Δημήτρης Κανελλόπουλος, Το όνειρο της μαύρης πόρτας με τα λαγήνια

16806797_593642314171798_2010988710804516925_n

Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή:
Δημήτρης Κανελλόπουλος, “Το Φράγμα της Μνήμης”, Εκδόσεις Οροπέδιο…
Στις διορθώσεις…

Τζέημς Γουέλτς, Στην άλλη άκρη της Πελοποννήσου

indian-war-bonnet

Ο στερνός σεμνός άντρας
πέθανε σήμερα στη Σαρωνίδα.
Κανένας δεν θυμάται τι έκανε
ή πως τα κατάφερε να ‘ναι τόσο καλός.

Πέθανε σήμερα στις τρεις και δέκα ακριβώς,
μόλις που ακούστηκε η λήξη του ποδοσφαιρικού αγώνα.
Οι βοσκοί παραπονέθηκαν πως φύσηξε χειμωνιάτικο αγέρι
κι ο χασάπης άφησε χάμω το αρνί του.

Κάποιες μητέρες είπαν πως έγραφε ποιήματα,
υπέροχα ποιήματα σε σπάνιο χαρτί,
μα για τι τούτα μίλαγαν δεν γνώριζαν.
Μα κι ούτε άλλος κανένας γνώριζε καλά
γιατί αυτός ο ποιητής ήταν κάποιος ξένος.

Ζουζούνια χτυπάνε πάνω στο τζάμι.
Ένα σκυλί αλυχτάει. Ο Αιγέας
για τον εαυτό του σίγουρος οικτίρει
όσους συνάχτηκαν μες στο δωμάτιο του και θρηνούν.

Κανένας δεν γνωρίζει αληθινά
πως και γιατί πέθανε, αν είχε εχθρούς
ή φίλους, κι αν ήταν τόση ανάγκη
να ριχτεί στο πέλαγο απ’ τα βράχια.

Οι ψαράδες έριξαν τα δίχτυα τους
πέρα, στ’ ανοιχτά, κατά την Πελοπόννησο.
Στη Σαρωνίδα οι άνθρωποι είναι σίγουροι
πως η Ελλάδα νικήθηκε μονάχη της, κι όχι απ’ τους
Τούρκους.

*Από το βιβλίο “Αυτοί που φέρνουν τον τροχό των ονείρων – 13 Ινδιάνοι ποιητές”, εκδ Δωρικός, 1985, σε μετάφραση K. Ασημακόπουλου-Ντίνας Σιδέρη, που το ανακάλυψε ο ποιητής Κυριάκος Σιφιλτζόγλου σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στο Μπιτ Παζάρ στη Θεσσαλονίκη, και δεν περίμενε, όπως λέει, να βρει έναν από αυτούς να γράφει για την Ελλάδα…

Χειμωνιάτικα τραγούδια των Ινδιάνων

winter

Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να ο δρόμος των ψυχών!

Λέει ένα από τα τραγούδια του “Χορού των Φαντασμάτων”, μιας μυστικής ιεροτελεστίας των Iνδιάνων με στίχους που ήταν ακατανόητοι στους αμύητους. Ο “Χορός των Φαντασμάτων” ξεκίνησε από τη φυλή των Αραπάχο, διαδόθηκε σε μια σειρά από φυλές όπως οι Σιου, οι Σαϊέν, οι Παϊούτι και στο τέλος πήρε εθνικό χαρακτήρα, αφού οι φυλές ενώθηκαν γύρω από αυτόν, μέχρι που οι Αμερικάνοι λευκοί τον απαγόρεψαν. Σύμφωνα με το ιστορικό του συγκεκριμένου τραγουδιού, ένας μάγος, ο βοσκός Γουοβόκα “αρρώστησε” την ώρα μιας έκλειψης του ήλιου και είδε ένα όραμα που τον έκανε προφήτη των Ινδιάνων. Στο όραμά του ανέβηκε στον ουρανό όπου ο θεός του έδωσε το χορό για να τον πάει στον λαό του μαζί με συμβουλές ειρηνικής συνύπαρξης. Αν εκτελούσαν τον χορό κάθε τόσο γιο πέντε μέρες ο χαμένος βούβαλος θα ξαναγύριζε στις πεδιάδες και μια νέα γη, λευκή σαν σκεπασμένη από χιόνι θα ξαναρχόταν. Το χιόνι έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή των αυτόχθονων κατοίκων της Αμερικής, όπως φαίνεται σε ένα άλλο τραγούδι συμπαθητικής μαγείας:

Χιόνι, έλα, πολύ, για να ΄ναι άφθονο νερό,
σαν έρθει καλοκαίρι.
Πάγε, έλα, σκέπασε τα χωράφια,
να δώσει άφθονη σοδειά η σπορά.
Ας είναι όλες οι καρδιές ευτυχισμένες…

Ο χειμώνας, ειδικά για τους κατοίκους των πιο βόρειων περιοχών, ήταν εξαιρετικά δύσκολος και μακρύς, η μόνη τους συντροφιά τη νύχτα ήταν ο έναστρος, καθαρός ουρανός, όπως βλέπουμε στο παρακάτω τραγούδι των ιθαγενών Εσκιμώων:

Ε, άστρο εκεί πάνω,
εσύ που κοιτάς από κει πάνω,
τα δάχτυλα σου εκεί πάνω,
δεν πιάστηκαν γρήγορα,
δεν πλέχτηκαν σφιχτά.

Έπεσε κάτω και δεν άγγιξε,
χωρίς διόλου αντίκρυ του ν’ αγγίξει
– δεν άγγιξε.

Ένα ακόμα τραγούδι που ανήκει στον κύκλο του “Χορού των Φαντασμάτων” εκφράζει τον θαυμασμό τον ινδιάνων για τον νυχτερινό ουρανό:

Απάνω εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του Γαλαξία εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του χναριού των λουλουδιών εσύ κι εγώ θα πάμε·
κόβοντας λουλούδια στο δρόμο μας…

Πολλά τραγούδια περιγράφουν το παγωμένο τοπίο που αντίκριζαν κάθε μέρα οι Ινδιάνοι του βορρά :

Κοιτάω κατά το νότο το ψηλό Βουνό Κουνάκ,
Κοιτάω τα σύννεφα που μαζεύονται γύρω του·
μελετάω τη φωτεινή τους λαμπρότητα·
γύρω απλώνονται πάνω απ’ το ψηλό Κουνάκ·
σκαρφαλώνουν τα θαλασσινά πλευρά του·
δες πώς γλιστρούν κι αλλάζουν·
κοίτα τα εκεί κατά το νότο·
πως το’ να ομορφαίνει τ’ άλλο·
πως ανεβαίνουν τις νότιες πλαγιές του,
κρύβοντάς το απ’ την αγριεμένη θάλασσα…

Τα στοιχεία της φύσης, όπως ο άνεμος του χειμώνα, συχνά προσωποποιούνται στην ποίηση των Ινδιάνων όπως συμβαίνει σ’ αυτό το κομμάτι:

Με λήστεψε ο άνεμος,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Αυτό μονάχα είχα γλυτώσει,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Μόνο που δε μπορούσα με το χέρι να το πιάσω·
το σκέφτηκα μα δε μπορούσα με το χέρι να το πιασω…

Με λήστεψε η άθλια φώκια με τα γένια,
μου λήστεψε του καμακιού μου το σκοινί.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
κι εγώ δεν έριξα με το σκοινί του το καμάκι.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
περίμενα και το καμάκι μου με το σκοινί έμπηξα γερά.

Στον άνεμο και στα στοιχεία της φύσης αναφέρεται κι ένα άλλο τραγούδι μύησης των εφήβων που έμπαιναν στην κοινότητα ύστερα από κάποια ηλικία. Ο έφηβος έπρεπε να νηστέψει για μερικές μέρες προκειμένου να έρθει σε επαφή με το φυλακτήριο πνεύμα του. Κάθε Ινδιάνος είχε ένα προσωπικό τραγούδι σαν αυτό:

Ας γύρναγα τη νύχτα,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους…
ας γύρναγα όταν φωνάζει η κουκουβάγια.

Ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους,
ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα όταν κράζει ο κόρακας.

Ένα ακόμα μικρό τραγοούδι για τον άνεμο από την φυλή Τσιπάγουα:

Ο άνεμος,
μονάχα
αυτόν φοβάμαι.

Οι ατέλειωτες μέρες και νύχτες του χειμώνα όμως ήταν και χρόνος αναπόλησης των κυνηγιών του καλοκαιριού. Ένα από τα πιο όμορφα σχετικά τραγούδια είναι αυτό “Του ελαφιού με την μαύρη ουρά” που έτρεχε κοντά στα “μαγικά σπίτια”, τα ερείπια δηλαδή του παλιού οικισμού Pueblo, που θεωρούνταν από τους μεταγενέστερους ιθαγενείς κατοικία των θεών:

Κάτω στα μαγικά σπίτια, κάτω στα μαγικά σπίτια
φυσούν οι άνεμοι και από τα κέρατα και τ’ αυτιά μου
μαζεύτηκαν δυνατότεροι.

Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας. Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας
γιατί τόξα και βέλη με κυνηγούσαν, πολλά τόξα
ήταν στ’ αχνάρια μου.

Το κυνήγι ήταν ζωτικής σημασίας για τους αυτόχθονες Ινδιάνους κι ήταν επόμενο τα καλύτερα τους τραγούδια να μιλούν γι’ αυτό. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το “Τραγούδι του κυνηγού” των Τσιπέγουα:

Από μακριά τρέχει
με τ’ άσπρα του ποδάρια
μέσα στους θάμνους.

Από κοντά τρέχει
με τα ρουθούνια του ανοιχτά
πάνω στο γυμνό χώμα.

Η άσπρη ουρά σκαρφαλώνοντας
μοιάζει σα γραμμή πάνω στους βράχους.
Η μαύρη ουρά προχωρώντας
μοιάζει σα ράγισμα στους βράχους.

Απόστολος Σπυράκης

Σημ.: Oι μεταφράσεις είναι του Λευτέρη Σκαρτσή από τις εκδόσεις Καστανιώτη και της Ειρήνης Βρη από τις εκδόσεις Οδός Πανός.

*Αναδημοσίευση από το http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/02/blog-post_10.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

indian2

Γιώργος Καλοζώης, Το βλέμμα του καθρέπτη

kalozois040

Ο τροχός που συμπλεκόταν
με τον τροχό
σε έφερε εδώ και το απόστημα
που χωρίς αντιβίωση έσπασε της κίνησης
αυτή είναι η ιστορία μας
αυτήν έχουμε
αυτή μην την κατακρίνεις
όπως αυτός που κατακρίνει
την υψοφοβία καθισμένος
στην αναπαυτική μπερζέρα του
σαλονιού
άλλα έζησες εσύ
άλλα εσένα έχουν πληγώσει
μα πάνω απ’ όλα
έχε θάρρος τώρα που το
δέντρο του πόνου το μόνο δέντρο
της αυλής σου είναι κατάφορτο
καρπούς
ανέβα με την πονεμένη σκάλα
τοποθέτησέ τους στο πονεμένο
καφάσι
πάρ’ τους να τους πωλήσει ο
πονεμένος φθαρτέμπορας
στους πονεμένους
γιατί μια μέρα
μονάχα γιορτάζεις
μια μέρα μονάχα
συνάζονται πολλοί για τα
γενέθλιά σου
γιατί μονάχα μια γυναίκα
έχεις και το όνομά της
δεν είναι Χαρά
Χώρισε τον κόσμο
στα πράγματα που συμφέρουν
και σε κείνα που δε συμφέρουν
πιάσου πότε από τα
μεν και πότε από τα δε
στα πράγματα που σου φέρνουν
στα πράγματα που τα παίρνεις
μόνος σου σ’ όσα είναι
καμωμένα για να τρώγονται κι
όσα δεν
όπως τα ζώα φέρσου
όπως τα ζώα γίνου
κι αν νομίζεις ότι διαφέρεις
τόσο πολύ πήγαινε στον
καθρέφτη και στάσου ολόκληρος
μπροστά του όχι ο μισός
κοίτα τις τρίχες που βλάστησαν
στο μέτωπό σου πήγαινε
ύστερα στο σαλόνι
και κοίτα τ’ άδεια πορσελάνινα
πιάτα Ρεϊνό κοίτα τα όλα
που προσιδίαζαν στην
ανθρωπιά σου κι ανέβα μετά
στην κρεβατοκάμαρα
ένα μεγάλο φυτοφάγο ζώο
κείται στο διπλό κρεβάτι
και το αίμα του λέρωσε το
δικό σου πάτωμα
τη δική σου μοκέτα
ήδη η φουσκωμένη του
καρδιά πάλλεται
στο στόμα σου κι αν δε
σε πείθω
στάσου μπροστά στον καθρέφτη
ολόκληρος όχι ο μισός

*Από τη συλλογή “Η κλίση του ρήματος”, εκδ. Φαρφουλάς, 2009.

Αντρέας Βουτσινάς, Από τις “Δοκιμές εκτός χάρτου”

%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%bc%ce%ad%cf%82

Η ατζέντα του ταξιδιώτη
γεμάτη με νούμερα
που κανείς δεν θα σηκώσει στο κάλεσμα τους
Σαν τις ματιές κάποιου μοναχικού που τον προσπερνάνε.
Γεμάτες με αίμα και χώμα
αίμα χρειαζόμαστε να ζούμε
και χώμα να σκεπάσει τους φόβους μας
Και μακριά όσο κάποιος σχοινοβάτης
ισορροπεί σε αόρατους κόσμους
από κάτω ποντάρουν με μανία στην πτώση του
Τι χυδαίος ο κόσμος.
στοιχηματίζουν στον θάνατο μας για να ζήσουν
δίνουν ψεύτικα νούμερα
και πάντα θυμούνται να μας στείλουν
ένα φτυάρι όταν γιορτάζουμε

***

Όταν νομίζεις ότι γράφεις ιστορία
κάποιος άλλος διαβλέπει ήδη το τέλος της
Σε ένα κεφάλι επικρεμάμενο κούκλας
μυριάδες σαπισμένα δόντια απαγκιστρώνονται
απαιτώντας επιβίωση
Τούτη την νύχτα που μαίνεται ο πόλεμος
έμεινα ατάραχος να μετράω σπίρτα
να δω πόσες στιγμές μου απομένουν ακόμα
να πυρπολήσω

***

Πολύ φοβάμαι τέλος ότι η αδιατάραχη κοπή
που διαφημίζεται τόσο στους τηλεοπτικούς δέκτες
τον τελευταίο καιρό, τείνει να γίνει ο τρόπος ύπαρξης
των υπηκόων στις δαιδαλώδεις μητροπόλεις του χάους

*Από την ποιητική συλλογή “Δοκιμές εκτός χάρτου” του Ανδρέα Βουτσινά. Το βιβλίο διανέμεται με ελεύθερη συνεισφορά μακριά από εκδοτικούς οίκους, κριτικούς τέχνης και βλέψεις για καλλιτεχνική καταξίωση. Επιδιώκει απεναντίας να συνεισφέρει αυτοοργανωμένη, αντιεμπορευματική έκφραση ως αναπόσπαστο κομμάτι του πολύμορφου αναρχικού αγώνα. Από ρτην εφημερίδα δρομου “Άπατρις” Νο 31, Οκτώβρης-Νοέμβρης 2015.

Φώτης Γερασίμου, εγώ που δεν ταξίδεψα ποτέ

Photo: Paradowski Leszelc

Photo: Paradowski Leszelc

Επεχείρησα τα μεγάλα ταξίδια γιατί
ήξερα ότι θα επέστρεφα στην πόλη που ξεκίνησα,
στο δωμάτιό μου, στον καφέ του πρωινού που μόνον
εγώ ήξερα να φτιάχνω όπως ήθελα, καθισμένος στο γραφείο,
ακίνητος, με τις σκέψεις ακόμα στο ταξίδι και κείνη
τη φοβερή ευεξία που δεν κατάλαβα ποτέ αν οφειλόταν
στο ότι πήγα τόσο μακριά, πιο μακριά δεν γινόταν ή στο
ότι επέστρεψα.
Κι όταν κανείς με ρωτάει: γιατί ταξιδεύετε, κύριε;
(σαν να υπονοούν: αφού δεν έχετε να πάτε πουθενά…
Άντε να ’χετε ταξιδέψει σε κάνα σώμα, σε κάνα
κείμενο, σε κάνα κομμάτι από το παρελθόν σας
πράγμα που μπορείτε να κάνετε από το σπίτι σας, τόσοι το κάνουν…)
Εγώ, χαμογελάω μετριοπαθώς και για να μην εξοργίσω
τον συνομιλητή μου, έλεγα, για να γνωρίσω τον κόσμο,
τους ανθρώπους… Κι αν η ματιά του ήταν επίμονη,
συμπλήρωνα, με Στρώς και “Τροπικούς”,
για να γνωρίσω εμένα, τον εαυτό μου.

Κι απέκρυβα επιμελώς κι επιδέξια την υστερόβουλη
σκέψη μου ότι αν κάποτε το ταξίδι γινόταν
one way ticket, θα ’χα προλάβει ν’ αφήσω σ’ όλο τον κόσμο,
σ’ όλα τα μέρη της γης, ένα βλέμμα, ένα ίχνος,
μια σκέψη, το σώμα μου, σταδιακά εμένα, έτσι
που να μην έχω κρατήσει τίποτα για μένα
αλλά ούτε και για κείνον, τον άθλιο, που δεν θα ’ξερε
πια που να με ψάξει.
Πώς να με συμμαζέψει, ο ανόητος, από τόσα
σώματα, σκέψεις, χώρες, διαβάσματα, βλέμματα;
Γελάω από τώρα. Ας τον να ψάχνει.

Όσο για μένα, ανύπαρκτος πια αφού θα χω
διασκορπιστεί παντού, αϊλά γελαστός κι αισιόδοξος
θα σας καλώ τα βράδια και παρέα με τον φιλο μου τον Λούντβιγκ
θα σας διαβάζω κάποιο ποίημα
από κείνα που δεν θα ‘χω γράψει
από κείνα που δεν θα ’χω καν σκεφτεί.
Θα σας δείχνω με το βλέμμα
το συρτάρι με τις κρυμμένες μουσικές
και με το δάχτυλο τ’ Αμίλητα Μεγάλα Μυστικά.
Γιατί είμαι σίγουρος, σας λέω, ότι στα φανερά, στα
γραμμένα, στα φθαρτά

θα με περιμένει
στην επόμενη στροφή.

*Από τη συλλογή “Γεύμα στη χλόη”, εκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2012.

Κώστας Σοφιανός, Αυτό, βέβαια, δεν είναι ποίημα

oi_apolauseis_sofianos_kostas-247x300

Μη
μιλάτε Ελληνικά: να γαβγίζετε
να γρυλίζετε
να μουγκρίζετε
Να μη μιλάτε καθόλου.
Μη
διαβάζετε Ελληνικά:
να διαβάζετε τους λόγους των πολιτικών σας
να διαβάζετε τα «καλέσματα» των οργανώσεών σας
να διαβάζετε τον ημερήσιο και τον περιοδικό σας τύπο.
Να μη διαβάζετε καθόλου.
Μη
γράφετε Ελληνικά:
να γράφετε την «Καθαρεύουσα» του Γενικού Επιτελείου
να γράφετε την «Δημοτική» του Υπουργείου «Πολιτισμού»
να γράφετε όπως γράφουν στον ημερήσιο και στον περιοδικό σας τύπο
Να μη γράφετε καθόλου. Και
Μη
κατεβαίνετε στη θάλασσα: σας βλέπει κι αρρωσταίνει· γυρίζουν τα μέσα της
αφρίζει
ξερνάει σακκούλες σαγιονάρες
σερβιέτες
Ξερνάει πετρέλαιο και πίσσα
Μη
κατεβαίνετε στη θάλασσα κατεβείτε στο ύψος σας.
Μη
ανεβαίνετε στα βουνά:
σάς αισθάνονται και πεθαίνουν·
χάνουν τα δάση τους και τα πουλιά τους χάνουν τη δρόσο τους και τ’ άρωμά τους
χάνουν τα χιόνια τους και τα νερά τους.
Μη
ανεβαίνετε στα βουνά ανεβείτε στα ρετιρέ σας.
Μη
συντηρείτε αρχαιότητες: είναι Ύ β ρ ι ς. πάρτε κασμάδες και σωριάστε τες φέρτε μπουλντόζες και σαρώστε τες ρίχτε βενζίνη και κάφτε τες
Είναι
….. η προτελευταία τιμή που μπορείτε να κάνετε στον Τόπο. Η τελευταία είναι:
Να φύγετε
με τις γυναίκες σας και τα παιδιά σας
με τα σαλόνια σας και τα σκυλιά σας
με τη Βρωμιοσύνη σας και την κακομοιριά σας.
Και
αναμένοντας βαρβάρους: Εσείς είστε οι βάρβαροι
και πρέπει ν α φ ύ γ ε τ ε.

*Από τη συλλογή “Οι Απολαύσεις”, 1981.

Γιάννης Αγγελάκας, Τέσσερα ποιήματα

pws-tolmas2

ΛΑΘΟΣ ΚΙΝΗΣΗ

Καθισμένος ένα ολόκληρο απόγευμα
Στην παλιά μπαλωμένη μου πολυθρόνα
Μην περιμένοντας κανέναν να μου χτυπήσει την πόρτα
και κανέναν να με χαϊδέψει
και κανέναν να με μαστιγώσει
και κανέναν να με δεχτεί
και κανέναν να με απορρίψει
Ένιωσα να με πλησιάζει κάτι
που θα μπορούσε να ‘ταν η ευτυχία
Τότε σηκώθηκα να σημειώσω αυτές τις λέξεις
Και όλα πήγανε στράφι

***

ΜΙΑ ΕΥΧΗ

– Κάνε μια ευχή με μια λέξη
— Όχιπ ό ν ο ς
– Μα αυτές είναι δύο
– Στ’ αρχίδια μου

***

ΗΑΡΡΥΕΝD Ι

– Έι, μάνατζερ, έχω κάτι δάκρυα για πούλημα – Επιτέλους, πάνω που σε νόμιζα ξοφλημένο! – Πιο πολύ γι’ αυτό έκλαψα
– Έλα στην αγκαλιά μου, μεγάλε μου αρτίστα,
Πληγωμένο μου σκυλί,
Σ’ αγαπώ σαν φουσκωμένο πορτοφόλι!

***

ΜΗΤΕΡΑ ΘΛΙΨΗ

Φανερώσου
Με τα σκοτάδια σου να χαμογελούν
Την πέτρινη αγκαλιά σου να ορέγεται ακόμη
Στρατιές μοναχικών δημίων
Τους πειρατές των εφτά σκουπιδότοπων
Με τις λιγδιάρικες στολές τους
Να λαμπυρίζουν
Στη διάταξη των μικρών και των μεγάλων φαλλών
Αναλογίσου όλους εμάς
Που καρτερούμε τυλιγμένοι σε μολυσμένες ρόμπες
Με παντόφλες και κέρατα
Ρίχνοντας χαμόγελα νάρκες στους καχύποπτους γείτονες
Όλους εμάς
Που φτυαρίζουμε αποκαμωμένοι το σκοτάδι
Με υπεριώδη βλέμματα
Και στρώνουμε δείπνα συντροφικά
Και μοιραζόμαστε ψίχουλα μπαγιάτικιας δόξας
Και μουχλιασμένους μύθους
Αναλογίσου μας και φανερώσου
Με το επίσημο σου ένδυμα
Με τα δόντια σου τα κοφτερά τα δίκαια
Ροκάνισε το θάνατο
Που καρφιτσώθηκε στα κόκαλα μας
Και ξαναβάφτισέ μας γιους σου
Φανερώσου
Μητέρα θλίψη
Δεν την αντέχουμε πια
Τόση ορφάνια

*Από τη συλλογή “Πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;”, εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Λιβάνης.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

hakeryk2,dualism hd wallpaper fire and water_

hakeryk2,dualism hd wallpaper fire and water_

ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ

Αυτά τα λίγα κοχύλια δυνάμωσαν, έγιναν φράχτης ψηλός
σαν τη δύναμη που αποκτούμε όταν πάψουμε να μιλάμε
για γεγονότα που δεν ήταν δικά μας –
μια αναγκαστική συμμετοχή.
Είσαι δυνατός όταν γίνεσαι το σώμα σου, τ’ αγαπάς
το σώμα σου
τα λίγα κοχύλια στην αύρα της θάλασσας
μα είσαι αδύναμος να προλάβεις το κακό που έρχεται
απ’ την ξηρά
από εκείνα τα οροπέδια τα χαμηλά, τους λόφους
της άμμου
που θρυμματίζονται ξανά και ξανά
κι όλο προσπαθείς να τους αναστηλώσεις για να
κρύβεσαι πίσω τους
να προφυλάσσεσαι από μιαν ανάμνηση γερμένη
στην αμμουδιά.

Βλέπω την ανατολή στην κόψη του σύννεφου
πατημασιές που άφησαν το ίχνος μιας διαδρομής
χωρίς αποσκευές
έναν προορισμό ξυσμένο με γυαλόχαρτο να φαντάζει
αληθινός
κι εσένα να σκαρφαλώνεις στους λόφους του κορμιού σου
και να υποδέχεσαι τη νύχτα που έγινε σώμα σου.

***

ΤΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Το πρώτο πανωφόρι της άνοιξης ζητούσε δοκιμαστές*
έτρεξαν οι διάσημοι και το άρπαξαν.
Οι υπόλοιποι πήγαν στην εκκλησία και προσευχήθηκαν
και το βράδυ σκεπάστηκαν με κουβέρτες.

Ο ήλιος δεν έχει θεατές, είναι ψυχρός ακόμη.
Το νερό δαμάστηκε από τη φωτιά
κι εξαερώθηκε σε γαλαξίες απέραντους.
Κύματα σφιχτά χωρίς ήχο, λόγια υπομονετικά περιμένουν
φυλαγμένα στις φωνητικές χορδές των αθώων.
Ίσως θέλουν να μιλήσουν γι’ αυτή τη ζωή
να καταγγείλουν τις επιλεκτικές της διακρίσεις
και μετά να πιουν τον καφέ τους
σε κάποια παραλία της Κυριακής
σκυφτοί, με τον καπνό του τσιγάρου
να υψώνεται κατακόρυφα στην άλλη ζωή.

Τα χειρόγραφα του έκτου αιώνα
στέκονται και μας κοιτάζουν
σαν να ζητάνε ανάγνωση:
εδώ οι μάχες, εδώ οι αυτοκράτορες*
ποιος διάβασε την Ιστορία του Προκόπιου
και ποιος τη δική μας;

*Από τη συλλογή “Ανάπηροι δρομείς”, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2012.

«Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι» της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

tis-monaxias-diprosopi

Πόσο κοντινά είδη είναι το θέατρο και η ποίηση; «Το θέατρο, ως μορφή Τέχνης, δίνει τη δυνατότητα να συνδεθούμε, να συγκινηθούμε, ν’ αγγίξουμε ο ένας τον άλλον, να νιώσουμε μαζί την αλήθεια των συναισθημάτων, όπως ακριβώς και η ποίηση», γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης.

Τη συγγένεια των ειδών τεκμηριώνει η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στο πιο πρόσφατο βιβλίο της, Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι, που περιλαμβάνει ό,τι ακριβώς λέει ο εύστοχος τίτλος του: μονολόγους μεταμφιεσμένους σε διαλόγους μεταξύ της ίδιας και του εαυτού της. Πρόκειται για διαλόγους στοχαστικούς, σοφούς, κυρίως όμως τρυφερούς.

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε έξι πράξεις και τρία ιντερμέδια. Σε καθεμιά από αυτές τις εννιά εν συνόλω ενότητες η ποιήτρια μιλά με τα άδειο, τον πόνο, τη θλίψη, το μέλλον, τον χρόνο, τη μοναξιά, την υποκρισία και το ποίημα, ενώ δεν λείπει και μια εξομολόγηση στον καθρέφτη. Ο Πέτρος Γκολίτσης έγραψε για διχασμούς και αναδιπλασιασμούς και μας θυμίζει τον Μπλανσό και τον Αρτό.

Πρόκειται για έναν απολογισμό; Για μια προσπάθεια απέκδυσης ευθύνης; Για μια προσπάθεια ανίχνευσης ή μετάθεσης ενοχών; Για μια απολογία; Ίσως να είναι λίγο απ’ όλα αυτά, όμως δεν παύει να είναι ποίηση. Μια ποίηση μεταμφιεσμένη, μια ποίηση που μας πηγαίνει πίσω, στα παρασκήνια, στον χώρο όπου γεννιέται ο ποιητικός λόγος, εκεί που αναδύεται από το ασυνείδητο και αναμιγνύεται με τα όνειρα και τις αναμνήσεις προτού παραδοθεί στον έλλογο νου. Ταυτόχρονα είναι μια ποίηση με θεατρική ποιότητα, λίγο υπερβατική, λίγο υπερρεαλιστική, ίσως τελικά «μπεκετική», όπως έγραψε ο Γκολίτσης.

Όμως η Ρουκ είναι τόσο αθώα μέσα σε όλο αυτό και τόσο μαγεμένη από τη ζωή και την τέχνη, ταυτόχρονα τόσο μαγική μέσα στην ειλικρίνειά της που η εξομολόγησή της, η αποκάλυψη των φόβων και των ελπίδων της, των ονείρων της που δεν σταματούν καθώς περνά η ηλικία και ο αναστοχασμός του παρελθόντος γίνονται ένας τρυφερός τόπος για τον αναγνώστη, που ανέλπιστα του δίνεται ένας νέος τρόπος να γνωρίσει την Κατερίνα – και να την αγαπήσει άλλη μια φορά.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ένα πολύ σύντομο απόσπασμα από την ενότητα «Αθώα θλίψη»:

ΕΓΩ: Εδώ είναι το περίεργο. Ούτε χαίρομαι ούτε λυπάμαι. Σαν να με τυλίγει κι εμένα κάτι, κάτι σαν αύρα, σαν μυρωδιά που με προστατεύει από τις εξελίξεις της ζωής, ως ένα σημείο βέβαια. Χαίρομαι που δυστυχία μεγάλη δε μου ‘χει τύχει – εννοώ έξω από τους φυσικούς κανόνες της ζωής – αλλά η χαρά είναι εγκεφαλική, δε βοηθάει.

ΚΙ ΕΓΩ: Σε βοηθάει όμως ν’ αντέχεις τη θλίψη.

ΕΓΩ: Ναι, ίσως.

ΚΙ ΕΓΩ: Και γιατί τη θλίψη τη λες αθώα;

ΕΓΩ: Μα είναι. Κανείς δεν την κάλεσε, δεν έχει συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης. Είναι σαν τη συννεφιά που σε προστατεύει από τη βροχή. Η θλίψη δεν προσπαθεί να σου αλλάξει τη διάθεση για να σηκωθεί να φύγει. Μένει κοντά σου, στη μοναξιά σου. Ναι, για μένα η θλίψη είναι άγγελος. Ο άγγελος της μοναξιάς.

Κ.Α.-Ρ.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο σύνδεσμο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/02/blog-post_13.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)