Κώστας Ρεούσης, Έξι ποιήματα

THE GUARDIAN GARDEN

Πρωινό του Ορφέα πλέον
Κάθε έξοδος γυρίζει αθόρυβα
Έως πανηγυρικά την πτήση
Καθώς το σκεύος χαλκεύεται
Σ’ ανίερες συμμαχίες τ’ ασήμι.

EL ESTOMAGO

Άτσαλα κουρεύτηκε η μέρα
Πετσοκόβοντας την ψυχή
Με την οκά στα παζάρια του
Νότου διακονεύει το σούρουπο.

SAMBA CANTINA

Ν’ αρχίζει με λικνίσματα
Της αιώρησης που κρύβεται
Το ζήτα χρώματα πολλά
Χρώματα.

ΣΚΟΤΟΔΟΤΗΣ

Ταραγμένος από έμβρυο
Τις πέτρες αιώνων
Θαλάσσης
Γλειμμένων
Μετέχω.

Η ΚΑΜΗΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΓΚΟΥΡΟ

Ο δρόμος φαντάζει μπάσταρδος
Ώστε ο καταρράκτης πλήρης νερών
Να συνοδεύει το δερβίση στις πηγές του
Νείλου
Ορατά των ανθρώπων τεκμήρια
Τόνοι παπύρων βρεγμένοι.

27.07.2000

Σάστισα με τον καιρό
Ο αχαρακτήριστος
Μεστός αριθμών αν
Όχι νερών
Όντας πνιγμένος
Πλέοντας.

*Από τη συλλογή “Ενα τσεκούρι κάθεται στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2015.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πέντε ποιήματα

ΚΑΤΑΣΑΡΚΑ

Φορώ κατάσαρκα
χειμώνα καλοκαίρι
φύλλα μπασμά από χέρσα χωράφια
κλαδιά που τα πελέκησε η πάχνη

κι άγρια κύματα καμπυλωτά
που φωλιάζουν
και μπολιάζουν τη ζωή μου.

***

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Κυλάει μέσα μου ποτάμι ορμητικό

κατεβάζοντας ρίζες βαθιές
παλιά σεντούκια
και μεγάλα δάκρυα λαμπερά

λόγια που ανατινάχτηκαν απ’ τη φοβέρα

χρώματα κι αρώματα που λησμονήθηκαν
μες στη μεγάλη λάμψη.

***

ΓΥΡΩ ΚΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ

Τρέχω
σκοντάφτω
γυρίζω
γύρω κι ανάμεσα και μέσα

-τίποτα-

τρέλα διάχυτη απλωμένη παντού
αντηχήσεις μέσα σε παλιοσίδερα
και πλεξιγκλάς.

***

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΟΥ ΣΠΙΤΙ

Το παλιό μου σπίτι γέρνει τις νύχτες

αφουγκράζεται ψιθύρους φτερουγισμάτων
θυμάται φτώχεια και ξεριζωμούς
ξυπνά πρόσωπα που τα παγίδεψε η αντάρα

κι ολοένα προσπαθώ να κρατηθώ
καταγράφοντας ανέμους και θύελλες
που με πνίγουν.

***

ΜΑΚΑΡΙΟΙ

Αμνήμονες

χωρίς μούσα
χωρίς ιστία

μακάριοι αρμενίζουν

σέρνοντας γενεές
επαναλαμβάνοντας το όντως τίποτα.

Η Ιστορία γυμνή
πάντα ωραία
τους οικτίρει.

*Από τη συλλογή “Το αίμα μένει”, εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2016.

Νικόλαος Κάλας, Ενθάδε κείται η καρδιά

Artwork: Simone Held

Σάν ένα αγρίμι παγιδευμένο
Ένα καράβι που κινδυνεύει
Ένα παιδί μονάχο μες στή νύχτα
Μιά πλανημένη ώρα
Περιμένω

Ένιωσα ήδη τά κύματα της επιστροφής
Πού γκρέμισα τη ζωή μου;
Στο περιθώριο καθε ρυθμού δυνάμεις διασταυρώνονται
Ποτέ πιά καυτοί ή παγωμένοι πόνοι
Δε θά ζήσετε άποτυπώματα τέτοιων μεταμορφώσεων
Τίποτα πλέον απ’ δ,τι φτιάχνουν τά χέρια δέν άφήνει ίχνη
Οί σκιές πού έρχονται ποιός ξέρει από πού
Συνοδεύουν έπειτα αντικαθιστούν τίς μορφές από άμμο
Σ’ έναν κόσμο δίχως επιστροφή
Η διάταξη τών αριθμών καί τών άστρων
Μιά παρτίδα σκακιοϋ
Ξετυλίγεται χωρίς εκπλήξεις
Αλλά ή καρδιά ή ίδια μετριέται μέ τή μονάδα τού τυχαίου
Δίπλα μας μπροστά καί πίσω
Οί πνιγμοί διαδέχονται ό ένας τόν άλλον
Η αγάπη δέν είναι φτιαγμένη αποκλειστικά από αγωνίες ‘
Όπως ό κόσμος ή δπως εσύ
Αναπαύεται καμιά φορά πανω σέ κάποια βεβαιότητα
Ή έναν θρόμβο αίματος
Πηγαίνοντας πρός εσένα πρίν τά μάτια
Τό στόμα είναι ήδη ανήσυχο
Οι πύλες τού ναού τού φόβου μένουν ανοιχτές
Κατόπιν άλλες συναντήσεις απρόσμενες
Προστίθενται καί μεταστρέφουν τά σημεία πού μού ήταν εύνοϊκά
(Παρίσι 1939 – Λισσαβώνα 1940)

*Από το βιβλίο Νικόλαος Κάλας, “Δεκαέξι γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς”, σε μετάφραση Σπήλιου Αργυρόπουλου-Βασιλικής Κολοκοτρώνη, εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία, 2002.

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

Παχιά ζέστη στο πρόσωπο

Φθορά ήλιου στα μαλλιά
Μάτια που επιμένουν ν΄ ανοίγουν
Τεντώνεται η αργοπορία
Στα πέλματα
Νερό δεν υπήρξε
Τις υπνώτισε καταμεσής του δρόμου
Φύγανε ολάκεροι αφήνοντας
Μια παρτίδα ακροδάχτυλα
Κομμένα φάλαγγα- φάλαγγα
Πάνω στο δέρμα ενός άρρωστου δρόμου
Ιδρώτας
Και μια αίσθηση για ακόμη νερό
Σφίχτηκαν ο ένας πάνω στον άλλον
Απ τους αγκώνες
Ήρθε η νύχτα και μια αίσθηση
Κερατίνης από νύχια
Που έμειναν πάνω στη ζεστή
Άσφαλτο

***

Να ραφτώ κάτω από το δέρμα σου

Μικρόβιο ξενιστής
Να σε βλέπω να μεγαλώνεις από μέσα
Να διαστέλλεσαι
Να παχαίνεις
Να ακούω τους τριγμούς των σκέψεων
Τα αποσπασματικά παιχνίδια
Όταν σου δίνω ένα δίσκο λέξεις-τραγούδια
Και την κλειτορίδα μου επί πίνακι
Υπερτροφική σαν το εγκεφαλικό μας παρέγχυμα
Την άρνηση- την αντίδραση- την επιστροφή
Να νιώθω νεροχύτης που στάζει καιρό
Κι έχει μουλιάσει τα χρονοντούλαπα της ιστορίας
Μέσα σε ένα χώρο που το φως κάθε μέρα δημιουργεί αποχρώσεις
Φυλακίσεις του δέρματος
Και σε μια σελίδα κάθε βράδυ η σιωπή
Να μετατοπιζεί το κέντρο βάρους
Σε μια απόσταση γεμισμένη τσιμέντο
Και πουά ομιλίες
Σπασμωδικά να ενώνονται με κλιματσίδες δέντρων και περικοκλάδες
Και κάθε σπασμένο πρωί
Να δημιουργούν τη ρίζα
Μιας φαντασίωσης
Που δεν
Που δεν ακουμπάει στο πραγματικό
Και στα σφαλισμένα παντζούρια

*Τα σχέδια της ανάρτησης είναι έργα της ποιήτριας.

Δώρα Κασκάλη, Δύο ποιήματα

Ο εικονοκλάστης

Την εύκρατή σου καλλιέπεια λατρεύω.

Το ψάρι αυτοκτονεί στη γυάλα σου

επιτυχώς κρεμιέται απ’ τη μανόλια το πουλί.

Κρατάς ημερολόγιο απωλειών.

Το θάνατο πολεμάς να ορίσεις,

το επέκεινα. Ανεπιτυχώς.

Ζω για τη θρηνωδία

του ευάλωτου ψυχισμού σου.

Δεν με ρωτάς ποτέ για τη μαρμαρυγή

που εκτρέφω δέκα χρόνια.

Αναρωτιέσαι. Θάβεις την αγάπη.

Με κατηγορείς για ανιστόρητο λυρισμό.

Εγκαλείς απ’ το καταφύγιο του γραφείου σου.

Δεν θέλω να σου δείχνω 

τα χέρια που μου μάδησε
το άλγος της συνήθειας:

νερά, χαρτιά, πιατικά. Η ασχήμια.

Μικρά μου τέμπλα.

Φιλοτεχνώ.

Ιερουργώ.

Κι όταν ’ρθει η ώρα


μ’ όλα σας τα στολίσματα

ψυχρή θα σας ξυλεύσω.

***

Πατέρα σου ταΐζω
με μνήμη το εικόνισμα,
το ξεσκονίζω από τους ρύπους
της ζωής μου.
Μικρέ ήρωα,
οι φίλες μου είναι πουλιά
με σκοτωμένα φτερά.
Τη μια λένε σκλήρυνση κατά πλάκας,
χορεύει κλακέτες με το μπαστούνι της·
η άλλη ρίχνει ιώδιο
στη χαράδρα του λαιμού.
Τα παραδείσια πετούμενα
γίνανε οικόσιτα και
τους ατομικούς αγίους τους δοξολογούν.

Είμαι η κόρη σου
που έχασε από το δράκο
και τον φυλάκισε στο εφήβαιο
υπνωτικό του δίνει
μ’ ονόματα όπως
συστολή, άρνηση και λήθη.
Πατέρα της Κατοχής,
της Μεταπολίτευσης, της Ανάγκης
έπεσα στο κενό των εποχών,
θέλω να βγάλω τα παιδιά
απ’ τη σκιά στον άκτιστο ήλιο.

Τα χέρια θέλω να πετάξω
γιατί δεν τα ‘μαθες πώς να αγγίζουν.
Με προδίδουν αυτό το βράδυ
που προσπαθώ να δώσω σχήμα
στο πρόσωπό του
να ημερέψω τα μάτια του
που στρώνουν το μονοπάτι μιας φυγής.
Πατέρα, έριξα μενεξελί πανί απάνω σου
να μην βλέπεις που τον φίλησα
τρεις φορές στο πρόσωπο
σα να τον φιλούσα
τρεις χειμώνες στο στόμα.

Είναι μισοφαγωμένα τα κορμιά μας
εκείνου από την πλησμονή
το δικό μου από την στέρηση.
Και πεινούν ακόμη την ίδια πείνα.
Πέταξα στο σιντριβάνι
τα κέρματα που έγραφαν “για πάντα”,
τα κεφάλαια έψιλον του έρωτα·
ξεχνώ τα λόγια των ευχών.
Έριξα στη μαύρη σακούλα
τα παιδικά μας παραμύθια
με σένα θριαμβευτή.

Αναπαύσου στα όνειρα της μαμάς.
Εγώ χαράζω ένα οδόσημο,
μια λέξη υβριδική
που συνθλίβει τ’ όνομά μου,
τη στολή του άσπρου ιππότη του,
την εγκαρτέρησή μου, τη λαγνεία του
και μας εφευρίσκει ξανά.

© Δώρα Κασκάλη

Άρης Αλεξάνδρου, Διαύγεια πνεύματος

Τό ποίημα κύλαγε
φυσικότατα
οί συλλαβές χτυπάγαν
σταγόνες τής βροχής στόν τσίγκο
μά ό τελευταίος στίχος
κατακόρυφος άηχος
τίποτα.
Δέν καταλαβαίνω.
Ποιός ό λόγος; πρός τί;
Ξαναδοκίμασε.
Σταγόνες φυσικότατα στόν τσίγκο
μά ό τελευταίος
πρός τί;
Άνασήκωσε τά μάτια, κατάλαβε:
Εμπρός του,
παραβιασμένη
ή έξώπορτα
κι ό διαρρήκτης
νά προχωράει άργά
μέ τίς αιχμές τού όρθάνοιχτου διαβήτη
σημαδεύοντας
ταυτόχρονα
τά δυό του μάτια.

*Από το βιβλίο “Άρης Αλεξάνδρου Ποιήματα (1941-1974)”, εκδόσεις Ύψιλον/βιβλία 1991.


Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Το βιβλιοπωλείο στην οδό Αγίου Ανδρέου
 
 Δεν υπάρχει πια…
ταμπέλες ψηλές γράφουν μετακομίστηκε
κάποια πράγματα δεν κομίζονται αμέσως ή μετά
όπως οι διπλωμένες στην άκρη σελίδες για ανάμνηση κειμένων
και λιγότερο γι’ ανάγνωση
όπως η ουρά μπροστά από το ταμείο
όπως οι ραχοκοκαλιές των Aγίων…
γυρεύω το βιβλιοπωλείο στην Αγίου Ανδρέου
άρρωστη βαριά από την έλλειψή του
εκεί άλλωστε περνούσαν οι ώρες
τις ώρες μαζί μου, κι οι ώρες γυρεύουν επίμονα
κάποια πράγματα που δεν μετακομίζονται και δεν μεταναστεύουν
δυναστεύουν, αναστέλλουν γενιές
…ξέρω πως τα παιδιά μεγάλωσαν
 μα εγώ το ίδιο έμεινα
τώρα πια δεν αλλάζω χαμόγελο, ούτε κλάμα
καμιά συζήτηση ν’ αλλάξω βιβλιοπωλείο
εκεί οι πλημμύρες της νιότης σώθηκαν
οι σεισμοί των ονείρων στάθηκαν
εκεί, που είχα κρεμάσει τις ελπίδες, καλώδια χωρίς μονωτικά
από το…ό,τι μετακόμισε δεν χάθηκε
σαν έρωτας, βιβλίο, πόλη ο χρόνος
σαν πονιέρης κι ας μην έμαθα ποτέ τι σημαίνει η λέξη πονιέρης
κι αν δεν υπάρχει τι;
Θ’ αλλάξει πώς νιώθω αυτήν
ταύτην την Κυπριακήν μου
ώρα ή aura;
 
*Από το Βιβλίο πέμπτο, Φωτεινές Λίμνες, Τόμος Νηρηίδες (2016).
 
***

Οι γλάροι

Περιμένουν να τους ονοματίσεις,
Σαν άσπρα γεμάτα βαρέλια με οίνο
Περνούν με τους πλανήτες
Περιμένουν να φωνάξεις τον κάπελα του ανέμου
Και της γνώσης να κατέβουν
Κι όταν αυτός θα ‘ρθει
Ανοίγουν τα φτερά τους στο μεθύσι
Σαν κάνουλες χαράς, φωνές ξεφαντώματος
Γυμνάζουν τα πόδια στο μεγάλο ταξίδι
Ανοίγουν τα μάτια στις ασύγκριτες μέρες
Μένουν δεμένοι στο ζωνάρι της λεηλασίας του ήλιου
του Νότου
Γιατί… για να φύγουν…μακριά
Πρέπει να δώσουν όλα όσα μαζεύονται στο ράμφος τους
Και είναι πολλά
Είναι ό,τι τους έβαλες να φαν
Για να σταθούν στο είδος τους
Όσα τους έδωσες κι εσύ, για να σε πάρουν μαζί τους!
  
*Από τη Συλλογή Αγίου Ηλίου του Νοτίου, 2016.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Τυφώνες

Οι τυφώνες στην εποχή τους
ξεριζώνουν δέντρα
αρπάζουν στέγες
πλημμυρίζουν τις ακτές
σηκώνουν κύματα βουνά
βουλιάζουν καράβια
Οι τυφώνες στην εποχή μας
ξεριζώνουν θεμέλια
αρπάζουν το αύριο
πλημμυρίζουν τα χέρια με αίμα
σηκώνουν συρματοπλέγματα
βουλιάζουν αθώες ψυχές.

*Από τη νέα ποιητική συλλογή του Ανδρέα Καρακόκκινου “Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό¨που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.

Ειρήνη Παραδεισανού, Άτιτλο

ΑΤΙΤΛΟ
Μην πασχίζετε άλλο. Σας άκουσα

Όλοι εσείς που με κοιτάτε με γνήσια λύπηση
Όλοι εσείς που φτύνετε πάνω μου τα γνωστικά και μετρημένα
λόγια σας
Όλοι εσείς που φλυαρείτε ασύδοτα στα κουρασμένα αφτιά μου

Σκεφτήκατε έστω για μια στιγμή
το μάταιο του πράγματος;

Νιώσατε έστω για ένα λεπτό
πόσο βαθιά ραμμένη κάτω απ’ το δέρμα σας
βουίζει η κοινή μοίρα;

Μην πασχίζετε άλλο.
Σας άκουσα.

Κι αν ντύνομαι φορές μανδύα αφέλειας
μέσα μου γελώ με την τύφλα σας.

Τροφή μου δίνετε για ποιήματα.

(Τα γυάλινα μάτια των ψαριών, εκδόσεις Βακχικόν 2016 )

Έψαχνα ένα ποίημα να ταιριάζει με το πνεύμα των ημερών, αυτόν τον πολτό από εικόνες και λόγια άψυχα δίχως ειρμό και προπαντός δίχως τη μοναδική ουσία που έχει ακόμη και η μικρή πεταλούδα με την εύθραυστη ύπαρξή της, ακόμη και το κύμα της θάλασσας που υψώνεται αιτιολογημένα και σκάει στα βράχια σε απόλυτη αρμονία με τη γύρω του αταξία.

Μην πασχίζετε άλλο.
Σας άκουσα.

Να μπορούσα να το φωνάξω αυτό
σε όλους αυτούς που αγορεύουν με υψωμένο το δάχτυλο και την όψη τους παραμορφωμένη από το μίσος

τους γλωσσαμύντορες
τους οπαδούς της ορθότητας
τους ημιμαθείς αυτάρεσκους αγορητές του κενού
τους χορτάτους

αυτούς που ποτέ δεν ένιωσαν τη δίψα στο στέρνο
αυτούς που γεννήθηκαν σίγουροι

αυτούς που εγώ αποκαλώ “άκαπνους”
γιατί ποτέ δεν καταδέχτηκαν να λερωθούν.

Μην πασχίζετε άλλο.
Σας άκουσα.

*Πρώτη δημοσίευση εδώ http://www.artinews.gr/%CE%BC%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%87%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CF%84%CE%B5-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF.-%CF%82%CE%B1%CF%82-%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1

Νίκος Καρούζος, Δύο ποιήματα

Λαλώντας απ’ το μέλλον

Δεν έχει stop η ποίηση.
Να προκαλείς αχόρταγες φωτιές
τραγουδώντας τους άχραντους πάγους.
Είμ’ εγώ που σου λέω· που συγκατοικώ

σε υπόγεια υγρασία
με αόρατο τέτανο που καιροφυλαχτεί

και μ’ ανόσιες αράχνες.

***

Χρησμός και Πράγμα

Τι χαίρεσαι; την αθαμβία;
Μα ο θεός νοσεί
σε φρικαλέες αναγκαιότητες

τίκτοντας ελευθερία
πέρκα τραγουδιστή και ηδύχρωμη
στην επιούσια θάλασσα λησμονήσου.