχής στο άλλο.
0-1
*Τα δύο σχέδια που συνοδεύουν την ανάρτηση είναι της ίδιας της ποιήτριας.
Ο Τομάς Κοέν (Tomás Cohen, Πεγιούουε – Χιλή 1984) είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Έχει σπουδάσει Μουσικολογία και Καλές Τέχνες στο Ποντιφικό Καθολικό Πανεπιστήμιο της Χιλής και Ιστορία της Τέχνης στο New York University. Το 2003 πήρε υποτροφία από το Ίδρυμα Πάμπλο Νερούδα. Αφού έζησε για δυο χρόνια στο Νεπάλ, εγκαταστάθηκε στη Γερμανία, όπου μέχρι και σήμερα πραγματοποιεί σπουδές σχετικές με τον πολιτισμό του Θιβέτ και τη σανσκριτική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έχει συμμετάσχει σε αρκετά φεστιβάλ ποίησης στην Αμερική αλλά και σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Είναι ένας από τους εκδότες του περιοδικού Asymptote (www.asymptotejournal.com). Ως μέλος της ομάδας Found in Translation, οργανώνει στο Αμβούργο κάθε χρόνο το “Hafen Lesung”, ένα διεθνές φεστιβάλ σύγχρονης λογοτεχνίας σε διάφορες γλώσσες. Διατηρεί τη σελίδα: http://www.tomascohen.com
Το ποίημα που παρουσιάζεται εδώ, ενώνει την αρχή και το τέλος, αποτελώντας τον επίλογο του βιβλίου του Redoble del ronroneo (Τυμπανοκρουσία του γουργουρίσματος), που εκδόθηκε το 2016 από τον εκδοτικό οίκο Buenos Aires Poetry στην Αργεντινή.
Η γραφή του Τομάς Κοέν μοιάζει να ξέρει να αφουγκράζεται τα άκρα. Κάθε λεπτή γραμμή που απομακρύνει και συνδέει τα αντίθετα που ισορροπούν πάνω στην απέραντη γέφυρα του σύμπαντος. Με βλέμμα που ξέρει πού να στραφεί για να αποκωδικοποιήσει κάθε ανθρώπινη αφετηρία και τέλος, ψηλαφεί την ανθρώπινη φύση κι αποτυπώνει τα σημάδια μιας κοινής καταγωγής σαν να τελετουργεί συνομιλώντας με τον Θεό της αναγέννησης. Με ευαισθησία, λογική και διαίσθηση ωθεί και το δικό μας βλέμμα στο βἀθος κάθε κυκλικής μνήμης, μες στο γαλάζιο του ορίζοντα που μας χωρίζει και μας ενώνει, με στόχο να μας απελευθερώσει. Να φανερώσει ένα νέο κόσμο που υψώνεται τριγύρω, αφού όμως πρώτα απορρίψουμε κάθε συνάντηση με τον προηγούμενο εαυτό μας.
*
ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΑ ΑΚΡΟ ΣΤΟ ΑΛΛΟ (ΦΙΝΑΛΕ)
Ας μη φοβόμαστε: έτσι είναι ο θάνατος
Σέσαρ Βαγιέχο
Στο βάθος υπάρχει πάντα άμμος
και νέα φεγγάρια μαύρα μες στα νύχια.
Στο τέλος οι τσέπες μου αναποδογυρίζουν.
Αφού τα όρη μετακινούνται από κουβέρτες.
Είναι πολύ αργά
ή πολύ νωρίς; Μιλώ σ’ εκείνη
μέχρι ν’ ακούσεις.
Ποιος είναι εκεί; Πέρασε,
κάθισε, η θάλασσα δεν είναι γαλάζια
αν ο ουρανός δεν την κοιτάζει.
Κοίτα τι φέρνω μες στις τσέπες μου:
όστρακα με βίδες, κατεστραμμένες
ενστάσεις κι αναλαμπές ηρεμίας
και στο βάθος υπάρχει πάντα άμμος.
Μπες, έξω, στο κουτί του καθαρτηρίου
που γλείφει το χνούδι απ’ τις τσέπες μου,
καθώς μεταφέρεται εκεί όπου
άχρηστοι μετασχηματιστές και εξωτερικές μνήμες
γίνονται σκουλήκια ανάμεσα στα καλώδια
από την παραδοχή στην αποκήρυξη,
όπου οι στεγνές μνήμες
ξεδιπλώνονται και διπλασιάζονται και διακλαδώνονται.
Εδώ βυθίστηκε ο προγενέστερος κόσμος.
Μένει η κοιλότητα
που δυο εραστές σχημάτισαν σε μια παραλία
που χωρίς να θέλει
θα χορτάσει από ουρανό
και θα γίνει μια άδεια λακκούβα, μια μπουκιά
από μουτζούρα και αφρό—
Όμως καλύτερα
όχι. Δεν θα πάρω.
Εσύ! Που φωτίζεις σκαλί σκαλί την έκπληξη της σκοτεινιάς μου,
εσύ που στη στάχτη είσαι η πνοή που με κρατά,
έλα στο άκρο που βυθίζεται,
απελευθερώνοντάς με στο όνομά σου,
με το όνομά μου στα χέρια σου
για δάχτυλα. Με κοιτάζεις,
με μάτια καμωμένα από σημειώσεις—
Αλλά φτάνει. Φτάνει, πια
φεύγω.
Ψηλάφισε τις παύσεις μου, τους καρπούς σου· το μολύβι
που έχει εξαφανιστεί πίσω απ’ τ’ αυτί.
Ο σβόλος που ενσωμάτωνε με πόνο στην περίμετρό του
θραύσμα το θραύσμα έναν μετεωρίτη…
ο χτύπος μου. Βρίσκεσαι εδώ, απακανθιζόμενος
ή αρωγός στη γέννα, μέσα στo σύννεφο σκόνης κάθε μου κατεδάφισης,
δίπλα σε ερείπια που μοιάζουν παιδιά
μέσα σε εφήβους χωρίς την παρουσία ενήλικα ακόμα—
Έλεος, πια! Κόφτε το!
Στη σβάρνα της σκιάς μου
δεν χαρίζομαι άλλο.
Βγες μαζί μου απ’ την κοιλάδα της αναποφασιστικότητας
κι απ’ τη μιζέρια της ζέστης και του κρύου·
τις πτυχές της φασματικής περιόδου
στην οποία μασάω τα καύκαλά μου
και ρουφάω απ’ τις πληγές μου·
λουτρά με γράμματα από σαπούνι πάνω στην αντανάκλαση.
Μπανιέρα ατέλειωτη της στενής ζωής μου,
μέσα από σένα έπλευσαν δυο μακρινά κούτσουρα
μόνο για να συγκρουστούν και να απομακρυνθούν ξανά—
Χωρίς σάλια, ας τελειώσουμε,
αν τελειώναμε
κάθε φορά.
Γρήγορα, πολύ αργά, γύρνα με
σαν χάρτινη σελίδα ως το άγνωστο
κι έλα μαζί μου κάτω απ’ το κάλυμμα που κλείνει,
πιασμένοι χέρι χέρι σαν σελίδες
εκεί όπου η λέξη φωτιά δεν καίει.
Ήσυχοι, ας παίξουμε τον σπόρο
μέχρι ένα ουρλιαχτό να μας χωρίσει
όπως τη θάλασσα της Eξόδου—
Αλλά, υπάρχει κάτι ακόμα!
Δώσε… άλλο λίγο,
ένα επεισόδιο παραπάνω.
Δεν είναι πολύ αργά; Όχι,
πια είναι πολύ νωρίς.
Μένει η κοιλότητα
που δυο εραστές σχημάτισαν στην παραλία
και η πλημμυρίδα πλησιάζει,
βυθίζει τον προγενέστερο κόσμο:
ριπή, γουλιά από
μαστίγιο, λαιμός
πίσω, ζενίθ στο
ναδίρ.
Μαστιγώνει τον
μηρό του πλανήτη, ο πλανήτης
αναποδογυρίζει ξανά. Η βαρύτητα
επιστρέφει
και η ακτίνα της ματιάς διαλύεται πιο πέρα.
Η θάλασσα χωρισμένη στη θέα του ραβδιού
ουρλιάζει κλείνοντας το κόκκινο επεισόδιό της.
Η χρυσή ράχη καταπνίγει την Έξοδο·
οι πνιγμένοι δεν μιλούν για θησαυρούς.
Στο βάθος
μένει αυτή η κοιλότητα που πλημμυρίζει.
Πρόσφατα σχηματισμένα όρη, κουβέρτες από άμμο
καλύπτουν αυτή τη λακκούβα, που παραμένει γαλάζια
εκεί όπου ο ουρανός ναι τελειώνει, σε φανερώνει—
Ποιος είναι εκεί; Ο κόσμος,
τριγύρω.
Στα σκοτάδια τις λέξεις
να τις αγγίζεις πρέπει να ξέρεις
με την ίδια πίστη με την οποία αγγίζεται ένα κορμί.
Κάποιες φορές ο άνεμος της καρδιάς υπερβολικά τους φωνάζει
για τη δική τους αδύναμη κατάσταση της λάσπης.
Ο άνεμος της καρδιάς περνά και συγχύζει
και παύουν τα χείλη νικημένα από το παρελθόν,
παρατατικό όταν πάντα,
όταν πάντα ήταν αργά κι ωστόσο κανείς
δεν κατάφερνε να φορέσει ένα κολάρο κατευνασμού σε ορισμένα ρήματα μεταβατικά:
«εγώ είχα», «εγώ ήθελα»
«εγώ ήξερα ή μπορούσα»…
κι ωστόσο
ένα βιβλίο συνέχιζε με όλες του τις ορισμένες ώρες να σαπίζει,
με όλη τη συσσωρευμένη και θλιμμένη οργή του,
με όλη την απαρηγόρητη γραμματική του,
πάντα ανοιχτό από την ίδια παγωνιά
στο γραφείο στο οποίο ποτέ δεν κάθισες.
Κάποιες φορές οι λέξεις
είναι μονάχα δρόμοι τεντωμένοι που οδηγούν στον πυρετό,
κι ο πυρετός δεν είναι παρά ένα μουτζουρωμένο από κίτρινο νοέμβρη κασκόλ
στο λαιμό των παράξενων παιδιών.
Και τη βροχή, μη ξεχνάμε τη βροχή, αγύριστη ηλακάτη κόσμων χωρίς ηθική διδαχή,
και τόση γέρικη ιστορία
στα κατώφλια κοιμισμένη,
και τόση ιστορία αδέξια αποσπασμένη
από τους καταλόγους των σπασμένων θεοτήτων,
βρώμικων από την απουσία, τη βιολέτα και την κιμωλία.
Αλλά είναι νύχτα τώρα, και οι λέξεις
θα γυρίσουν να σκοτεινιάσουν όπως σκοτεινιάζει ένα κορμί,
άμα οι πόλεις τα βλέφαρά τους κλείσουν από μακριά
και μία άβυσσος λεπτή στα χέρια μας χυθεί.
Γιατί ξέρουμε πως ανάμεσα σε σκιά και σκιά μπορεί να πέσει ένα δόγμα
και δεν υπάρχει ένα ναι πιο εμφατικό από αυτό του αγγιγμένου δέρματός σου, ακριβής σκόπελος,
όπου οι αμφιβολίες, συνεχίζουν να σπάνε, η μία μετά την άλλη, τον στείρο του κυματισμό.
Και τη μετατόπισή του.
Δεν υπάρχει άλλη επιστήμη πιο σαφής και χωρίς σίγαση
από τα χέρια που ακούνε και την καρδιά που αγγίζει.
Το σκοτάδι θεμελιώνει την αυστηρή του υπαγόρευση:
πως όλα μπορεί να είναι οποιοδήποτε πράγμα εκτός απ’ το κορμί σου
άμα να φτάνει ξέρει κάποιος από τον πιο σύντομο δρόμο,
από αυτόν που πάει απ’ την αλβαργκονθάλες στη μελαγχολία ή στο σύννεφο
περνώντας απ’ τη λήθη, την πισίνα, την κίρκη, τη βερενίκη, τον βοριά .
Κοίτα. Έχουμε φτάσει από πολύ μακριά
στο πιο δύσκολο μέρος της σύνταξης.
Έχουμε ανοίξει τις πιο παράξενες πόρτες και είδαμε πως πια δεν θα υπήρχε κανείς
παρά η άχρηστη τράπουλα του χαρτοπαίκτη, τα ρέστα κάποιας δευτέρας καταδικασμένης, ένα
μισοτελειωμένο πανηγύρι
και ένα σάπιο από αβεβαιότητα και φόβο τσαμπί.
Όλα ήταν, τελικά, στα δικά μας χέρια.
Εσύ επινοούσες λέξεις όταν κάποιος έσβηνε τις μέρες
κι εγώ συνέχιζα να τις περιμαζεύω για να κατανοήσω γιατί ένα σπίτι
σχεδιάζεται μονάχα με τα χέρια ενός παιδιού κι όχι ενός αρχιτέκτονα,
γιατί ένα σπίτι ποτέ δεν διαρκεί για πάντα,
γιατί ο χρόνος κι ο τρόπος και τα άτομα,
και κανείς δεν επινόησε έναν παράδεισο για τα σπασμένα παιχνίδια και τις ορφανές από ρίμα μετοχές.
Κοίτα.
Έχω φέρει τις λέξεις που επινόησες στα σκοτάδια,
φυλαγμένες μέσα στην ίδια τους τη σκοτεινιά.
Όλες είναι εδώ, δεν λείπει καμιά,
συμπεριλαμβανομένων και αυτών που στην απλή εντριβή πονάνε απ’ το αλάτι και τη θάλασσα τη μακρινή
ή εκείνες, τις πιο ανυπεράσπιστες, που άμα τις χαϊδεύεις υπερβολικά
μπορούνε με ένα δάκρυ ή μ’ έναν άγγελο να μπερδευτούνε εύκολα.
Πάμε να παίξουμε τις αλυσοδεμένες λέξεις.
Αλλά με την ευχαρίστηση που αντιλαμβάνονται μονάχα αυτοί που παίζουνε στα σοβαρά.
Ναι. Στα σοβαρά. Παρακαλώ. Είναι διασκεδαστικό.
Πάμε να τις τοποθετήσουμε τη μία μετά την άλλη, με του καπρίτσιου την πίστη, με την αφή που τους δρόμους επινοεί.
Τη μία μετά την άλλη, θα τις διασώσουμε απ’ την αργή τους των πιθανοτήτων αγωνία,
θα φέρουμε σ’αυτές ένα σπιτικό, ένα σύστημα ριζικό, και έναν ενεστώτα παρατατικό για πάντα,
τη μία μετά την άλλη, πρός της μέρας το φως.
*Από το βιβλίο Μετάβαση, DVD Ediciones, 2011. Στα ελληνικά από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.
**Ο Juan Manuel Macías (Καρταγένα, 1970), είναι φιλόλογος, ελληνιστής και μεταφραστής. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά που σχετίζονται με τα κλασικά γράμματα, με άρθρα και μεταφράσεις ελληνικής ποίησης. Ποιήματά του και άρθρα του λογοτεχνικής κριτικής έχουν δημοσιευτεί σε αρκετά περιοδικά ποίησης. Έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές καθώς επίσης σε μετάφραση ποιήματα της Σαπφούς και την ποιητική συλλογή της Μαρίας Πολυδούρη με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν». Διατηρεί το ιστολόγιο http://diosas-nubes.blogspot.com.es (απ΄όπου και η εικόνα της ανάρτησης).
Και ο ήλιος τώρα που λάμποντας καθώς που το θέρος
και το σύννεφο ένα ξάφνου που γίνεται το σκοτάδι
και το στίλβος έρεβος ένα τους πόλους που ανατέμνοντας
που πολεμώντας τον υετό και βυθίζοντας η βροχή
στάλα τη στάλα που το νερό να σταλάζει την οροφή
καταποντισμένη οι τοίχοι πιο βαθιά μες τη γη
και μες το ναό των πεθαμένων θεών
μονάχα ο ερημίτης τώρα κοιμάται στις σαρκοφάγους γυμνός
μέρα τη μέρα να πολεμώντας τη σάρκα πληγή
και που ακινησία εκτείνονται όλα τα κύτταρα μες το κορμί
που να τρίζει ο άνεμος τη σιωπή απειλή
κι όταν ήλιος σκουριάζοντας τα μούσκλα το πράσινο
στο λυκόφως μουγκό φεγγάρι πορφυρό που να καίγοντας
στις κατακόμβες κεριά που να τρίζοντας η φωτιά
νύχτα τη νύχτα να πολεμώντας τα πνεύματα των πεθαμένων θεών
που να του ξεσκίζουν τα σωθικά μεγάλα αρπακτικά
βράχοι το κύμα που γλείφοντας χαμηλά
γυναίκες κόκκινες χαλκάς τα αιδοία χείλια γυμνά
που ασθμαίνοντας μεγάλα στήθια βαριά
κι ολολύζοντας αλυσοδεμένα τα τσακάλια παιδιά
κόκκινα μάτια μεγάλα στα σκοτάδια σκυλιά
μαύροι που άντρες υπάρχοντας τιτανικοί
και στην εστία ειδώλια μικρά προγονικά
κινήσεις ανύπαρχτες χέρια που να σέρνονται τα φίδια στη γη
κι οι λύκοι μεγάλοι να τρέχουν μαραμένοι ανθοί
από μέσα ν’ ανατινάζεται η σάρκα ναπάλμ
βαλκυρίες ν’ αποτεφρώνουν τη ζούγκλα ελικόπτερα πυρκαγιά
και μες στις σαρκοφάγους ο ερημίτης που τώρα γυμνός
ιδρώτας το σπέρμα που στις παλάμες καυτό
απ’ τις χαραμάδες που να κοιτώντας τα μεταλλαγμένα κορμιά
ως τα χαράματα τα τσακάλια ουρλιαχτά
θύελλα ενοχή τ’ αναφιλητά
σαν το σκυλί γαβγίζοντας τη νύχτα τη φωνή του
μέσα στη γη θα σπείρω το κορμί μου
Perhaps surprisingly, the United States has been the home of a number of poets who have expressed anarchist ideas in their works. But then again, there are strong traditions of immigrant anarchism among Jews, Italians, Spaniards and Russians. There is the radical workers organisation, the Industrial Workers of the World.
There is the libertarian tradition among intellectuals, dating back to Thoreau. And there is a ?bohemian? tradition, often interconnected with these other movements which above all had its home in San Francisco and Greenwich Village in New York.
Kenneth Rexroth
Labor power on the market,
Firepower on the battlefield,
It is all one merely two
Aspects of the same monster.
The Dragon and the Unicorn
Kenneth Rexroth was born in 1905 in Indiana, into a family that had a long line of freethinkers, feminists, abolitionists, socialists and anarchists. His father used to drink whisky with Eugene Debs, the socialist leader. He had an enlightened upbringing but then had the misfortune of being orphaned at the age of 12. Most of his adolescence was spent in Chicago, where he worked as a newspaper reporter and was involved in running a jazz tea shop. Here he came in contact with the bohemian world of musicians, poets, writers, artists, hobos, revolutionaries and outsiders.
He was almost completely self-educated, with only five years of formal schooling. He read avidly, began to write poetry, paint abstract paintings, worked in avant-garde theatre and taught himself several languages. Like the European writer Malaquais, he took to the road in his late teens, He ranged, he roamed, he rambled. He worked at all sorts of jobs, sometimes as a cowboy cook, sometimes as a wrangler, and in farm and forestry jobs. He worked as a toothbrush maker and as a peddler of pamphlets on diet. He even managed to make it to Paris and back as a stowaway. There he met many important radical artists, including many surrealists.
The anarchist Alexander Berkman told him whilst he was in France not to become another expatriate and he returned. Becoming an anarchist at an early range, he saw through the Bolshevik myth as soon as 1921 when the Kronstadt sailors uprising was crushed by Lenin and co.
In 1927 he joined the Industrial Workers of the World working for a while on its newspaper. In Chicago he set up a Dadaist group. He carried on independent activity in the thirties. Settling in San Francisco he was involved in the newssheet the Waterfront Worker which exhorted dockers to organise. (In later life he entertained his friends with renditions of IWW and Spanish anarchist songs and sometimes used the IWW address “Dear Fellow Worker” in letters). With the collapse of the revolutionary wave he began to dig in, maintaining and seeking out contact with those who had preserved their radicalism, looking for reassessment and reappraisal. Where possible he spoke out against the established order. We have to remember that in this most grievous period, it was an extraordinary achievement to maintain revolutionary optimism. The perversions of Bolshevism had meant that as Kenneth said
There was no one left who was not completely centred on the Kremlin, either as a mindless Stalinist hatchet man or a psychopathic anti-Bolshevik?. He was also able to make the acute observation that: the socialist and trade union movements in the West have functioned in reality- not just as governors to insure that steam is let off when the pressure gets too high, not just as what are now called ? fail safe? devices, though they certainly are that- but as essential parts of the motive organisation of capitalism, more, in other words, like carburettors that insure there will be just the right mixture of fuel and air for each new demand on the engine.
In World War II he refused to take part in the clash of opposing capitalist states and was a conscientious objector. He did alternative service working in a psychiatric ward. During the war he formed the antimilitarist Randolph Bourne Council (named after the libertarian writer who had coined the phrase ?War is the Health of the State?). He helped Japanese-Americans who were being interned by the thousands in concentration camps, devising ways by which many were able to avoid internment.
Down in Berkeley from 1944 to 1948 the magazine Circle which united local ?Berkeley Renaissance? writers and exiled European Surrealist poets expressed anarchist and anti-authoritarian views (Rexroth contributed to it). In their last issue an ad for a New Writers Group stated that ? We believe in the possibility of a culture which fights for its freedom, which protects the economic interests of its workers in all fields including the arts, and which can create for itself new forms and new voices, against reaction and the threat of war.
After the war Rexroth was involved in the setting up of the San Francisco Anarchist Circle. (later the Libertarian Circle). Anarchists like David Koven, surviving old Italian and Spanish anarchists, and conscientious objectors returning from the Waldorf detention camp took part. Lively weekly meetings discussed all sorts of subjects from the Spanish revolution, Kronstadt and Makhno, to the ideas of anarchists like Goldman, Berkman , Voltairine de Cleyre , Kropotkin, the Anarchist Womens Movement, Sex and Anarchy.
The sessions at Rexroth’s house were enriched by his food (he was a superb cook) and his huge and encyclopaedic knowledge. Rexroth?s actions were designed to trigger what he felt was needed for a successful transition to an anarchist society- the development of a new consciousness. The little magazine Ark that was set up (printed on a small hand press from 1947) was more militant than its forebear to the south, Circle. It proclaimed: Today, at this catastrophic point in time, the validity if not the future of the anarchist position is more than ever established. It has become a polished mirror in which the falsehoods of political modes stand naked.
When all the other social commentators were bluntly asserting that all revolt and dissidence had ended he was able to say The youngest generation is in a state of revolt so absolute that its elders cannot even recognise it??. Members of the Libertarian Circle were to be key players in the radical upsurge that became known as the San Francisco Renaissance, as poets and artists, in free radio, in experimental theatre and in the little magazine movement. Rexroth was to be the midwife of the Beat movement that emerged that succeeded in uniting the dissident poets and writers of both the East and West Coasts. Kenneth hated being called the Father of the Beats- a movement of which he had many criticisms- but he was able to see that he and they were united in their mutual antagonism to the ruling ? convergence of interest- the business community, military imperialism, political reaction, the hysterical, tear and mud drenched guilt of the ex-Stalinist, ex-Trotskyist American intellectuals?. Rexroth was to preside at the birth pains of the San Francisco Renaissance, which led directly on to the emergence of the Beat movement, at the Six Gallery event in San Francisco where Allen Ginsburg?s powerful anti-authoritarian poem Howl was read out to a eager and excited audience of several hundreds in an electric, drunken atmosphere, where Jack Kerouac was cheerleader and rhythm-maker.
William Everson says what I feel about Rexroth better than I could so let?s hear him speak: ?He is a powerful spokesman for any cause he espouses. A born journalist, he has a flair for vigorous public speech and the guts to speak out in unequivocal terms. He has fantastic intellectual and moral courage, taking on the establishment and throwing it on the defensive through the sheer force of his invective. His rhetoric is savage, sometimes shockingly so, but it is never ineffectual?His faults are the excesses of his virtues and he quarrels with his friends as readily as he clobbers his enemies?He tends to drop the movement he has fostered as soon as it shows signs of fragmenting. But his constitutional restlessness could not jeopardise the work he actually accomplished. He touched the nerve of the future and more than any other voice in the movement called it into being. Though others picked up his mantle and received the plaudits, it remains true that today we enjoy the freedom of expression and lifestyle we actually possess largely because he convinced us that it was not only desirable but possible, and inspired us to make it be.
Rexroth placed too much stress on the development of a radical lifestyle as a fortress against capitalism to the detriment of struggle. His increasingly religious turn in the last years of his life are jarring for many atheists and agnostics. Nevertheless, both his prose and his poems are deeply anarchist and deeply combative. In the long poem The Phoenix and the Tortoise he wrote: The State is the organization Of the evil instincts of mankind. In For Eli Jacobson, one of his most moving poems, Rexroth remembers a dead friend:
?.We were comrades
Together, we believed we
Would see with our own eyes the new
World where man was no longer
Wolf to man, but men and women
Were all brothers and lovers
Together. We will not see it.
We will not see it, none of us.
It is farther off than we thought
We will be remembered, all
Of us, always, by all men,
In the good days now so far away.
If the good days never come,
We will not know.
We will not care.
Our lives were the best.
We were the Happiest men alive in our day.
In one of his angriest poems Thou Shalt Not Kill Rexroth talks of the toll that the collapse of the revolutionary wave had on so many writers, artists and intellectuals.
How many stopped writing at thirty?
How many died of prefrontal
Lobotomies in the Communist Party?
How many are lost in the back wards Of provincial madhouses?
How many on the advice of
Their psychoanalysts, decided
A business career was best after all?
How many are hopeless alcoholics?
One critic snidely called Rexroth (and Gary Snyder and Philip Whalen) ?members of the bear-shit-on-the-trail school of poetry.?. Rexroth did indeed spend a lot of time in mountain and wilderness, thought that this time was a splendid antidote to the scourges of urban capitalist life, and wrote beautifully about these experiences. But often, in the middle of such a poem, we are pulled back to ideas of struggle, just as I myself, walking in the mountains, have turned to thoughts of revolution.
Here Rexroth thinks about the Italian-American anarchist Bartomeleo Vanzetti and his comrade Nicola Sacco, murdered by the State ( He had visited them both in prison).
I saw you both marching in an army
You with the red and black flag, Sacco with the rattlesnake banner.
I kicked steps up the last snow bank and came To the indescribably blue and fragrant Polemonium and the dead sky and the sterile Crystalline granite and final monolith of the summit. These are the things that will last a long time, Vanzetti, I am glad that once on your day I have stood among them.
Some day mountains will be named after you and Sacco.
They will be here and your name with them,
?When these days are but a dim remembering of the time When man was wolf to man?.
I think men will be remembering you a long time Standing on the mountains Many men, a long time, comrade.
>From Climbing Milestone Mountain August 22,1937.
***
Philip Levine
Philip Levine was born in the industrial city of Detroit to parents of Russian Jewish origin in 1928. Detroit was the home of Father Coughlin, a notorious anti-Semitic Catholic priest who broadcast on the radio every Sunday. He spent most of his childhood and adolescence fighting people who wanted to beat him up because he was Jewish. Identifying with anti-fascism, he progressed to a discovery of anarchism, and in particular Spanish anarchism. Spanish anarchism and anarchists are a recurring theme in Levine?s poems.
He was educated in the state schools and at an early age had to take jobs in the factories of Detroit. Many of these were badly paid, unhealthy and unsafe. The conditions of working life and the way people survive them, and are effected by them is another recurring theme in his poetry. Levine has been called the poet of the proletariat by one critic, and indeed there are few others who deal with factory life and can replicate the experience of it as Levine does. He began to write poetry while he was going to night school at Wayne State University and working days in the car plants. Levine has written 16 books of poetry. In the first two On the Edge (1963) and Not This Pig (1968) Levine deals with those caught up in situations not of their own making. In Animals Are Passing From Our Lives the pig about to be sent to the abattoir intends to keep its dignity, no matter what, as if that was some sort of victory. Wage labour turns everything human into a commodity, the poems illustrate, and they are often harrowing in their depiction of working misery.
This is further expanded upon in Levine?s third book They Feed, They Lion (not a spelling mistake). Levine picked this phrase up from a black workmate in Detroit and in the title poem- his most fiery-he deals with the seething anger and foul conditions and racism that led to the Detroit riots of 1967.
A subsequent book of poems The Names of the Lost is dedicated to the Spanish anarchist Durruti ?and the world he said is growing here in my heart this moment?. One of the poems Gift for a Believer is for the Anarchist artist Flavio Costantini and deals with the lives of many fallen anarchists which have been used by Costantini as subject material for his paintings. Another, For the Fallen talks about a visit to the Montjuich cemetery in Barcelona where Durruti, his comrade Ascaso and the libertarian educationalist Ferrer are buried.
Levine returns to this theme in his 7 Years from Somewhere. The book’s cover is illustrated with a photo of the graves of Durruti and Ferrer but the greatest poem in it
Francisco, I’ll Bring You Red
Carnations deals with Francisco Ascaso
For two there are floral
Displays, but Ascaso faces
Eternity with only a stone.
Maybe as it should be. He was
A stone, a stone and a blade,
The first grinding and sharpening
The other.
And below in the city Levine describes
Industrial filth and
the burning mists of gasoline
Levine ends with the hope
We have it here
Growing in our hearts, as
Your comrade said, and when
We give it up with our last
Breaths someone will gasp it home to their lives.
*Read The Relevance of Rexroth, a pamphlet written by the Situationist Ken Knabb for a passionate appreciation of what Rexroth was about. Published by the Bureau of Public Secrets PO Box 1044, Berkeley, California 94701 And In Search of a New World: The Anarchist Dream in the Poetry of Philip Levine, by Robert Hedin in American Poetry (1986).
**From the pages of Organise!, thrice yearly bulletin of the Anarchist Federation (Britain and Ireland).
Φίδι με σώμα Πύθωνα
και Έχιδνας φαρμάκι
τυλίχτηκε στο στέρνο μου
κι άρχιζε να με σφίγγει
Το δηλητήριο του προσδοκώ
γρήγορα να πεθάνω
κι όμως δεν με τελείωσε
δαγκώνοντας τον λαιμό μου
στο στήθος πίεζε αργά
και μ’ έκανε να ξεράσω
Ό,τι καλό είχα το ‘φτυσα
και στέγνωσα την καρδιά μου
μόνο χολή απέμεινε
την πίκρα μου να δείχνει
Φλέμα γίναν τα όνειρα
που έχτισα με σένα
με κείνη με τους φίλους μου
που μου ‘δωσαν ως δώρο
τριάντα αργύρια πλαστά
αντάλλαγμα αγάπης
Κι όσο με σφίγγει ο Πύθωνας
σαν κόμπος στο στομάχι
θηλιά αγκαθωτή
στεφάνι στους κροτάφους
Έχιδνα σε παρακαλώ
την μνήμη μου να νεκρώσεις
συνείδηση φιλότιμο
αυτά με καταστρέψαν
***
ΟΡΝΙΑ-ΛΑΜΙΕΣ
Όρνια-Λάμιες γδέρνανε
και σκίζανε το κουφάρι
δεν θέλανε την σάρκα
το δέρμα κατατρώγανε
που έλαμπε ακόμη
Μια πανοπλία αστραφτερή
που έκρυβε απ’ όλους
μια μάζα σάπια σκουληκιών
που τρώγονταν μεταξύ τους
Όρνια-Λάμιες σας καλώ
νύχια της Νέμεσις ελάτε
ξεσκίστε με το ράμφος σας
τούτο το δέρμα τ’ όμορφο
κι αφήστε ν’ αγναντεύσω
Βλέπω λουλούδια εκεί μακριά;
Όχι, σκουλήκια είναι
και νύμφες πεταλούδες
μέχρι κι αυτές ντυθήκανε
Μάη να θυμίζουν
Το γέλιο τους το περιπαικτικό
που δεν μπορώ ν’ αντέξω
καθάριο γάργαρο νερό
ακούγεται απ’ έξω
Όμορφο δέρμα σκουληκιών
με κόπρανα γεμάτο
τις φλύκταινες σου έκρυψες
μάταια να γελάσεις
τα Όρνια-Λάμιες που ‘ρχονται
το δίκιο να ορίσουν
Και ξαφνικά σκιά παντού
κάτι σαν να ζυγώνει
χαστούκια από φτερά
με πούπουλα ξυράφια
σε τάφρο με πετάνε
με την κοιλιά ανοιγμένη
Θεέ μου είναι πάνω μου
τις πέτσες μου τραβάνε
κι απ’ των νυχιών τις χαρακιές
οι κάμπιες ξεπροβάλλουν
Εντόσθια και έντερα
το φόρεμα τους χάνουν
κι ο Χάρος σαδιστής
καθώς αργά ψυχορραγώ
γελά
Τα Όρνια-Λάμιες
Θεέ μου
Μηηη…
***
ΠΡΟΤΟΜΗ ΑΠΟ ΧΑΡΤΙ
Εις ανάμνησιν της Marie, της συντρόφου…
Απ’ το χώμα ξεριζώθηκε
για μακρινό ταξίδι
μια προτομή από χαρτί
στην ωρυγή του ανέμου
Από της πόρτας την σχισμή
στην κάμαρα μου μπαίνει
πνοή αγέρα σύμμαχου
την φέρνει έμπροσθεν μου
Βλέφαρα θρηνητικές
στα μάτια μου ασπίδες
στα όνειρα είστε τρωτά
με θύμισες σας μεθάει
Μα σαν ανοίξετε δειλά
θα έχει μαρμαρώσει
οι χωματένιες ρίζες της
την έχουν φυλακίσει
Ώσπου το βράδυ ο άνεμος
να σπάσει τα δεσμά της
κι η πέτρα που ‘γινε χαρτί
μαζί μου ξανασμίξει
***
ΣΚΥΛΑΝΘΡΩΠΟΙ
Συρμάτινο το πλέγμα
μου σκίαζε τον ήλιο
τ’ αγκίστρια του βεντούζες
ξεπέτσωναν την σάρκα
αίμα και πόνος νάνοι
στην δίψα μου να φύγω
από κελί τσιμέντο
σε όνειρα κι ελπίδες
Και τώρα που ‘μαι ελεύθερος
ξέρω που να πάω
το μνήμα της μνηστής μου
με δάκρυα να ποτίσω
και μία ντάλια που ‘κλεψα
στο μάρμαρο ν’ αφήσω
μ’ έναν λυγμό που άργησα
να πω το σ’ αγαπάω
Με μαύρο φεγγάρι σύμμαχο
δεν θα με δει κανένας
σαν φίδι σέρνομαι κρυφά
ένα με το χώμα
με τα χαλίκια κόκκινα
απ’ των πληγών το αίμα
χρώμα της ντάλιας φλογερό
που κράταγα στο στόμα
Ξάφνου η νύχτα μέρα
αμάξια σταματάνε
άνθρωποι με μαύρα
αρχίζουν να γελάνε
με τσάπες και με φτυάρια
τα μάρμαρα σηκώνουν
τους τάφους μαγαρίζουν
τα κόκαλα ξεθάβουν
Τις μάσκες τους πετάνε
ζώα ντυμένα άνθρωποι
μισάνθρωποι απάνθρωποι
υπάνθρωποι σκυλάνθρωποι
βέβηλοι σιχαμένοι
στα απομεινάρια φτύνουνε
ξεκοκαλίζουν λείψανα
και Θεία βλαστημάνε
Στα πόδια το βάζω τρέχοντας
γυρνώντας προς τα πίσω
άντρα του νόμου συναντώ
βοήθεια του φωνάζω
χαμογελάει λύνοντας
τον κόμπο της γραβάτας
μα η προβιά του μαρτυρά
σκυλάνθρωπος πως είναι
Τρέχω πανικόβλητος
κοιτώντας προς τα κάτω
τα κόκκινα χαλίκια
την έξοδο μου δείχνουν
της φυλακής που ήμουνα
στον φράχτη σκαρφαλώνω
Ήχος υπόκωφος
σκίζει τον αέρα
σουβλιά στο στέρνο
μια σφαίρα για μένα
δραπέτης ελεύθερος
μαζί και δυστυχής
σάρκα μου απ’ τα δόντια τους
σαν μακελευτείς