Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Τρία ποιήματα

10392296_906529699493099_4792452359525201070_n


ΑΓΝΩΣΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ


όμως,
το ρολό της μοίρας,
βάφει τη μέρα με μια ανάσα,
και τη νύχτα
με ασφυξία,
καταλαβαίνεις τώρα γιατί πνίγομαι
από τα δάκτυλα,
κρύβουν στάχτες
που αφήνουν δαχτυλιές
στη μνήμη,
γι’ αυτό,
δεν έχω συμμετρία στα βήματα,
γέρνω στη διανομή και πάω προς την άλλη,
εκεί πάλι,
το γυαλί μαραίνεται
και η ψίχα γίνεται πείνα

*Από τη συλλογή “Σπιτικά μπισκότα” (2015)

***

να μοιρολογήσω
και τους δυο
μας,
γιατί είμαστε σε απόσταση πετριάς,
δηλαδή ζευγαρώνουμε
με θάνατο
και αν είναι να ξαπλώσουμε στο χρόνο ανάσκελα,
αφού στο δαίδαλο
το σύρμα δείχνει
μόνο τους πιασμένους στο
αδιέξοδο
κι εμάς,

ας το
κάνουμε,
πρώτα τα υπόλοιπα,
όχι τα ισόπαλα
τα ηττημένα να στείλουμε να ξεβιδώσουν πέτρες
για τους επόμενους

*Από τη συλλογή “Πάτησε το κουμπί” (2015)

***

ένα
λεπτό,
μα ξαναρώτησες για τη γέμιση του διπλανού:
είναι από
τον παραδίπλα
και ούτω καθ’ εξής,
μέχρι το γωνιακό κρεοπωλείο,
που σημαίνει,
υστερείς γιατί είσαι ζωντανός
στην εξέδρα της θείας
δίκης,
κερδίζεις
το φορτίο των πυροβολισμών
και χάνεις τη διαδρομή
προς
τα κάτω,
εκεί που κερδίζεται
αιωνιότητα

*Από τη συλλογή “Ενέδρες τα χρόνια” (2016)

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Έξι ποιήματα

cover-%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%82

Όσοι κοιμούνται

Όσοι κοιμούνται βαθιά
Κάθε βράδυ κάνουν πρόβα το θάνατο.
Δεν τους διακόπτουν όνειρα.
Ούτε το αιώνιο άγχος του ξυπνήματος
Γιατί έχουν κάτι τάχα να προλάβουν.

***

Περίπολος για τους εναπομείναντες

Θάνατοι παράμετροι, περίμετροι
Κλειστές γραμμές
Στα χαλάσματα
“Κανείς! Πουθενά…”
Μπότες, γοερές κραυγές, σκυλιά
Περίπολος για τους εναπομείναντες

***

Πρόμαχοι

Σκληρή, μα έτσι σκυταλοδρομεί
η Ιστορία.
Φθίνουν οι ήχοι των αποχαιρετισμών.

Κάτω απ’ τα τσίνορα
πλέει ανονείρευτα
το τσούρμο των ανοίκειων νεκρών.

***

Χαλικόδρομος

Νυχτερίδες, γρύλοι
Σκονισμένα λιόδεντρα

Στο τυφλό σκοτάδι
Διαβάτης σκαντζόχοιρος
Σαλεύει τα χόρτα.

Κάθε βράδυ
Τα μικρά σου χρόνια
Τραβούν προς τη θάλασσα.

***

Των προγόνων

Ήθελες να με πείσεις πως δεν υπάρχουν άγιοι
Όμως εγώ τους βλέπω
Όταν αργά, πριν κοιμηθώ, σβήνω το φως
Στην άκρη της φλόγας που απομένει να τρεμουλιάζει
Μπρος στο παλιό, προσφυγικό εικονοστάσι.
Έχουν μια καταπληκτική ωραιότητα
Αυτοί οι ξεριζωμένοι άγιοι με τις αυστηρές μορφές
Και τη σιωπηλή τους παρουσία.

***

Υπόμνηση

Γυάλινα χέρια
Βράχια θα ματώσουν

Πόδια γυμνά
Σε ναρκοπέδιο

Φίλοι χαμένοι
Χρόνια στα νησιά

Έρωτες που κανείς
Δεν περιμένει.

*Από τη συλλογή “Περίπολος για τους εναπομείναντες”, εκδ. 24 Γράμματα, Θεσσαλονίκη 2016.

Γιώργος Κρητικόπουλος, Έξι ποιήματα

Artwork: Adolph Gottlieb

Artwork: Adolph Gottlieb

Αειργμών ο ωριγίτης

Αειργμών ειμί ο ωριγίτης.
Ζέφερω έχω στα πανιά για να φυσά,
για να ανταμώνω με το βλέμμα μου τον ήλιο,
που με το φως του στεφανώνει τα βουνά.

Πατρίς μου μον είν μια ελπίδα
και το όνειρο μου μια φωνή που ξενυχτά,
τι κι άν με χίλια μάτια σ’ είδα,
πελεκημένη είσαι από αλλότρια σπαθιά.

Γονατισμένη μπρος του βίου το μαχαίρι,
πέλεκυς γύρω τα σίδερα σου ακουμπούν,
μα το όνειρό μου μια φωνή που θάνατο δεν ξέρει,
θα αντιστέκεται σ’ αυτούς που τον ειργμό σου εξυμνούν.

Αειργμών ειμί ο Ωριγίτης,
αετός με βρόχινα φτερά,
ψάχνω τον πανσπερμοδεσμώτη,
που ‘χει πετρώσει την λαλιά απ’ τα πουλιά.

***

Πόσο μοιάζει!

Πόσο μοιάζει η ζωή μας με μια τρύπα στο κενό
κι οι σταγόνες που πηδάνε, μοιάζουν με τοκετό,
να θες ν’ αναγεννηθείς μα δεν ποθείς και δεν ποθώ.

Και η Επανάσταση στο αίμα συνεχίζει να φουντώνει,
είναι το κάτι που μες την άβυσσο στο τέλος μας ενώνει,
σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς που η εξουσία όλους πνίγει,
τις τύψεις να αντέξουμε δεν μπορείς και δεν μπορώ.

Μου ζητάς να παραβγούμε μ’ ένα δύσκολο σκοπό,
το ξέρω έχεις δίκιο και για αυτό το προσπαθώ,
σ’ ένα δρόμο που πασχίζεις να τον βγάλεις ώς το τέλος,
δίχως χέρια, δίχως πόδια, δίχως αναπνοή.

Την λύση την ξέρεις, απλώς δεν την θυμάσαι,
για να την θυμηθείς δεν πρέπει να λυπάσαι,
στον κόσμο αυτόν υπάρχουν πολλών λογιών δειλοί,
υπάρχουν κι οί σφετεριστές που το παίζουνε θεοί,

που για να τους παλέψεις πρέπει ν’ αναγεννηθείς.

***

Αλληλεγγύη, ναι

Αλληλεγγύη, ναι.
Βλέπω το σώμα σου να φθείρετε να βαραίνει,
αρχίζεις να ανακαλύπτεις,
το υπέρμετρο βάρος του σήμερα πάνω σου,
και το ξεφορτώνεις στο χθες και στο αύριο,
θεωρώντας το, ως τον ιδανικότερο τρόπο,
να επιβιώσεις στην πραγματικότητα που σου σερβίρουν.
Εσύ, το ιδανικότερο κατά τα άλλα μέλος,
ανακαλύπτεις ότι δεν είσαι το κεφάλαιο της ζωής σου,
αλλά απλώς ένα εισόδημα προς χρήση
της καταναλωτικής κοινωνίας.
Ποια είναι τελικά η αξία;

***

Τ’ όνομά σας κύριε

Απ’ του γερασμένου κόσμου σας τα παράθυρα αγναντεύω,
όλα τα τριαντάφυλλα πριν απ’ την κοπή
και ψάχνω στον ουρανό, μια τρύπα να ξεφύγω,
μα οι έγνοιες χτίζουν τοίχο και παραμένω στο οχυρό.

Τ’ όνομά σας κύριε, παρακαλώ περάστε,
στου 21ου αιώνα το κελί,
για τα πτώματα που βλέπετε, μην ανησυχείτε,
θα τα ‘χουνε μαζέψει ώς το πρωί.

Θα τα έχουνε πετάξει ως το πρωί.

Ανώνυμα πρόσωπα απ’ την απόγνωση βγαλμένα,
τρέχουν να κρυφτούν στην κάθε μας στροφή
κι όλα στέκονται μα κι όλα είναι ένα ψέμα,
που εξαρτάται απ’ το κέρδος κι απ’ το ποια είν’ ή τιμή.

***

Οδύσσεια.

Με μια σάπια σχεδία και τη νοσταλγία για πανιά,
απ’ την πυρά μιας Τροίας για άλλα λιμάνια ταξιδεύεις.
Της Σκύλλας και της Χάρυβδης όμως ξέχασες τα στενά,
αφού μια μάγισσα Κίρκη το μυαλό σου αναμοχλεύει.

Απ’ της Σειρήνες το τραγούδι όμως κάποιες λέξεις τις κρατάς,
στέκεσαι στη γωνιά μονάχος και σιγοτραγουδάς.

Κόρη Περσεφόνη με το φεγγάρι στα μαλλιά σου,
έγινες ανθόσπαρτη άνοιξη, μα εγώ φθινόπωρο χλωμό
κι έχασα τους συντρόφους μου, στην πορεία της ζωής μου,
αφού η τύχη μου έχει πλέξει πολύ παράξενο ιστό.

Απ’ της Σειρήνες το τραγούδι όμως κάποιες λέξεις τις κρατώ,
στέκομαι στη γωνιά μονάχος και σιγοτραγουδώ.

***

Όπου με πας σε πάω

Όπου με πας σε πάω,
και κρατάει ο άνεμος την κόντρα του,
όπου με κοιτάς σε κοιτάω
κι ας φεύγουν τα φύλλα των δέντρων μακριά,
γιατί όπου κρατάς κρατάω
κι αν η αυγή γεννάει το μεγάλο της φως,
η νύχτα σκεπάζει για να φανούν και τα μικρότερα.
Αν όπου πατάς πατάω,
ίσως το σύννεφο από το βάρος γίνει βροχή
και τρέξει βιαστικά στις ρίζες των δέντρων να κρυφτεί,
αν δεις περισσότερα φύλλα να φεύγουν,
είναι επειδή φυσάω,
κρατάω κόντρα το κορμί μου στη βροχή να μην βραχείς,
γιατί είμαι ο άνεμος και σ’ αγαπάω…

Μέσα στα κάτεργα των άνεργων θεών,
βρίσκεις τα όνειρα νεκρά και προδομένα

κι ο τοίχος απέναντι, καθρέφτης του μυαλού μου,
ν’ αντικατοπτρίζει τις σκιές του κόσμου αυτού,

ένα παράξενο τραγούδι που ακόμη τραγουδάμε,
κληρονομιά από λιμάνια ξένα.

Ότι πιο ευχάριστο έχω το σκοτώνουν,
με αιτιολογία τις ανάγκες του καιρού,

και γίνομαι δραπέτης στη βαβούρα της στιγμής,
γιατί η ζωή θέλει διαπραγμάτευση σκληρή
κι εξ’ ορισμού εμείς τους όρους οι φτωχοί δεν τους πληρούμε.

Κι ένα θλιμμένο πρόσωπο με κοιτάζει,
ένα άλλο πρόσωπο από πίσω διατάζει,
κλείνω τα μάτια μου, τη θέα δεν αντέχω,
το όπλο σηκώνετε…

Κι όλα αυτά ένα μίγμα από μπετόν,
το πιο σκοτωμένο αίμα της γης,
πηγμένο απ’ την αδράνεια της σκέψης

κι έτσι συνεχίζετε η αναζήτηση,
ένας αγώνας για τον προσωπικό μας ορίζοντα,
καταργώντας τις σημαίες.

Εσύ, ο παρών του υπό, η παρακαταθήκη του από,
όσο υπάρχεις, υποσχέσεις,

κι ύστερα; τι;….

τίποτα!

κι όμως τώρα.

Μία σελίδα,
(είναι ο τίτλος.)

Εισαγωγή στη φιλοσοφία του δρόμου.

Φάνης Παπαγεωργίου, Αμπαρόριζα

water-blue-mirrors-fire-seasons-artwork-1456x932-wallpaper_www-wallpaperhi-com_77

Για όσους στο γιαλό περνούν φεγγάρια
από τις ξιφολόγχες προβάλλουν μανιτάρια

Δυο σκιές εκβιάζουν την ασάφεια του χρόνου
Δυο σειρήνες παριστάνουν τον οιονεί θάνατο

Κάμποσες λέξεις ίδιες με λεύγες αφρίζουν με νοήματα
Σίγουρα επειδή δεν έχουν στόμα
Τυλίγονται ανά δυο «σε-θέλω»
Περιμένουν το πυρετικό φως
Που είναι ίδιο με το ηλεκτρικό χάδι
Ο πονόλαιμος κοιτάει ορθάνοιχτος
Ξεδιπλώνοντας τα όρια της ανθρώπινης σάρκας
Σαν την λάσπη που κινείται χάρη σε χιλιάδες μάτια

Με θηλιές από τρόπαια κέρατα
Προικοδοτούν τον κρεμασμένο
Οι ταξιδιώτες του πρωινού
Άλλωστε ο αέρας είναι το ξέφωτο
Που διασταυρώνεται η παγωμάρα των δακρύων

Ο σοσιαλισμός αν έχει ανθρώπινο σώμα Δεν θα είναι
Αλλά ανιδιοτελής δραπέτης

*Από τη συλλογή “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα”, εκδόσεις Κουκούτσι, 2015.

Γεωργία Τρούλη, Τα αστέρια

16295737_1064319410357510_749583201_n

Τα παίρνεις όλα ένα ένα.
Τα κατεβάζεις από τον ου-
ρανό. Τα γυαλίζεις με
Αλκαλικά υγρά και ζυγωματικά χέρια στο σεντόνι του
ύπνου που ξέχασε πάλι
Να κοιμηθεί Θα αφεθεί ήμερα
Τα δένεις με γραμμώσεις αόρατες Επιμήκυνση σε κλω-
στή και χρόνο
Που έχει πεθάνει
Προ πολλού και πολλά ιδωμένος
Τους δίνεις φορά σκήπτρου ή μπαστουνιού. Θα διευκο-
λύνεται η κατάβαση
Από το έξω ύψος – Περίγραμμα. Τα δένεις στον κό-
σμημα – λαιμό
Και ενώ παριστάνεις το εκκρεμές στην όρθια μοίρα του
κόσμου
Όλοι θα κοιτάνε μια κατακόρυφη λάμψη και από κάτω
μια τελευταία σκέψη
Στην κορυφή του κρανίου σου
Το κεφάλι φεγγάρι άγουρο αγοριού Και λίγο πιο πολύ
θα στάζει συλλογή και αιτία
Εκεί γίνεται ο κορεσμός των θεών σε Αναπνοή και υδρόγεια σκέψη
Δύο
Οξυγόνο
Νερό
Και

*Από τη συλλογή “ακρογωνιαία πορεία στο και”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2012. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

tumblr_of54opzkgh1uby0fuo1_500

Νύχτες με πανσέληνο

Τις νύχτες αυτές
φοράω το φίμωτρο
κλειδώνω πόρτες και παράθυρα
πετάω τα κλειδιά μακριά
δένω τα πόδια στο κρεβάτι
σφαδάζω σαν σφαγμένο πρόβατο
καθώς γίνομαι λύκος
τις νύχτες αυτές,
πάντα,
κρύβω
τα στιλέτα.

***

Μάτια με φωτογραφία

Το ξέστρωτο κρεβάτι
ακόμα μύριζε έρωτα
και οι ανάσες υδροκυάνιο

ο άντρας στον καθρέφτη ξυρίζεται
τα λέπια του στάζουν στο ξύλινο πάτωμα

η γυναίκα ντυμένη το σακάκι του και την ήβη της
ξεδιπλώνει με το βλέμμα
σπάγγους αιμάτινους,

τα πετεινά του ουρανού
γαυγίζουν
σε συχνότητες υπέρηχες

ο Σαχτούρης με ευλάβεια τα αφουγκράζεται
και τα μαγνητοφωνεί.

*Από τη συλλογή “Η Πλατεία των Ταύρων”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα Φεβρουάριος 2017.

Παναγιώτης Χαχής, Νεκρή πτέρυγα

lathos

Όλοι μιλούν για τον καιρό
Εμείς όχι

Φαντάσματα της πόλης
Από μελάνι
Παριστάνουν τους χάρτες
Πέντε έξι δρόμοι,
Η ασκητικότερη
Γεωγραφία
Της ομορφιάς.

Σιγουρεύομαι
Πως η άσφαλτος πιάνει ακόμα φωτιά
Κι επιστρέφω
Με το βήμα πάντα μισό.

Μνήμη σημαίνει μετέωρη
Επιστροφή στην καρδιά.
Αν δεν έχεις στηριχτεί στη λάσπη
Αυτό το χώμα ζυγίζει όλο
Το βάρος των ουρανών.

Λέξεις και βλέμματα
Δεμένα πισθάγκωνα
Γυμνά
Στο συρματόπλεγμα της γλώσσας

Δάχτυλο που χαϊδεύει
Το λαιμό σου
Σαν σκοινί.
Ουλρίκε Μαρία,
Άφιλτρα Roth-Handle
Η ζωή πριν
Η Ζωή
Ένα βήμα
Μετά.

*Από τη συλλογή «Anus Mundi», εκδ. Πανοπτικόν, 2014.

Κωνσταντίνος Γαλάνης, Στουρνάρη και Αλχημιστών γωνία

emp1-2-thumb-large

Στα πεζοδρόμια θα βρεις τη λησμονιά.
Ένα κασκόλ φορά κι ερπύστριες στα χείλη.
Νοέμβρης στρίβει απ’ τη γωνιά,
συνθήματα πατά μ’ αποτσίγαρα που σβήνει.
Γάντια φθαρμένα στα κάγκελα κρεμά
παρηγορώντας γαρίφαλα που πένθησαν
για της φωτιάς το μέλλον.

Φαίδων Μουδόπουλος-Αθανασίου, Νυχτερινή Σκέψη

16426193_10208269699203125_3958441824443272236_n

Έξω μαύρο σκοτάδι.
Μόνο τ’ αστέρια αντιστέκονται με το φως τους
στην αιώνια σκοτεινιά της νύχτας.

Μέσα στο σπίτι, σκιές παντού
–πλην το κίτρινο φως της λάμπας–
και οι τέσσερις τοίχοι σαπίζουν
εντός μου.

Τ’ αστέρια πέφτουν βροχή
σχηματίζοντας λευκές πορείες καπνού
στον σκοτεινό ουρανό.
Μα εσύ δεν τα βλέπεις.
Μόνο κάθεσαι και αφουγκράζεσαι
τις σκιές και τις σκέψεις
το κιτρινωπό φως και τους τέσσερις τοίχους
που σαπίζουν εντός σου.

Σκουριασμένο ανδράποδο.
Έξελθε!
Νιώσε τη δροσιά της νύχτας και τους αχούς της,
δες το λαμπρό φως των αστεριών,
και άσε τους τοίχους να σαπίζουν.
Εκτός σου.

*Από τη συλλογή “Ιστορίες κρίσης και άλλων παραγόντων”, εκδ. Οσελότος.

Αντώνης Στασινόπουλος, Έξι ποιήματα

sintra_14g_frame

Ανήσυχος

Περιπατητής σε δρόμους αχάρακτους
σύντροφοι τα ξωτικά της φαντασίας.
Ξέρω θα μου πείτε
τα πλουμιστά εμπορεύματά σας
φαντάζουν διαλεχτά.
Όμως στις παράγκες του κόσμου ξεθωριάζουν.
Δεν τα χρειάζομαι.
Αφήστε με ήσυχο ν’ ανησυχώ.

***

Δίνη

Τούτες τις ώρες
μοναξιά διάχυτη.
Η συνέχεια του προηγούμενου αιώνα
με μαζικά εγκλήματα.
Φτάνει πια.
Πόσος πόνος σε δυο αράδες;
Θέλω να σου πω
η δίνη με παρασέρνει.
Αίμα αθώων.

***

Οργή

Ουρλιάζω στις φωτιές
μαζί με τα καιόμενα δέντρα και τους ανθρώπους.
Ουρλιάζω στις πυρπολημένες βουνοπλαγιές
μαζί με τα πουλιά και όλα τα ζώα των δασών.
Ουρλιάζω για τη διατίμηση της ανάσας μας.
Ουρλιάζω για όσα αφανίστηκαν
και θέλουν αιώνες να ξαναγίνουν.
Προδότες της ζωής
τα ουρλιαχτά μας εφιάλτες σας.

***

Σύλληψη

Σε κρυστάλλινους δρόμους το είδωλό μου.
Κάμερες παντού στην πόλη
αόρατα βλέμματα.
Ελεύθερο το φιλί μας
συλλαμβάνεται σε οθόνες.
Κατοχή
η ψυχή μας παραφράζεται.

***

Ψωμί

Τα πουλιά πέταξαν μακριά
χάθηκαν στον ορίζοντα.
Λιγόστεψε το ψωμί.

Εξουσία των λίγων.

Ψίχουλα
μερικά σπουργίτια τσιμπολογούν
στους καρπούς της σιωπής.

***

Κυριαρχία

Τικ τακ το εκκρεμές του Γκουαντανάμο.
Τικ τακ ο μετρονόμος της εξουσίας.
Τικ τακ η συμφωνική των κυβερνήσεων.
Κλεψύδρα απύθμενη.
Τικ τακ οι καρδιές των αιχμαλώτων.

*Από τη συλλογή “Μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009. Φώτο: Θάνος Τσάκαλος