Φαίδων Μουδόπουλος-Αθανασίου, Τρία ποιήματα

img_1186

Καναπές

Είσαι ο κύριος του καναπέ σου.
Κι όμως,
η Ακρόπολη κι ο Παρθενών εγέρασαν
μες στη σκοτείνια των καυσαερίων
και του νέφους.

Ο Λευκός ο Πύργος, γκριζωπός κι αυτός
ατενίζει με αποστροφή το μέλλον
και νοσταλγεί το λαμπερό του παρελθόν.

Μα να και η αρχαία, πολυσήμαντη, Ολυμπία,
ελιά κι αυτή ρυτιδιασμένη
ανάμεσα σε μαύρα όνειρα,
σε χορηγούς και στάχτη.

Εσένα όμως δεν σε νοιάζει,
γιατί απ’ το βασίλειό σου
τα βλέπεις όλα ρόδινα
–κι ανώδυνα
κοιτάς το απέραντο λευκό του τοίχου
και την τετράγωνη πηγή ζωής του καναπέ σου,
λίγα μόνο μέτρα μακρυά.

Το βασίλειό σου, σου τα παρέχει όλα.
Φως και Εικόνα.
Προς τί λοιπόν τόση μαυρίλα;

Τελικά, ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;

***

Ακρόπολη

Και όλο φτωχαίνουμε…
από οικονομικής απόψεως όπως μαθαίναμε αρχικά
στις τηλεοράσεις του ολέθρου.

Η οικονομική ανάκαμψη είναι βεβαία,
τα φιρμάνια πλέον διακηρύττουν.

Όμως η πτώσις μας –κατάπτωση– είναι βεβαία. Επάνω
στην Ακρόπολη άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Κι όμως ο βράχος, ένδοξες ημέρες είχε περπατήσει,
στο παρελθόν το λίγο απώτερο,
τις μακρινές εκείνες μέρες του ’41…

Βράδυ
Άπνοια
Γλέζος Σημαία Σάντας Φρουρός
Σκιές Σημαία Μανώλης
Σημαία Λάκης
Πρωί…
Σεισμός

Γι’ αυτό ας τους χρεοκοπήσουμε μια ώρα αρχύτερα!

***

Εικόνα–Εικασία

Το γαλάζιο θα φανεί
όπως μια τρύπα ουρανού στα γκρίζα σύννεφα
όπως ο κεραυνός σκάει ανάμεσα στα μαύρα μουσκεμένα
κτίρια
σπινθηρίζοντας.

Το κλουβί μας θα σπάσει
από τις φωνές
που θα ραγίσουν την κλειδαριά,
από τους δεσμοφύλακες
που – διψασμένοι κι αυτοί για ελευθερία
θα κάνουν τα στραβά μάτια
καθώς θα περνούμε το κατώφλι
ορδές, ορδές
και δεν θα μας σταματήσουν.

Η τηλεόραση θα ραγίσει
από τα κλάματα των απολυμένων
και τη γκρίνια των πεινασμένων παιδιών τους, που δεν θα χορταίνουν πλέον
από υποσχέσεις που τους ταΐζουν
οι συγκλητικοί και οι συμβουλατόροι.

Τότε μόνον θα βαδίσουμε σίγουροι προς την ελευθερία…

*Από τη συλλογή “Ιστορίες Κρίσης (και άλλων παραγόντων), Εκδόσεις Οσελότος, Αθήνα 2016.

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

Η Πρωία

Κάτι αναφύεται μες στη Νύχτα.
Βοηθούν και οι μηχανικές κινήσεις
των πραγμάτων στην απαρχή της ημέρας.

Στηρίζουν το δίχτυ της προσδοκώμενης ερμαφρόδιτης
ανασύστασης του πεδίου των συγκρούσεων
υπό τον ορυμαγδό της Οικουμένης.

Μια απαρχή των κραυγών και ιαχών της ημέρας
που καθορίζουν τη συνέχεια που μέλλει να λάμψει.

Από εκεί που πήγαζα-μέσα στα δένδρα των λέξεων
που αραιά ή πυκνά απλώνονταν και με σκέπαζαν-

οι σκαπανείς εκείνοι στους οποίους ανήκα υψώνονταν
ως περιστύλια και αφουγκραζόμενοι τη γύρω ραθυμία
αποφάσιζαν όπως αντιπροσωπεύσουν εαυτούς
στο νέο παιχνίδι που στηνόταν και τους περίμενε.

Θα ήσαν μόνοι τους συμπέραινα, οδυνηρά μόνοι
αλλά και ευχάριστα στην απαρχή της ημέρας.
Οι πόνοι ήσαν μέρος της ζωής τους.

Ένας ειδικός πόνος που είχε ανακύψει σε μια καταραμένη
προκυμαία, απατηλή και βρίθουσα από ανθρώπινα μειράκια,
τον είχε καταβάλλει σημαντικά.

Διαρκούσε πολύ όπως όλοι οι μεγάλοι πόνοι οι αναπάντεχοι,
οι διακατέχοντες τη ζωή μου προ αμνημονεύτων χρόνων.
Και όμως φοβόταν μήπως είχε έλθει η Τελική Κρίση.
Αγωνία μεγάλη τον καταλάμβανε.

***

Με Κομμένη την Ανάσα

Το φαρμακωμένο φίδι που βγαίνει από το στόμα μου
συνεχώς και δημιουργεί όλους αυτούς τους στίχους,
όλες αυτές τις λέξεις, τις προτάσεις τις φαρμακωμένες.

Αυτό που δεν ξέρω να κάνω μες στο Χωρόχρονο,
αυτό το μπέρδεμα του νου μου, αυτή η απελπισία
την ώρα που τα πουλιά κελαηδούν και σε τρελαίνουν.

Δεν υπάρχει τίποτα να αναζητήσω, να συμβουλευτώ,
ξαπλωμένος καθώς είμαι, καθώς δεν ξέρω τι να κάνω.

Στο βάθος του χρόνου, στο βάθος της φύσης,
στο βάθος των ήχων και της βαριεστιμάρας κι έλλειψης
ενδιαφέροντος, πηγαινοέρχομαι μες στα δώματα της λύπης.

Όλα το κενό τα καλύπτει, αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος.
Αυτή οδηγεί στο κόψιμο της αναπνοής κι αυτό είναι
το μόνο ενδιαφέρον αν θέλετε την αλήθεια.

Όλα τόσο μπερδεμένα, αφιονισμένα, σταματημένα.
Οι καθημερινές εργασίες των ανθρώπων
και οι περισπούδαστες σκέψεις των διανοουμένων
το μόνο που κάνουν είναι να συσκοτίζουν την αλήθεια.

Όλος αυτός ο θόρυβος των πληροφοριών σκοτεινιάζει το νου,
ταράζει την καρδιά, αφήνει τον εαυτό αδειανό.
Και τότε έρχεται ο πόνος αδυσώπητος
και καλύπτει το κενό μεγαλόπρεπα.

Αυτό δεν θα μπορούσα να το πω άλλοτε,
αν δεν είχα τόσο πολύ βασανιστεί τώρα τελευταία.
Αν δεν είχαν φύγει όλα όσα αγαπούσα, όσα λάτρευα.

Γυρεύω κάτι να απαλύνει τον πόνο μου μες στη ζούγκλα.
Γυρεύω κάτι που θα με πάει μακριά.
Τα αφήνω όλα πίσω μου αποφασιστικά, τελεσίδικα.

Δεν γέμιζε ο χρόνος με τίποτα σας λέω.
Μια αμαξοστοιχία λέξεων παραταγμένων στο διηνεκές.
Βυθισμένος κι εγώ εκεί κάτω, εκεί που δεν ήξερα.

Κολλημένος στο κάθισμά μου, στη γωνιά μου τη μοναδική.
Και όλα τα άλλα ανέφικτα, άσχετα, απροσδόκητα.
Δεν τα θέλησα ή μήπως τα επιθύμησα βαθύτατα;
Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν είναι σε θέση να ξέρει.

Μια φωνή που έρχεται, που έρχεται και με κυριεύει.
Αδυνατώ να ελπίσω, αδυνατώ να δω.
Μου κόβεται η αναπνοή με το παραμικρό.

Δεν μπορώ να απαρνηθώ φαίνεται κάτι παλιές τρέλες,
κάτι αθώα σκιρτήματα του νου, κάτι επαναλήψεις.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Ζ. Δ. Αϊναλής, Συναρτήσεις 

2501873386_00019d1e52_m

I
 —
Τώρα θα υπάρξει διασταύρωση της αδιαθεσίας στο 4
Τώρα το 8 θα γυρίσει σελίδα
Δι’ απαλών ονύχων το 1 θα διεισδύσει στα θέσφατα
Και θα διυλίζει το 3 τον κώνωπα στο 7
Τώρα το 6 της άνοιξης θα γίνει ζημία στη διασπορά του 9
Και το 2 θα σέρνει το 5 απ’ την καταπακτή πιο βαθιά
Και τι θα μείνει τώρα το 0 μάτι μόνο στα σκοτεινά
 —
Μαλθακότης  ευδαίμων
κι ο πόνος στα σωθικά
1 πλην 10 ίσον μείον 9
–

II 

Θα γυρίσω τον άξονα κάθετα στην εκμετάλλευση του 7
Και θα βουλιάξει το 3 στων άστρων την επανάληψη
Θα λάμνει δεμένο το 4 στα κουπιά
Και το 2 δίχως πηδάλιο στο ναυάγιο του 9
Ένα 1 θα φωνασκεί στην πρύμνη μηχανικά
Και στ’ αμπάρια το 8 να μπάζει νερά
Θα κρέμετ’ απ’ το πόδι το 5 σα τσιγκέλι στα  ιστία νεκρό
Και το 0 θα καγχάζει σα στόμ’ ανοιχτό
 —
2 και 5 μας κάνει 7
—————- πτώμα που ζέχνει
—————————– κι η σήψη να κυβερνά
  —

III

Δάγκωμα σκοτεινό το 1 στην καρδιά νούμερο 8
Αποτρέπω τη συμφόρηση στο 7 πριν να βγω
Και κρύβω καλά το πρόσωπο στο 9
Και μένει το 4 να με σέρνει δετό
Γυμνός δεξιώνομαι στο 5 τον εξευτελισμό
αρμοί σκοτεινοί, χειροπέδες κι οι κλείδες του 6 στιλέτο στο 3 απτό
Χάνω στο 2 την έξοδο και θανατορραγώ
Στο περικάρδιο του 0
Κεκαρμένη η κρίση με συλλαμβάνει πανικού.
 —
3 μείον 9 = μείον 6 πεθαμένα παιδιά
 —
κάρβουνα αναμμένα κι αγκάθια αιχμηρά
όπλα καπνισμένα και πολύ ζωντανά.
–

IV

Τώρα θα σημάνουν οι καμπάνες στο 4
Και θα εκπνεύσ’ η σιωπή στο 8
Βλέπω την ανάσα να σώνεται πριν το 2 σωρός
Και το σώμα να καίγεται στο 5 πηλός
Λίγο χώμα τα χέρια μου στο 9 πανικός
Κι η ομιλία να τελειώνει κάπου μεταξύ του 1 και του 7
 —
Οι πρώτοι αριθμοί δεν μιλάν μεταξύ τους.
 —
Κάπου εκεί το 3 διαιρούταν στο κενό με τον  εαυτό του
Και το 6 έπαιζε με τη λέξη ξανά
– να δαγκώσεις και πάλι τον εγκλεισμό στην καρδιά.
 —
—
 V

Τόσο 9 πριν απ’ την άνοιξη και η σιωπή  στενή.
 —
Κοιτάω το 7 σαν τη γλίτσα να προσκολλάται στη  γη.

Και το 2 παραμελημένο κι ανήμπορο ν’ αρθρώσει φωνή.
  —
 —
Όσο και να διαιρείς θα μένει πάντα ένα υπόλοιπο
————————————————- στη νύχτα σκοτεινό
τέρας υπόλογο να τεχνουργεί σκυφτό.

Θανάσης Τζούλης, Έξι ποιήματα

Σχέδιο: Adolph Gottlieb

Σχέδιο: Adolph Gottlieb

Το σκοτωμένο πουλί

Υπάρχουν δρόμοι χωρίς τέρμα
που γλιστρά η νύχτα το κορμί της.
Υπάρχουν δρόμοι μ’ ένα στύλο
και μ’ ένα πουλί σκοτωμένο
στο κρανίο του.
Το σκοτεινό φεγγάρι
κατάπιε όλη τη νύχτα
κι’ αυτός ο στύλος είναι ορόσημο του δρόμου.
Αρχίσαμε από τα μάτια μας,
μην πουληθούμε στους δρόμους
στο πρώτο καραβάνι που θα βρούμε.
Άλλοτε οι δρόμοι είχαν τέρματα.
Μα τα πρόσωπα είναι στραμμένα στον τοίχο
κι’ από τα χέρια τους πέφτουν
δυό απαγχονισμένοι
μέσα στη νύχτα.

***

Τα κουπιά των νεκρών

Οι νεκροί
σκίζουν το καταπέτασμα
του σπιτιού μας.
Κρεμάστε τα πορτραίτα
και μη βροντάτε
τα έπιπλα.
Τα νερά είναι ζεστά από το σώμα τους.
Μη βροντάτε τα χέρια
και φαίνονται άδεια.
Οι νεκροί πέφτουν από τα σύννεφα
και γεμίζουν το σπίτι μας,
τα νερά στάθηκαν έκπληκτα στην πόρτα,
δεν άφησαν ακόμα την κραυγή τους.
μες στα νερά χάσαμε τα πόδια μας,
κρατείστε τα κουπιά των νεκρών.

***

Ανακομιδή

Όλη τη νύχτα έχανες τα δόντια σου –
μου χρειαζόταν αυτό το εμπόδιο.
Πλύνε το χώμα απ’ το κορμί σου,
δεν έχεις ούτε νύχτα, ούτε μέρα στο κορμί σου
όσο να βυθιστείς μες στο πηγάδι.
Τράβηξε το κορμί σου απ’ το κρεβάτι,
δεν έφυγες από τα δέντρα με τις εποχές
που είχαν τα χορτάρια αίμα.
Ανάμεσα απ’ τα μέλη σου
δεν είναι μέρος για το σπαραγμό,
δεν κάρπισαν τα μάτια σου να πω πως σώθηκες
με τη νωχέλεια στους δείχτες του ωρολογιού.
Μάσε το κορμί σου απ’ το κρεβάτι
και μεσ’ από τα κόκκαλά σου
την οδύνη μου

***

Οι πέτρες και ο χρόνος (Απόσπασμα)

ΧΙ


Κάηκ’ η ζωή μας και γίναμε ποίηση.
Κλείστε τα παράθυρα.
Μόνο η φωνή ας βροντάει
σαν το σκυλί μέσα στις θύελλες.
[Σπόνδυλοι, 1961]

***

Η αρκούδα

Η αρκούδα που κυνηγά τον άνθρωπο
ποιος ξέρει αν δεν ήταν άνθρωπος
και φοβάται μη ξαναγίνει;

***

Ο φόβος

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Τη νύχτα τα όνειρα ξεκλειδώνουν την πόρτα
και κουβαλούν στο σπίτι μας νεκρούς
κι ύστερα βγάζουν τα κεραμίδια του σπιτιού
να κατεβεί ο Χριστός στο άδειο σπίτι
να τον σπαράξει ο φόβος μας
γιατί είναι η δική του σειρά
να πιστέψει σε μας
απόψε και την άλλη νύχτα και την άλλη

Το πρωί οι νεκροί είναι στην ίδια κουβέρτα
και κρύβουν με τα χέρια το χτυπημένο κορμί
μη φοβηθούμε και τους κλείσουμε έξω από το σπίτι
όταν ο αέρας ρίχνει τα κλειδιά από τις πόρτες

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Την ίδια ώρα η μάνα
φοβερίζει το πεθαμένο παιδί
να μη γυρίσει σπίτι αυτή τη νύχτα
θα το χτυπήσουν στην ίδια μεριά

Πώς να δηλώσουμε τους νεκρούς
να τους σώσουμε και να σωθούμε;

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε
κρατήσαμε τον ύπνο να κρυφτούμε στο μαλλί του
να ξεφύγουμε από το φόβο
που περιμένει στη πόρτα μονόφθαλμος

Πριν από την τελευταία ώρα
η μάνα διώχνει τους νεκρούς από την καταπαχτή
κι αυτοί γυρίζουν μαζεύοντας τις πατημασιές μας
γιατί φοβούνται πως χαθήκαμε
την ώρα που ο αέρας ρίχνει τα κλειδιά από τις πόρτες

Πώς να δηλώσουμε τους νεκρούς
να τους σώσουμε και να σωθούμε;

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Μίλτος Σαχτούρης, Πέντε ποιήματα

15871442_10154720852116011_3389932355311811186_n

Ο βυθός

Ένας ναύτης ψηλά

στα κάτασπρα ντυμένος

τρέχει μέσ’ στο φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ’ τη γης

με τα κόκκινα μάτια

λέει ένα τραγούδι

που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι

φτάνει ως το καράβι

φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο
φεγγάρι

*Από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

***

Η σκηνή

Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει

ένα κεφάλι από πηλό

τους τοίχους τους είχαν στολίσει

με λουλούδια

απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί

δυο σώματα ερωτικά

στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια

και πεταλούδες

ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε

στη γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ’ όλες

τις πλευρές

δε θά ‘ταν φρόνιμο κανείς

να τους τραβήξει

ένας από τους σπόγγους έσπρωχνε τα
σώματα

στον έρωτα

Η δυστυχία απ’ έξω

έγδερνε τις πόρτες

*Από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

***

Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο
κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα

οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο
ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε
κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι

έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι

έπειτα μπήκε το φεγγάρι

αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:

Οι μέρες περνούν

το χιόνι μένει

*Από τη συλλογή ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ

***

Η πηγή

Φεγγάρι πεθαμένο μου

για ξαναβγές και πάλι

θέλω να δω το αίμα
σου

δεν έκαιγες λυχνάρι

φώτιζες

το φοβισμένο πρόσωπο

θέλω να δω

το φοβισμένο πρόσωπο

τώρα

πάλι και πάλι

τότε

όλο το σώμα μου ήταν

μιά πληγή

φεγγάρι

μια πηγή

και φώτιζε

της νύχτας το σκοτάδι

Φεγγάρι πεθαμένο μου

θέλω να δω το αίμα
σου

τώρα

πάλι και πάλι

*Από τη συλλογή ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ Ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ

***

Το μαρτύριο

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι

σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι

περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί

κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο

και μέσα φαίνονταν

τα σφυριά και τα μαχαίρια

Μέσα στα χέρια μου έσπασα το
κρύσταλλο

Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο

να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου

και τ’ άλλο το γκρίζο σαν καπνός

ν’ αδειάζει από μέσα μου να φεύγει

Nikos LeFou Pierrot Ziakas, Οι υπόνομοι ξερνάνε πεταλούδες

ziakas

Δώδεκα και είκοσι δυο
ένα ρετάλι σώμα ντύνεσαι Σάββατο βγαλμένο δέρμα, στάχτη στο καφέ
και τρεις χτυπάς φορές στο πάτωμα
να σε ακούσει κάποιος
αλλά είσαι στο υπόγειο
οι τοίχοι με γυρισμένη πλάτη
τώρα μαθαίνεις τις λέξεις με γρατζουνιές
κάνεις το σώμα σου τρίτο δεύτερο κωλάδικο στον Έβρο
στάση για φαντάρους και νταλικέρηδες
το κατάστημα διαθέτει ευρύχωρο πάρκινγκ
κι άλλες ανέσεις
το σόου ξεκινάει αυστηρά σε μια κάποια συγκεκριμένη ώρα
κι από τότε μετράς αμέτρητα υπεραστικά δρομολόγια
θα μου άρεσε να σου πω “εντός μου”
αλλά έχουν περάσει μόλις είκοσι λεπτά
κι ήδη σε γεύομαι νερό
σε κάνω χώμα / σπασμένο δέρμα
όπως μαθαίνω τη σημασία του ρήματος
“Έρχομαι”
το τρόμο της λέξης “εποχή”
γιατί κρύβει μέσα τον χρόνο
κι εσύ κάνεις την ηχώ μέσα στο κούφιο μου
μια και δεκατέσσερα
τρυπώνω σε μια εσοχή του σύμπαντος
όπου σε μυρίζω θάλασσα
μου γνέφεις αγάπη
όπου είσαι κάτι ωκεάνιο
είμαι κάτι όμορφο
τα δέντρα δεν έχουν κρεμασμένους
η μουσική δεν σπάει κόκκαλα
όπου ξεριζώνεις το στέρνο μου
και βρίσκεις πάλι εσένα
όπου το μέλλον δεν είναι στραμμένο στο κρόταφο
το σώμα σου είναι εκδρομή
τα δόντια μου στη θέση τους
όπου είμαστε χρυσόψαρα στη γυάλα
σε μαθαίνω κάθε φορά από την αρχή
όπου αγαπιόμαστε έτσι κι αλλιώς
χωρίς ποιήματα κι επαναστάσεις
τώρα πετάω πάνω απο τη πόλη
και βρίσκω πάνω στα παράθυρα
είμαι το κρύο στις φυλακές Γενάρη μήνα
το λασπωμένο προαύλιο
η άδεια μεριά στο κρεβάτι
το ατυχές του συμβάντος
το απόβαρο του ανθρώπου
κι όλο γυρίζει μια λόξα στο ταβάνι
που
/
δεν μπορεί
/
θα της γυρίσει το μάτι.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του ποιητή στο Facebook.

Μιχάλης Κατσαρός, Ὁ Δοῦλος

katsaros

Ὁ Δοῦλος ποὺ δραπέτευσε
ἔλεγε προσευχὲς στοὺς φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σὲ λιγδωμένα προσκέφαλα.
Ἐγὼ δὲν ἤλπιζα πὼς μπορεῖ νὰ σωθεῖ.
Οἱ χωροφύλακες ἔχουν γερὴ ὅραση –
δὲ διαλύονται μὲ αὐταπάτες καὶ ψυχοσάββατα.
Τώρα αὐτὸς ποὺ ἐπέμενε νὰ ρωτάει
φαίνεται θἆταν ἀποφασισμένος γιὰ θάνατο
ἢ θἆταν κατάσκοπος ποὺ δὲ φοβᾶται.
Ἐγὼ πάντως
ἐξακολουθῶ νὰ βλέπω τὸν ἐπερχόμενο
μεσαίωνα
μὲ φάλαγγες πιστῶν
μὲ ἀργυρᾶ δισκοπότηρα ἀφρίζοντα αἷμα
μὲ σημαιοστολισμοὺς καὶ παρελάσεις
μὲ ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εἰκόνες ἀπὸ παλιὲς ἐκστρατεῖες
καὶ τυφεκισμοὺς
ἥρωες μὲ αὐστηρὰ βλέμματα
Ἁμὲς δὲ γ᾿ ἐσόμεθα
πληρωμένη ἐκπαίδευση
θεὸς ἀγέρας τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως
κλειδωμένα στὴν ἐποχὴ σὲ χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Ἂν ἄξαφνα σᾶς γεννηθεῖ τὸ ἐρώτημα
πὼς τὰ κατάφερε αὐτὸς ὁ θνητὸς
μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύγδουπο διαπασῶν τῶν ὕμνων
νὰ δραπετεύσει μὲ ἀληθινὸ λαμπερὸν ἥλιο
μὲ ἀληθινὲς ἐξαρτήσεις τοῦ βίου –
ἂν δὲ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε
τί τὸν ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο διάβημα
ποὺ βρῆκε τὴν ἔξοδο ἀφοῦ γύρω ἦταν μπετὸν
ἀφοῦ γύρω τραγουδοῦσε ἡ φοιτήτρια
ἕνα τραγούδι ἱστορικὸ παλιῶν ἡρώων
τότε
δὲ θά ῾χετε δεῖ κάτι κρυφὲς μικρὲς πόρτες
ὅμως ὁλοφάνερες στὰ μάτια τῶν εἰδικῶν
δὲν θἄχετε δεῖ τὸ ραγισμένο τοῖχο
ὅπου βλασταίνουν κάτι φυτὰ
πάνω σ᾿ ἀσβέστη κίτρινο ἀπ᾿ τὴν πολυκαιρία.
Τὸ ζήτημα πιὰ ἔχει τεθεῖ:
Ἢ θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ γονατίζουμε
ὅπως αὐτὸς ὁ δραπέτης
ἢ θὰ σηκώσουμε ἄλλον πύργο ἀτίθασο
ἀπέναντί τους.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε και στο 4 Ατέχνως στο http://atexnos.gr/ο-δούλος/ από όπου πήραμε τη φωτογραφία της ανάρτησης.

Joaquin O. Giannuzzi, Τρία ποιήματα

giannuzzi

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ

Κανένας κήπος δε μιλά για τον καλλιεργητή του·
να ένα παρτέρι με τριανταφυλλιές
που διαλαλούν την ομορφιά τους·
ένα αυλάκι κίτρινες γλαδιόλες που βλασταίνουν
σα στροβιλίσουν τα πράσινα σπαθιά τους
και στα θεμέλια του φράχτη που τον περιβάλλει,
ένας υγρός ψίθυρος από βιολέτες.

Σε τίποτα απ’ αυτά
δεν αναγνωρίζω την καταθλιπτική μου φύση
ούτε στην τάξη του
τις ψευδαισθήσεις του μυαλού μου.

Το τοπίο ανασαίνει
αντίστροφα από μένα·
το παρόν του είναι φύλλα σπιλωμένα απ’ τον ήλιο
που συνδιαλέγονται μόνο με τον άνεμο,
ενώ για πάντα ξένο σε τούτο το βασίλειο,
το παρελθόν μου κείτεται κάτω στο χορτάρι.
 
ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟ ΛΟΓΟ

Αγόρασα καφέ, τσιγάρα, σπίρτα.
Κάπνισα, ήπια
και πιστός στην κοσμοθεωρία μου
ανέβασα τα πόδια μου πάνω στο τραπέζι.

Πενήντα χρόνια και μια σιγουριά καταδικασμένου.

Όπως όλος ο κόσμος απέτυχα αθόρυβα.
Πριν πέσω για ύπνο καταγράφω την απογοήτευσή μου.
Αυτό μπορώ να προσφέρω σ’ έναν κόσμο
που απαιτεί από μένα μια ζωή που δε μου ταιριάζει.
Ή ίσως να πρόκειται για κάτι άλλο. Ίσως να
υπήρξε ένα διαφορετικό σχέδιο για μένα.
Ένας λαχνός να ήμουνα που χάθηκε
σε κάποια λοταρία.
Μου αρκεί αυτό.
Ένα ανολοκλήρωτο ποίημα,
ένα υπόλοιπο καφέ σε μια κούπα
που για κάποιο λόγο
δεν μπόρεσα ποτέ μου να τελειώσω.
 
 
ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Η ποίηση δε γεννιέται.
Βρίσκεται εκεί, στη διάθεση
όλων των στομάτων
να επαναληφθεί, ν’ απαγγελθεί
πλήρης και αυτούσια.
Εσύ, αφότου ξύπνησες τούτο το πρωινό,
είδες πράγματα, εδώ και εκεί,
αντικείμενα, για παράδειγμα.
Πάνω στο ηλιόφωτο τραπέζι σου
ας πούμε ότι είδες μια λάμπα,
ένα τρανζίστορ, μια γαλάζια κούπα.
Είδες κάθε πράγμα μονάχο του
και είδες το σύνολό του.
Όλο αυτό είχε ήδη όνομα.
Ήταν ήδη γραμμένο έτσι.
Χρειαζόταν άλλη γλώσσα,
άλλο χέρι, άλλα μάτια;
Δεν προσθέτει
Δεν παραμορφώνει
Δε μεταλλάσει
η μουσική του χώρου.
Ποίηση είναι αυτό που φαίνεται.

*Aπό το βιβλίο “Ποιήματα”, εκδ. Θράκα, σε μετάφραση Στάθη Ιντζέ. Α’ έκδοση: Φεβρουάριος 2014, ανατύπωση: Δεκέμβριος 2016.
 **Αναδημοσίευση από το http://www.thraca.gr/2016/12/joaquin-o-giannuzzi-2014.html