Ζήσης Δ. Αϊναλής, Δύο ποιήματα

menezes

Επικήδειος*

Στη μνήμη του Jean Charles de Menezes

Φρίκη είναι η πεταλούδα που πληγώνει
το μικρό διάστημα
στο κενό της αστραπής
ξεθωριασμένη δαγκεροτυπία
δαγκώνει τα χείλη να μην ουρλιάξει
το φωτεινό διάστημα
στον τοίχο καρφωμένο καρφώνει
το μάτι με πελώριες πρόκες
ο βασανιστής
χτυπά το σφυρί δίχως αισθήματα
παίρνοντας το ρόλο του κάπως πολύ στα σοβαρά
το αίμα το χυμένο
τι να το κάνω
βούτηξε μέσα τους σπασμένους εγκέφαλους
μετά θα γράψουμε μιαν αναφορά
να τον τυλίξουμε μέσα
δεν φαντάζομαι να’ χει αντίρρηση
τους εγκέφαλους ωστόσο των ιθυνόντων τους τέμνει
μία μόνο οδός
αριστερά δεξιά κιγκλιδώματα
ανεβαίνεις πάνω
ύστατη βουτιά στο κενό
τι να τις κάνεις τις αισθηματολογίες
οι εκτελέσεις εν ψυχρῴ δεν χωρούν δικαιολογίες

Αθήνα
23 – 27 Ιουλίου 2005

***

gregory

Επικήδειος ΙΙ

Στη μνήμη του Αλέξανδρου-Ανδρέα Γρηγορόπουλου

Ήταν π’ αγάπησες νωρίς το υδαρό λυκόφωτο της λήθης
παρά τη θέληση σου κι έπειτα να βουλιάζοντας
τους θύλακες της μνήμης κι η μαύρη ζούγκλα φυλακή
μια μαύρη άσφαλτος βυθός χαλί βαθύ που να βουλιάζοντας
νύχτα βαθιά μεσάνυχτα και η κραυγή πυρίτιδα να σπάζοντας τον τρόμο

Τώρα μια πυρκαγιά απλώνεται σε δάσος μαύρο νηνεμία
και τα τσακάλια από παντού μέσα από κόγχες χθόνιες
να ουρλιάζοντας μέσα στις στάχτες δρασκελώντας
με μια φωνή οργή το αίμα στον αέρα
κανένας λιόντας βασιλιάς δε θα σκυλεύσει τον νεκρό μας

Κανένα φως εξάρχειο στο πύρωμα του δρόμου

Paris,
13 – 15 Δεκεμβρίου 2008

* To ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στη συλλογή «Ηλεκτρογραφία» (2006).

Δηµήτρης Κανελλόπουλος, Τα παλιά καφενεία

10689988_322434237959275_1817461446277410255_n

Τα παλιά καφενεία
µοιάζουν µε ηττηµένους φαντάρους˙
κλείνουν µέσα τους το σκληρό καιρό
ανήµπορα να κρατήσουν κάτι
από τη νιότη τους.
Είναι, τα παλιά καφενεία,
ξεχασµένα λιµάνια
που έχασαν στο χρόνο την υπόληψή τους.
Τα κυριακάτικα απογέµατα
η θλίψη αράζει πίσω απ’ τα θαµπά τζάµια
ξεχνιέται µέσα τους.
Φτηνός καπνός τ΄ αγκαλιάζει.
Ο χρόνος ασάλευτος βυθίζει στη λησµονιά
τις σκιές που πέρασαν’
µικροί εργολάβοι ανυπόµονα καρτερούν
να εκδηλωθεί η ανάγκη των απογόνων.
Τα έχουν έτοιµα τα χαρτιά
τους λογαριασµούς, τα συµβόλαια, τι θα πάρει ο καθένας.
Μπουλντόζες και βαριά µηχανήµατα
χωρίς σεβασµό θα γκρεµίσουν τους καπνούς,
τα χνώτα, τις µνήµες.

Η αντιπαροχή, που παίρνει τις ψυχές µας.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

16114776_376914456018047_4468909977701136679_n

Υποτροπή

Η μόνη καθαρή, πια.

Έμεινα καθαρός εννέα χρόνια,
σταγόνα ποίηση
χωρίς γραφή
ούτε ανάγνωση
ξαφνικά την άνοιξη
υποτροπίασα,
στην αρχή χανόταν
το είδωλό μου από τον καθρέφτη,
όταν άρχισα να συζητώ με τις γάτες
–τα τέρατα παραμονεύουν στο πατάρι–
όλοι ανησύχησαν,
ο γιατρός είπε θα περάσει
φταίνε τα όνειρα
και η Sarah Kane
που με κοιτάζει.

***

Συναντήσεις

Τις προάλλες,
ανεβαίνοντας προς το σπίτι,
συνάντησα το διάβολο.

Καλησπέρα μου είπε:

Εσένα,
σ’ έχω γραμμένο στα κατάστιχά μου.

***

Ταυροκαθάψια

Μπαίνοντας στον λαβύρινθο
στο ένα χέρι πυρκαγιά

στο άλλο ξύλινο σπαθί.

Οι Μίνωες έχουν στραμμένο το πρόσωπο στον τοίχο
και τα αγάλματα λοξοκοιτούν.

Θησέας και Μινώταυρος

κοιμούνται αγκαλιά
με τη Μεγάλη Μητέρα να τους νανουρίζει
διαβάζοντάς τους παραμύθια

από βιβλία με ιερογλυφικά.

Στα μάγουλά τους φυτρώνει φρέσκο το χορτάρι

και από το σώμα τους ανθίζει λεβάντα, αρμπαρόριζα και ελιά
τριγύρω ένα λιβάδι παπαρούνες.

Ψηλά στη Θήρα η Αριάδνη παρακολουθεί
και ετοιμάζει την εκδίκησή της.

*Από τη συλλογή “Η Πλατεία των Ταύρων” Εκδόσεις Οδός Πανός 2017, η η οποία θα παρουσιαστεί την Τετάτη, 1 Φεβρουαρίου (λεπτομέρειες στην εικόνα της ανάρτησης).

Μαρία Πανούτσου, Έρωτας…

16142824_10154200836843483_5862430712716297235_n

έρωτας-γραφή
έρωτας- δάσκαλος
έρωτας- μαθητής
έρωτας-ανησυχία
έρωτας -σιωπή

έρωτας- τροφή

έρωτας-αρχή

έρωτας- θάνατος

έρωτας- πέταγμα

έρωτας- υγρό

έρωτας- σφίξιμο

έρωτας- δάκρυ

έρωτας- σιωπή

έρωτας- ακινησία

έρωτας- βλέμμα

έρωτας- διαδρομή

έρωτας- νερό

έρωτας- ποιητής

έρωτας- χέρια

έρωτας-προσευχή

έρωτας- αναμονή

έρωτας- σκοτάδι

έρωτας- πνοή 

έρωτας- δύο

*Από τη σελίδα της Μαρίας Πανούτσου στο Facebook.

Π.Ο., poems

po-same

5745341456_27ff2464b5_z

Lebanese Poetry

1 July 1998

He came over (to the
counter), ordered a coffee, and asked me
if I was Lebanese (cos he
was) – I said “No” / Greek.
He asked me,
what I was reading and I said “Poetry”.
I asked him,
did he like it, and he said he did.
I asked him,
if he knew a poet called Nazim Hikmet
and he said:
“When did he live?”
I said,
at the turn of the century (in
Turkey) – he spent a lot of time in prison
layed down
a few steps
…but
the bloke, couldn’t say he had
so I asked him
if there were any good poets in Lebanon
and he said “Omar Khayyam”.
I asked him, if the papers (in
Australia) published any poems
and he said, they did
but their meaning (their
meaning) he said, was too BIG (too too
big) and a lot of it
got lost in translation. He said, the poets (in
Lebanon) were very clever; They’d
show-Up at the market, and start
reciting their poems.
One of the poets (for
example) would start reciting a poem
about the NIGHT (say)
i.e. How beautiful it was, with the moon
and all the people walking up’n’down
the esplanade, and so on
while the other (poet)
would take an opposite view: A poem about
the DAYLIGHT (say): The kids (out on
the streets) playing in the gutter
and so on; And this, he said
would go on back’n’forth back’n’forth (all
night) until one of ’em
ran out of things to say (sticking closely
to his chosen subject).
I asked him, if he could
remember one, and he said he could.
He said, he could
remember one about “Horses + shoes”!
One of the poets, he said
started waxing-lyrical, about how the RICH
walk around on plush carpets
and about how the POOR
have to make do with the hole in their shoe
and the audience (and the
audience!) he said, gave him
a tremendous ovation, when he finished
cos they liked him.
Then it was
the other bloke’s turn, he said
and he began reciting a poem about
hundreds of Horsemen
racing towards a red-ribbon on the ground.
He said, all
the Horsemen were lined-Up (behind
the starting line), and when the GUN went-off
the horses-hooves hit the ground
so,ooo,ooo hard
that the whole sky became filled with
horseshoes.

12195898_10156174774490551_2105607383961060353_n

Νίκος Α. Νομικός, Από τη συλλογή “Πορεία της βαθιάς πηγής” (2010)

nomicospaint1

Οι μεγάλες ώρες

Είν’ ο καθείς και η λάμψη του
κι απ’ της ανάσας τον σεισμό
θα σωριαστεί η θλίψη
κι έτσι όπως τη βλέπεις
να αποσύρεται, η νύχτα ετοιμόρροπη
καινούργιος ήλιος θε ν’ ανθίσει
μέσ’ απ’ το βάθος της πηγής.

β

Σε όλες τις μέρες της ανάστασης
του τιμίου φωτός, έχει κρεμάσει
η συννεφιά στα μάτια του δικαίου
των παθών μου τον τάραχο.

Κι ερωτώ τον φιλάδελφό μου Ιππότη
με την μεγαλωσύνη της ρομφαίας του
μήπως, τελειώνουν οι δημιουργίες
στις μέρες μου.

Μήπως, δεν βιάστηκα να προλάβω
τ΄ αλύπητα χρέη μου,
και να μη διάβασα σωστά
τον κανόνα των άγιων παθών.

Μ’ έταξε όπως βλέπεις, η αιώνια μάνα μου
να προσέχω τα έργα, και τις μέρες της
σαν έρχεται να με σώσει
μια πλημμύρα ανοιξιάτικη
στην οδό της κρίσης.

*Κέραμοι. Περιοχή της Αλεξανδρείας με τον αρχαίο ναό του Άμμωνος.

Εκείνη η μαύρη καταιγίδα

Από το μυστικό ταξίδι του 1957, Αλεξάνδρεια Επισκοπή

Η νύχτα απόψε ανάβει
τα καντήλια του μεγάλου θόλου
μέσα στα μάτια της οργής
κι ακούγονται οι μακρυνοί ψαλμοί
απ’ τη μονή του Κύκκου, την Αγία.

Η νύχτα απόψε πιο σκληρή
έξω απ’ τον βράχο της ελπίδας
σκαμπανεβάζει το σκαρί
γύρω απ’ τα χείλη της Επισκοπής.

Κι απόψε η νύχτα πιο πικρή
με προχωρεί, μέσ’ τα τρεμάμενα
λουλούδια τ’ απομείναντα
απ’ την καταραμένη εισβολή.

Μα εγώ, βουβά τα χέρια μου απλώνω
από τα χρόνια τα νεανικά
για ν’ αγκαλιάσω Κύπρο μου
τ’ αγνοημένα σου παιδιά.

Απογραφή μιας ερινύας

Δεν μπόρεσα ποτέ μου
να δω θεού πρόσωπο
στις πελώριες εκτάσεις
του μοναχικού σου ορίζοντα.
Όπως μου έλεγες, κατάλευκε διδάσκαλε
μόνο οι όμοιοι ανάδεκτοι πλησιάζουν
το συμπόσιο, του εωθινού σου μεγαλείου
μ’ ένα βαθύ διακριτικό, στο στήθος κολλημένο
και ο καθείς με το κουράγιο του
στην μακρυνή, την εξορία των ποιητών.
Μα τώρα, σ’ αυτή την πτέρυγα
της μεγάλης ασκητοσύνης, που κανείς
δεν μιλάει για την χαμένη περιουσία
της οξύγονης ζωής του
είδα την μορφή της, αναμαλλιασμένη
στον αστερισμό της συλλογής μου.
Ήθελα να πω δυο λόγια μόνο
για του ακέραιού σου λόγου την ουσία
μα ο ψηλόμαυρος εκείνος εξωβγάλτης
που πάντα κρύβει τη σκιά του
πίσω απ’ την πλάτη του φιλάδελφού μου
Ιππότη, που όλο κλέβει την δική μου αναπνοή.

Εφιαλτικό

Τα κίτρινα φώτα
μη τα βλέπεις πια
παντού υπάρχουν
εραστές του σκότους.

Οι καλές ώρες θρυμματίζουντε
τα είδωλα γιορτάζουνε
την θλίψη της καρδιάς

Δυο δάκρυα παιδικά
φοράνε ακόμα τ’ αποφόρια
της όμορφης ευημερίας.

Ο ονειροπόλος της θεάς καλλής
κουράστηκε να καταγράφει
τις φθορές, κι αξόδευτους αφήνει
τους πάμφυλλους ροδώνες.

Μια όμορφη ημέρα

Στην εγγονούλα μου Σοφία

Χάραξε γλυκιά η μέρα
κι άνοιξαν την ομορφιά τους
τα λουλούδια του σπιτιού μου
και ήλθε ένα περιστέρι
έτσι όπως μεγαλώνει η μέρα
κι άρχισε να τραγουδεί
μέσ’ της άνοιξης την ομορφιά
κι έπιασα να γράψω κάτι
για την τόση ομορφιά της
που μου δίνει η φύση όλη
κι άπλωσα με την χαρά μου
να χαϊδέψω πεταλούδες
που στον κήπο τριγυρνάνε
όλη μέρα και γελάνε
και αρχίζω πάλι το τραγούδι
μέσ’ την όμορφη λιακάδα
που γεμίζει μουσική
μέχρι μέσα στην καρδιά μου.

Ορφικά μυστήρια

Περασμένων αιώνων
μνημονεμένες εποχές
στις ανοξείδωτες ακτίνες
του πνεύματος.
Φαντασία αχνοδιάφανα πλασμένη
προγόνων μας ιερά μυστήρια
μιας ξένης φευγαλέας μουσικής
οι απόηχοι.
Αιώνια ανανεωμένη θάλασσα
τον νου πλημμυρίζοντας η άμπωτις
σ’ ανεξερεύνητες βιωμένες πηγές
τα ορφικά μυστήρια
λησμονημένα στ΄ απέραντο
διάστημα του χρόνου,
Σέρνοντας παντοτινό χορό
πιασμένα σφιχτά,
στις αδελφές μας,
τις πνευματικές ερμηνείες.

Πελαγίσια όραση

Μεγάλος φανερώθηκε ο λόγος σου
σ’ αυτή την κουρασμένη οδοιπορία.

Πώς να ξεχάσω και τις τέσσερις κατά σειρά
απανωτές εμπειρίες που χαράκωσαν βαθιά
την ψυχή με τ’ απομέσα μάτια.

Αν είναι πεσμένος, όπως λες, είν’ επικίνδυνο
μόνο τα σύννεφα του χρόνου τρέχουν στα
μάτια του σίφουνας.

Αν είσαι ξύπνιος, μετανιώνεις την ώρα που
σηκώθηκες όρθιος και ξεδιακρίνεις
ένα προς ένα τ’ απάνθρωπα σκοτάδια.

Το μαντήλι με το χυμένο μονόγραμμα

Ήρτες εκεί, στη γειτονιά την πρώτη, ερχόμενη
απ’ τας Ινδίας. Σε φώναζαν η αρχόντισσα
της Μπεναρές, ήσουν κατάμαυρη σαν το παλτό
του Χάρου, τα χρόνια σου ανεβασμένα πάνω
από εκατόν τριάντα σκαλοπάτια.
Κι έτυχε να πέσω μέσα στα βαθιά σου μάτια τα
τρομαχτικά.
Ήταν ακόμα η ζωή μου στην παρθενική ουσία,
πριν τους βομβαρδισμούς και τις καταστροφές
του Ασίμωφ.
Από τότε, θα μου πεις, άλλαξε η πορεία τα βήματά
μου, δεν φοβούνται να μεγαλώσουν τις γιορτές τους
τα νεκρά παιδιά, η ηλιοφάνεια η δική μας
περνάει ακόλαστη μέσα απ’ τα μάτια των τυφλών,
οι τραυματίες μας θυμίζουν το σπουδαίο μας αίμα,
και τώρα προς το τέλος δεν μου έμεινε καμιά φωνή,
καμιά χειρονομία κατά τους δήμιους της δημόσιας
υγείας.
Κι ας δικαιώσει ο θεός τα βήματά μου.

*Ο Νίκος Νομικός είναι Ελληνοαυστραλός ποιητής που γράφει και ζωγραφίζει στη Μελβούρνη. Το σκίτσο της ανάρτησης είναι του ιδίου.

William Everson (1912-1994), Ποιήματα

ΠΛΗΓΗ

Το να ορέγεσαι και ν’ αντιστέκεσαι για χρόνια, και μετά
να ενδίδεις, είναι τρομακτικό πράγμα.
Όλα όσα λιμπίστηκες και αρνήθηκες
στο τέλος σε κατακτούν. Παραδίνεσαι
ολοκληρωτικά στη δύναμή τους
και η παρουσία τους
εισβάλλοντας στην ψυχή σου σε αποβλακώνει
με την παρηγοριά και το φόβο της.

Δεν υπάρχει τίποτα τόσο ταπεινωτικό όσο η αποδοχή.

Γεύομαι τα μανιτάρια μέσα στη νύχτα
ανοίγοντας το δρόμο τους μέσα στο χαλαρό έδαφος,
ζωώδης όπως όλες οι γέννες.

Και σκύβω το κεφάλι μου
κι ακουμπώ το στόμα μου πάνω στην πληγή όλων όσα
λαχτάρησα
και είμαι ρημαγμένος από χαρά.

ΤΕΛΟΣ ΕΤΟΥΣ

Η χρονιά πεθαίνει λυσσαλέα: πέρα απ’ το βορρά οι μανιασμένες
καταιγίδες
ο άνεμος στο χείλος της στέγης, κεραυνός ξεσκίζει τον χαμηλό
ουρανό:
αυτή η χρονιά πεθαίνει σαν κάποιους
προδομένους Νορβηγούς που
παραπατάνε απ’ τα βαθιά τραύματα,
το φρενιασμένο ατσάλι κομματιάζεται στριφογυρίζοντας.
Από το βορινό δωμάτιο παρακολουθώ μέσα στο
σούρουπο, αντικοινωνικός
θωρώντας παγερά τη χρονιά που έρχεται,
καχύποπτος για ξένους, δύσπιστος για καινοτομίες,
διατακτικός να διακινδυνεύσω με τον έναν η τον άλλον τροπο το
άγνωστο
Αφήνω αυτόν τον χρόνο όπως ένας άντρας παρατάα το κρασί του.
Θυμούμενος το καλοκαίρι, απλόχερο, το όμορφο φθινόπωρο, οι
μήνες ήρεμοι και γεμάτοι.
Κάθομαι στο βορινό δωμάτιο, μέσα στο σούρουπο ο θάνατος μιας
χρονιάς,
και τη βλέπω να δύει μέσα στη βροντή.

ΣΠΟΡΑ

Κάποιος με σπέρνει,
κάποια δύσκολη γέννα
σαν ένα άγαρμπο ξύπνημα
σαλεύει στη ζωή.

Φοβερός και ενστικτώδης,
αγγίζει τα σωθικά μου. Φοβάμαι και αντιστέκομαι,
ετοιμάζεται να ορμήσει στα μέτρα μου
κάποιου ανθρώπου η
ξεκάθαρη βεβαιότητα.
Δεν γνωρίζω τη φύση του.
Δεν έχω κάποιο όνομα γι’ αυτόν.
Δεν μπορώ να καταλάβω τη μορφή του.
Μα εκεί, μυστηριώδης, κυριολεκτικά κρυφή,
βρίσκεται η λανθάνουσα κατάσταση που
απέφευγα καιρό.

Όπως τα μανιτάρια μες το δάσος των βελανιδιών,
όπου οι ψηλές πλαγιές των βουνών
σβήνουν στη θάλασσα
όταν οι άτονες βροχές του Νοέμβρη
νοτίζουν τα πεσμένα φύλλα,
ξυπνά τους σπόρους του.
Σαν κι αυτούς θεριεμένος,
παχύς και επιβλητικός,
αυτό που φοβάμαι και λαχταρώ
χώνει το κεφάλι του.

Ο γεννημένος στο Σακραμέντο William Everson ήταν ποιητής της Αναγέννησης του Σαν Φρανσίσκο. Κατά τον β’ Παγκόσμιο αρνήθηκε τη στράτευσή του και για μια τριετία κρατήθηκε σε στρατόπεδο εργασίας για τους αντιρρησίες συνείδησης στο Όρεγκον. Ενεργός στο Catholic Worker Movement του Όκλαντ, πήρε το προσωνύμιο «Brother Antoninus», όταν εντάχθηκε στο τάγμα των Δομηνικανών το 1951, από τους οποίους αποχώρησε αργότερα. Δίδαξε ποίηση στο Πανεπιστήμιο Σάντα Κρουζ τις δεκαετίες ’70 και ’80 και ίδρυσε έναν μικρό εκδοτικό οίκο, τον Lime Kiln Press. Εξέδωσε πάνω από πενήντα βιβλία ποίησης και διοργάνωσε αναρίθμητες απαγγελίες ποίησης σε ΗΠΑ και Ευρώπη.

*Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή (μετάφραση – επιμέλεια) “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβρης 2013.


Marian Wood Kolisch (American, 1920-2008), William Everson, 1988, gelatin silver print, Bequest of Marian Wood Kolisch, © Portland Art Museum, 2009.30.16

Marian Wood Kolisch (American, 1920-2008), William Everson, 1988, gelatin silver print, Bequest of Marian Wood Kolisch, © Portland Art Museum, 2009.30.16

Γιώργος Μπλάνας, Από τα “Στασιωτικά”

16002926_1362768007097800_8613923318772956170_n

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΟΓΔΟΗΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ

Πάψτε να τριγυρίζετε τις νύχτες μου, τσακάλια
[…]
[…]
τ’ αστέρια βλάπτουν σοβαρά τη νομιμοφροσύνη.
[…]
]επιπλέον,
δεν ξεχνώ πως το φεγγάρι [
] λέγεται
κυνόδοντας στην γλώσσα [
[…]
[…]
] της ελευθερίας.

***

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΟΓΔΟΗΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ



Βρέχει, κάθαρμα. Πού είσαι;

Έτσι τελειώνει το παραμύθι της ψυχής;

…………………………………………………………
..
…………………………………………………………
..
…………………………………………………………..

Θεός να σου πετύχει!

***

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΟΓΔΟΗΚΟΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ

Πήγε και βρήκε τότε μια πέτρα ο Ιώβ
και κάθισε δίπλα της και είπε στον Θεό:
«Θα μείνω εδώ ώσπου να μην μπορείς
να ξεχωρίσεις το τυφλό
πουλί απ’ το νεκρό ελάφι».
Κι έβγαλε τα λινά παπούτσια του ο Ιώβ
και τ’ άφησε δίπλα στην πέτρα και είπε
στον Διάβολο: «Θα μείνω εδώ
ώσπου να μην μπορείς να ξεχωρίσεις
το νεκρό ελάφι από το φίδι το κακό».
Κι ύστερα έβγαλε τα μάτια του ο Ιώβ
και τ’ άφησε πλάι στα λινά
παπούτσια του και είπε στην καρδιά του:
«Θα μείνω εδώ ώσπου να θυμηθείς
τι φλέγεται μες στη δροσιά
του απογεύματος και τι δροσίζει
η πάνοπλη μελαγχολία του τζίτζικα».
Και είπε η καρδιά του στον Ιώβ:
«Φτάνουν πια τα παιχνίδια με τα σύμβολα.
Είμαστε μόνοι εδώ: εσύ κι εσύ.
Δώσε μου πίσω την αθωότητά μου
ή γύρισε πλευρό στον τάφο σου και ονειρέψου
τα ονόματα της συντριβής σου, ασύστατε δήμιε!»

Ε. Μύρων, Τέσσερα ποιήματα

%cf%84%cf%8117

Χρηστικότητα

Ξεκινήσαμε ρομαντικοί,
μετρούσαμε τα πράγματα με ιδέες
ερωτευμένοι με το ανώφελο
ζυγιζαμε με όνειρα τις στιγμές.

Καταλήξαμε λογιστές,
μετράμε πλέον με αριθμούς
η έγνοια μας καρφωμένη
στο συμφέρον και στο απόβαρο.

Μας τα σκοτώσανε τα όνειρα,
έτσι να πούμε
όταν μας ρωτήσουν.
Μας τα σκοτώσανε
να πούμε
όχι πως δεν τολμήσαμε.

http://a-lektor.blogspot.gr/2017/01/blog-post_2.html

***

In vitro

Ξυπνάς σ’ άλλο κρεβάτι,
μια άλλη υγρασία
παγωμένα σεντόνια ξένα
και άδεια μαξιλάρια από πέτρα.
Ανυποψίαστος για λίγο,
με τόσα όνειρα στις τσέπες
και τόσες τσέπες στην καρδιά,
δεν αναγνωρίζεις το δωμάτιο.
Όμως παραμένεις εκεί
και ούτε τώρα ακούς
όσα ήθελες από παλιά να πεις
αλλά τρόμαζες.
Όπως στα θρίλερ που έβλεπες
και έκλεινες τη φωνή,
για να περάσουν
οι σκηνές με τα ουρλιαχτά
αναίμακτα.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/12/in-vitro.html

***

Εν χορώ

Πως ν’ αντέξει αυτή η γειτονιά
ένα χορευτή;
Εδώ έχουν όλοι τίμια επαγγέλματα
ασφαλή ωράρια και βάδισμα
– σαν στρατιώτες –
πνιγηρό

Δε θα χωρούσε κανείς ονειροπόλος
εδώ, όλοι κοιμούνται νωρίς
σε ανατομικά στρώματα,
κρύβουν τις “αντιδράσεις” τους
σε μαλακά μαξιλάρια
και σκεπάζουν
φθηνά όνειρα
με βαμβακερά σεντόνια

Σ’ αυτή τη γειτονιά
τα σπίτια είναι όλα ίδια
με τα ίδια μουντά χρώματα
στους πληκτικούς τοίχους
και στους πληκτικούς κατοίκους

Οι δρόμοι εδώ είναι τόσο
αποστειρωμένοι
που ένα διαφορετικό βάδισμα
θα μάτωνε τα πόδια

Οι δρόμοι εδώ είναι τόσο
αποστειρωμένοι
που λίγη βρωμιά
θα ‘ταν ευλογία.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/10/blog-post_27.html

***

Οι προσαρμόσιμοι

Άνθρωποι παντός καιρού
ακαθόριστα σχήματα

ευμετάβλητες υπάρξεις
επίκαιρα οχήματα
της μάζας, του σωρού

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/11/blog-post_10.html