Erma Vasileiou, Three poems

15826815_10207989079467807_6152935843474926646_n

Days

Days are pages in our book
We take care of the way
we turn them,
we stop and meditate
in parts of their reading,
we continue the journey of being,
in the discipline of trust,
or in the doubt of leeriness…
Days, then, become exotic flowers
after our long triage to keep
patience and love
until they are bright and full of grace,
until our beloved come back
from the Fields of Courage,
all thirsty for our smile,
all ready for our kiss!  

***

O, amorous silence

bland and impatient
budding in me
like a grazing land
you hive me off the crowd
as my diversity is my strength
as my weirdness is my performance
as my unedited writing is my truth

***

The colour of your eyes

Is a remembrance of this short spring moment
A nearby cafe in Berwick
will never fail to think
when flowers dispute for
best adventures…
when coffee smells, and buds await
I am drained in pleasure of a wait…
my heart, a swing of wonders

when plunged I am in you

your smile, a hanging moon
a blue lagoon,
your sight unspoken still remains
a skylight gains…
the colour of your eyes!

the colour of your eyes, ahead, 
with all delicate thoughts
are teal and light sky dashes
on my pillow,
a crystal ball carried by storks
foresaw my countless kisses
when grapes fermenting with my love
danced on your wide bright forehead

You may have said I love you,
didn’t hear it,
when I was sipping coffee

*From the book “The Rapids Of My River”, 2017 (under press)

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Ο Γενάρης του 1904

15442174_1391066857631469_3737335627315304116_n

A οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,

που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου

εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,

κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω τα πρώτα.
Aπελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική —
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, πάν’ τα σπίτια, πάν’ τα φώτα•
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.
~ ~

Γιάννης Στίγκας, Η αλητεία του αίματος

Artwork: Suehiro Maruo

Artwork: Suehiro Maruo

(2004)

——-
Ο χρόνος, έτσι όπως μας δόθηκε σακάτης,
δεν τολμώ να πω τι δικαιώνει.
Μόνο δαγκώνω, φτύνω φως ματωμένο
κάθε πρωί πετάω μανταρίνια στο θάνατο
—————– είναι μια κούραση αλλιώτικη –
το βράδυ απλά στέκομαι στο παράθυρο
——–
——————————–Ένας άγγελος έρχεται
———————————και τρώει απ’ τα σκουπίδια

***

Τόσα τσιγάρα
με το μάτι τεράστιο
Αντιλαμβάνομαι το Θεό
σαν ημικρανία της φύσεως:
Ο κόσμος πλασμένος απ’ το φως
που δάγκωσε την ουρά του
Η αγάπη να έρπει
μουγκή μέσα στις σάρκες
——————–η κροτίδα η αγάπη
κι ο ουρανός τραυματίας

γι αυτό τόσο μπαμπάκι τα σύννεφα

γι αυτό γυρίζω—– μισός ήττα
———————— μισός γδάρσιμο

γι αυτό μας εκδικούνται τα πουλιά
——
—————————————————–Αχ, θέλω όλα να ξεχαστούν
—————————————————–και να μιλάμε πάλι για ία…

Όμως η αλήθεια
είναι ένα είδος ομπρέλας
ανοίγει κλείνει
———βροχερή πάντα

҉-

Η τελευταία μου πράξη
θα ‘ναι ένα χιόνι πορφυρό
θα πέφτει με πάταγο
δεν θα χαρίζεται πουθενά

***

Αγκαλιαζόμαστε
—————-κι οραματίζεται το κενό
είναι μια ησυχία τυφλή
που εποπτεύει το στήθος
με φουρκέτες στα χείλη

Έτσι βίωσα το σπασμό
που ασημώνει τα πράγματα
——————————και δεν αγαπώ πια το φεγγάρι
——————————δεν αγαπώ πια τη θάλασσα

Θέλω κρότους γυμνούς μέσα στο αίμα
τη μοίρα μου σαν κληματαριά
να καρπίζει όπου λάχει
τον ήλιο γονυπετή
να σφαδάζει στα σύρματα

Ποτέ δεν πρόκειται να ξανανοίξω
την πόρτα
θ’ ανάψω μόνο την ακοή μου
να σας μεταφέρω λυγμούς
κι ο έρωτας
θα λιμνάζει μες στα φλιτζάνια

Αγκαλιαζόμαστε σημαίνει
———————αρωματίζουμε το κενό

***

Ο μεγαλύτερος τρόμος
ελλοχεύει στο δόσιμο
Όταν η ψυχή
μοιράζει τον άρτο της
είναι χίλια λόγια που χάνουν
το χνούδι τους

Εμένα ο άγγελος μου
με κατέδωσε στο φως
πώς να συμβιβαστώ μαζί του
έτσι ατρόμητο που είναι;

Μόνος γιόρτασα τα χέρια μου
μασημένα από τόσα απογεύματα
Μόνος ίδρυσα την όραση
Που μεταλλάσσει σε χοή
———————-χοάνη
—————–αράχνη το χρόνο
Μόνος πέρασα σταυροβελονιά
Την αστραπή στο αίμα

Όμως η ζωή
——μας θέλει μέχρι το κόκαλο

***

Εγώ να δρέψω
εγώ περίμενα να δρέψω
τα στάχυα της γαστέρας σου
όταν όλα ήταν ενεστώτας του πάγου
κράτησα ένα σπουργίτι
ζεστό μέσα στα μάτια μου
για τα ψίχουλα που μου τάζεις

Το όνειρο ξαναγίνεται όστρακο

Στενό το φως που φόρεσα
(λίγο μου σφίγγει το λαιμό)
Στο επιστρέφω
γυρεύοντας το ένδυμα του έρωτα.

Στον έρωτα ταιριάζει η αφισοκόλληση
σχέδια πάνω σε σχέδια
χρώματα πάνω σε χρώματα
το ξεκλείδωμα
το ξεκοκάλισμα του χρόνου
σ’ ένα χαμόγελο

Ακόμα και το ξεπούλημα

***

Τα λόγια μας
θα καταλήξουν στη μεγάλη λευκότητα
εκεί που το σώμα
αποποιείται το σώμα του
Είναι διπλός ο λύκος
να μην επιστρέψεις
Σανίδια η μνήμη
όσο την ψάχνεις τρίζει

Με σέρνουν πάλι φθινόπωρα
κρατώ το τελευταίο άνθος
κίτρινος μέσα στο κίτρινο
Θνητός
μέχρι την Αλεξάνδρεια
– που μοίρασα την πνοή μου; –
και δεν έχω δέντρα για αύριο
δεν έχω άλλο τσιγάρο
Μεγάλη μεγάλη λευκότητα
σπασμένο σκυλί μέσα

***

Η μεγάλη περιπέτεια του σώματος
μια χειραψία μεταξύ πάγων
——————-Θέλω να πω
————————-μπαίνεις
και χρεώνεσαι το άλλο φεγγάρι
αυτό με την τρύπα και την τανάλια

Ο δρόμος στο βάθος του
είναι σαν το Θεό: μια ευφυής πάρεσις
και το σκοτάδι
——————–ο μοναδικός αχθοφόρος

Όμως εγώ θα επιμείνω
με τον τρόπο που γεννήθηκα
(γύρω στις δέκα εν κινήσει)
———————σιωπή και ήλιος
χιλιάδες τόνοι σιωπής και ήλιου

***
———
Ξέρω ότι δεν προκάλεσα καμιά θηριωδία
από αυτές που λατρεύετε
μόνο ξεγύμνωσα τα δόντια μου
στον ίλιγγο που μαστίζει τις πεταλούδες
Άνοιξα τρύπες στη μοίρα
κι έχωσα τη λύπη μου σαν ρούχο.
Η μνήμη δεν ξέρει πώς να χειριστεί
τα ψαλίδια της
αλλά ο χρόνος δεν αιμάσσει ξανά
γι αυτό δεν λαξεύω το όνειρο –
το δέχομαι σαν άπληστο κλαδί στο λαιμό
να μου αντλεί μουγκό το ύδωρ

Ποιος πούστης μ’ έταξε στο φεγγάρι
κι έχω γίνει η κερκόπορτα της σφαγής;
Να αντιμάχεσαι με στίχους τα στοιχεία σου
———————————-– αυτό θα πει όλεθρος!
Κι η όραση μπερδεύει τις ρίζες της
Βλέπω τον κόσμο παράλυτη ομπρέλα
κι αν ανοίξει
———————————–να πάει στο διάολο
Το φως δεν αντιμετωπίζεται πια χωρίς γάντια
πώς να σφραγίσω το λόγο μου
τώρα που βγάζει τη γενετήσια χλόη;
Σιγά σιγά μοιάζουμε με τις πέτρες

Το τέλος είναι ήδη γνωστό:
Εγώ
Εσύ
και τα ρόδα
Η ομορφιά—— μπαλτάς στον αυχένα

*Αναδημοσίευση από τον Κενό Τίτλο στο https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2010/09/29/yannis-stigkas-bloods-vagrancy/

Γρηγόριος Σακαλής, Υποκρισία και αυταπάτη

eya

Κάποιοι περιμένουν
τους μάγους με τα δώρα
μα η αυγή
έρχεται και παρέρχεται
χιλιάδες νήπια
σφάζονται στη γη
ποιός νοιάζεται
η πραγματικότητα
πρέπει να προσαρμόζεται
στα ιερά βιβλία
αλλοιώς δεν υπάρχει
η αγάπη
πρέπει να στεγάζεται
σε ναούς
αλλοιώς δεν είναι αγάπη
η παράνοια
παίρνει τις μεγάλες αποφάσεις
ο χρυσός διατάζει
κι ο κόσμος πάει
ντουγρού για την κόλαση.

Αργύρης Χιόνης, Ποιήματα

ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
Ωραίο αλλά και επικίνδυνο
Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
Ξεχάστηκε θαμμένος μες στην άμμο
Όταν τον θυμηθήκανε ύστερ’ από μέρες
Σηκώσαν το καπέλο του
Δεν ήταν από κάτω
Μια πάλλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
Τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
Κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
Σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
Οι δικοί της τώρα την αναζητούν
Μέσω του Ερυθρού Σταυρού
Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
Αν τους βαστάει τώρα
Ας με ξαναδείρουν, είπε
Πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
Μαχαίρι και πιρούνι
Και χωρίς να τρυπηθούν
Του φάγαν την καρδιά
Ένα σκυλί κυνηγημένο
Δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
Ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
Έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο
Βαθιά ένα καράβι έμενε ακίνητο
Ακίνητο ένα καλοκαίρι
Φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά
Δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;
Κανείς δεν ξέρει.

***

ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΑΡΦΙΑ ΓΙΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ, ΙΙΙ

Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα
© 2006, Αργύρης Χιόνης, “Η φωνή της σιωπής”, Εκδόσεις Νεφέλη.

***

ΠΕΤΡΕΣ, Β’

Απ’ το κορμί του δεν απόμεινε παρά ένας σωρός στάχτη
που κανείς δεν διεκδίκησε και που, τελικά, οι αρχές, μην
ξέροντας τι να την κάνουν, την άφησαν εκεί κι η βροχή, που
έπεσε μετά από λίγο, τη μεταμόρφωσε σε μια γκρίζα λάσπη
που κόλλαγε στις σόλες των ανυποψίαστων περαστικών.

***

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΑ ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΖΟΝΤΑΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΟΥΣ

Θα’ ρθει μια μέρα που οι άνθρωποι θα μισήσουν τόσο τον
εαυτό τους, ώστε θα σφίγγουν με τα χέρια το λαιμό τους
και θα στραγγαλίζονται μονάχοι τους. Λίγο πριν απ’ το τέλος,
θα παραλύουν και θα λύνονται τα χέρια τους. Θα συνέρχονται
και θα ξαναρχίζουν. Αυτό θα γίνεται επ’ άπειρον και θα ‘ναι η
κόλαση που κανείς δεν προφήτεψε ως τώρα.

*Από το βιβλίο “Η φωνή της σιωπής”, Εκδόσεις Νεφέλη.

Valli Poole, Parvus

valli1042

μαύρο πουλί την αυγή
πόσο γρήγορα δυναμώνει το φως
με το τραγούδι του

στην έρπουσα ομίχλη
ξυλαράκι το ξυλαράκι
εξαφανίζεται

με ζυμωμένη χοντράδα
μια χελώνα σ’ ένα περιστέρι κρώζοντας
κάθονται τρία στη σειρά

χουφτωμένα αυτιά
να συλλέξει
των διερχόμενων τρένων
κάθε λεξιλόγιο

άδειο κλουβί πουλιού / ένα πεθαμένο κτήμα

ένα χάσμα στην αιχμή της κυκλοφορίας
το τραγούδι του μαύρου πουλιού
μπλοκάρεται

χειμωνιάτικη παγωνιά
το κοκατού* σταματά
στην ανάσα μου

κιτρόδεντρο καφίρ
στον κήπο
της παλιάς μπότας

πριν το φως
πριν το τραγούδι του πουλιού –
η πόλη πηδάει στο τρένο

κάτω από ένα ασημένιο φεγγάρι
τα αργυρά χνάρια του σαλιγγαριού
προβάλλουν

πρωί με καταχνιά –
σκιές διαπερνούν το πρόσωπό μου
κούκλες σκιών στον αέρα

τις ώρες μετά την έλευση της νύχτας
τα αστέρια, το φεγγάρι
μετά κάτι άλλο
μεταλλικό στον ουρανό

παγωμένο πρωινό
έξω από το τσαγερό
ξεραίνεται η κόκκινη ανάσα του ρόδου

καπέλα μαγισσών
ευθυγραμμίζονται στο πεζοδρόμια
περπατώ στο σωστό μονοπάτι

Ανάμεσα στη μνήμη και τη φαντασία / το χαμόγελό σου

ηλιακά φώτα τρεμοσβήνουν
ήχος μαύρου πουλιού στον φράχτη
ανυπόμονα για την άνοιξη

μετά τη βροχή
στο παραγώνι φλυαρώντας
δύο σκυλιά ροχαλίζουν

το τραγούδι του μαύρου πουλιού
βασανίζεται σε
μηχανές v8

*Κοκατού (Cockatoo): Είδος παπαγάλου που ζει στις Φιλιππίνες, την ανατολική Ινδονησία, τα Νησιά Σολομώντα, την Παπούα-Νέα Γουινέα και την Αυστραλία.

220px-eolophus_roseicapilla_-wamboin_nsw_australia_-adult-8-2cp

**Γράφτηκε και τυπώθηκε από την ποιήτρια σε ξεχωριστό βιβλιάριο μικρού σχήματος (τσέπης) τον Σεπτέμβρη του 2012 στη Μελβούρνη. Το σχέδιο του εξωφυλλου (που αναρτάται) είναι της Rosie Hingston (2012). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης, Αύγουστος 2016.

Sandro Penna, Ποιήματα

Ο Sandro Penna με τον Pier Paolo Pasolini

Ο Sandro Penna με τον Pier Paolo Pasolini

Η ζωή… είναι να θυμάμαι το θλιβερό
ξύπνημα σε ένα τραίνο, την αυγή: να έχω
δει έξω το αβέβαιο φως: να έχω νοιώσει
στο μουδιασμένο κορμί την παρθενική
και σκληρή μελαγχολία του τσουχτερού ανέμου.

Αλλά ακόμη πιο γλυκό είναι να θυμάμαι
την απροσδόκητη λύτρωση: δίπλα μου
ένας νεαρός ναύτης: το μπλε και το
άσπρο της στολής του κι έξω
μια θάλασσα νωπή από χρώμα.

*

Αν υποχωρήσει λίγο η νύχτα του καλοκαιριού,
θα προβάλλουν στην ακρογιαλιά
-γεννημένοι σιωπηλά όπως τa χρώματά της-
γυμνοί άντρες που ελαφρά πορεύονται.

Κι όπως ο άνεμος κινεί τη θάλασσα, το ίδιο
σπρώχνουν φωνάζοντας οι άντρες τις βάρκες,
σπρώχνουν τις βάρκες οι άντρες φωνάζοντας

Ανατέλλει πάνω στόoν τελευταίο ιδρώτα ο ήλιος.

*

Άρκεί στον έρωτα των εφήβων
η αίσθηση της κατοχής του ήλιου,
καθώς ακινητούν στη ζεστή άμμο.

Έτσι είναι όλα. Δεν έρχεται ένας δυνατός άνεμος
να ανατρέψει την εκτυφλωτική ηρεμία.

Το βράδι, στη σκιά της μητρόπολης,
με φωνές και φωνές παίζουν τα παιδιά.
Στη σιωπή όμως, είναι ανώφελη ακόμη

κι η φωνή τής καμπάνας.

*

Ήλιος δίχως σκιά πάνω σε ρωμαλέα
εγκαταλειμένα κορμιά. Κάθε αρετή σωπαίνει.

Αργά η ψυχή βυθίζεται -με τη θάλασσα-
μέσα σε φωτεινό ύπνο. Αίφνης
αναπηδούν -νεαρά νησίδια- οι αισθήσεις.

Η αμαρτία όμως δεν υπάρχει πια.

*

Αν πίσω απ’ το φωτισμένο παράθυρο
κοιμάται ένα αγόρι τη νύχτα του καλοκαιριού
κι ονειρευτεί…
Περνάει γρήγορο ένα τραίνο
και πάει μακριά.
Η θάλασσα είναι όπως πρώτα.

*

Η θάλασσα είναι καταγάλανη.
Η θάλασσα είναι γαλήνια.
Στην καρδιά είναι σχεδόν μια κραυγή
χαράς. Κι όλα είναι γαλήνια.

*

Ο Έρωτάς μου ήταν γυμνός
στο ακρογιάλι μιάς ηχηρής θάλασσας.
Του παραστέκονταν
-ευνοϊκοί και πράοι-
εγώ κι ο καιρός.

Έπειτα τον έκλεψε ένα σπίτι
Μου τον λέρωσε μιά μελάνη. Απομένω
στο ακρογιάλι μιάς ηχηρής θάλασσας.

*

Ας με κρύψει το σκοτάδι κι ο γλυκός άνεμος.
Άπ’ το σπίτι μου διωγμένος σε σένα ήρθα
ρομαντικέ μου φίλε, αργό ποτάμι.

Κοιτάζω τον ουρανό και τα σύννεφα και τα φώτα
των ανθρώπων πέρα εκεί, τόσο απομακρυσμένοι
πάντοτε από μένα. Και δεν ξέρω ποιον θέλω
να αγαπήσω τώρα πια, αν όχι τον πόνο μου.

Το φεγγάρι κρύβεται και μετά εμφανίζεται πάλι
-αργή υπόθεση άσκοπου κυνηγητού
πάνω απ’ το κουρασμένο για βλέμματα κεφάλι μου.

*Από το βιβλίο “Sandro Penna, Ποιήματα”, σε επιλογή, επιμέλεια και απόδοση Σωτήρη Παστάκα, στη σειρά “Το μικρό ΔΕΝΤΡΟ”, Αθήνα, Δεκέμβριος 1981.

pena006

Morris Rosenfeld, Το μέρος που θ’ αναπαυθώ

blog-rosenfeld-031011-1425711626

Μη με ζητάς μες στις μυρτιές που ανθούνε.
Δεν θα με βρεις εκει, μικρό μου και χρυσό.
Εκεί που οι ζωές στις μηχανές θα μαραθούνε
Είναι το μέρος που θ’ αναπαυθώ.

Μη με ζητάς μες στα πουλιά που τραγουδάνε.
Δεν θα με βρεις εκεί, μικρό μου και χρυσό.
Εδώ μες στη σκλαβιά, με αλυσίδες να βροντάνε,
Είναι το μέρος που θ’ αναπαυθώ.

Μη με ζητάς μες στις πηγές που αναβλύζουν.
Δεν θα με βρεις εκεί, μικρό μου και χρυσό.
Εδώ όπου δάκρυα κυλούν και δόντια τρίζουν,
Είναι το μέρος που θ’ αναπαυθώ.

Μα αν μ΄ αγαπάς μ’ αληθινή αγάπη.
Να ‘ρθεις και να με βρεις, μικρό μου και χρυσό.
Δώσε χαρά σε μια καρδιά πληγές γεμάτη
Και γλύκανε το μέρος που θ’ αναπαυθώ.

*Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.

Ο Morris Rosenfeld (1862-1923) είναι το ψευδώνυμο του Moshe Jacob Alter, ενός απο τους πλεόν γνωστούς Εβραίους αναρχικούς. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Πολωνία, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο και τη yeshiva (ανώτατο εβραϊκό εκπαιδευτικό ίδρυμα). Μελέτησε πολωνικά και γερμανικά. Το 1881 μετανάστευσε στις ΗΠΑ και μετά στο Λονδίνο όπου εργάστηκε ως κοπτοράπτης. Εκεί έγινε αναρχικός, μέλος του Burner Street Club, που ήταν υπό την επιρροή του Πέτρου Κροπότκιν. Το 1886 επανήλθε για οριστική εγκατάσταση στις ΗΠΑ όπου εργάστηκε ως σιδερωτής για 18 χρόνια στη Νέα Υόρκη. Έγραψε στις εφημερίδες Arbeter Frayed, Di Varhayt και Arbeter Zaytung, αλλά και σε μεγάλες εφημερίδες της διασποράς (όπως Der Morgenstern, New Yorker Yiddische Folkszeitung, Yiddische Folksbalatt και Der Taglicher Herold) και ήταν και συνεργάτης της σοσιαλιστικής Forverts (1900-1913). Οργάνωνε ποιητικές βραδιές στις εβραϊκές λέσχες. Η πολύ κακή κατάσταση της υγείας του τον ανάγκασε να σταματήσει να εργάζεται ως σιδερωτής, μιας και κινδύνευε να τυφλωθεί, και ζούσε από την πώληση βιβλίων, συνεχίζοντας να γράφει. Το 1898 εκδόθηκε η συλλογή του “Τραγούδια του γκέτο” που μεταφράστηκε σε πέντε τουλάχιστον γλώσσες. Στη Νέα Υόρκη εκδόθηκαν η “Shriftn” (“Εκθέματα”) σεέξι τόμους (1908-1910), τα “Geweylte Shriftn” (“Επιλεγμένα”) σε τρεις τόμους (1912), οι λογοτεχνικές βιογραφίες του ποιητή Ερρίκου Χάινε και του μεσαιωνικού φιλοσόφου Ιούδα Χαλεβί (1906 και 1907, αντίστοιχα). Μια απο τις τελευταίες συλλογές του ήταν η “Lider” (“Τραγούδια”) που εκδόθηκε το 1920 στην ΕΣΣΔ. Μεγάλο μέρος του έργου του διατηρείτο στο Ινστιτούτο Προλεταριακής Κουλτούρας στο Κίεβο έως το 1930, αλλά μετά τις σταλινικές εκκαθαρίσεις χάθηκε οριστικά.

*Από το περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 34, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014.

David Edelstadt, Δύο ποιήματα

edelstadt04

Οι σημειώσεις ενός προλετάριου

Μη με φωνάζεις ποιητή.
Του σκάρτου πλήθους δούλος είμαι.
Αυτό είμαι, κι ας ακουστεί
Σαν να είναι της τύχης ειρωνία.
Δεν έχω γεννηθεί για λάγνες άριες,
Για ρόδα, έρωτες και ομορφιά.
Δεν είμαι ποιητής μα προλετάριος,
Τέκνο της πάλης και της φτωχολογιάς!
Αγώνας για ψωμί η δική μου Μούσα,
Ο Παρνασσός μου η κόλαση της φάμπρικας.
Και το μνημείο μας λαμπρό το κρύβει η μαύρη μπλούζα:
Τ’ αδύναμα και άρρωστά μας σωθικά!
Να η χαρά γλυκιά και το σαράκι:
Των κόπων, των βασάνων οι καρποί,
Ποτάμια δάκρυα, αίμα και φαρμάκι,
Νέκταρ γλυκό που δούλους καρτερεί.

***

Η διαθήκη μου
Η Εβραϊκή Μασσαλιώτιδα

Καλοί μου φίλοι, όταν πεθάνω,
Τη σημαία μας φέρτε στον τάφο μου,
Τη λεύτερη σημαία μας στο κόκκινο
Βαμμένη με το αίμα των εργατών.

Κι εδώ κάτω από την κόκκινη σημαία
Το τραγούδι μου πείτε μου, αυτό της λευτεριάς.
Το τραγούδι “Στον αγώνα” που σαν αλυσίδες βροντάει
Των σκλαβωμένων Χριστιανών και Εβραίων.

Ακόμα και στον τάφο μου θ’ ακούω
Το τραγούδι μου της λευτεριάς και της μπόρας
Ακόμα και εκεί θα χύνω δάκρυα
Για σκλαβωμένους Χριστιανούς και Εβραίους.

Κι όταν ακούσω τα σπαθιά να βροντάνε
Στην τελευταία μάχη του αίματος και του πόνου
Από τον τάφο θα τραγουδώ στον κόσμο
να ενθαρρύνω την καρδιά του.

*Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.
**Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 34, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014.

David Edelstadt

«Ένας μεγάλος ποιητής και ένας από τους καλύτερους τύπους αναρχικών που έζησε ποτέ»
~ Emma Goldman

Σαν σήμερα, 9 Μαίου το 1866, γεννήθηκε ο Αμερικανο-Εβραίος αναρχικός και ποιητής Ντέιβιντ Έντελσταντ (Πεθ. 1892). Υπήρξε ένας από τους «ποιητές του κατέργου»  (συμπεραλαμβανομένων των Morris Rosenfeld, Morris Vinchevsky και Joseph Bovshover), ποιητές οι οποίοι ήταν εργαζόμενοι, δουλεύοντας σκληρά σε φρικτές συνθήκες εργασίας για δώδεκα ή και περισσότερες ώρες την ημέρα. Η πιο δημιουργική περίοδός τους ήταν μεταξύ του 1890 και 1900, έγραψαν ποιήματα με βάση τις δικές τους εμπειρίες εξέφρασαν την αλληλεγγύη των εργαζομένων και την επιθυμία για μια επαναστατική αλλαγή στις συνθήκες εργασίας των εργατών.
 
Ο David Edelstadt γεννήθηκε στην Καλούγκα της Ρωσίας, και σπούδασε την ρωσική γλώσσα και την λογοτεχνία, άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στα Ρώσικα σε ηλικία 12 ετών. Αφού διέφυγε από το πογκρόμ του Κιέβου, της 8ης Μαΐου του 1881, μετανάστευσε στην Αμερική το 1882,  έμεινε πρώτα στο Σινσινάτι, όπου και εργάστηκε στη βιομηχανία ενδυμάτων και δραστηροποιήθηκε στην ανάπτυξη του αναρχικού κινήματος. Το 1888 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου συνέχισε να δουλεύει σε κάτεργα και συμμετείχε στην πρώτη εβραϊκή αναρχική ομάδα της πόλης, την Pionire der Frayhayt (Πρωτοπόροι της Ελευθερίας).

Επίσης, άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα στα γίντις και επιλέχθηκε το 1891, για να γίνει ο συντάκτης της Yiddish αναρχικής εφημερίδας «Die Freie Areibeter Stimme» (Η Ελεύθερη Εργατική Φωνή), την οποία και επιμελούταν μέχρι το θάνατό του. Είχε επίσης συνεργαστεί με την «Die Wahrheit», την «Tfileh Zakeh», την «Varhayt» και  την «Der Morgenshtern», χρησιμοποιώντας συχνά το ψευδώνυμο Paskarel.
 
10177963_295350277290992_2819757069901455850_n

Οι στίχοι του Έντελσταντ τραγουδιόντουσαν σε κάτεργα και πορείες, απεικόνιζαν τις ατέλειες του κόσμου και την θαυμαστή ζωή που θα έρθει μετά την κοινωνική επανάσταση, πολλά από τα ποιήματα ήταν αφιερωμένα στους Μάρτυρες του Σικάγο. Πέθανε στις 17 Οκτωβρίου του 1892 στο Ντένβερ, σε ηλικία μόλις 25 χρονών, από φυματίωση (ο αδελφός και η κουνιάδα του πέθαναν επίσης από την ίδια ασθένεια), η οποία οφειλόταν στις δύσκολες συνθήκες στις οποίες ο ίδιος και οι συνάδελφοί του έπρεπε να υπομένουν. Θάφτηκε στον Κύκλο των Εργατών στο νεκροταφείο Golden Hill στο Ντένβερ.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Μετά το θάνατό του πολλές πολιτιστικές ομάδες με το όνομα Έντελσταντ ξεπηδήσαν σε πόλεις σε ολόκληρη την Αμερική (Σικάγο, Βοστώνη, κλπ). Η Edelstadt Singing Society (Σύνδεσμος Τραγουδιού Edelstadt) ιδρύθηκε στη Νέα Υόρκη. Στην Αργεντινή, Εβραίοι αναρχικοί στο Μπουένος Άιρες έδωσαν μία πολιτιστική ομάδα το όνομα του.
 
*Μετάφραση/επιμέλεια: Αδέσποτος
**Πηγή: The bottled wasp pocket diary
https://kollectnews.org/2016/05/09/san-simera-david-edestaldt/

Γιώργος Μπουρλής, Αντί προλόγου

4dfa6c76-368b-4a7f-b5e2-72b73fa29e53

στις πολιτείες του κόσμου
η ιστορία δεν είναι πάντα ίδια
κι η ζωή δεν έχει στα συρτάρια της μόνο μπιζού,
ακριβά ουίσκι, τραπεζικά βιβλιάρια,
ιδιωτικά σχολεία και μέρες που σέρνονται δίχως
να τις ξαναζεί μετά κανείς.
στις πολιτείες του κόσμου υπάρχουν και μανάδες που
αρνούνται να ράψουν κάλτσες για ετοιμοθάνατους
και τα χαμόγελά τους έχουν ξαστερώσει πια και
δραπετεύουν απ’ το πρόσωπο.
πατεράδες που σκαλίζουν μόνοι τους τα σχήματα στα
σύννεφα και γεννοβολάν ανθρώπους μπλέκοντας
αρχαίες φωνές και ουρανό και ορυκτά και
χρυσή ύλη απ’ το διάστημα.
μεγάλες αδερφές φτιάχνουν με χιόνι καρβέλια ψωμί και
τους δίνουν ονόματα μελλοντικών αγαπημένων.
γυναίκες, γυναίκες περιμένουν κάθε ξημέρωμα να
ζωντανέψουν οι πεθαμένοι τους ποιητές,
και αυτοί ζωντανεύουν.

ένα παιδί σηκώνεται στις μύτες των ποδιών του
για να χορτάσει περισσότερο κόσμο
κι ονειρεύεται να γίνει κάποτε ο ταχυδρόμος
που θα πηγαίνει τα γράμματα στο φεγγάρι.

*Περιλαμβάνεται ως Πρόλογος στο βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβρης 2013, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή.

b191514