Επτά μικρά ποιήματα του Kenneth Rexroth με ισάριθμα σχέδια του Clifford Harper

kteno1045

Γάτα

Υπάρχουν πολλά ποιήματα
σχετικά με τις γάτες. Προσοχή σε όσους
αγαπούν τις γάτες, έχουν κάπου
κρυμμένη μια απογοήτευση
και θα στην κολλήσουν εάν μπορέσουν.

kteno2046

Αλεπού

Η αλεπού είναι πολύ έξυπνη.
Στην Αγγλία οι άνθρωποι ντύνονται
σαν υπηρέτες των κινηματογραφικών αστέρων
και κυνηγούν έφιπποι την αλεπού.
Μάλλον αφήνουν τα σκυλιά να την κυνηγούν
και αυτοί έρχονται από πίσω.
Όταν τα σκυλιά κομματιάσουν την αλεπού
τρίβουν το αίμα της
στα πρόσωπα νεαρών κοριτσιών.
Αν είσαι έξυπνος, μην αφήσεις κανένα να το μάθει,
και ειδικά τους Άγγλους.

kteno3047

Τράγος

Το Τ είναι το πρώτο γράμμα για τον τράγο
αλλά επίσης και για τον τετραπέρατο.
Αν είσαι τέτοιος,
μάθε από τον άλλο, αφού
συνδυάζει εξημέρωση, σεξουαλικότητα
και ανεξαρτησία.

kteno4048

Άνδρας

Κάποια μέρα, αν είσαι τυχερός,
ο καθένας θα έχει ένα για τον εαυτό του.
Δοκίμασέ το πριν το πάρεις.
Κάποια είδη γίνονται από σόγια.
Δώστου να φάει πολλά και να κοιμηθεί.
Φέρσου του ευγενικά και πάντοτε
θα κάνει αυτό που θέλεις.

kteno5049

Πέστροφα

Η πέστροφα πιάνεται όταν δαγκώνει
το δόλωμα από ψεύτικη μύγα.
Όταν αντιμετωπίζεις μιαν απάτη,
κράτα το στόμα σου κλειστό
και μην προσφέρεσαι.

kteno6050

Θείος Σαμ

Σαν το μονόκερο, ο θείος Σαμ
είναι αυτό που λέμε μύθος.
Ο Πλάτων έγραψε ένα βιβλίο που είναι
μια απόκρυφη συνομωσία
παιδεραστών-κυρίων.
Εκεί λέει ότι οι ιδέες
είναι πιο υπέροχα πραγματικές
από την πραγματικότητα και οι μύθοι
βοηθούν τους ανθρώπους να μένουν στα σπίτια τους.
Αφότου δεν πρόκειται ποτέ να γίνετε
κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις
παιδεραστές-κύριοι, είναι καλύτερα
ν’ αφήσετε αυτές τις ποτισμένες με αίμα ιδέες,
σ’ εκείνους που τις βρίσκουν χρήσιμες.

kteno7051

Μονόκερος

Ο μονόκερος υποτίθεται
πως ψάχνει ένα κορίτσι για να βάλει
το κεφάλι του στον ώμο του και να κλάψει,
και τότε αυτή θα του κλέψει το κέρας.
Η παρθενία είναι γνωστή σαν στέρηση.
Είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί
οποιαδήποτε δικαιολογία
για κάτι που δεν υπάρχει.
Όμως, στα νεανικά σας χρόνια,
μπορεί να συναντήσετε έναν μονόκερο.
Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα καλύτερα
από το κέρας ενός μονόκερου.

kteno8052

*Από το βιβλίο “Κτηνολογία”, σε ποίηση Kenneth Rexroth και σχέδια Clifford Harper. Εκδόσεις “Ελευθεριακή Κουλτούρα”, Αθήνα, Δεκέμβρης 1995.

Αντώνης Στασινόπουλος, Έξι ποιήματα

%ce%bf-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84

Αναμονή

Κουραστική μέρα
ξαπόστασα στου δειλινού τ’ απάγκιο.
Τι θα γίνει αυτή τη νύχτα;
Πώς θα περάσει;
Θα μου χτυπήσουν την πόρτα αερικά;
Το πάτωμα τρίζει
λες και ψιθυρίζει την αγωνία μου.

***

Κάθε μέρα

Σκέψεις τρέχουν γάργαρες
σε διάσπαρτα ρυάκια.
Σμίγουν με το απέραντο της θάλασσας.
Ναυαγός δρασκελίζω το αρμυρό νερό
στην αμμουδιά να μαζέψω πετραδάκια τις σκέψεις μου.
Φτιάχνω ένα βουνό.
κι ας ξέρω ότι στην προσπάθεια να το ανέβω
ίσως κατρακυλήσω στους πρόποδες.

***

Ο ποιητής

Είμαι ο βαρκάρης στο ποτάμι
το ποίημα θα σε φέρει απέναντι.
Εκεί το απρόσμενο
αποχαιρέτα το θάνατο στην όχθη.

***

Σκίρτημα

Τα δάχτυλα κιτρινισμένα από τη νικοτίνη
τα βλέφαρα βαριά
μέθη.
Ματιές ανταλλάσσονται
φλόγα διαπερνά το κορμί.
Έρωτας χτυπά την πόρτα
στο ρυθμό του βοώντος αγέρα.

***

Μαζί

Γυαλίζομαι στον καθρέφτη των μαλλιών σου
το πρόσωπό μου αλλαγμένο.
Σαν κάποιος άλλος.
Μα έχω εσένα στην αγκαλιά μου
και ταξιδεύουμε.

***

Να μ’ αγαπάς

Όταν η ζάλη του κρασιού με τυλίξει
και ίσως φαντάζω στα μάτι σου
τρελός εραστής της ζωής
πάρε με στην αγκαλιά σου
και σφίξε με.
Δεν χρήζουν όλα στην ψυχή μας ανάλυσης
μόνο να μ’ αγαπάς.

*Από τη συλλογή “Μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Ο ποιητής

15665745_362968650745961_8914333315747277969_n

Εν αρχή ην ο λόγος ο πρώτος
Το κλάμα
Και εν τέλει ο λόγος
ο καταληκτικός
κραυγή και αυτός
Εγώ, ο από το πουθενά ερχόμενος
και ο που στο πουθενά θα τερματίσω
Χωρίς εξαίρεση
Θα ιστορήσω με λόγια γλυκά και σχήματα
Τα ανιστόρητα
Τα παιχνίδια της φθοράς
της κοινής λογικής
που ποτέ κοινή δεν ήταν
Αδελφοποιητός των αρχαίων αιώνιων νεκρών
των δικών μου και όλων
των αχράντων μυστηρίων
εξερευνητής
Των πηγών ποντοπόρος
ο πανταχού διεισδύων
και δέκτης
των υπερήχων φωνών
αοράτων πλασμάτων
αδελφός προφητών
και κακούργων
Αναβλύζω από της θάλασσας
τον άηχο βυθό
απολογητής των δεινών
ο ξεπλένων τις αμαρτίες του κόσμου
Εγώ, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης
ανεβοκατεβαίνω στο σταυρό
υποβαστάζοντας τον αδελφό μου
τους αδελφούς μου
Ο κατέχων τα όπλα
αγχέμαχα και εκιβόλα
Ο κατέχων και μοιράζων τους χιτώνες
όλους
μηδέ του κενταύρου Νέσσου εξαιρουμένου
Το πρόβατο που
φυλάγει τους λύκους
Εγώ ο ποιητής
Ο υπέροχος αιώνια αθάνατος νεκρός

*Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου «Η Πλατεία των Ταύρων» από τις εκδόσεις Οδός Πανός (2017).

Richard M. Berlin, Δύο ποιήματα

15822762_1570161913010191_8968552766510430685_n

Εργαστήριο Ανατομικής

Ήταν ξαπλωμένη γυμνή,
νέα και ξανθιά,
θυελλώδης και τρομαχτική

ενώ οι άλλοι πλάι της ήταν τόσο γέροι,
ο καθένας από εμάς στο ατσάλινο ανατομικό τραπέζι
προσποιούνταν πως δεν είχε προσέξει

τον θησαυρό του κορμιού της.
Εκείνη την πρώτη μέρα έκοψα τον μαστό της,
τέμνοντάς τον γύρω γύρω με το νυστέρι

έτσι όπως θα έκοβα σε φέτες ένα ροδάκινο,
για να μελετήσω τα απαστράπτοντα μυστικά του
με επιστημονικότητα και δέος.

Εξερευνήσαμε τις βαθιές προσφύσεις
των τενόντων στις αρθρώσεις της,
απογυμνώσαμε το πρόσωπο, τα μπράτσα της,

ξεριζώσαμε τις ωοθήκες και την καρδιά της όπως οι κλέφτες,
όμως κάπου χάσαμε τον λογαριασμό των θησαυρών
των ακρωτηριασμένων από εμάς.

Στο τέλος του έτους, φορτωμένοι ενοχές,
στριφογυρίζαμε πάνω από το άδειο κατασκεύασμά μας,
κάνοντας πως δεν είχαμε δει

τη μικρή ξανθιά πλεξούδα
στη βάση του κρανίου της
που κανένας μας δεν βρήκε το θάρρος να κόψει.

***

Διδασκόμενοι τα Σχήματα (1)

Πέντε φοιτητές
με λευκές κοντές ιατρικές ποδιές,
με τσέπες γεμάτες κάρτες σημειώσεων,
με μεταλλικές διχάλες διαπασών (2),
μ’ ολοκαίνουργια στηθοσκόπια.
Απαιτώντας τη συγκατάθεση των ασθενών
εφαρμόζουμε μ’ ένα ξερό κρότο τα λαστιχένια γάντια,
αλείφουμε τους δείκτες μας με ζελ Κ-Υ,
τους αναποδογυρίζουμε, ανοίγουμε τα σκέλη τους
και μετά εισδύουμε κατά μόνας, ένας προς έναν
για να διδαχθούμε τα ένδον σχήματα:
λείο κάστανο, μαλακό πορτοκάλι,
πέτρα σε λασπωμένο χωράφι.
Αφού σφουγγίσουμε το ζελ
πλένουμε επιμελώς τα χέρια μας,
τα δάκτυλά μας, τόσο ευαίσθητα, όταν ψηλαφούμε
όπως ενός τυφλού μουσικού των μπλουζ
που ακούει την κάθε νότα
μια ελάχιστη στιγμή πριν
αγγίξει την κουρδισμένη ατσάλινη χορδή.

1. Το ποίημα αναφέρεται στην ιατρική πράξη της δακτυλικής εξέτασης του προστάτη.
2. Ιατρικό όργανο για την εξέταση της ακοής.

*Από τη συλλογή “Εργαστήριο Ανατομικής”, σε μετάφραση Άγγελου Γρόλλιου και Μίλτου Αρβανιτάκη, εκδόσεις “Ένεκεν”, Θεσσαλονίκη 2015.

**Ο ποιητής διατηρεί προσωπική ιστοσελίδα στη διεύθυνση http://www.richardmberlin.com/

1406_zimm-652x435

Franz Kafka, Ποιήματα

kafka001

Στον Όσκαρ Πόλλακ
8 Νοεμβρίου 1903

Ψυχρή είναι σήμερα η μέρα και σκληρή.
Παγωμένα τα σύννεφα.
Οι άνεμοι σέρνουν το κρύο.
Παγωμένοι κι οι άνθρωποι.
Τα βήματα ηχούν σα μέταλλο
Πάνω σε χάλκινες πλάκες,
Και τα μάτια ατενίζουν
Λίμνες λευκές.

Στην παλιά πόλη είναι στημένα
Χριστουγεννιάτικα σπιτάκια με φώτα
Και πολύχρωμα παράθυρα που κοιτούν
Στη μικρή χιονισμένη πλατεία.
Ένας άντρας βαδίζει σιωπηλά
Στη φεγγαρόφωτη πλατεία μες το χιόνι,
Και τη μεγάλη του σκιά φυσά
Ο άνεμος πάνω στα σπιτάκια.

Άνθρωποι που σκοτεινές γέφυρες διαβαίνουν
Βιαστικά στη Λειτουργία πηγαίνουν
Με θαμπά φωτάκια στο χέρι.
Στο γκρίζο ουρανό σύννεφα περνούν
Πάνω από εκκλησίες
Με μισοσκότεινα καμπαναριά.
Κάποιος που σε αντηρίδα εκκλησίας ακουμπά
Το νερό της νύχτας κοιτά,
Με τα χέρια σε πέτρες αρχαίες.

***

Στην Χέντβιχ Βάιλερ
29 Αυγούστου 1907

Στον ήλιο του απογεύματος
με γερμένη την πλάτη μες το πράσινο
σε παγκάκια καθόμαστε.
Τα χέρια μας κρέμονται κάτω,
θλιμμένα ανοιγοκλείνουν τα μάτια μας.

Κι οι άνθρωποι ντυμένοι περνούν
με βήμα τρικλιστό πάνω σε χαλίκια
κάτω απ’ αυτόν τον τεράστιο ουρανό
που απλώνεται μακριά απ’ τους λόφους
ως τους λόφους πέρα μακριά.

***

Για τον Ούγκο Μπέργκμαν στην Πράγα
20 Νοεμβρίου 1897 (;)

Υπάρχει ένας ερχομός και μια φυγή
Ένας χωρισμός και συχνά καμιά-επιστροφή.

***

Για την Φελίτσε Μπάουερ στο Βερολίνο
11 Δεκεμβρίου 1912

Για τη δεσποινίδα Φελίτσε Μπάουερ
την εύνοιά της να αποκτήσω
με τις αναμνήσεις αυτές
από παλιούς και άτυχους καιρούς.

***

1907/1908

Μες τα σκοκάκια έτρεχα
σα μεθυσμένος δρομέας
κατρακυλώντας στον άνεμο

***

Σεπτέμβριος 1909

Μικρή ψυχή
χορεύεις και πηδάς
στο ζεστό αγέρα το κεφάλι γέρνεις
τα πόδια σηκώνεις πάνω απ’ την χλόη
που αστράφτει και ανεμίζει τρυφερά

***

Οκτώβριος 1917-Ιανουάριος 1918

Δε γνωρίζω την ουσία
δεν έχω το κλειδί
σε φήμες δεν πιστεύω
κατανοητά όλα
γιατί είμαι ο εαυτός μου

Τριών λογιών:
Σαν κάτι να ξενίζει
Να ξεχνάς το βλέμμα
Να κρατάς το κέρδος
Ή απλά δυο λογιών, γιατί το τρίτο στοιχείο
περιέχει το δεύτερο

***

Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1922

Και πάλι, και πάλι στη μακρινή εξορία, στη μακρινή εξορία.
Σε βουνά, σ΄έρημο, σε χώρα απέραντη
αξίζει να περιπλανηθώ.

*Από το βιβλίο “Franz Kafka, Η πληγή και η λέξη”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσαλονίκη 2012. Μετάφραση: Νίκος Βουτυρόπουλος.

Βασιλης Βασιλειάδης, όλη ή τεχνολογία γύρω μου

rompot-15871474_1899422323716899_3175432252331033633_n

όλη ή τεχνολογία γύρω μου
τόσο άγρια καί τόσο γρήγορα εξελιγμένη
μέ φοβίζει
ειδικά ή ρομποτική μέ τά ρομπότ
τήν τεχνητή νοημοσύνη
τούς αυτοματισμούς,
έφτυσε από τό μισάνοιχτο παράθυρο ό ανώνυμος ταξιτζής,
αγαπώ τήν δουλειά μου
οδηγός ταξί
αλλά έρχονται από τό κοντινό μέλλον τά αυτοκίνητα δίχως οδηγό,
σέ πέντε-δέκα χρόνια θά είμαι άνεργος,
σέ λιγότερα χρόνια θά μείνει καί ή γυναίκα μου δίχως δουλειά
είναι καθαρίστρια
στόν τομέα τού καθαρισμού προβλέπεται εκατό τοίς εκατό ρομπότ,
γέλασε μέ θυμό
όλοι οί φίλοι μας φοβούνται πώς είναι απλά ζήτημα χρόνου γιά νά χάσουν τή δουλειά τους,
ό ένας είναι γκαρσόν,ό άλλος μάγειρας,ή άλλη κασιέρισα σέ σούπερμαρκετ,
όλοι μας εργάτες
καί όλοι μας ηλίθιοι πού στηρίζουμε αυτούς πού έχουν ετοιμάσει τόν εργασιακό μας θάνατο,
παντελώς ηλίθιοι,
τό χειρότερο είναι πώς όχι μόνο δέν έχουμε αποδεχτεί τήν ηλιθιότητα μας,
αλλά θεωρούμε τούς εαυτούς μας έξυπνους,
είναι νά γελάει κανείς μαζί μας,
άκου κι αυτό
οί συγγραφείς,ποιητές,συντάκτες καί σεναριογράφοι
αλλά καί άλλοι δημιουργοί τής τέχνης
είναι τά επαγγέλματα πού κινδυνεύουν άμεσα,
άκου τί έχουν κάνει οί γαμιόληδες,
έχει κατασκευαστεί ρομπότ πού τού δίνεις τό θέμα
καί σέ ένα δευτερόλεπτο,
ασύλληπτος χρόνος,
μέσα σέ ένα δευτερόλεπτο έχει γράψει τρείς σελίδες,
τά χρησιμοποιούν λέει μυστικά οί μεγάλες εταιρείες παραγωγής τηλεοπτικών σήριαλ,
οί εφημερίδες καί οί μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι,
πόσο μαλάκες είμαστε τελικά?αναρωτήθηκε ό ανώνυμος ταξιτζής
μάς πήρε ό κατήφορος κι εμείς ωραιοποιούμε τό κατρακύλισμα,
εμένα μέ ενδιαφέρουν οί πουτάνες,είπε ό ανώνυμος επιβάτης
νά μήν εξαφανίσει ή ρομποτική τίς πουτάνες,
τίς αγαπώ τίς πουτάνες,μουρμούρισε εξομολογητικά,
έ δέν θά τό πιστέψεις,είπε ό ταξιτζής
αυτό ακριβώς σκεφτόμουν νά σού πώ αλλά μέ πρόλαβες,
στήν Ελβετία
έχουν κατασκευάσει κιόλας ρομπότ πουτάνα
καί γυναίκα γιά τόν άνδρα καί άνδρα πουτάνα γιά τήν γυναίκα
λένε πώς δέν φτουράει μπροστά τους ή ζωντανή πουτάνα,
καί ή γυναίκα καί ό άνδρας είναι καβλιάρηδες καί τζαναμπέτες,
γέλασε δυνατά,
νά σού πώ γιά τή ρομπότ γυναίκα πουτάνα
φορτισμένη μέ τεχνητή νοημοσύνη καί άπειρη φαντασία
σέ γαμάει όπως θέλεις εσύ,
δέν μπορείς νά φανταστείς πόσο τέλεια γκόμενα είναι αυτή ή ρομποτική πουτάνα,
μέ επιδερμίδα βελούδινη,σώμα αγαλματένιο,αναλογίες τέλειες,
τήν κατασκευάζουν όπως θέλεις εσύ,
στήν αρχή λένε πώς θά είναι λίγο ακριβές,
όπως ήταν ακριβές οί έγχρωμες τηλεοράσεις όταν πρωτοβγήκαν,
θυμάσαι τίς εγχρωμες τηλεοράσεις?
κόστιζαν μία περιουσία τότε,
μετά κάποιον χρόνο θά είναι φθηνές,
γιά τό μόνο πού δέν είμαι σίγουρος,αναρωτήθηκε δυνατά ό ταξιτζής
δέν τό έγραφε αυτό,
άν μπορεί νά ιδρώνει σέ ένα τρελό αχαλίνωτο γαμήσι,
αλλά κι άν ιδρώνει τί μυρωδιά θά έχει ό ιδρώτας της,
ποιός όμως δίνει σημασία στίς λεπτομέρειες,απάντησε μόνος του
έτσι κι αλλοιώς καμιά κρεάτινη πουτάνα όταν σέ γαμάει δέν ιδρώνει,
έτσι δέν είναι?ρώτησε τόν ανώνυμο επιβάτη
ά,είναι καί τό θέμα τής μοναξιάς,
πώς θά αντέξεις τήν μοναξιά δίπλα στό ρομπότ πουτάνα,
είναι ένα ζήτημα αυτό,
αλλά τώρα πού τό σκέφτομαι
τόσα καί τόσα δισσεκατομμύρια ζευγαρωμένες μοναξιές σέ όλο τόν κόσμο,
γιά εμάς τούς ζωντανούς,τούς κρεάτινους μιλάω,
αντέχουν ή μία τήν άλλη,
παύση,μετά δυνατό γέλιο,
έ,άν τήν βαρεθείς,αγοράζεις μία δεύτερη ρομπότ πουτάνα,
τήν σπιτώνεις σέ χώρο άλλον
καί τήν έχεις γκόμενα,
γέλασε τόσο δυνατά,πού ξάφνιασε τόν ανώνυμο επιβάτη,,
αυτά είναι λεπτομέρειες συνέχισε,
άν γαμάς εσύ όπως καί όποτε γουστάρεις,
τί σέ ενδιαφέρει ή μοναξιά στή συμβίωση καί ό ιδρώτας στό γαμήσι?
μήπως τώρα πού δισεκατομμύρια άνδρες καί γυναίκες γαμούν καί γαμιώνται βίρτουαλ
κολλημένοι μπροστά στόν υπολογιστή,
εκσπερματώνουν οργασμικά χωρίς νά έχει αγγίξει ό ένας τόν άλλον είναι καλλίτερα?
σκατά είναι,αλλά τό κάνουν,
άκου κι αυτό,συνέχισε ό ταξιτζής
λένε πώς στό ρομπότ γυναίκα πουτάνα
τής έχουν τοποθετήσει μήτρα τέλειας τεχνολογίας
καί πλακούντα υψηλής λειτουργικής νοημοσύνης,
έτσι άν θελήσεις νά αποκτήσεις παιδί,
μία τεχνητή γονιμοποίηση,
καί τό έμβρυο κυοφορείται ζωντανό,
σέ εννιά μήνες γεννημένος άνθρωπος,
παιδί δικό σου,παιδί θνητού καί κρεάτινου,
καί τής ρομποτικής πουτάνας, τής αθάνατης,στό ρόλο τής μαμάς,
χα,χα,χα,
γάμησε τα,μουρμούρισε ό ανώνυμος επιβάτης,
καί άνεργος σέ λίγα χρόνια καί χωρίς πουτάνες,
γάμησε τα,
γιατί?τί δουλειά κάνεις? τόν ρώτησε ό ταξιτζής
δικηγόρος,απάντησε ό ανώνυμος επιβάτης,
τότε γιατί στεναχωριέσαι?
τό μόνο επάγγελμα πού δέν μπορεί νά αγγίξει ή ρομποτική
είναι αυτό τών πελατών σου,
τών εγκληματιών καί τών παράνομων,
όσο αυξάνονται οί πωλήσεις ρομπότ,τόσο περισσότεροι από εμάς θά μένουν άνεργοι,
κι όταν δέν έχεις νά φάς περνάς τό κατώφλι τής παρανομίας άνετα καί ανενδοίαστα,
κι εγώ ίσως είμαι ένας μελλοντικός σου πελάτης,
ό ανώνυμος επιβάτης πλήρωσε τό κόμιστρο
καί χάθηκε στό πλήθος………….

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Ένα ποίημα

15874631_585416758319540_4830991239259552966_o

Αδειάζω
από τις φιλικές
λέξεις,
δεν εμπιστεύονται τα χέρια
το χρόνο
μου,
με στίχους
τον σκοτώνω κάθε
μέρα.
~
Για να μ’ ακούς,
όσο πληθαίνουν οι μέρες τόσο
λιγοστεύει
το φως.
Είναι που γίνομαι αυτός,
αυτό
είναι που
με ξεράβει.
~
Και γελώ,
γιατί νοιώθω το σφιγμό μου
να γίνεται ταξίδι.
Μακρινό,
εκεί έξω με όλα στον ίδιο φωτισμό,
απλά κουτιά
με φόβους.
~
(alexmil)

*Αναδημοσίευση από τη σελίδα του Αλέξανδρου Μηλιορίδη στο Facebook. Η φωτογραφία είναι του ιδίου. Λέει για τη φωτογραφία: “Η φωτογραφία είναι από το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ο στόχος είναι να δώσω την εικόνα μιας άγνωστης πόλης, όπου το φάσμα του ορατού δημιουργεί Καφκικούς χωρόχρονους, σαν να αιωρείται ψηλά μια γιγαντιαία μέδουσα μεταλλική που εκπέμπει φόβο”.

Μάριο Μπενεντέτι, Απόσπασμα

presos-polc3adticos-libertad

Δεν κάνει κάποιος πάντα αυτό που θέλει
ίσως να μην μπορεί
για αυτό είμαι εδώ
να σε κοιτάζω και να μου λείπεις.
Γι’ αυτό δεν μπορώ να σου ανακατέψω τα μαλλάκια
ούτε να σε βοηθήσω με τον πίνακα του πολλαπλασιασμού
ούτε να παλέψουμε.
Εσύ το ξέρεις ήδη πώς έπρεπε να διαλέξω άλλα παιχνίδια
και πώς τα έπαιξα στα σοβαρά.
Κι έπαιξα για παράδειγμα κλέφτες και αστυνόμους
αλλά οι κλέφτες ήταν οι αστυνόμοι.
Κι έπαιξα κρυφτό
αλλά άμα σε έπιαναν σε σκότωναν
Κι έπαιξα κυνηγητό
και λερώθηκα
αλλά οι λεκέδες ήταν απο αίμα.
Παιδί μου αν και είσαι μικρός
πιστεύω πως πρέπει να σου πω την αλήθεια
για να μην την ξεχάσεις.
Γι αυτό δεν σου κρύβω πως μου έκαναν ηλεκτροσόκ
πως σχεδόν μου σακάτεψαν τα νεφρά
όλες αυτές οι πληγές, τα τραύματα και τα πρηξίματα
που τα στρογγυλά σου μάτια
κοιτούν υπνωτισμένα
είναι δυνατές κλωτσιές
από μπότες στο πρόσωπο
υπερβολικός πόνος για να στον κρύψω
υπερβολικός βασανισμός για να τον σβήσω.
Επίσης είναι καλό να ξέρεις
πως ο γέρος σου σιώπησε
ή έβρισε σαν τρελός
που είναι κι αυτός ένας όμορφος τρόπος να σιωπάς.
Και πως ο γέρος σου ξέχασε όλους τους αριθμούς
(γι ΄αυτό δεν θα μπορούσα να σε βοηθήσω με τον πολλαπλασιασμό)
και όλα τα τηλεφώνα.
Και τους δρόμους και τα χρώματα των ματιών
και τα μαλλιά και τις ουλές
και σε ποιά γωνία
ποιό μπάρ
ποιά στάση
ποιό σπίτι.
Και να θυμάται εσένα
το προσωπάκι σου
τον βοηθούσε να σωπάσει.
Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνεις από τον πόνο
και άλλο να πεθαίινεις από ντροπή.
Γι’ αυτό τώρα
μπορείς να με ρωτήσεις
και κυριώς εγω μπορώ
να απαντήσω.
Κάποιος δεν κάνει πάντα αυτό που θέλει
αλλά έχει δικαίωμα να μην κάνει αυτό που δεν θέλει
Κλάψε τώρα παδί μου,
είναι σαχλαμάρες
πως οι άντρες δεν κλαίνε
εδώ κλαίμε όλοι.
Φωνάζουμε, ουρλιάζουμε,κλαίμε, κραυγάζουμε, καταριόμαστε
γιατί είναι καλύτερο να κλαίς παρά να προδίδεις
γιατι ειναι καλύτερο να κλαίς παρα να σε προδίδουν.
Κλάψε
αλλά μην ξεχνάς.»

*Αναδημοσίευση από το https://riotinthedunes.wordpress.com/2017/01/07/hombre-preso-que-mira-a-su-hijo-mario-benedetti-φυλακισμένος-που-κοιτά-το-γι/ Οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι για τη μετάφραση.

Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, Ποιήματα

o-%ce%ba%cf%8d%ce%ba%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b1%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%b1%ce%bd%cf%8e%ce%bd_palinodiae

Vaucluse

Cercato ho sempre solitaria vita

Μοναξιά ζηλευτή ενός Πετράρχη
μές στη γαλήνια κλειστή κοιλάδα
όπου η καθάρια Sorgues γενιέται.

Εκεί το είδωλό του να ξεχάσει επιζητούσε,
εκεί τες δόξες και τιμές που τον κατέτραχαν,
εκεί τη μισητή του Avenio (*) και την αυλή τη.

Από την ποίησι, τη λήθη και τη σιωπή
τον αποσκοπούσαν μοναχά των σκυλλιών υλακές
από μακριά αναγγέλοντας τον ταχυδρόμο.

* Avenio (λατινικά = Avignon)

***

Από τους πρώτους

E pereio che egli alquanto tenea
Della opinione degli Epicuri, si diceva
Tra la gente volgare che queste sue
Speculazioni erano solo in cercare se
Trovar si potese che Iddio non fosse.
Boccaccio, giorn. Secta, nov. IX.

Καθώς που διέσχιζε τη Φλωρεντία καβαλλάρης,
περίλυπος ή μάλλον περιφρονητής,
messer Γουίδος Καβαλκάντι – ποιητής –
του Καβαλκάντε ντι Καβαλκάντι ο γυιός,
οι δεισιδαίμονες πολίτες παραμέριζαν
με κάποιο φόβο ή και σεβασμό
κρυφομιλόντας, κρυδείχνοντάς τον – και
“πως κάποιο καινούργιο επιχείρημα κατά της ύπαρξης
Θεού, θα ζήταε βέβαια (πως νάτανε να μην υπήρχε)
πιαίνοντας έτσι, πάντα μόνος, σκεπτικός”.

***

Λάουρα

Τη Λάουρα π’ αγάπησε ο Πετράρχης
αθάνατη κατέστησε μές τους αιώνες.

Σήμερα ακόμη, δειλινές κάποιες ώρες, περνόντας
από της Avignon μια παληά συνοικία,
ριγά κανείς γλυκά θωρώντας

να βγαίνει μεγαλόπρεπη από μιαν εκκλησία
λεπτή, ξανθή, γαλανομμάτα
τη Λάουρα π’ αγάπησε ο Πετράρχης.

***

Η Λάουρες και η Βεατρίκες

… Μα πρέπει να μαντεύαν
τα μέλη ιδανικού κορμιού υπό ποδήρη εσθήτα,
ειδωλολατρικό να τους οδήγα ένα ένστικτο,
γιατί ο βαθύς των έρωτας
όσο σεμνός να τους φαινόταν κι ιερός
κύριος και δεσπότης δεν ήταν της ψυχής των μόνο
μα πύρωνε κι ολόκληρη τη σάρκα των.

***

maxresdefault

Roc de Chere

Λευκό σαν αλκυών, στη γαλανή λίμνη γλυστρούσε
το βαποράκι μας, μπροστά απ’ το Βράχο των Πνιγμένω,
κι εγώ θυμήθηκα σκοπό, παληό, που μ’ αρρωστούσε
(κάποιες Σειρήνες με καλούν, ακόμα, π’ αλαργαίνω).

Αλλά σε μια πιο δυνατή, του ζέφυρου πνοή,
ν΄ απομακρύνωθέλησα τη νοσηρή μαγεία,
σαν Οδυσσέας βούλωσα τ’ ατιά μου με κερί
κι άπληστα ωσφράνθηκα μια ροδοδέντρων ευωδία.

***

Πάνω σ’ ένα αίσθημα φραγκισκανό

Ω ποια γλυκειά συγκίνησις,
όταν της “αδελφής βροχής”
και τα πουλάκια κρύβονται
και σαν ταπέτα απλώνονται

Όλες οι θλίψεις φεύγουνε
Μη νάναι δάκρυα χαράς
που ξανά με ριζώνουνε
και κάνουν κι αναβλύζουνε

ποια μέθη με κρατά
αρχίζει η μουσική
στις στέγες, στα κλαριά
φύλλα και φλοιοί πλατώνων.

σα νάσαν χελιδόνια
η στάλες της βροχής
βαθειά μέσα στη γη
παληές πηγές ζωής;

***

Βροχή

Τη στέγη δέρνει μια βροχή σα να της κουβεντιάζει,
στο παραθύρι το κλειστό χονδρές κυλούν η στάλες,
μαστιγωμένη απ’ το Βορρηά βουίζει η καπνοδόχη.

Σύννεφα μαύρα οδοιπορούν στον ουρανό τον γκρίζο
ωσάν ιππότες θλιβεροί σε κάπες τυλισμένοι,
οπού προσμένουν τα πουλιά μαντάτα να τους φέρουν.

Κλειστός μέσα στην κάμαρη, αφίνομαι σε μνήμες…
Τόρα κατάσπρων λιμανιών θυμάμαι την ασφάλεια
ενώ σφοδρά στο πέλαγος μαίνετο η καταιγίδα,

και τόρα ενός αρχοντικού, τη ζεστασιά, το πλούτος…
Ή μιας καλύβας στο βουνό, τη φτωχική συμπόνια…
τα χείλη τα πονετικά π’ από αντροπή σωπαίναν.

Θάθελα πράγματα πολλά νάλεγα αυτή την ώρα…
Νάκλαιγα και να γέλαγα… Μ’ ανήμπορος, το νιόθω,
σκύβω πάνω στο στήθος μου κι αφίνομαι στη ρέμβη

Παρίσι, Μάρτης 1927

***

Το κοιμητήρι

Ύστερη των χωριάτων κατοικία,
το κοιμητήρι, γύρω από την εκκλησία
κείται, χωρίς καμιά στο νου, έγνοια να δίνει.

Κορόνες κι αγριολούλουδα μόν το στολίζουν
κομπαστικές επιγραφές κει δεν θα βρήτε
γιατί απλοί σταθήκαν όλοι στη ζωή τους.

Γύρω του όπως πάλι, να! παντού η ζωή αργάει,
χοχλά η γης, οι κάμποι προχωράνε,
που λες και του κοιμητηριού μακρυά η ζωή δεν θάναι.

***

Από τα “Τετράστιχα της ζωής”

Θε να μπορέσω πάλε από ιλαρότη να σκιρτήσω,
Το βάλσαμο παρήγορο στη θλίψη αναζητώντας,
Μακριά ‘πτα ματαιόλογα του τιποτένιου ανθρώπου
Το Σύμπαν θα εναγκαλισθώ σε σφίξιμο τρελλό.

Φίλε, βαθιά σου πάντα ερεύνα με τη ματιά αυστηρή
Από λυγμούς και απειλές γεμάτος ο αγέρας
Των ρυακίων το νερό με δάκρυα θολωμένο
Μέσα, βαθιά σου κρύψου, ερεύνησε, μακριά ‘πτο φως.

Ανασηκώσου, ω ψυχή μου και τη θλίψη διώξε
Δε βλέπεις στον ορίζοντα τον ήλιο που ανατέλλει;
Οι αχτίνες του τα όνειρα τ΄ ανθρώπου δε χρυσόνουν…
Είνε για σε. Στις φλόγες του πέταξε να λουστής.

Την ευτυχίαν άλλοτες αν έδιωξα ‘πό μένα,
Ζωή, δεν πρέπει συ αιώνια να μνησικακής…
Ήμουν παιδί κι η γνώση βούιζε στη κεφαλή μου
Που τότε μ’ επονούσε απ’ της καρδιάς μου τα μαρτύρια.

Καιρέ, που σ’ έχασα, φυλλομετρώντας τα βιβλία,
Για να τσαλόσω την ψυχή, το πνεύμα, την καρδιά…
Κάθε πρωί και νέα αυγή έφεγγε στον ορίζοντα
Κι έσκυφτα εγώ και έλυωνα, τυφλός για τη ζωή.

Σαν αφινόμουν άλλοτες στην θλίψη μου τη μαύρη
Σ’ εσένα ενάντιος εγώ δεν ήμουν, ω Ζωή.
Την ευθυμίαν ήθελα πάλε να συναντήσω
γΓελώντας στην ακρογιαλιά για ψέλνοντας στα δάση.

Ανήμπορα, το είνε μου, να ξαναπλάστε, ω χέρια,
Γιατί η καρδιά μου τόσο λίγο φρόντισε γι’ αυτό…
Η ώρα δεν εσήμανε που τόσα μου υποσχότανε
κΚαι ωργισμλενη κ’ η Ζωή, σα θάλασσα, κυλά…

Αλεξάνδρεια

*Μετάφραση από τα γαλλικό Μ.Π. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 25 (1915) του περιοδικού “Γράμματα”.

***

Ελληνική θάλασσα

Σαν μπαίναμε με το βαπόρι μας μές στη θάλασσα
την Ελληνική,
το σώμα μου πλημμύρισεν από ρυθμούς υγείας.
Και βλέποντας φως και γαλάζι, μπροστά μου, πίσω μου,
γύρω-τριγύρω,
θάρρεψα πως, σαν άλλος Ανταίος,
άγγιζα τέλος τη γη.
Κ’ είδα το πλοίο μας, όλο κατάρτια κι όλο πανιά
και τους ταξιδιώτες μου
σαν τόσος συντρόφους του Οδυσσέως.

***

Φυγή μέσα στο χρόνο

Έφευγε πονεμένος
μές στο χρόνο
ζητώντας να κατρακυλά πάντα πιο γρήγορα
μέσα στα βάθη της αιωνιότητος.
Μια φοβερή πληγή να κλείση προσπαθούσε,
επούλωσιν απ’ τον καιρό προσμένοντας μονάχα.
Μηδέ τον θάνατο μπορούσε να επικαλεσθή.
Έφευγε πονεμένος μες στο χρόνο.
Μια τραγική φυγή, εξωφρενική.
Τις μέρες, τις στιγμές, παρακαλούσε
ν’ αφήσουν τα δαγκάματά τους στο σαρκί του,
τον φόβιζε το μέτωπό του το αρρυτίδωτο,
ζητούσε να κρυφτή, ζητούσε να χαθή
μέσα στο χρόνο, σαν σε μια νεκρού αγκάλη.
Έφευγε ταραγμένος μές στο χρόνο
απ’ τον καιρό προσμένοντας μονάχα θεραπεία,
τη λήθη επικαλούμενος, την ανοιχτέρμονη τη λήθη.
Βογγούσαν οι αγέρες, μαίνονταν οι θάλασσες,
ο ήλιος κάθε βράδυ έγερνε στη δύση του,
υπάρξεις βλέπανε το φως κι άλλες το χάνανε,
κι όμως για κείνον ήταν όλα μια παρηγορία.
Αισθανόταν το χρόνο έτσι να τού φεύγει, να γλυστρά,
ο χρόνος έφευγε τρελλά, πετούσε…

22-covers

Rene Char, Δύο ποιήματα

img_3946

Αν ζήσει

Στα μέρη μου, οι τρυφερές αποδείξεις της άνοιξης και τα κακοντυμένα πουλιά
είναι προτιμότερα από τις μακρινές επιδιώξεις.
Η αλήθεια προσμένει την αυγή πλάι σ’ ένα κερί.
Παραμελημένο είναι το τζάμι του παραθυριού.
Κείνον που ατενίζει τι τον νοιάζει.
Στα μέρη μου, δεν κάνουν σ’ άνθρωπο συγκινημένο ερωτήσεις.
Δεν υπάρχει ίσκιος πονηρός πάνω στην μπαταρισμένη βάρκα.
Καλημέρα μισή, είναι άγνωστη στα μέρη μου.
Δανείζεται εκείνο μόνο που μπορεί να γυρίσει πολλαπλό.
Υπάρχουν φύλλα, φύλλα πολλά πάνω στου τόπου μου τα δέντρα.
Ελεύθερα είναι τα κλαδιά να μην έχουνε καρπούς.
Δεν πιστεύουμε στην τιμιότητα του νικητή.
Στα μέρη μου, λέμε ευχαριστώ.

***

Ξαναδώστε τους

Ξαναδώστε τους ό,τι μέσα τους δεν βρίσκεται πια,
Θα δουν πάλι τον σπόρο του θερισμού να κλείνεται στο στάχυ και να σκιρτά στο χορτάρι.
Διδάξτε τους, από την πτώση ως το απόγειο, τους δώδεκα μήνες του προσώπου τους.
Θα λατρέψουν το κενό της καρδιάς τους ως την επόμενη επιθυμία
Επειδή τίποτα δεν ναυαγεί και δεν ευχαριστιέται στις στάχτες.
Κι όποιος ξέρει να βλέπει πως φτάνει να καρπίζει η γη
Η αποτυχία διόλου δεν τον πτοεί παρ’ ότι τα πάντα έχει χάσει.

*Μετάφραση: Ελένη Κόλλια.
**Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 34, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014.