Μιχάλης Κατσαρός, Στο νεκρό δάσος

unknown

Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω.
Ανάβω τα χλομά φανάρια στους δρόμους
προσπαθώ ν’ αναστήσω.
Τα ονόματα που πυρπόλησαν τις καρδιές
σε μυστικές συνεδριάσεις
τα ονόματα που οδήγησαν όλα δολοφονούνται.
Τώρα κυκλοφορούν σε ανάκτορα ξένοι
ντύνονται επίσημα στις δεξιώσεις
σε διπλωματικά συνέδρια ανταλλάσσονται
χειραψίες
φριχτά υπομνήματα
παρευρίσκονται στις γιορτές υποκλίνονται.
Τώρα πεθαίνουν.

Ω Ρόζα Λούξεμπουργκ, Λένιν, ποιητές.
Ω Τέλμαν, Τάνεφ
παγωμένοι σε επίσημες αίθουσες
δαφνοστεφείς ήρωες
μυθικά πρόσωπα ελάτε.

Οι εξουσίες σήμερα χαϊδεύονται σαν
ερωτιάρες γάτες πάνω στις στέγες μας
οι πρόεδροι ανταλλάσσουν επισκέψεις
οι πατριάρχες πάλι ενθρονίζονται
κάτω από τα νόμιμα κάδρα σας μας περιπαίζουν.

Εγώ έχω μέσα στη θύμηση μου
την ώρα που ανέβαινε το πλήθος στις σκάλες
με τη φωτιά
κρατώντας τη μεγάλη ταμπέλα
Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ.
Έχω στη θύμησή μου την ατμομηχανή που έφερε
τη νύχτα τον Λένιν
τον έξαλλο Μαγιακόφσκι που πυροβολούσε
τους υπουργούς
τους φοιτητές αγκαλιασμένους με τους χωριάτες.

Πως βγήκανε πάλι απ’ αυτή τη φωτιά
ο Κος Διευθυντής
ο διπλωματικός ακόλουθος
ο Κος πρέσβης;
Και τώρα τι πρέπει να γίνει
σ’ αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων
σ’ αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;

Πως θα ξαναβαφτίσουμε τις πυρκαγιές
Ελευθερία, ισότητα, Σοβιέτ, εξουσία;

Nila Northsun, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΦΕΡΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟ ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ

δεν μπορώ να μιλήσω για
πολλά φεγγάρια
καθώς μεταφέρονταν οι καταυλισμοί (1)
δεν μπορώ να πω για
την τελευταία σπουδαία μάχη
να εξιστορήσω άθλους ή
να πω πώς παίρνεις τα σκαλπ
δεν ξέρω πώς ήταν να
κυνηγάς βουβάλια
ή να χορεύεις τον χορό των πνευμάτων
μα
μπορώ να δω έναν αετό
σχεδόν σβησμένο
πάνω σε γελοία πλαστικά κυπελλάκια
μπορώ να ταξιδέψω σε ανταμώματα (2)
κατασκηνωτών και winnebagos (3)
μπορώ να φάω κρέας βουβαλιού
στο τουριστικό κιόσκι με μπέργκερς
μπορώ να χορέψω σε ινδιάνικη μουσική
το ροκ εν ρολ χέι-α χέι-ο
μπορώ,
και δυστυχώς
το κάνω

***

51weoonholl-_sx310_bo1204203200_

ΗΛΙΘΙΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Μετά από μια ολόκληρη ζωή γεμάτη ηλίθιες ερωτήσεις
θα νόμιζε κανείς ότι θα είχα γίνει
πιο ανεκτική, πιο υπομονετική
ή τουλάχιστον θα μπορούσα να απαντώ σβέλτα
είσαι στ’ αλήθεια ινδιάνα;
(όχι, έτσι το λέω για να μπορείς να μου κάνεις ανόητες ερωτήσεις)
δεν μοιάζεις με ινδιάνα
(εννοείς ότι δεν μοιάζω με κείνον τον τύπο στο νόμισμα (4))
πάντως σίγουρα είσαι μια όμορφη ινδιάνα
(λες και όμορφη ινδιάνα είναι οξύμωρο)
ξέρεις, η προγιαγιά μου ήταν ινδιάνα πριγκίπισσα
(ξέρεις, θα πρέπει να ήταν και γαμώ τις πουτάνες
γιατί όλοι έχουν την ίδια αυτή προγιαγιά)
είσαι υποχρεωμένη να μένεις στον καταυλισμό;
θα σε αφήσουν να φύγεις;
(όχι, είμαι εκεί για να μην αφήσουμε εσένα να μπεις)
ξέρεις, όταν ήμουν παιδί,
παρίστανα τον ινδιάνο
(κι εγώ τις αποκριές ντυνόμουν γιάπης
και κανείς δεν καταλάβαινε ότι ήμουν μεταμφιεσμένη)
πραγματικά νιώθω συμπόνια για τον τρόπο που
φέρθηκαν στους Ινδιάνους, την αρπαγή γης, την καταπάτηση συνθηκών
(ωραία, αυτό σημαίνει ότι κάνεις γενναιόδωρες προσφορές
στον πιο κοντινό σου καταυλισμό; ότι δίνεις χρήματα
για υποτροφίες; ότι προσφέρεις γαλοπούλες στους
μεγαλύτερους στη γιορτή των Ευχαριστιών για να έχουν
κάτι να φάνε; ότι δίνεις κονσέρβες σε σχολικά προγράμματα
για να μπορέσουν αυτοί να βοηθήσουν άλλους; ότι είσαι
ανάδοχος ενός παιδιού ή μιας οικογένειας τα χριστούγεννα, ώστε
να μπορούν να πάρουν ένα ζεστό πανωφόρι ή ένα παιχνίδι;)
γάμησέ τα,
μη σπαταλάς την ανάσα μου,
βάλε τα λεφτά σου εκεί που είναι το στόμα σου,
στείλε βιβλία, δωρεές, το χρόνο σου, τη συμμετοχή σου
στον πιο κοντινό σου καταυλισμό
ονόμασέ το
«εις μνήμην της ινδιάνας πριγκίπισσας γιαγιάς μου»

1.Travois: αυτοσχέδιο μεταφορικό μέσο των ινδιάνων.
2.Pow-wow: συγκέντρωση αυτοχθόνων της βορείου Αμερικής.
3. Φυλή αυτοχθόνων Αμερικανών που ζούσαν στην περιοχή Πράσινος Όρμος του Γουισκόνσιν, σήμερα μοιράζονται σε Γουισκόνσιν και Νεμπράσκα.
4. Στη μια πλευρά του νομίσματος των πέντε cents που κυκλοφόρησε μεταξύ 1913-1938 απεικονίζεται η μορφή ενός ινδιάνου.

51wv8dm9t9l

*H Nila Northsun είναι ποιήτρια, φωτογράφος, καλλιτέχνιδα, ιστορικός και ακτιβίστρια στον αγώνα για τη χειραφέτηση των Ινδιάνων. Γεννήθηκε στο Σουρζ της Νεβάδα το 1951. Ινδιάνα της φυλής των Shoshone και των Chippewa. Μεγάλωσε στο Σαν Φρανσίσκο, μα επέστρεψε στον καταυλισμό της για ν’ αναθρέψει την οικογένειά της στο Φάλον της Νεβάδα, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Η ποίησή της δονείται από τις παραδόσεις της κληρονομιάς της και εκφράζει τόσο τη φυλετική της ταυτότητα όσο και τη ζωή τής σύγχρονης αμερικανίδας γυναίκας. Σημαντική συγγραφέας του δεύτερου κύματος της Αναγέννησης των Αυτοχθόνων Αμερικανών και από τις πιο πολυδιαβασμένες ποιήτριες ανάμεσά τους.

**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα, Οκτώβρης 2013, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή.

Μιχάλης Καλλονιάτης, Τρία ποιήματα

kalloniatis057

ΘΥΜΗΣΗ

Ο σκελετός μιας πεθαμένης εικόνας
ξαφνικά άρχισε να βάφεται μπροστά
στον μοναδικό πια καθρέφτη της
σκέψης…
Από το πάντρεμα του πόνου και της χαράς
γεννήθηκε η Θύμηση…
Ο πόνος είναι ο πατέρας…
Η χαρά είναι η μητέρα…
Σε είδα λοιπόν στο σαλόνι της Άνοιξης
αυτό το πρωινό που σκαρφαλωμένη
στην ανθισμένη ακακία χαΐδευες με
το γέλιο σου τη χαρά της…
Κι όταν ένα δειλό αγκάθι κατά λάθος
σου μάτωσε το δάχτυλο… Μια μεθυσμένη
μέλισσα που κατάλαβε τον πόνο σου…
Ήρθε και ρούφηξε το αίμα… Και
άρχισε να ποτίζει όλα τα ευαίσθητα
λουλουδάκια της ανθισμένης ακακίας
που ήδη είχαν αρχίσει να κλαίνε
για τον πόνο της χαράς σου…

***

ΜΟΝΑΞΙΑ

Το εγκαταλειμμένο σπίτι τρελάθηκε
από τη μοναξιά του…
Και άρχισε να πίνει το δηλητήριο
από τις φλέβες της φωτιάς…
διψώντας για αφανισμό…
Όπως ο μοναχικός απροσάρμοστος
στρατιώτης που κρεμάστηκε…
Θλιμμένο χακί μενταγιόν…
Στο στήθος ενός γεροδεμένου πεύκου…
Κλέβοντας λίγες χαρούμενες αχτίδες
από τον τελευταίο ήλιο της
ζωής του…
Κάπου είχε ακούσει…
Πως η καταστροφή της ανίατης
λύπης…
Γεννά μια πιο όμορφη ζωή…
Και το πίστεψε…

***

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

Απόψε σαν νυχτώσει καλά είπαν
πως θα μας πάνε περίπατο…
Στο μυαλό μου ήρθε μια από
τις σχολικές εκδρομές…
Τότε ήταν πρωί…
Φοράγαμε μπλέ ποδιές και
κρατούσαμε στα χέρια λουλούδια…
Ο ουρανός ήταν γαλάζιος τα
βήματα ανάλαφρα και
στο δρόμο χέρι-χέρι τα όνειρα…
γεμάτα λαχτάρα για ζωή τα
τραγούδια μας…
Τώρα προσπαθούν να κρύψουν τον
θάνατο στο σκοτάδι…
Ο δρόμος γέμισε νεκρούς που
ούτε γνωρίζονται μεταξύ τους…
Στα χέρια κρατάμε όπλα…
Τα βήματα είναι βαριά και
οι πένθιμοι ήχοι τα τραγούδια τους…
Τα όνειρα τυλιγμένα σε χακί
σάβανα… και στον σκοτεινό ουρανό
χιλιάδες ψυχές καρφωμένες με
αστρικά καρφιά σε φλογισμένους σταυρούς…
Η Άνοιξη δεν φαίνεται πουθενά…
Θα τρόμαξε και κρύφτηκε…

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες ακακίες σε άρρωστους δρόμους”, Αθήνα 1985.

Μπρν. Σ. Μαρ, Ποιήματα

kentra3054

Περικυκλώθηκαν
Aπ’ τα λειψά κανάτια
των ριζωμένων βάρδων
Διαλυθήκανε
ξανασχηματιστήκανε
κρυφτήκανε κι εμφανιστήκανε
ελωποδύτησαν
κι ανατριχιάσαντες αποδεχτήκανε
τα χρεωστούμενα εμβάσματα
Μ’ αφηρημένα παρελθόντα
Εξορκίσανε
Τραμπαλιστήκανε στ’ άγνωστου την παντοδυναμία
εξουδετέρωσαν τους σφονδύλους νομίζοντας
Βλαφτήκανε ανεπανόρθωτα
αμαυρώθηκαν κι επιτεθήκανε
σταδιοδρόμησαν κι ανήλθανε
Άλλοι κατήλθανε
Υπήκουσαν στους νόμους της αναγκαιότητας
εκνευριστήκανε
μαλακιστήκανε
ψοφήσανε
παπαγαλίσανε
σπάσανε και σπαστήκανε
αραβουργήσανε
Μυήθηκαν και καταπνίγηκαν
Καταπνίξανε
Αγκαλιαστήκανε
Σςιγουϊλμπιελιβινγκεντ
Χειροκροτήσανε
Γεμάτοι – Πλήρεις
κορεστήκανε
Αύτανδροι βυθιστήκανε
Ανέκαθεν περικυκλωμένοι
Στα παπάρια τους

Τα νέα πλάσματα
Θυμάστε ε;

***

Ξερακιανοί ειδήμονες της άγνοιας
τοποθετούνται ευφραινόμενοι επιδεικτικά
μέσα στα κλίματα της μόδας και των παραδομένων τάσεων
θάλλοντας όταν υφίσταται σιγή
και δη εκούσια
κι επιδιδόμενοι σε αγριόηχους με κρόταλλα
οι ίδιοι να παραπλανούνται πιστεύοντες
πως ξεγελούν τους γνώστες του περίγυρου
ή εέστω τους διαισθανόμενούς τους κρατουμένους
Κατασκευάζουνε . καθήκοντα
Ως ρήτορες αναρωτιούνται
γιατί οι αλήτες δεν τα εκτελούν
Με σέβας εις το πρόσωπό τους απαντούν
πως οι αλήτες φυγομαρτυρούν
σ’ αντίθεση με την των ειδημόνων τιμιότη
Δραστήριοι λοιπόν αυτοί
Μετακινούν κοχύλια
μπρος στα πιο έκπληκτα μάτια των άεργων
κι Από την κόπωση πονούν και κάποτε σωριάζονται
Μιλήσαμε πια για ελιξήριο
αλλά των ειδημόνων ο αγώνας είναι συνεχής (Πρέεπει)
Διότι η ομίχλη είναι εύθραυστη
και δύναται να εκπορθείται

***

Οι φυλακές είναι γεμάτες κοινωνία
και τα καΐκια είναι γεμάτα θάλασσα
Τα υπερωκεάνεια κρουαζιερόπλοια είναι όλο παγόβουνα
Κάτι βαρκούλες με κουπιά μονάχα
θυμίζουν Άγρια χόρτα
έτσι Πράσινα
με μίσος και μ’ οργή που ‘χασαν τη ματιά μου
Τι φταίει κι η ματιά μου…
αυτοί όλοι κι εκείνοι απηλλάγησαν
Ψάχνω να βρω ένα βούκινο ή
αλλά τυχάρπαστοι Βουρβώνοι με παρακολουθούν
έστω ενα τρομπόνι
με παραδέχονται αν εύρω τηλεβόα
να κάνουν τη δουλειά τους
Εγώ γεμάτος τίποτα τα πάντα
υποχρεώνομαι
δηλώνω σπουδαστής και ποιητής
θάμουν περίεργος ως άεργος συγκινητής
Με συγκινεί που αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης
Ε
Ε
εγώ δεν αυτοκτόνησα ακόμα
Εδήλωσα λοιπόν αλήθεια
και τι παράξενο

Προέκυπτε μια Δόση αντεπανάστασης

*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, Εκδοτικός Οίκος Αλκή (Ευάγγελος Λάμπρου), Αθήνα 1988.
**ΜΠΡΝ. Σ. MAP είναι ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε ο Δημήτρης Μπουρίκας για την μοναδική ποιητική του συλλογή που γράφτηκε στο διάστημα μεταξύ Απρίλη του ’80 και Νοέμβρη του ’83. Γεννήθηκε στην Χαλκίδα το 1963. Συμμετείχε σε κοινωνικούς αγώνες, οριοθετώντας τον εαυτό του Αντιεξουσιαστή. Διώχτηκε ως τρομοκράτης από την κυβέρνηση της Ν.Δ. Αυτοκτόνησε στις αρχές του Φλεβάρη του 1985 μέσα στο σπίτι του. Το σχήμα της πρώτης σελίδας είναι δικό του.

Θάνος Γώγος, ένα ποίημα για τον Νεστόρ Μάχνο

makhno

Εγώ ο Νεστόρ Μάχνο
Αγρότης
Σχεδόν πάντα μελλοθάνατος
Κρυμμένος σε μια κρεβατοκάμαρα
Φωτογραφίζω
τις διαστάσεις
μου

Κοιμάμαι παραπάνω ή
λιγότερο
Σκέφτομαι τα μαλλιά τους
Την επανάσταση που άλλοι θα κάνουν
Να χα άλλη μια ευκαιρία
Σκέφτομαι
Τον μαύρο στρατό των ανταρτών
καθώς συντρίβει
τη ζωή μου

Το δεξί χέρι
να
κόβει τ’ αριστερό

Εδώ στο Παρίσι

Στη Βαρκελώνη
Στη Λάρισα

με λυπούνται περισσότερο απ’ ότι με σέβονται
Τους λυπάμαι εξίσου.

Στον χρόνο
έχω
αρχίσει να γερνάω άσχημα

Tο 2017
μοιάζω για αυτούς
που αγαπώ
κάτι άλλο.

Θάνος Γώγος, ένα ποίημα για τον Νεστόρ Μάχνο

Βασιλική Λόη, Ποιήματα

Zymvragos, Clouds

Zymvragos, Clouds

ο άνθρωπος είναι καιρός
με τη βροχή, με τη λιακάδα στα βλέφαρα
με την ομίχλη στη φωνή

***

λόγος δια την αργυρή δόση
των εξήντα πιστωτών χρόνων.
στο μωσαικό της εικόνας, λείπει
το γυρτό στόμα
που πληρώνει το τίμημα της καθυστέρησης.
και πάλι συνεχίζει αγόγγιχτα
ο λόγος δια την ενέργεια,
ανίδεη η τελευταία τιτλοφορεί
την λιπαρή έννοια της (αδράνειας)

***

χαμόγελο και πίσω το πλαίσιο που τοποθετείται
ιριδίζον χείλη
αναίμακτη θυσία της μοναχικής μου διαδρομής
δίνουν οι ήχοι τους άτακτα δομημένοι
σας χτύπησα;

***

αβαθή πραγματικότητα
κερματισμένη σε λεπτά
ασημάδευτων δεικτών,
οι νερωμένες χειραψίες
αντιγραφές

***

αρχειοθετώ τα βλέμματα
βαστάζουν πολλές κατευθύνσεις
της προσφοράς, του δισταγμού
αρχειοθετώ τις κινήσεις
κοφτές νότες
(αγέννητου τραγουδιού)
εγώ, σκυμμένος μικρός λογιστάκος
στα ριζά της λάμπας
που θρέφονται οι αριθμοί
και πληθαίνουν

*Από τη συλλογή “μελιδόνι”, ηλεκτρονική έκδοση, Θεσσαλονίκη Νοέμβριος 2016.

Lian Low and Timmah Ball review Maxine Beneba Clarke’s Carrying the World

unnamed

Carrying the World
by Maxine Beneba Clarke
Hachette, 2016

At the launch of Carrying the World, Maxine Beneba Clarke shared the mic with spoken word performers who were part of her decade long journey in poetry. The poignancy of Clarke’s gesture demonstrates how embedded she is in a literary community that erases the distinction between ‘high art’ (page) poetry and the spoken word.

In her poem ‘show us where you’re publishing’ she boldly declares:

and if so inclined
could mic some words across
and blow your fucking mind
Our review of Carrying the World is also a review of our journey into poetry, and our alienation from it. Both of our formal literary educations from high school to university, from the 1990s onwards, entailed a favouring of the Western English canon. While one of us studied Indigenous Australian playwright and poet’s Jack Davis’s play, No Sugar, none of his poems were offered by the curriculum. We struggled with our prescribed poetry and literary texts and missed the opportunity of reading and studying great Aboriginal Australian poets like Oodgeroo Noonuccal / Kath Walker, Lisa Bellear, Lionel Fogarty and Ali Cobby Eckermann. Also absent were non-Anglo poets like Pi O, Adam Aitken, Kim Cheng Boey, Ouyang Yu and Merlinda Bobis. Our experiences of poetry were dull and un-relatable. In contrast, Clarke’s poetry aches and roars of experiences that we can relate to as cis-gendered-identifying women of mixed race Ballardong Noongar and Peranakan-Chinese Malaysian descent.

Carrying the World traverses the autobiographical to the fictional, and ‘Demerara Sugar’ anticipates Clarke’s memoir, The Hate Race. Funded by the Hazel Rowley Fellowship, Clarke and her children traveled to England on a research trip tracing her family’s history and her diasporic Jamaican-Guyanese identity.

this niece of mine a-coming say
she going voyage west africa
some writer say she trace
our lineage /
Clarke’s clever use of patois in conversation effectively conveys intimate moments that
provides insight into her relationships with relatives and the uncovering of family secrets.

she going old country
what / she gon feed the chain
back through the black
atlantic /
The title poem ‘Carrying the World’ is fictional, historical and mythical; it’s a poem you would expect or imagine a black writer and activist to write. At the same time, it also highlights what it feels like to ‘carry the world’, being weighed down by the heavy social justice work that black women must do. Work that is hard, and rarely acknowledged:

the rocking chair strains
under weight of it all
the ole woman’s frail
but she’s carrying the world
In comparison to black male historical figures, women who have participated in this fight remain under-appreciated and anonymous:

y’all don’t know her name
so let’s call her Black History
The pressure that this responsibility places on black women writers like Clarke is further demonstrated in ‘what are you going to say’, where she directly confronts the expectation that she must respond to the shooting in the shopping mall in Nairobi.

people / they have been writing to me
what are you/ what
are you going to say/ about
what just happened
about the westgate mall siege

like they think I am
the oracle
or something
By the end she realises that ‘the only weapon I have at my immediate disposal is a pen’ resolving to take up the fight. But in the act of writing Clarke acknowledges the exhaustion that comes with ‘carrying the world’.

but just maybe / I don’t
want or have to be the one
to write it
However, with her growing reputation, she unintentionally falls into being ‘the voice’ for a community, a positioning she questions.

maybe they need a poem
to make sense of it all
In ‘skin’ she conveys the trauma of racism with an honest simplicity that reading it felt like the words reached out and slapped you.

some nights
i try to claw my way
out of this skin

but pull and scratch and bruise
seems i’m locked tight in
In short sharp sequences we witness the abject conditioning her body endures in a white settler nation. The nightmarish image is a shocking reminder of the experiences people of colour have come to live with. For this woman writer of Afro-Caribbean descent, race has a strong and powerful presence throughout her collection. Often it is Clarke’s depictions of racial injustice that are the most gruesome but leaves a powerful impact. For example, in ‘mali’ she describes the fear she carries for her unborn son, an emotion that eludes the baby’s father.

your dada said
chill out / these are different times
you’re behaving like it’s 1965
but when I looked in his eyes
all I could see were whites
The poet Lia Incognita wrote in the Overland article ‘Four perspectives on race & racism in Australian poetry’ that writers of colour are ‘largely ignored by publishers, critics, prize judges, anthology editors, curriculum writers.’ Carrying the World begins to redress this imbalance and for readers like us, it is thrilling to read someone who speaks a truth that is often silenced.

The collection also reveals how challenging her journey has been towards mainstream success. In ‘the end of the affair’ she expresses the struggle of pursuing a passion where race and gender discrimination lurk in the background.

between me and you
it was wild while it lasted
but poetry/ he got all single white male
for the last part there on me
it’s true

Carrying the World encapsulates the extraordinary journey of a single black mother, poet and author within an industry dominated by white men and women. From writing and performing poetry at the margins to her recent win at the 2017 Victorian Premier’s Literary Awards for poetry, Clarke’s work is breaking down preconceptions and prejudices in white publishing circles. However, what is equally important as her accolades is that her popularity and force is creating new spaces for other vital voices to emerge:

we want poetry back / we
are the children you
left / wailing / without a backward glance

oh / but when you cut down word
the roots undergrounded / and grew
This entry was posted in BOOK REVIEWS and tagged Lian Low, Timmah Ball. Bookmark the permalink.
Lian Low
About Lian Low

*Lian Low edited Peril from 2010-2014. She’s a writer who has created site-specific spoken word performances for the Melaka Art and Performance Festival in Malaysia and currently working on a memoir.

**Timmah Ball is a writer who uses memoir and creative nonfiction to engage with social justice issues and intersectional feminism. She is currently using zine making to critique mainstream publishing conventions and will produce Wild Tongue zine as part of Next Wave. She is excited to be working with Lian Low to challenge conventional practice and use collaborative writing to create new ways of thinking and expressing ideas.

***From Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/lian-hall-clarke/

Γεωργία Τρούλη, Παραλληλόγραμμο μαύρο

14331101_944345285688257_1516420757_n

Υπάρχει εκείνη η θάλασσα
Την ακούμε στην στρόφιγγα του κοχυλιού
Ο ήχος των κυμάτων
Παντού ίδιος ξεδιπλώνεται
Το διαρκές τούνελ το βλέπω πάνω
Στο ξύλινο παραλληλόγραμμο μαύρο
Θα ήθελες δύο ρώγες κεράσι;
Κερασμένο σαν γυαλιστερά δάχτυλα
Που μόλις μούλιασαν ελάχιστα στο σπαθόλαδο;
Και σύμπτυξη – Σύντηξη της γεύσης πάνω στο Αλμυρό και το άγλυκο της αναμονής
Σου λέω πάλι τις ασυνέχειες μιας στιγμής
Που γαντζώθηκε από τον εαυτό της
Σαν φτέρη πάνω σε κορμό
Που ανήκει στο δάσος
Και
Λικνίζει μοναδικότητα

Μόνο η επανάληψη του ίδιου
Προκαλεί το τρομερό
Εκεί γίνεται πολλαπλασιαστής ο φόβος
Και δεν αναγνωρίζει πώς γίνεται
Το χερούλι της καρέκλας
Να μιμείται προεξοχή χεριού
Που δεν θέλει τίποτα
Παραπάνω να γράψει
Πώς το ισόρροπο ρολόι
Κρέμεται τόσο ισορροπημένα και
Τόσο λάθος στον χρόνο

Κι ενώ βρισκόμαστε στην κουκκίδα
Μιας παραλίας που θυμίζει παιδικό παιχνίδι
Έφυγε η ορμή για το τυχαίο και το ορμητικό
Μόνο το νερό θα λαχταράει να στερεί
Από στερεότητα τον βράχο απέναντι
Κάπως έτσι θα αφεθούμε στην γεύση
Ενός φρούτου
Μόνο με σάλια
Και το αυτί θα έχει μάθει να ακούει
Αυτό που κατατρώει

Ναρκοθετημένο πεδίο
Τα όρνεα πάντα αρπάζουν
Ό,τι απομένει
Πώς να συμπυκνώσεις στο ίδιο
Φωτιά και ψυχρότητα;
Πώς να είσαι πάντα άλλη στο ίδιο;
Και η θάλασσα υπάρχει
Κάτω και περά
Και
Πώς να θέλεις να σχηματίσεις
Σε όχθες
έναν χείμαρρο
Που ξεχειλίζει;

*Από τη συλλογή “ακρογωνιαία πορεία στο και”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2012. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας

Τάσος Σκορδάκης, Ζωγραφιά

skordakis051

Κρύσταλλο αμεθύστου
από πάνω κατάμαυρο πανί
πιο πάνω ο ήλιος
φόντο: άσπρο πάνω από τό πανί ως τον ήλιο
λάμψη βιολέττας κάτω απ’ το πανί μέχρι τόν αμέθυστο
(το μαύρο πανί κρύβει τον ήλιο απ’ τόν καθρέπτη)
γυμνώνει την κατάντια των άθλιων ματιών του φρουρίου

Τρόμαζαν όχι για όσα κάνει το μαύρο πανί
αλλά γιά όσα δεν έκανε.
Το μαύρο μακελειό άξίζει μόνο, τ’ όνομα του ατελείωτου
κακού.

Για το φρούριο, η ματαιότητά του έχει ανάγκη όλη την αμάθεια.
Κοπιάζει απελπισμένα να βρει τον τελευταίο
άσπαστο καθρέφτη-φύλακά του.
Το μαύρο, στην δικιά του ανάγκη, επιφέρει όλα τα δεινά.
Χρειάζεται να ξεριζώσει όλα τα φλούδια της
υπομονής η κοντή πνοή του, να κυνηγήσει
θανάσιμα το τέχνασμα (το απόπληκτο),
όμως, αν χαθεί στην αυτογνωσία του,
τα πάντα είναι χαμένα,
αφού όλα (του τεχνάσματος) της μηχανής είναι πασίγνωστα,
ενώ γι’ αυτό η γύρη του είναι τα αγύρευτα,
με ταπεινοσύνη να τα δουλεύει

Μες την καταφρόνια του, ο τρυφερός αυτός γυρολόγος
στα ριζά της λασπερής άκριας γλυτώνει την
νερομάνα την ανάσα του, πηχτό μαύρο κατράμι,
να φέρνει την ανεμοζάλη, ο μεγάλος αυτός
μακελάρης
, στα μελιστάλαχτα φίδια του τέρατος
πού τό ‘παν προσευχή.

*Από το βιβλίο “Τάσος Σκορδάκης, Τα ποιήματα” , Άπαντα, Τόμος Α’, Αθήνα, Δεκέμβρης 1991.