Μαρία Πανούτσου, Από τη συλλογή “Περπατώντας στο δακτύλιο του Κρόνου ή οι εξομολογήσεις ενός άνδρα από το City”

cannon-026

α΄

Ενυπάρχω εν τη ύλη της σαφήνειας
και υπάρχω για να μαρτυρήσω.
Ένα δένδρο μακριά σ’ ένα φόντο δειλινού πάλλεται.
Τι θαυμαστό! Τι θαυμάσιο! Γύρω του αέρας
και κάπου μακριά
κάτι ευθείες από δένδρα και χρώματα του κόσμου.
Περπατώ στην λεωφόρο, γεμάτος αισιοδοξία
και μέθη για σένα που τυρρανικά υπακούεις
στην κλαυθμυρή γρηγοράδα του λόγου μου.
Το πρωί δεν προλαμβάνω
το ξύπνημά σου και τώρα που το φέρνω εικόνα
λίγο μένει η γεύση από το περπάτημά σου
και η οσμή του χώρου – μυρωδιά γιασεμιού.
Είναι καλύτερα που έφυγες τότε.
Θυμάμαι την ώρα και το σκηνικό αυτής της ώρας
που ντυμένη σ’ ένα πράσινο παλτό
άθλιο και αξιοπρεπές μαζί
με κοιτούσες και έκλαιγες.
Πώς είναι δυνατόν να κλαίνε οι άνθρωποι από ασχήμια!

γ΄

Είμαι βιαστική.
Δεν θα καθήσω.
Να! Είμαι εκεί στην γωνιά ορθή
κοιτώντας τη δύση του ήλιου.
Όταν ανοίξω την πόρτα, ο θόρυβος από τον όχλο που περνά
χαμηλά, στα βάθη αυτού του σπιτιού θα ρίξει μια ερώτηση
σαν ταχυδρομικό δέμα και θα φτάσει πριν από μένα
στον προορισμό του.
Έχω κατέβει τις σκάλες.
Οι ορδές θα με παρασύρουν και το φρένο της σύνεσής μου
θα προμεταΰστερα γεμίσει τις φλέβες μου με αίμα
κατάλληλο για επιβεβαίωση της προανάθεσης προτεραιότητας.
δ΄

Κύκλους γύρω από τα μάτια μου.
«Θα δημιουργήσεις κύκλους γύρω από τα μάτια σου», μου είπε. Εγώ θα δημιουργήσω κύκλους γύρω από τα μάτια μου.
Είναι καλό έχει κάτι να πει.
Θέλω να δημιουργήσω κύκλους γύρω από τα μάτια μου.

ε΄

Μια μπρίζα, στο άλλο δωμάτιο
λίγο πιο σκούρο άσπρο από το άσπρο
του τοίχου, κράτησε σε ευθεία
το βλέμμα μου χθες που καθισμένη
απέναντι, έξι μέτρα ήταν, όπλισε το ενδιαφέρον μου
όταν γύρω φαινόντουσαν όλα αρκετά δύσκολα,
για να τα φέρω στο τέλος.

στ΄

Βαβέλ, ο Πύργος, ο Ίψεν
ο Προύστ, που ακόμη δεν γνωρίζω
το γεφύρι της Άρτας, ο Ασπρόπυργος
η σκέψη του Ναπολέοντα
η αλληλουχία.

ζ΄

Ευδιαθεσίες.
Φτάνει. Η ώρα τελείωσε.
Εκεί που πάμε ο ήλιος θυμίζει καφενείο, σχολείο, εκκλησία
σπίτι, φαγητό, ύπνο.
Όχι αστειεύτηκα. Αυτό έγινε χθες.

ιβ΄

Κρυφακούω.
Λίμνες γαλάζιες και γκρι
και άσπρες και μπλε
και καφέ και κόκκινες και λιλά.
Να περπατάς πάνω στα χρώματα
και να λυγίζεις το κορμί
στο ρυθμό του αέρα που κατρακυλά.
Να πιτσιλάς τις όχθες της περιφέρειας, χτιστής από τις ανάγκες μιας ζωής που θόλωσε πριν φύγει για μακρινό ξεκάθαρο παιχνίδι. Στη χωματένια οσμή τα καλέσματα, να προσκυνάς και να ελπίζεις. Η τρέλα θα μείνει μακριά μου γιατί πολύ αγάπησα την πύρινη ζώνη στη μέση σου και τα λουλούδια χωμένα στον κόρφο σου
και τις ρόγες …
ανεβασμένες μέχρι το στόμα το αρσενικό, μέχρι το ποτήρι.
Θα πιεις στην υγειά μου και όλα θα ξαναρχίσουν από το μηδέν σαν ένα καινούργιο μυρωδάτο τετράδιο με καθαρές γραμμές.

*”Περπατώντας στο δακτύλιο του Κρόνου ή οι εξομολογήσεις ενός άνδρα από το City), εξαντλημένη συλλογή.

Γρηγόριος Σακαλής, Φύλλα ξερά

leaves_2

Τι έκανα
μια φορά μου ζήτησε
να βγούμε μαζί
είχε ανάγκη
από έναν άνθρωπο να μιλήσει
κι εγώ τι έκανα
προφασίστηκα
ένα σωρό δικαιολογίες
για ν΄αρνηθώ
ήξερα πως είχε
προβλήματα πολλά
κι εγώ δεν άντεχα
να τ΄ακούσω
έτσι νόμιζα
μα ο άνθρωπος
αντέχει πολλά
όπως την παλιανθρωπιά του
όπως το μίζερο εαυτό του
οι άνθρωποι πέφτουν
σαν τα ξερά φύλλα
που ύστερα τα μαζεύουν
οι σκουπιδιάρηδες
όταν το καταλάβουμε
θα είναι καλύτερα
για όλους μας
άνθρωποι θα γίνουμε
αληθινοί.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Η νύχτα του Αγιου Μάρκου

16194880_583937278475635_8130662394105381478_n

Τὴ νύχτα ἐκείνη ποὺ ἔπεσε τὸ κέρμα
στὴν ὁδὸ Ἁγίου Μάρκου
κι ἄλλαξε δρόμο μιὰ ζωή,
ὁ παμπόνηρος χωρικὸς Ἐμιλιάνο
εἶχε κατὰ κάποιον τρόπο εἰσχωρήσει
στὰ καθ’ ἠμᾶς ὡς ἄσμα ἡρωικό…
Τὸν ἔπαιζαν καὶ τὰ ραδιόφωνα…
Δὲν ἦταν ὅμως ἕνας ἥρως ἀνθυπολοχαγός!
Ὄχι! Ἕνας ἐστεμμένος ἀγρότης ἦταν
σ’ ἕναν λερὸ ἐμπορικὸ δρόμο,
ἐνῶ συμπτωματικῶς εὑρέθη
στὰ χείλη τοῦ μοσχόμαγκα
ἐκεῖνο τὸ χειμωνιάτικο βράδυ.
Ἔτσι περίπου ἄρχισε ἡ μύησις
ἐνῶ ἐγὼ ἐπάσχιζα,
νὰ φύγω ἀπ’ τὴν σπασμένη λάμπα,
τὴν ἔλλειψη μπανιέρας
καὶ τὸν ὀθωμανικὸ ἀπόπατο…

Ποίηση των ιθαγενών της Αυστραλίας

images

Τoby Wiuguru Pambardu, Έρημος ζωή

Στην άκρη του κρουνού υπάρχει μία γούρνα,
Στην άκρη του κρουνού ένας νεκρός ανασταίνεται.
Νωρίς την αυγή, με μεταλλική κλαγγή,
ο νεκρός περιπλανιέται στη σκιά του ανεμόμυλου.

Το έμβολο της αντλίας στριγγλίζει,
η ουρά περιστρέφεται, κλαγγάζει,
ρίχνει σκιές.

Τα σιδερένια σωθικά της αναδεύονται, γυρίζουν τον τροχό που αντλεί και βήχει.
Ποιος κάθεται στη στιλπνή καρδιά της, σπρώχνοντας το έμβολο στο χώμα;

***

Parraruru, Πώς φτιάχνω δόρατα

Έκοψα το ξύλο.
Το λέπτυνα,
και έφτιαξα μια ακίδα,
και ταίριαξα την ακίδα στο δόρυ.
Το λείανα.
Το ίσιωσα.
Το θέρμανα στις στάχτες.
Πήγα και πολέμησα.
Η αιχμή τον διαπέρασε.
Το τράβηξα πίσω
και μαζί του βγήκε λίγη σάρκα.
0 άντρας έπεσε.
Επειδή τον λόγχισα, κατουρήθηκε.
«Δεν μπορώ να σηκωθώ».
Επειδή τον λόγχισα, έμεινε κουτσός για πάντα.

***

Parraruru, Ξένος

Ένας άντρας έρχεται από μια άλλη χώρα και κουβαλά μαζί του ξενόφερτα μαγικά. Καλεί τους άνδρες μας στην έρημο. Καθόμαστε σε κύκλο. Ρίχνει τη μαγεία στο μέσο του κύκλου. Την ξετυλίγει και λέει:
«Αυτή είναι η μαγεία μου».
«Ποιον θες να σκοτώσεις;» ρωτάμε.
«Θέλω να σκοτώσω εκείνον τον άντρα».
Ένας από μας σηκώνεται.
«Όχι, μην τον σκοτώσεις. Τον συμπαθώ αυτόν τον άνθρωπο. Νομίζω πως πρέπει να ζήσει. Γιατί θες να τον σκοτώσεις; Τι σου έκανε;»
«Έστειλε μάγια εναντίον μου, τώρα θα στείλω και εγώ εναντίον του».
«Πού πήγε η μαγεία όταν την έστειλε;»
«Πήγε δυτικά, δυτικά προς στη χώρα μου».
«Δεν την είδαμε».
Περισσότεροι σηκωνόμαστε όρθιοι. «Δεν την είδαμε. Δεν έχουμε δει ποτέ μαγεία που να στάλθηκε δυτικά. Αυτός ο άντρας δεν σκότωσε κανέναν και τον συμπαθούμε. Είναι ένας ακίνδυνος και ήσυχος άνθρωπος. Απ’ όταν ξεκίνησε ο χρόνος ποτέ δεν είδαμε τη μαγεία σου στη γη μας. Αυτή η μαγεία είναι από μια άλλη χώρα, όχι από τη δική μας. Θέλουμε αυτός ο άντρας που κάθεται εδώ να παραμείνει ζωντανός. Μην του κάνεις τίποτα. Μην τον σκοτώσεις. Μην κάνεις τη μαγεία να μιλήσει. Μην κάνεις τη μαγεία να μπει στο στομάχι του. Η μαγεία σου θα μας καταστρέψει όλους. Δεν πρέπει να μιλήσει».
Αρπάζουμε τη μαγεία. Την τσακίζουμε και την καίμε.

***

Parraruru, Αλλαγή

Ένας ξένος ήρθε στη γη μας και έφαγε τον απαγορευμένο καρπό. Η γη μας έστειλε έναν ανεμοστρόβιλο, ξαφνικό, δυνατό που σήκωσε χαλίκια, πέτρες, ξερίζωσε δέντρα, τα στροβίλισε και τα έριξε στο νερό. Το φίδι των υδάτων οργίστηκε. Ο καταυλισμός μας ήταν απροστάτευτος από τη μαγεία.

Ο μάγος του λαού μας επέστρεψε από το κυνήγι. «Λόγχισε το φίδι, πετσόκοψέ το, σκότωσέ το», του είπαμε.

Ο άνεμος στροβίλισε την άμμο στον καταυλισμό, μας κάλυψε με πέτρες, και εκτόξευσε νερό στον αέρα. Ο μάγος εξαπέλυσε το μαγικό του κρύσταλλο στο νερό, και το νερό έπεσε στο έδαφος και γλίστρησε πίσω στον κρατήρα του. Αυτά είναι όλα όσα μπορώ να σας πω.

***

Slippery, Kunangu (1)

πόδια πετούν
“jirili!” σε κύκλο

η βροχή επιτίθεται
η βροχή και η αστραπή

βροχή πάνω τη ραγισμένη γη
τη ραγισμένη γη της Kanbanparna (2)
φυλάξου από τη ραγισμένη γη και τους ιστούς της κάμπιας

ένα δόρυ αστράφτει
το δόρυ του Θανγκάρα του Κένταυρου

η λασπερή χαράδρα εισπνέει
η καταιγίδα λάσπης στροβιλίζεται
ο λαός των Tharrgarri (3) βουλιάζει στη λάσπη

άνθρωποι αναδύονται, άνθρωποι βουλιάζουν
ο κύκλος των ανθρώπων αναδύεται, ο κύκλος των ανθρώπων βουλιάζει

τα μαύρα σύννεφα καταφτάνουν
τα βραδινά σύννεφα του θανάτου

1. kunangu: α) παραδοσιακή μορφή ποίησης β) κάλυμμα κεφαλής που φοριέται σε συγκεντρώσεις όπου τραγουδιούνται τα kunangu και άλλα είδη ποίησης.
2. Kanbanparna: περιοχή γνωστή και ως Abydos Station. Βρίσκεται στην «καρδιά» της γης των Yind-jibamdi και φιλοξενούσε καταυλισμούς Αβορίγινων μέχρις ότου αυτοί αναγκαστούν να μετοικίσουν στα αστικά κέντρα
3. Tharrgarri: αυτόχθονες της δυτικής Αυστραλίας που ζουν στην περιοχή της Mantharta.

***

Corbin Dale, Θανγκάρα

Πριν πολύ, πολύ καιρό ήρθε ο Θανγκάρα
από την Ανατολή,
επικίνδυνος, μισός άλογο, μισός άνθρωπος.
Στη χώρα περιπλανήθηκε τρώγοντας ανθρώπους.
Οι μάγοι μαζεύτηκαν
για να βρουν τον πιο σοφό ανάμεσά τους:
έριξαν
τα μαγικά κρύσταλλά τους σε ένα δέντρο.
Ένα μάγος άνοιξε το δέντρο,
σύρθηκε μέσα του,
και μετά ξαναβγήκε.
Ένας άλλος μάγος έριξε το κρύσταλλο στο δέντρο,
σύρθηκε μέσα του,
και μετά ξαναβγήκε.
Έξι μάγοι μπήκαν στο δέντρο-
οι πιο σοφοί μάγοι.
Και είπαν:
«Πήγαινε προς τη δύση μακριά από το τέρας».
Ο πιο σοφός μάγος έριξε
τα μαγικά κρύσταλλα για να δει τον Θανγκάρα.
Ήτανε κοντά.
Έριξαν
τα κρύσταλλα ξανά-
πού να βρίσκεται τώρα;
Πιο κοντά!
Ξανά:
Ακόμα πιο κοντά-
βρίσκεται πιο κοντά!
Κάθε μάγος έριξε
τα μαγικά κρύσταλλα στον Θανγκάρα
όσο συνετά
μπορούσε,
αλλά ο Θανγκάρα
καταβρόχθιζε άντρες και γυναίκες.
Τώρα τα νερά της βόρειας θάλασσας
άρχισαν να ανεβαίνουν, και οι μάγοι έριξαν
ένα μαγικό κρύσταλλο,
και ύστερα έριξαν ακόμα ένα,
το πιο δυνατό κρύσταλλο που είχαν.
Η θάλασσα ανέβηκε.
Ο Θανγκάρα όρμησε στους μάγους.
Έφτιαξε πύρινο τείχος μπροστά του,
ένα κινούμενο πύρινο τείχος
για να κάψει τους μάγους.
Αλλά οι φλόγες κατάπιαν τον Θανγκάρα
και η θάλασσα ανέβηκε και οι μάγοι τον έπνιξαν.
Έτσι πέθανε ο Θανγκάρα, επικίνδυνος, μισός άλογο, μισός άνθρωπος.

*Από το περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 3, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2010.

r961552_10347664

Νατάσα Χατζηδάκι, Τέσσερα ποιήματα

16142357_10154057345695957_1232012604342078247_n

ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΜΙΑΣ ΒΟΡΕΙΑΣ

Για τους μεγάλους τελικούς οί πένθιμοι
τραβούν μαζί τους ύμνοι την βραδιά μου πού πεθαίνει.
Μέσα στο στόμα του τα χείλη μου
άσπρα τα ρούχα
πού φορά και με φωτίζουν.
Μου δίνουν λίγη λάμψη
και την παίρνουν. Γκρίζα κουρέλια. Πολυελαίους του
μυαλού μου.
Το μαύρο αυτό τα κοφτερά του χείλη το διέσχισαν.
Χλόες των δέντρων οι απειλές πού τον φοβούνται.
Το λεπιδόπτερο, από ρεύμα ανατράπηκα, τα ζωτικά
φορτία σπάζουν
σπάζει
μεμβράνες οικειοτήτων με την άνοιξη
όμοια δεύτερα εναλλάξ με πρώτα.
Σατέν εσάρπα του αφήνω στις οπές.
Τρέχω ακατάπαυστα και κυματίζω.
Νούφαρα οι πολύποδες νερών
με ανεβαίνουν
κι εγκαθιστούν
με αιματωμένο ρύγχος οικισμούς.
Προς χάριν.

*Από την συλλογή «Δυσαρέσκεια», Πλέθρον 1984.

***

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΕΝΟΣ ΠΡΩΗΝ ΕΡΑΣΤΗ

Είσαι μία πόλη Σκυθική.
Σκαπάνες των Ασσυρίων μόλις ανασύρουν.
Ναυάγιο ανελκύεσαι.
Με τα εντόσθια πλήρη. Γλιστερά σκεύη. Δοχεία.
Θαλάσσιους οργανισμούς. Κήτη και ρόδακες.
Ένα αόρατο Σύμπαν σε συντήρησε.
Δεν είσαι ένας Ίκαρος πού πέφτει τώρα. Θα χρειαζόσουν
ένα Δαίδαλο επιεική — μία διαρκή διψομανία για τα ύψη.
Σκόντο μη χάους. Πριν από σένα, μια παγωνιού ουρά.
Διαλυμένη ουρά μετεωρίτη συλημένη.
Δροσερή σαμπάνια. Καυτερό φραπέ, πριν από σένα.
Έστω. Σε ακολουθούν.
Και ως ναυάγιο, ανελκύεσαι, υπάρχεις.
Εφεδρικότερος από σένα μόνον ο ‘Ήλιος.
Αυτή την νύχτα, το περισσότερο Αστέρι δραπετεύει.
Η πιο ψηλαφητή μονοτονία σε σάρκες υπαρκτές
θα καταφύγει.
Προς φτέρην.
Προς νήσον.
Να σείεσαι. Θαυμάζοντας τις χαράδρες.
Έντομα φύονται στα μαλλιά σου.
Φτύνουν το λίπος. Και φθίνουν

***

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

Με ένα βηματισμό ηνίοχου έρχεσαι προς έμενα κάθε νύχτα.
Ό σκουριασμένος σου χιτώνας σε τραβά στο παρελθόν.
Κι εσύ απελπισμένα με το μαστίγιο σου μαστιγώνεις
δέσμες αδάμαστων ενιαυτών πού σε μαστίζουν.
Ξυπνάω έντρομη. Τινάζομαι.
Η σκοτεινή κρεβατοκάμαρα μου είναι πάμφωτη
πνιγμένη σε κισσούς και πράσινα αόριστα πού κυματίζουν.
Απάνω τους φωλιάζουν πεταλούδες-κύκλωπες, μουγκά
τριζόνια,
τεράστια σκιά χιτώνα πού ανεμίζει, άρματα χρυσαφιά
με άλογα πού αλυχτούν σαν τα σκυλιά,
φριχτές συνάξεις. Πλήθη στρατιωτών πού σε ακολούθησαν,
με δόρατα και ασπίδες ματωμένοι,
κοόρτεις
αλλά και τα βαριά, μαρμάρινα αγάλματα,
και τα βαριά, μαρμάρινα επιτύμβια και λήκυθοι
πού σε περιστοιχίζουν,
την σκοτεινή κρεβατοκάμαρα μου διασχίζουν.

***

ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΠΙΝΑΚΑ ΤΟΥ ΝΤΑΝΤΕ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΡΟΣΣΕΤΤΙ

Αρέσουν αυτές οι σποραδικές ανακατατάξεις
των ήμερων
όπως… μια στρατιά νυμφών πνίγεται στους βάλτους
ανεμίζοντας τα κίτρινα συναισθήματα των εξόδων
όπως… ανθοκόμος από στέρεο βίτσιο
μεταφέρει την γύρη σε ετεροθαλή…
επιμιξίες πού καταυγάζουν την όσφρηση. Δίκοχη
Αγία Μάγισσα Δίκοχη.
Δέντρο πού σείεσαι χωρίς οι
τροχοί του αέρα να σε βασανίζουν, μαραίνονται
συνεχώς τα ροζ τριαντάφυλλα στις κομβιοδόχες του φράκτη
τα πέταλα τους πέφτουν χωρίς αναμνήσεις και αναγεννούνται
…χτυπήματα του τηλεφώνου
μαύρου, θραύσμα αποθάρρυνσης, χωρίς.
Χτύπημα ερύθημα νεύμα αριθμητικό αξιοπερίεργη αίσθηση
αοράτων να αιωρούνται μικτά επίορκα.
Αρώματα μας παίρνουν
στα δάση, στα ποτάμια, εκτυφλωτικά.
Ιριδίζουν οι πανοπλίες
της Άνοιξης, τις ακολουθούν υπνοβάτες με ανεπίτρεπτο
όνομα: Μαραίνου, μαραίνου –
Μικτά επίορκα των αρωμάτων, προστριβές εκλάμψεις
σε λίμνες και στον μέγα Κόγκο με τις ιθαγενείς οσμές των
υπό μάλης.
Αποσυνδέονται οι αναρτήσεις των υφασμάτων.
Γιατί τα στόματα της ηδονής είναι τόσο παράδοξα.
Τίποτε πια σε σένα δεν με εκπλήσσει.
Για ένα μέλλον διαρκές σε χρόνο αόριστο ή στιγμιαίο.
Για έναν ίδιο, ωστόσο άλλον, ένα Βιργίλιο
με θεϊκή αποστολή για να σε σώσει.

*Από την συλλογή «Άλλοι», Κέδρος 1990.

1315411615jpg

Γεωργία Τρούλη, Πέντε ποιήματα

16244103_1064318497024268_873204536_n

Βδέλλες-Βρέχει-κοινόχρηστα

Για ένα διάστημα κοιμούνται νωρίς
Και κυρίως αμέριστοι
Κανείς δεν ακούει τον κρότο του άλλου
Ουτε τον βρόγχο, ούτε τον έρωτα
Τα βήματα, ίσως, όταν κάποιος φορά
Ψηλοτάκουνα ποτήρια
Σαν πράσινη νεράιδα στο μπαλκόνι
Είναι η βροχή πάνω στον τσίγκο
Λένε οι ρεαλιστές
Ή ίσως οι τρύπες που σκαρώνουν στον τοίχο
Όταν αλλάζουν αυτοπροσωπογραφίες
Σε πλαίσια εγκλεισμού
Το τρυπάνι black and white
Μη νομίζεις! Τίποτα παραπάνω
Κάποια στιγμή τα όνειρα
Έχουν κολλήσει σαν βδέλλες
Παχύ χρώμα
Ταβάνι στο ενδιάμεσο
Ρουφάνε μνήμη
Σαπίζουν και ξεκολλάει τσιμέντο-τσιμέντο
Η πραγματικότητα
Τότε όλο το ταυτόσημο πάνω
Έρχεται και πέφτει πάνω στο κάτω
Ίδια τετραγωνικά
Κάνουν κάπως να βγουν από τις ξύλινες διαθέσεις
Κι έπειτα βρίσκουν εφαρμογή
Αγκαλιάζονται στο αδιαχώρητο του δύο
Τόσο μα τόσο καιρό στο ασανσέρ
Ήξεραν ο ένας για τον άλλλον
Αλλά ούτε ένα γεια
Ούτε «καλημέρα»
Ούτε «σήμερα ήρθαν τα κοινόχρηστα»
Ούτε «ναι, βρέχει»
Κοιτούσαν με γυρισμένες τις πλάτες
Τα δικά τους πρόσωπα στον καθρέφτη
Και την πλάτη του άλλου- μισοκομμένη
Να χωράει την απώθηση
Τώρα γνωρίστηκαν και δεν έχει
Εγώ και ο εγωκεντρικός εαυτός μου
Στην αντανάκλαση του δικού μου είναι
Γι’ αυτό ερωτευόμαστε ομοίους
Τους ετέρους τους αφήνουμε για αλλήλους
Και για μας– για το μέλλον
Για απόθεση
Μιας μοναδικής προσφοράς
Συμπληρώνω το κομμάτι που λείπει
Αυτοί ξυπνάνε
Ερείπια γύρω
Αγαπήθηκαν στιγμιαία – δεν λέω
Ακούσανε και τα όνειρα- βδέλλες τα ψέμματα
Κι από τότε ούτε με ηλεκτρική σκούπα
Δεν τα ξεκολλάς απ΄ το τσιμέντο
Κοκκαλώνει το ύφασμα της αγάπης
Και πού να βρεις το κουράγιο για επιδιορθώσεις
Πάνω και κάτω
Ξανά τούβλα, ξανά βάψιμο, ξανά μόνωση;
Ποϋ να βρεις τη φωνή
Ξανά «καλημέρα»
«Ναι, βρέχει»
«Είναι κοινόχρηστα;»

***

16295805_1064320613690723_119311638_n

Χέρια και πόδια

Θα παίξουμε πέτρα μολύβι άκρα χαρτί
Όταν τρεις συνεχόμενες μέρες και για τρεις συνεχόμενες φορές μέσα στην μέρα
Θα έχουμε πετύχει
Την πέτρα και το σώμα
Θα αφεθούμε
Να βάλουμε τον κανόνα
Να μην ξαναπαίξουμε ποτέ μεταξύ μας
Και κρατώντας στα χέρια και στα πόδια
Ένα μολύβι
Κι ένα χαρτί
Ακραία
Θα συμφωνήσουμε
Για τους τρόπους
Που κάθε δύο τέρμινα
Κι αυτόν
Θα παραβιάζουμε.

***

16244258_1064318483690936_1912946869_n

Αναδίπλωση χώρου

Περπατάν πάνω στα γυαλισμένα πλακάκια
Της καλοκαιρινής τους διάθεσης ενώ από κάτω κοχλάζει η άμμος
Μιας εποχής που έγινε στάχτη την ίδια στιγμή
Που καμία πλατφόρμα να συναντηθούμε αρκετά με καμένο πόδι ή σώμα
Και πλεγμένο κόκκο-κόκκο με την ιστορία
Δεν γίνεται άλλο να συμπυκνωθεί.

***

Πριν από λίγο

Γελάω με τον τρόπο
Που αφήνομαι στον τρόπο που μπλοφάρω
Ενώ εσύ έχεις παίξει στο καζίνο
Τις σημαδεμένες σου νάρκες
Την ώρα που ο απέναντι
Έχει στοιχηματίσει
Και στο κόκκινο Και στο μαύρο
Κι εμείς αφηνόμαστε
Να κάνουμε τους ανίδεους
Και πως τάχα δεν ξέρουμε
Για τα παιχνίδια
Που οι άλλοι παίζουν καλύτερα
Την ώρα που τα χάνουν

***

Άτιτλο

Εγώ σε είδα
Όταν τα μάτια σου
Ήταν γεμάτα μπριγιαντίνη
Και χορτασμένη εφηβεία

Απαλή η αίσθηση του χεριού
Πάνω στο κύμα
Μιας φτέρης
Σιωπηλά θα κουράσουν
Τον χρόνο
Μέχρι να συναντήσουν ο ένας τον άλλον

%cf%83%ce%ba%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%bf5

*Οι εικόνες και τα σκίτσα της ανάρτησης είναι έργα της ποιήτριας.

Γιάννης Υφαντής, Τέσσερα ποιήματα

yfant161

ΚΑΠΑ ΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΥ
 
Κ’ η τσέργα κρεμασμένη σάμπως ζώου αστρικού η δορά·
ή κάπα ενός αγγέλου που τη μέρα γίνεται φωτιές στα σιδεράδικα
του Αγρινίου και τη νύχτα στα λαγκάδια του Αρκτούρου
μ’ ένα ηλεκτρικό ραβδί ποιμαίνει
τα πνεύματα του βουνού.
 
***

ΣΟΜΠΑ
 
Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα
Κι αν είναι τενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου
Τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως
Είσαι ενσάρκωση του ’γνι και απόγονος
Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως
Είν’ η ψυχή σου από φωτιά· α, πόσο χαίρομαι
Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το
Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και
Να νοιώθω την
Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει
Τη φλόγινη γύμνια της
Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου
Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη
Την κάμαρά μου, ακόμα και
α, Σόμπα
Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου
Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω
Το κάλυμμα ετούτο του κενού· και βέβαια ’συ
Θαρρώ με νοιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα
Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά
Έχεις και ’συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις
Κι όχι μονάχα από τούτα μα κι απ’ τ’ άλλα
Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν
Επάνω στην ταράτσα μου καμώνεσαι
Πως βγάζεις μες απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα
Το νοιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για
Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους
Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α-
λαφροπατώντας με
Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα
Της ομίχλης
Στην πόλη που γίνετ’ η
Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
 Σόμπα
’σε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν
’σε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι
Της συστολής σου εκείνο το
Σιδερένιο μυρμήγκιασμα π’ όλο χάνεται,
Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος
Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.
 
***

Η ΚΙΡΚΗ
 
Σκέφτηκε πως καλό ήταν να ’βγαιν’ έξω· άνοιξε λοιπόν το ψυγείο
ξεκρέμασε τις σάρκες της, τις φόρεσε
κοιτάχτηκε λιγάκι στο φεγγάρι
που ήταν κρεμασμένο εκεί στο έβγα τα σπηλιάς
και κατηφόρισε.
-Πού πάει;
-Έρχεται να σας ρίξει βελανίδια σύντροφοι!
 
***

Ο ΒΑΘΥΣ ΚΗΠΟΣ
 
Και μου ’πε τ’’ άλογο «κατεβαίνουμε; είναι
ένας κήπος βαθύς
με πικρά φιλόξενα δέντρα» και μέσα
στο μαύρο νυσταγμένο φως
τα δέντρα χαιρέτησαν και
«είσαστε από χρόνια εδώ;» τα ρώτησα κι αυτά
«είμαστε από τότε που ο άγγελος
γλίστρησε και χυθήκαμε απ’ το τάση του»
και τα δέντρα στέναξαν κι απ’ το μαύρο
νερό
πετάχτηκ’ ένα στρουμπουλό
φεγγαρόπουλο
που ’χε χορτάσει μάγια κ’ ύπνο και
την παρουσία του αντηχώντας
μια στέρνα μπρος μου άδεια και στεγνή φωνάζει
«κάρφωσέ το
να πιούνε οι μικρές μου παπαρούνες πρι-
όνισέ το
να φάνε τα μαρμάρινα άλογά μου» και
ένα πυρρό πουλί χυμώντας -σαφτ- τρυπά
το φεγγαρόπουλο (τα δέντρα
ανατρίχιασαν σάμπως ένα
κοντάρι να τα κάρφωσε στη ρίζα τους) κι εγώ
μόλις που πρόλαβα να ιδώ τη
γαλάζια πολιτεία των φεγγαριών και
θυμήθηκα
τη σπηλιά στο βουνό όταν έρχονταν
ν’ αράξει το καράβι των
φεγγαριανών
-διαμάντι, ασήμι- και που οι ναύτες του
γελούσαν στανικά για να φωτίσουν
τη γέφυρα· κι άξαφνα
σώπασ’ ο ψίθυρος των δέντρων, ένας άγγελος
έφτασε
κι έβγαλε το πυρρό πουλί απ’ το στήθος του
και το φύτεψε κ’ είπε «εδώ
να μείνεις
να μαραίνεσαι και ν’ ανθίζεις ώσπου να
λησμονήσεις».
 

Νικήτας Καμπάνης, Δύο ποιήματα

unnamed

Για ποιούς ξεσήκωσες τσιτάτα αητέ
Εδώ αλλόκοτα πατούμε πια το χώμα
Εδώ τη λευτεριά ξεχνούμε αντάμικα να πούμε ακόμα
Ζόρικα βράδια όπως την 6η του Δεκέμβρη έχει…
Μια θαρραλέα γουλιά μέσα από του κόμπου τη θηλιά..
μια με βαθιά λιγοψυχιά στο κρίμα
μ’ έχει
Ήλιο με ήλιο..
Έχει ματιές στις γωνιές της πόλης θλιμμένες αράδα..
Γωνιές που στρόγγυλες πια , γίνηκαν πλατείες ολάκερες..
Χαλάσαμε το ζόρι στις γροθιές
Ήταν ανούσια σφικτές έπρεπε να χουν γιόμες
Να γίνουν χούφτες που θα ανοίγουν απροκάλυπτα
και να χωρά μες τις σχισμές τους τη
λαμπρή επετεία.
Δεν ξέρω καν αν την συνήθεια αυτή,
βρεις τα κανιά στο πέρασμα της να
Πλαντάξεις στον χορό..
με ένα μπουκάλι
και να πανί
από τα ρούχα πού χασες εκείνο το πρωί
Μες το κουρείο..
Έχει παντιέρα ζωντανή με ξυρισμένο κεφάλι..
Έχει και ράθυμο μυαλό που δεν ορίζεις.
Έχει ένα αλάνθαστο εγώ και δρασκελιές στο χάλι.
Εδώ αλλόκοτα μυρίζουμε το σώμα πια…

***

863

Υλακή

Περιπλανιέμαι με τις ώρες και σαν να τελειώνει
πάλι αυτό το τρελό γυρολόι του φωτός.
Σαν να’ βλεπα δέκα ουρές δικές μου
ζβουρίστικα ένα πράμα.
Αυτή η πρωτάκουστη είδηση που έκανε πάσα
Με μια γνέψη ένας παλιός συνοδοιπόρος νταής
Σκούζει στα αυτιά μονότονα.
«Υπάρχουν και υπήρξαν χρώματα».
Έτσι ένιωσα μπροστά στο πεζοδρόμιο
Με τα πόδια να λυγούν σαν βέργες.
Έτσι στημένο το βελόνι του να ισχορεί
Μέσα στην γεμάτο τρίχα πέτσα μου,
να ρυθμεί,
να γίνεται νοερός συλλογισμός,
να αντηχεί στα κόκκαλα που κάποτε έκρυβα
μέσα στην θαλπωρή κάποιου καλολουστραρισμένου παρκέ.
Και τώρα, τα κάνει όρεξη
κάθε κάθε πεινασμένη αρσενική ράτσα που με προσπέρασε.
Ήταν όμως μια σκέψη φευγάτη
Γιατί βαθιά κάτω από τον κόμπο του αλήτικού μου
Μαντιλιού, έχω μια ανήσυχη λύσσα,
Έχω μια σταθερά χαράς στους τσαμπουκάδες των δρόμων.
Και φέρμα η τροφή που κυνηγώ με χαραυγή και σούρουπο.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Ένοπλες λέξεις

16174820_582471295288900_5630636100395820357_n

Έπαψα να χρησιμοποιώ ένοπλες λέξεις·
τώρα γίνομαι αγέρι
και κατεβαίνω την οδό του Ασημένιου Μαχαιριού.
Εσύ πια δεν υπάρχεις,
για να δεις πως
όλες σου οι προβλέψεις πραγματοποιήθηκαν!
Εγώ είμαι που γίνομαι αγέρι·
και κατεβαίνοντας από τον λόφο Filaret
με ψευδαισθήσεις στέκομαι
έξω από την παλιά εκκλησιά με τις ζωγραφιές.
Τώρα,
γνωρίζω καλά τα αποτελέσματα της έπαρσης
απέναντι στον χρόνο,
τα γυρίσματα του καιρού,
τις υπεκφυγές…
Θέλω να πω
πως ψάχνω μέσα στους βρεγμένους δρόμους
τη μορφή σου
στις σκοτεινές αλέες την ανάσα σου
να την κρατήσω μια στιγμή στις φούχτες μου.
Γυρίζω πίσω
στα φθαρμένα σκαλοπάτια
της οδού Ξενοφώντος.
Γυρίζω,
ανεβαίνω αργά στον λόφο,
με μιαν ένταση στο βλέμμα
άοπλος, χωρίς τις παλιές λέξεις
προσπαθώντας μάταια να εντοπίσω
ένα σου ίχνος μέσα στην νύχτα των ανθρώπων.
Ακούω τις φωνές των παιδιών
καθώς κατηφορίζουν τρέχοντας για να χυθούν
μες στην βουή της Λεωφόρου…
Και όλα τα βλέπω
τώρα καθαρά, μαρμαρωμένος
πάνω στο σκαλί της μεγάλης νύχτας.

Georg Trakl, Ποιήματα

kartatrakl
 
Σήψη

Το βράδυ που τα σήμαντρα διαλαλούν ειρήνη
Ξωπίσω είμαι απ’ των πουλιών τα θαυμαστά φτερά,
Που όπως προσκυνητών μακριές πομπές κι ευλαβικές, σε σμήνη,
Σε πλάτη φθινοπωρινά χάνονται λαγαρά.

Συνεπαρμένος απ’ αυτά το λιόγερμα στον κήπο
Τη φωτεινότερη τη μοίρα τη δική τους νοσταλγώ
Κι ούτε που νιώθω καν το ζύγωμα του χρόνου ή δείκτη κτύπο.
Πάνω απ’ τα σύννεφα λοιπόν στις διαδρομές τ’ ακολουθώ.

Χνότο ανέμου σήψης τότε με ταράζει.
Θρηνεί ο κότσυφας μες στ’ άφυλλα κλαδιά.
Σε σκουριασμένο πλέγμα κόκκινο σταφύλι τρεμουλιάζει,

Ενώ μες στον αέρα σαν θανάσιμος  ωχρών παιδιών χορός ανθίζει
Ολόγυρα σε σκούρα στόμια πηγαδιών σαθρά
Γαλάζια μια αστρομαργαρίτα παγωμένη που λυγίζει.

***

Η φρίκη

Μ’ έβλεπα να περιπλανιέμαι σε δωμάτια έρμα.
Έσερναν σε γαλάζια βάθη χορό μανιακό τα αστέρια,
Φθάναν απ’ τα χωράφια των σκυλιών δυνατά ουρλιαχτά,
Κι άγρια με λύσσα χτύπαγε ο νοτιάς της κορφής τα κλαδιά.

Μα ξαφνικά: απόλυτη γαλήνη! Άναμμα πυρετού υπόκωφο
Αφήνει φαρμακερά λουλούδια από το στόμα μου να βγουν
Και απ’ τα κλαδιά όπως από πληγή σταλάζει
Ωχρή αχνοφεγγιά δροσιάς  που πέφτει  κι όπως αίμα στάζει.

Από το πλανερό  ενός καθρέφτη το κενό
Παίρνει ένα σχήμα κάπως και υψώνεται αργό
Το πρόσωπο του Κάιν: ερεβώδες και φρικτό!

Απ’ το παράθυρο κοιτάζει το φεγγάρι σαν στο Άδειο,
Θροΐζει ελάχιστα το βελουδένιο παραπέτο,
Μόνος με το φονιά μου είμαι εκεί και στέκω.   

***

Κατάνυξη

Ό,τι απ’ τον καιρό της νιότης μου έχει διασωθεί:
Η σιωπηλή κατάνυξη, όταν ηχούν καμπάνες,
Όταν μέσα στις εκκλησιές βραδιάζουν οι βωμοί
Και ατενίζω τις γαλάζιες τους αψίδες τις πλατιές κι ουράνιες.

Τις νότες απ’ το Όργανο εκεί τις βραδινές,
Το σβήσιμο το σκοτεινό των ήχων στις πλατείες,
Τον παφλασμό σιντριβανιών ήρεμο κι απαλό
Που ηχεί όπως παιδιών γλυκές κι άγνωρες ομιλίες.

Γαλήνιο σαν σε όνειρο με βλέπω να σταυρώνω
Τα χέρια μου και να ψελλίζω  προσευχές που έχω καιρό να πω,
Το βλέμμα απ’ την αλλοτινή βαρυθυμία ν’ αμαυρώνω.  

Τότε μέσα απ’ τη σύγχυση εικόνων απαυγάζει
Μια γυναικεία μορφή μέσα σε μαύρα πέπλα πένθους ,
Και ένα ρίγος μιαρό από κύπελλο μέσα μου να αδειάζει.   

***

Ψυχή της ζωής

Μαλακά τα φύλλα η σήψη ένα γύρω σκουραίνει,
Σε δάσος μέσα  κατοικεί η σιωπή της πλατειά.
Σαν φάντασμα θα μοιάζει ένα χωριό σε λίγο να γέρνει.
Της αδελφής το στόμα ψιθυρίζει από μαύρα κλαδιά.

Ο μόνος σύντομα θα αλλαξοδρομήσει,
Ίσως ένας βοσκός σε σκοτεινά μονοπάτια.
Σιγά  ένα ζώο από δέντρων τόξα να βγει θα τολμήσει,
Διάπλατα αντίκρυ στο Θείο ανοίγουν τα μάτια.

Αργά το ποτάμι γαλάζιο κυλά,
Διαγράφονται σύννεφων όγκοι το δείλι ΄
Η ψυχή όπως άγγελος κι εκείνη σιωπά.
Εφήμερα πλάσματα καταρρέουν σαν ύλη.  

***

Εκθαμβωτικό φθινόπωρο

Έτσι τελειώνει η χρονιά επιβλητικά
Με ολόχρυσο κρασί και με καρπούς ο κήπος.
Ολόγυρα σιωπούν τα δάση θαυμαστά
Και είναι του μοναχικού ο συνοδός και φίλος.

Είναι τότε που λέει ο αγρότης: αρκετά,
Καμπάνες σεις ηχήσετε  αργόσυρτα το δείλι,
Καλό κουράγιο δώστε μέχρι τέλους σιγανά.
Και χαιρετάνε τα πουλιά που φεύγουν σε ταξίδι.

Είναι η ώρα της αγάπης η γλυκιά.
Μέσα στη βάρκα που το γαλανό ποτάμι κατεβαίνει
Τι όμορφα που στέκουν οι εικόνες  στη σειρά  –
Κι η πλάση είναι σε σιωπή και ησυχία βυθισμένη.

Στις κόκκινες φυλλωσιές με τις κιθάρες…

Με τις κιθάρες μες στην κόκκινη τη φυλλωσιά
Τα κίτρινα μαλλιά των κοριτσιών κυματίζουν
Στο φράχτη, όπου οι ηλίανθοι ανθίζουν
Και μια χρυσή καρότσα μες στα σύννεφα πετά.

Στην ησυχία σωπαίνουν σ’ ένα ίσκιο παχύ
Εκείνοι οι γέροι αγκαλιά σα χαζοί.
Γλυκά την εσπέρα τα ορφανά τραγουδούν.
Σε κίτρινη μπόχα οι μύγες βομβούν.

Πλένουν γυναίκες στο ρυάκι ακόμα.
Τα άσπρα λινά ανεμίζουν κρεμασμένα.
Κι εκείνη η μικρή που αρέσει σε μένα
Στης μέρας έρχεται πάλι το γιόμα.

Από χλιαρό ουρανό σπουργίτια ορμούν
Σε πράσινες τρύπες γεμάτες σαπίλα να μπουν.
Τον πεινασμένο, πως θα φάει, ξεγελά η οσμή
Από μπρούσκο μπαχάρι κι η ευωδιά από ψωμί.  

***

Το βράδυ της καταιγίδας

Ω, οι ώρες του βραδιού οι πορφυρές!
Φέγγουν αχνές στο παράθυρο το ανοικτό και χορεύουν
Κληματαριάς ανάκατες  στριμμένες φυλλωσιές,
Τρομακτικά φαντάσματα  στο σπίτι εμφωλεύουν.

Σκόνη λικνίζεται στην απόπνοια του βούρκου.
Πέφτοντας τρίζει ο αέρας στα τζάμια.
Και όπως κοπάδι από άγρια άτια
Οι αστραπές διασχίζουν στριγκές συννεφιές.

Με θόρυβο σχίζεται της λίμνης ο πάγος.
Και κράζουνε γλάροι δυνατά  στο πρεβάζι
Πυρός καβαλάρης απ’ το λόφο καλπάζει
Κι αναφλέγεται πέφτοντας στο ελατοδάσος.

Οι άρρωστοι στο νοσοκομείο ουρλιάζουν.
Οι φτερούγες της νύχτας βοούν γαλανές.
Και απότομα στάλες βροχής σπίθες βγάζουν
Χτυπώντας σα θύελλα σπιτιών τις σκεπές.

***

Tα κοράκια

Πάνω απ’ τη μαύρη τη γωνιά πετώντας βιάζουν
Το μεσημέρι τα κοράκια και κράζουν ξερά.
Ο ίσκιος τους από μίας λαφίνας το πλάι περνάει ξυστά
Και άλλοτε κακόκεφα  τα βλέπει κανείς να ησυχάζουν.

Ω, πως ταράσσουν τη σιγή την  καφετιά,
Στο χωράφι σα θάμπος που απλώνει,
Όπως  γυναίκα που  βαρύ προαίσθημα πλακώνει,
Και κάποτε ακούγεται η κραξιά

Για ένα ψοφίμι που κάπου μυρίζουν,
Και ξαφνικά προς το βορρά αντιγυρίζουν
Και χάνονται ίδια με πομπή νεκρική
Μέσα σε αιθέρες  που αδηφάγα λαγνεία τους ριγεί.

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης.