Πελαγία Φυτοπούλου, «Κούκος», εκδ. Θράκα, 2016 (προλογίζει ο Γιώργος Δάγλας)

koykos-fytopoyloy2-201x300

Από τις αποκαλύψεις της περσινής χρονιάς στον ποιητικό λόγο, η Πελαγία Φυτοπούλου έρχεται να μας τιμήσει με ποιήματα δυνατά που ωρίμαζαν για χρόνια στη ψυχή και το συναίσθημά της. Ποιήματα κραυγές πληγωμένου θηρίου, ακροβατούν ανάμεσα στην οργή και την ευαισθησία. Περιγραφική ως το μεδούλι, εξομολογητική σαν παιδί, ανασύρει από το βαθύ πηγάδι της ψυχής, το πιο ξεχασμένο κομμάτι μας, το θαμμένο. Η ίδια, ηθοποιός και τραγωδός, δημιουργεί σύγχρονους ήρωες. Τους απ-ελευθερώνει από σωφρονιστήρια ανηλίκων από αποτυχημένους δολοφόνους, από παιδικά τραύματα και από ανεκπλήρωτους έρωτες. Τους ξεγυμνώνει, τους αγκαλιάζει, και τους σαρκάζει και στο τέλος γίνεται η ίδια ο ήρωας.

Η ποιητική της συλλογή ‘ΚΟΥΚΟΣ’ που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2016 από τις εκδόσεις ‘θράκα’, έφτασε στα χέρια μου λίαν συντόμως στη μακρινή Ιθάκη όπου ζω και με συνεπήρε. Η συγκίνησή μου αναπάντεχη καθώς η οικειότητα της ποίησής της ήταν μεγάλη για τις λίγες φορές που τη συνάντησα. Καταιγιστική, ανυπότακτη και αναρχική. Όπως και η γραφή της. Μια σύγχρονη τραγωδός του ποιητικού γίγνεσθαι. Μια σύγχρονη «Αντιγόνη».
`
Γιώργος Δάγλας
`
*****************************************************
ΜΙΜΟΖΑ

χθες
ήπια πολύ
νιώθω πως κάτι
λείπει από μένα
αφαιρέθηκε
δεν είμαι σίγουρος
μετρώ τα δάχτυλά μου
τα βρίσκω δώδεκα
όντως ήπια πολύ
δεν ανησυχώ
αφήνω το σφυγμό μου
στη διάθεση του Μπρεχτ
χαλαρώνω
για λίγο
ψάχνω την ουλή
μια οποιαδήποτε ουλή
να τη, σκωληκοειδίτιδα
περιτονίτιδα
γελάω
θυμάμαι πόσο αστεία
ήταν η μάνα
όταν μιλούσε
στο γιατρό:
κι αλήθεια ντοτόρε μου
μπορεί ένα μικρό
σκουλήκι να κάνει
τόση ζημιά;
συνεχίζω
ψάχνω
γιατί σας το λέω
κάτι μου πήρανε
χθες
το νεφρό
αυτό είναι, το βρήκα
το νεφρό βολεύει
δεν είμαι σίγουρος
ήπια πολύ
επιστρέφω σπίτι
το παράθυρο είναι κλειστό
η μιμόζα
ολόλευκη
το κλειδί
στο χαλάκι
ανοίγω την πόρτα
απέναντι ο
καθρέφτης
με βλέπω
είμαι εγώ
χωρίς κεφάλι
ο λαιμός μου
σε στύση
ξερνοβολά επαίτες
ευτυχείτε
ο Γκοντό έφτασε στα σύνορα
`
*
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα
Κανένα παράπονο
Οι καλόγριες πετάνε
Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά
Ζούμε χωρίς κεφάλι
Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν
Πεθαίνουμε κανονικά
Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη
Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου
Με απέσυραν βιαστικά
`
*
ΑΝΑΡΧΙΑ

«εμένα, μάνα, η ποίησή μου είναι ξυπόλητη»
«ω, Πελαγιανή, πώς θα κοιμηθείς απόψε με πρησμένα πόδια;»
Η μάνα πάντα ανησυχούσε για μένα
Ειδικά όταν οι πλείστοι επεδίωκαν να μαλακώσουν
τη σφυροδρέπανη επιδερμίδα μου
Βρήκε λύση
Ανταλλάξαμε φέρετρα
Τώρα όλοι θαυμάζουν τη γυναίκα με τα όμορφα πόδια
Ο πελάτης ήταν σαφής
Στο στήθος του πεταμένο ένα κελί
Κανείς δεν πίστευε ότι χωράω μέσα
Δήλωσε ευτυχής
Σ’ ένα μονάχα έπεσε έξω
Όταν χτυπάς τα πόδια μου
Χοροπηδούν στο χρόνο και σε γυρνάει πίσω
Άτυχος άντρας, έπεσε πάνω στο Μάη του ’68
Έπαψε να με θέλει νοικοκυρά
Γευματίζουμε έξω, πληρώνει τις μετρητοίς
«τι θα πάρετε;»
«ο κύριος μια σαρανταποδαρούσα καλοψημένη
`
*
ΤΟ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙ ΤΟΥ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥ

ο πιστολέρο ξέρει
απ’ το δεύτερο φονικό
θα τον ερωτευθεί η μάνα του
στο μαξιλάρι του γράφει
«κι αν βλέπεις τα δάκρυά μας
δεν είναι που έφυγες είναι
που μας αγάπησες πολύ»
στο μαξιλάρι της γράφει
«σπρώξτε τις αγορές τα γίδια
τα βοσκάω και μόνη μου»
ο πιστολέρο εκτελεί
την πρώτη φορά τα κάνει πάνω του
τη δεύτερη αφαιρεί το πορτοφόλι του πεθαμένου
εκεί μέσα πάντα βρίσκεις μια μάνα

*Από το Ποιείν στο http://www.poein.gr

Κατερίνα Αγυιώτη, Από το “Φρουρό”

agioti050

Τι θ΄ απογίνει το ποίημα από το οποίο γράφεται το ποίημα
που γράφουμε; Θα ρίξει τις ελπίδες του στο ποίημα
του άλλου. Αλλιώς να λεγόμαστε ανέμελα χαμένοι.
Αυτονόητοι.

*
Η δικαιοσύνη σου δε λυτρώνει, γιατί δεν είμαστε ίσα
κι όμοια. Εμένα με είπε αγάπη μου ο μόνος και πουλί μου το
σκιάχτρο.

*
Αν δε στάθηκα στο ύψος των περιστάσεων, ήταν για να
διατηρήσω την ελευθερία μου
που είχε μέσα τρεις γενιές πεθαμένους.

*
Φοβάμαι τους ευεργέτες που χρειάζονται τη σωτηρία μου —
θέλω να σώζομαι
από γούστο.

*
Και τι έγινε που τα καταλάβαμε όλα, αφού το σώμα μας
ήταν ένα φοβισμένο σκυλί.

*
Είμαστε το άγαλμα μιας απόφασης.

*
Αυτός που σε παρηγορεί παιδί μου για να μη φοβάσαι, είναι
ο ίδιος που σου όρισε τα τέρατα. Δεν είναι αστείο – είναι
η αναγκαία λύπη ότι έχεις σώμα.

*
Ένας λόγος που γράφω μικρά ποιήματα είναι ότι έχω
πολύ χρόνο.

*
Δεν υπάρχουν σημάδια αγάπης, αλλά ζεστοί τόποι
όπου μπορείς να νιώσεις καλά
τα άκρα σου.

*Από τη συλλογή “Φρουρός”, εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2016.

Δήμητρα Καραφύλλη, Τρία ποιήματα

pexels-photo-111149

CONTRE LUMIERE

Ταμπού.
Φύλακες άγγελοι της παρθενίας μου.
Τείχη χωρίς ανοίγματα
μην ξεμυαλίσει την παλέτα μου ο ήλιος.
Και τώρα που η φωτεινή λίστα απολεσθέντων
εξαφανίζει τις θολές σκιές των “ουκ”
είναι αργά πια να βουτήξω το πινέλο μου στο ροζ.

***

ΓΚΡΙ

Θύμωσα με τον εαυτό μου
που λίγο έλειψε να σου θυμώσω.
Έφταιξες; Έφταιξα; Μπα…
Μάλλον
εκείνα τα μονόχορδα γυαλιά
που ερμηνεύουνε το γκρι δογματικά
σαν μαύρο που αδειάζει το λευκό, ή
σαν άσπρο που διαλύει τη σκιά
σ’ ένα αμείλικτο παιχνίδι επικράτησης
με έπαθλο
εισιτήριο για το περιθώριο.

***

ΑΦΡΟΔΙΤΕΣ

Τα πρώτα σημάδια του γήρατος πλέον ορατά.
Η θηλυκότητα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.
Συναγερμός.
Τα εργαστήρια φιλντισένιων εκμαγείων επιτάσσονται.
Οργασμός.
Ρουμπινένια χείλη.
Σμαραγδένιο φουλάρι.
Ροζ υποσχέσεις.
Παρδαλά μπαϊράκια σε παράταξη μάχης.
Πυροβολισμοί στο χρόνο
Πυροβολισμοί στο βρόντο.

*Από τη συλλογή “Γρήγορα στις οθόνες σας”, εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, Αθήνα 2013.

Γιώργος Καββαδίας, Ηλιαχτίδα

%ce%b3-%ce%bd-12

Σαν από τρεχούμενο νερό, ο ήχος απ’ τα βήματά σου…
Σαν βάλσαμο τις νύχτες η φωνή και τ’ άρωμά σου…
Όσο κι αν κόπιασα να παίξω το παιχνίδι σου,
όσο κι αν ζήτησα να είμαι τ’ αντικλείδι σου,
έμεινα πίσω στο μονοπάτι να συλλέγω το σημάδια σου…
Στάθηκα να κοιτάω το φως που τις φυλλωσιές διαπερνούσε,
και να ψυθιρίζω λόγια που μου ‘χες πει.
Ακόμα το μυαλό παίζει παιχνίδια…
Ακόμα αναζητώ το βλέμμα σου…
Τις νύχτες είναι σαν να είσαι εδώ…
Νοσταλγώ τη θέρμη των χειλιών σου…
Αναμένω τη στοργή της αγκαλιάς σου…
Εσένα ψάχνω με τα μάτια μου κλειστά,
κι εσύ τα μάτια της ψυχής να φοβάσαι να ανοίξεις…
Το θέατρο σκιών, παύει σαν τα φώτα ανάψουν!
Μείνε λίγο να μου εξηγήσεις…
Πνίξε το φόβο σου μονάχα μια στιγμή…

*Από τη συλλογή “Ό,τι μας στοιχειώνει”, Αθήνα 2012.

Τέλλος Φίλης, Bρεγμένα ονόματα

screen-shot-2017-02-06-at-01-02-31

― Πώς σε λένε;
― Ελένη
― Πώς σε λένε;
― Ναουζάντ
― Αλεξέι
― Γκαλίνα
― Μαμουτσάρ
― Σαρίφ
― Μοχάμετ
― Αϊσέ
― Πώς σε λένε;
― Προς το παρόν είμαι μια ποσόστωση
ένας ακόμη αριθμός στο βραδινό συσσίτιο
στο βενζινάδικο της Ειδομένης
― Πώς σε λένε;
― Με λένε Άνθρωπο.
Κάποτε θα στεγνώσω
κι από τη θάλασσα
κι από τα δάκρυα
και τότε θα τα πούμε.

*Αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2017/02/b.html

Στρατής Φάβρος, Περιμένοντας

16427673_10154876258262348_1802282087995536919_n

Όσο πιο πολύ φωνάζετε τόσο συμφωνώ με τη σιωπή
διαλεκτική ή βαρβαρότητα, αλήθεια ή πίστης σιωπή
τους μύθους σας κρατήστε μου, αίμα που στάζουν
να τους πετώ στη θάλασσα μπας μουσική και γένουν

εγώ με τα σύννεφα θα μιλώ και τους ανέμους
με τα σύμβολα και τις γαλάζιες ώρες, γιέ μου
πουλάκι μου που χαίρεσαι σαν νύχτα με τρομάζεις
για σένα όλα τα όνειρα για σένα όλη η πλάση, παίζεις

κι όλα τα σύνορα στης πίστης μου τους χάρτες μεταβάλλονται
γένονται μαύρες θάλασσες, ξανά Κολχίδες, μαντείες χτίζονται
νέα σ’ άξενων πόντων τα νερά βαθιά τα μήκη μαύρα
καράβια ταξιδιάρικα μεθούν για νέες μνήμες καινούρια κρίνα

Και σε πανγαίες ολόσωστες δίχως γραμμές και θάνατο
και δίχως γηρατειά και λήθη νέοι γυμνοί ξεχύνονται σ’ αθάνατο
χορό μαγευτικό, λάμποντας οίστρους χρυσούς αχάλαστους
άνθη αλπικά και χασμωδίες μυθικές ερωτικές καβάλα τους

αγόρι μου η μόνη περιουσία σου
ο λόγος σου κι η ζήση σου
η φτώχεια είναι ποίηση
κι ο βίος σκύλος, αντίσταση κι εγρήγορση

Υ.Γ.
“Το ξέρω πως η θέση μου είν άσχημη πολύ” μέθυσα πάλι
γυναίκες πάντοτε γυμνές του Μοντιλιάνι αναζητώ σε κάθε μου σεργιάνι
δεν ισχυρίστηκα ποτές τα λάθη πως θα σβήσω, μα ονειρεύτηκα πολύ
μια νέα ζωή σε νέα μορφή, δημοκρατία τη λέγαν κείνη την ατελείωτη γη;

Νοέμβριος 2015

Γεωργία Τρούλη, Κατάκτηση φεγγαριού

14804949_976587705797348_1294207331_n

Σιγοψυθιριστά αφήσανε τις μικρές αμφίπλευρες συνεν-
Νοήσεις
Είπανε θα γίνουνε
Αφήσανε βοτσαλάκια σε ελεφάντινο χρωματισμό
Να πετάνε σε ελλείψεις
Στον αέρα η σχάση
Θα ελευθερώνονται βαθμηδόν οι ατμόσφαιρες
Και ενδιάμεσα μελετημένες προσφορές στο επίφοβο
Τραμπάλα μιας νύχτας
Ενδιάμεσα κενό και σταγόνα
Και από κάτω δύο σανιδωτά ξεπροβοδίσματα
Χαιρετισμού
Και πώς να θέλουν να γίνουνε ένας
Όταν εμπεριέχουν τόση συγκρότηση;

Οι αποχωρισμοί πρέπει να γίνονται όπως τα αστέρια
Το ένα εδώ το άλλο παραπέρα
Να μην γίνεται η λάμψη επιθετική
Μόνο η ματ απόχρωση που από ψηλά δένει
Το λευκό ξημέρωμα

Κάποια ταλαιπωρημένη ουσία
Ίσως από αλλεπάλληλα σεισμικά καιρικά φαινόμενα Απρόβλεπτου κάλλους
Θα βαπτίσει το κενό
Με διάστικτο αρωματισμένο φεγγάρι
Και τότε κάποιος ξεχασμένος Γκαγκάριν
Θ’ ανακαλύψει πως έπρεπε να ανακαλύψει
Την Αμερική
Ολοταχώς στροφή προς το λάθος – Κολοβό

Και τότε σημασία θα δίνεται στη συγκράτηση
Των πλανητών στο επιθυμητό ύψος
Το ύφος δεν θα πάλλεται ανάμεσα στα διάκενα
Του νοήματος
Το αστραφτερό διαστημόπλοιο έχει από καιρό
Κουβαλήσει μπρονζέ εξαρτήματα αμφιβόλου προέλευσης
Και αυτά Κινέζικα – ενώ η Δύση έχει άλλες κυρώσεις
Και από κάτω ολόκληρη σταγόνα εκρήγνυται
Στο αδιαχώρητο πολλών
Και λες
Μήπως και αυτό;
Κι αν έτσι;
Ίσως θα έπρεπε να βγάλουμε κάποιο μικρό βότσαλο
Από το βάθος της λίμνης
Εκεί θα γράφεται κουκκίδα και κόκκο
Ο χάρτης μιας άλλης ανακάλυψης
Στιλπνή η πορεία και η λάμψη των άστρων
Τηρεί πάντα καλά μετρημένη
Την απόσταση ανασφάλειας

Ο Γκαγκάριν κάποια στιγμή θα άλλαζε
Όνομα για να μείνει στην ιστορία της γης
Και κάποτε
Η Γη
Θα άλλαζε την πορεία της Γύρω γύρω
Από τον άνθρωπο

*Από τη συλλογή “Ακρογωνιαία πορεία στο και”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2012. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Τρία ποιήματα

karakokkinos055

Ο ήλιος δε θα βγει

Ο ήλιος δε θα βγει
κι η ανατολή θα κρυφτεί
πίσω από τα μάτια σου.
Το κλάμα των παιδιών
θα απλωθεί μες στην καρδιά σου
κι οι φωνές τους θα πνίξουν
το τελευταίο χαμόγελο
που απόμεινε να περιμένει
το φως της άνοιξης.

***

Μελαγχολικό δειλινό

Ο ήλιος αργά αργά
σβήνει τη λάμψη του
αφήνοντας πίσω του
ένα ξεθωριασμένο
κόκκινο χρώμα
σημάδι πως
έρχεται η νύχτα
να βάψει στα μαύρα
γη και ουρανό
όπως τα όνειρα
που ξεθωριάζουν
και σβήνουν την ομορφιά
του λαμπερού χαμόγελου.

***

Στη μοίρα σου

Στη μοίρα σου
βάλε μια πινελιά χαμόγελο
κι ύστερα ζωγράφισε σ’ αυτήν
τη θάλασσα
τον ήλιο το φεγγάρι
τον έρωτα
το πρώτο σου φιλί.
Δέσε τη ζωγραφιά
σε μια κορνίζα
από στίχους ποιητών
κι ένα κομμάτι άνοιξης.
και τότε κοίταξε μπροστά
και δες το αύριο
μέσα στον πίνακα σου της ζωής,
χωρίς απόγνωση
χωρίς το βάρος των ποδιών σου.

*Από τη συλλογή “Πνοή της άνοιξης”, Θεσσαλονίκη 2007.

Βασίλης Βασιλειάδης, Στη διαδρομή Βαρσοβίας-Θεσσαλονίκης

zouni

“άνοιξε τήν χούφτα σου” μού είπε
καί μέ μία κίνηση τήν γέμισε μέ ανθρώπινα,
τήν γέννηση
τήν ηδονή τού ερωτισμού
τόν οργασμό
τίς επιθυμίες
τίς αισθήσεις
τά όνειρα
τίς σχέσεις
τούς έρωτες
τίς αγάπες
τίς συγκρούσεις
τήν προσπάθεια
τούς αγώνες
τίς ευτυχισμένες καί δυστυχισμένη στιγμές
τήν υγεία
τήν αρρώστια
τήν τροφή
τήν πείνα
τήν ακμαιότητα
τή φθορά
τόν θάνατο
“τί νομίζεις πώς είμαστε,αυτά τά είκοσι όλα κι όλα κομμάτια είναι ό άνθρωπος καί ή ζωή,
αυτό είναι τό βιός τής ύπαρξης μας” μουρμούρισε χαμογελώντας ό κυνισμός του
καί μού γύρισε τήν πλάτη φεύγοντας,
“μά εγώ θέλω νά είμαι,δέν μού φτάνει νά υπάρχω μόνο “φώναξα δυνατά γιά νά μέ ακούσει,
“αυτό είναι δική σου ευθύνη”αποκρίθηκε
“ό τρόπος τού νά είσαι ξεκινάει πέρα από όλα αυτά πού σού έδωσα ,
χρειάζεται ένα πράγμα μόνο
παιδεία τέτοια πού νά κάνει τό μυαλό ελεύθερο ,
οί συνθέσεις,ανασυνθέσεις, οί προσθέσεις καί οί αφαιρέσεις τών λίγων κομματιών ,αυτών πού κρατάς στή χούφτα σου ,
τά λιγα αυτά κομμάτια τής ύπαρξης σου,
χρειάζονται έρωτα, φαντασία καί παρορμητισμό
γιά νά γίνουν τό είναι σου,
καί νά θυμάσαι αυτό,
νά είσαι αποζητώντας πάντα τήν ομορφιά “…..

Θοδωρὴς Βοριᾶς, Έξι ποιήματα

Artwork: Adolph Gottlieb

Artwork: Adolph Gottlieb

10
Ἔφυγες απὸ τὴν πόλη

πρὶν νὰ πεθάνεις ἐγκλωβισμένος,
τώρα κι  πὸ τὸν ἔρημο σταθμὸ
ζητᾶς νὰ ξεκολλήσεις
ὅπως οἱ ποιητὲς
δὲ χώρεσες
ποτὲ
πουθενά.

11
Χαμένες ψηφίδες

[α΄]
Κομμένο ρόδο,
πιὸ κάτω ἡ πατρίδα,
πιὸ κάτω στάχτες.

[β΄]
[Μὲ τοὺς στίχους]
Θά ’ρθω μαζί σας.
Φορέστε μου φτεροῦγες.
Ξεκαρφῶστε με.

[γ΄]
Ψηφίδα ἥλιου
ξεχασμένη στὴν τσέπη,
στὸ πὰζλ τῆς νύχτας.

[δ΄]
Ἑάλω πόλιν·
δεκαεπτὰ σοκάκια
σ’ ἕνα χάικου.

12
Τὰ σημάδια τῶν καιρῶν

Οἱ ποιητὲς ποὺ νιώθουν
τὰ σημάδια τῶν καιρῶν
γράφουν ποιήματα
ὁλόιδια μὲ ρημαγμένα σπίτια,
μ’ ἐρημωμένα σοκάκια κι  λητοπαρέες.
Κάνουν τόπο στὶς λέξεις
νὰ βροῦν  πομεινάρια ξεχασμένα
-κρυμμένα τσιγάρα
κάτω  πὸ τὰ κεραμίδια
τοῦ χαμόσπιτου.
Οἱ ποιητὲς ποὺ νιώθουν
τὰ σημάδια τῶν καιρῶν
δὲ χωρᾶνε στὰ σαλόνια.
Ψάχνουν στοὺς δρόμους γιὰ στίχους
ὁλόιδιους μὲ μπαλωμένα ροῦχα
μιᾶς μόδας ποὺ ἔσβησε.
Ψάχνουν στὶς τσέπες τους
γιὰ σκόρπιες συλλαβές,
γιὰ νὰ πληρώσουν.

13
Τὸ παραθύρι

Ὅταν περάσεις, νὰ σταθεῖς,
νὰ δεῖς ἐπίμονα στὸ παραθύρι,
τῆς ἐρημιᾶς τὴ γύμνια νὰ χορτάσεις,
τοὺς ὀργασμοὺς τοῦ  νέμου
μὲ τὴ σκόνη.
Νὰ δεῖς,
τώρα ποὺ δὲν  πόμεινε ταβάνι,
φύτρωσε στὸ σαλόνι ἕνα δέντρο,
μέσ’  π’ τὰ φύλλα του κοιτάζω
τοὺς περαστικοὺς τῆς γειτονιᾶς.
Τώρα πιὰ νικήσανε τ’  στέρια,
πέφτουν ἐλεύθερα στὸ ξέσκεπο
ὑπνοδωμάτιό μας
τζάμι γιὰ τζάμι ἄσπαστο
δὲν ἔχουνε  φήσει.

14
Ἀπόψε φτιάξε μιὰ πατρίδα

Ἀπόψε πέφτουν ὅλα τ’ ἄστρα,
πέφτουν τὰ κάστρα κι οἱ σημαῖες.
Ἀπόψε μάζεψε ὅ,τι εἶναι νὰ μαζέψεις
τὶς  ναμνήσεις
ποὺ θὰ στάξουν ἱστορία.
Σκύψε καὶ κλέψε λίγο χρῶμα,
σκύψε καὶ κλέψε λίγο χῶμα,
σμίξε τ’ ἁπλόχερα καὶ φτιάξε μιὰ πατρίδα
σὰν παραμύθι
νὰ μαγεύει τὰ παιδιά μας.

15
Ἀναστημένα χέρια

Φέτος  ναστήθηκαν στοὺς μπαξέδες
χέρια  πὸ καιρὸ θαμμένα.
Μὲ φώναξαν νὰ μοῦ χαρίσουνε λουλούδια
γιὰ τὸ στεφάνι τῆς πρωτομαγιᾶς.
Συμπόνεσα περισσότερο  π’ ὅλα
ἐκεῖνο μὲ τὴ σκουριασμένη βέρα,
ἐκεῖνο ποὺ τοῦ φορέσανε φθηνὸ  σήμι,
ἐκεῖνο μὲ τὸ βραχιολάκι
μὲ τὶς ἐρυθρόλευκες κλωστὲς τοῦ Μάρτη,
ἐκεῖνο ποὺ εἶναι λερωμένο  πὸ λογιῶν λογιῶν
χρώματα μαρκαδόρων.
Ἔγινα παιδί·
τὸ χάιδεψα καὶ τὸ φίλησα ἐκεῖνο τὸ χεράκι.
Σήκωσα ψηλὰ τὸ βλέμμα
κι ἔσταξε στὰ μάτια μου ζωὴ
 πὸ τὰ μάτια τῶν κλαδιῶν.

*Από τη συλλοή “Χαμένες ψηφίδες”, Θεσσαλονίκη 2012.