Γιώργος Πρεβεδουράκης, από τα “χαρτάκια”

Ο χρόνος προϋποθέτει πως γνωριζόμαστε

τέτοια αυθαιρεσία

***

τα ρολόγια της τσέπης
του χεριού
και του τοίχου

κάτω απ’
το δόγμα
μιας αμοιβαίας καταστροφής

***
περασμένα μεσάνυχτα
ψέλισσα “ελευθερία”
κι έβαλα το ξυπνητήρι στις 7

***

ρίγος παλιομοδίτικο

μετριέται
με την οκά

***

ο χρόνος είναι εξόφθαλμα προφανής
ρώτα την πέτρα να σου πει

αυτή ξέρει

***

πού τον βρίσκεις
πού τον χάνεις

όλο στα χαρτοπαίγνια

και στις παιδικές χαρές

***

παντού δρομάκια αδίστακτα
να βγάζουν καρφί
στο κορμί της

***

έπειτα ο νοτιάς με τα κρόσια του
κι εκείνο το αδυσώπητο

α φ ά ν ι σ έ με

***

με κινδυνο να εξαϋλωθώ
κοιτάζω την ώρα

***

[κατά παράβαση
ξερίζωσα τον λεπτοδείχτη]

*Από τη συλλογή “χαρτάκια”, εκδ. Πανοπτικόν, 2016.

ΓιώργοςΓκανέλης, Άλαλο

Το στόμα της πανσέληνου
Σε ολονύκτια ετοιμότητα
Να σπάσει θέλει τον κλοιό
Της επιβαλλόμενης σιωπής.

Κι αν λαλήσουν τα κοκόρια
Έχει ξυπνήσει η ποίηση
Κι αν ουρλιάξουν οι τρελοί
Σημάδι πως αντιστέκονται
Στη φρίκη του ρολογιού.

Δικαίωμα στην πολυφωνία
Να ξεδιπλωθούν οι λέξεις
Στην τσόχα τ’ ουρανού
Παρτίδα για κωφάλαλους.

Δώρα Κασκάλη, Ακάλυπτοι

Επισήμως απελπιζόμαστε.
Πέρασαν πια οι προθεσμίες
κι η επιθυμία θα σφραγισθεί
ελλείψει κρίσιμου αποθέματος.

Αυτοί οι δρόμοι γίνανε
για να απορροφήσουν
της προσδοκίας μας τον ήχο,
να λιώσουν τον σπινθήρα μέσα
στις παρελάσεις τόσων τακουνιών.

Αυτά τα μάτια αδειάζουν απ’ τα χρώματα.
Τόσο γαλάζιο κόντεψε να τα πνίξει·
είχε τη δύναμη το γκρι να πελαγώσει,
τα βότσαλα που γλίτσα μάζευαν
στην παραλία να στιλβώσει.

Τώρα σιωπή.
Ποιος δικαιούται να χαρεί;
Ποιος να απελπιστεί;
Επισήμως;

Σε κόγχη αθέατη
τον πόθο κάποιος στραγγαλίζει
τα χέρια κόβει της προσφοράς,
και τ’ ακουμπάει στοργικά πάνω στο κομοδίνο.

Σπάζει τις λέξεις
ρίχνει την ψίχα τους στα περιστέρια.
Ένα άλλο σώμα κοινωνεί. Σιωπή.
Τώρα σιωπή.

Στέφανος Μπεκατώρος, Δύο ποιήματα

ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ

Το κόκκινο χώμα φωνάζει* ακόμη φωνάζει
το κόκκινο υπέδαφος.
Ό,τι μας γέννησε ό,τι μας έθρεψε
είναι εκεί, βαθιά μας,
δεν αλλάζει
ώς το θάνατο.

Ποιος μίλησε ποτέ με τη σιωπή των πραγμάτων
ποιος άκουσε ποτέ το γρύλο των πραγμάτων
ώρα της άνοιξης
στις ανθισμένες εξοχές
πίσω από τα πλατάνια και τα δεντρολίβανα
κάτασπρες εκκλησιές
μαύρα πεντάρφανα πουλιά
ψαλιδωτές ουρές και μάτια χάντρες.

Πατρίδα μου
η πατρίδα του φωτός
της νύχτας
της ομίχλης
της αστροφεγγιάς.
Δέν ξέρω να μιλώ την ομορφιά της
εξόν
την ομορφιά της, που δε φαίνεται,
των υπογείων.

Πατρίδα των πραγμάτων
η πατρίδα μου
Ελλάς, Ελεάς, Αλιάς, Ηλιάς, Ιλιάς, Υλιάς
(ο altra cosa).

***

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΠΙΚΡΑΜΕΝΩΝ

Μια μέρα
εμείς οι πικραμένοι θα τραγουδήσουμε 
θα κοιταχτούμε βαθιά στα μάτια
ο ένας τον άλλον θα γνωρίσει
απ’ τα σημάδια της μοναξιάς
ή από τα καμένα μέρη που άφησαν
πάνω στο κορμί μας τα όνειρα
φεύγοντας.

Μια μέρα
εμείς οι πικραμένοι θα τραγουδήσουμε
όχι με λέξεις πιά
αλλά με άναρθρες χειρονομίες και χρώματα
με αγγίγματα και φιλήματα ηδονικά
μια μέρα
εκεί που τα δάκρυα θα δίνουν στη μοίρα ένα νόημα
εμείς οι πικραμένοι θα ιδρύσουμε
το βασίλειο του καημού μας.

*Από το βιβλίο “Πατριδογνωσία Επιλογή 1969-1981”, εκδ. Θεωρία, Αθήνα 1982.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Η επίγνωση του φοίνικ

Φωτογραφία: Αλέξιος Μάινας

Ι.

Και ξέρεις κάτι;
έσπασα.
Κάποτε είχα γράψει ψέματα
είμαι άτρωτος
αλλά άκου με λίγο:
έσπασα.
Πλέον έχω κάτι από την επίγνωση
του φοίνικα
το γεγονός ότι ανασταίνεται
δεν κάνει τίποτα μπροστά στην ανάμνηση
του κάθε φορά θανάτου του
των όσων προηγήθηκαν.
Η ζωή επανέρχεται
αλλά η μνήμη μένει.

ΙΙ.

Κι είναι που ήξερε πόσα βουνά
που είχε πάνω τους πετάξει
είχαν σβηστεί και γίνει ένα με το χώμα.
Κι είναι που ήξερε πως τα λουλούδια κάτω του
θα ζούσαν για λίγες μέρες μοναχά
όσο όμορφα κι αν ήταν.

Θα μπορούσε κι αυτός κάποτε έτσι να τελειώσει
θεαματικά, να μην ξαναφουντώσει απ’ τις στάχτες
να τον σκεφτεί ένα μικρό λουλούδι
σαν κάτι όμορφο που χάθηκε
κυρίως: να πάψει να κουράζεται
χωρίς να ξέρει το γιατί
το πού πηγαίνει.

Όμως δεν μπορεί.
Ξέρει και νιώθει πως πρέπει ο κύκλος να μην σπάσει
πρέπει να συνεχίσει να γδέρνει τον αέρα με τα νύχια
και να βλέπει τον κόσμο από κάτω να πεθαίνει
αυτός
σαν να του έλαχε από κάπου να τραβάει με τις φτερούγες του
το αντίβαρο στον θάνατο.

Τόση ζωή δεν τη βαστώ
σκέφτεται
καθώς ετοιμάζεται για την επόμενη φωτιά.

*Από το http://diastixo.gr

Φωτογραφία: Κυριάκος Συφιλτζόγλου

Αιμόφιλος Τ. Ινφλουέντζας – Σεράτια Μαρκένσες

ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟ ΓΟΤΘΙΚΟ

πενθώ για τις λέξεις που εξέπεσαν ηρωικά
στην ευρύτερη περιοχή των χειλιών σου
τη νύχτα της ενδεκάτης σεπτεμβρίου μου
ή περίπου τότε

τα καλύτερα στιγμιότυπα:

στο εικοστό πρώτο λεπτό
το “θέλω” εκπίπτει σε “μπορώ”
το “σαγαπώ” σε “μαρέσεις”
αίφνης αλλάζουμε θέσεις
κι αρχίζω να κατρακυλώ

αν ήσουν κι εσύ εκεί
θα έστριβες σφαίρα τσιμισκή
και θα αγόραζες δώδεκα μαύρα πουκάμισα
από τον κύριο ζάρα

***

δεν το λέω εγώ
το λέει ο στρίνμπεργκ
είμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση

παίρνεις έξαλλη
τα κλειδιά του leopard
μόνος στο ναρκοπέδιο
κοιτάω τη σερβιτόρα

λίγο πιο έξω
ανθρωπιστικές οργανώσεις
σε πιέζουν να εφαρμόσεις
τη συνθήκη της γενεύης
πάνω μου

χαλαρώστε παιδιά
δεν χρειάζεται νά ‘ναι πόλεμος

τόσα εγκλήματα
γίνονται εν καιρώ ειρήνης

*Από τη συλλογή “Είκοσι τέσσερα σονέτα – για την πολιτική διαχείριση της ερωτικής απελπισίας” (και είκοσι τέσσερις μηχανές για το ίδιο περίπου πράγμα). Θεσσαλονίκη 2006. Τα σχέδια είναι απλές μηχανές του Vittorio Zonca (1568-1602) και προέρχονται από το βιβλίο “Νέα επιθεώρηση των μηχανών και των κατασκευών, για ποικίλες και ασφαλείς εφαρμογές” Πάδοβα 1607.

“Τσουνάμι – 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011” – Δύο χαϊκού



Μόνο ερείπια έμειναν στην πατρίδα το βουνό γελά

Saito Keisui, 77 ετών, Μιγιάγκι

Saito: «Το σπίτι μου απέχει πέντε χιλιόμετρα από την ακτή, ωστόσο το τσουνάμι έφθασε μέχρι εκεί σηκώνοντας κύμα ύψους ενός μέτρου. Πλημμύρισα όλους τους ορυζώνες δύο χιλιόμετρα ανατολικά του Εθνικού Αυτοκινητόδρομου No. 6 με βουνά από ερείπια. Καθώς όμως οι ορυζώνες ξαναπρασίνιζαν και οι κερασιές άνθιζαν στα βουνά, με καθησύχαζε η φράση “το βουνό γελά”».

Η φράση «το βουνό γελά» ή «χαμογελά» απαντάται ήδη σε κείμενα του 6ου αι. μ.Χ. Το κινεζικό ιδεόγραμμα για το «γελώ» ή «χαμογελώ» έχει και τη σημασία «ανθίζω», έτσι η φράση ουσιαστικά παραπέμπει στην άνοιξη.

***

’Ερποντας άλλος ένας μετασεισμός άνοιξης σκοτάδι

Okada Akiko, 78 ετών, Μιγιάγκι

Okada: «Κάτι έρχεται από τη μεριά της θάλασσας, σαν να έρπει στη γη και φθάνει μέχρι το κρεβάτι και την πλάτη σου και σε κουνάει -έτσι αντιλαμβάνεσαι τον μετασεισμό. Ο φόβος που σου προκαλεί δεν συγκρίνεται ούτε κατά διάνοια με αυτόν των αεροπορικών επιδρομών. Έμαθα στο πετσί μου τον τρόμο των φυσικών καταστροφών».

Η φράση «άνοιξης σκοτάδι» παραπέμπει στο σκοτάδι μιας ανοιξιάτικης νύχτας και παραδοσιακά σννδέεται με την αέρινη πνοή ζεστασιάς, γεμάτη αρώματα λουλουδιών.

*Μετάφραση από τα αγγλικά: Χριστίνα Λιναρδάκη.
**Από το βιβλίο “Τσουνάμι – 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011”, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2016.

Κωνσταντινος Γαλάνης, Μοιρολόι

Αυλητές, αηδονιού σωσίες,
ράγισαν
στων ματιών σου
τ΄αστεροσκοπείο.
Πλανήτες, τρεχούμενα νερά,
κυλούν
στις αναμνήσεις.
Σεληνοστέφανο,
άγγελοι σού φόρεσαν,
μαλάματα της φύσης.
Χάρος, φθόνου η οργή,
σε πήρε για σεργιάνι.
Μελανοδοχείο, πια ,
των τριαντάφυλλων το χρώμα.
Μοιρολογιών υφάντρες
κέντησαν του Ήλιου
κομποσχοίνι.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Έτσι

έτσι
θα ξεκινήσουμε για τον ουρανό
ανοίγοντας τα φτερά μας
όχι απαγγέλλοντας ψαλμούς
ή γλείφοντας δάκρυα
αλλά τολμώντας το δυνατό
έτσι
θα μπούμε στον παράδεισο
όχι με το χατίρι του θεού
αλλά με έφοδο

Τάσος Λειβαδίτης, Γυναίκες

Photo: Εdouard Boubat, Ed van der Elsken

…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του
παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…

Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.

Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
Λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε;
Τι ψάχνουμε παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη.
Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…

*Απόσπασμα από την «Καντάτα 1960».