Μανόλης Κουμαντάκης, Το πολεμικό σινεμά

Μπήκα στο στρατό ξέροντας ότι θα παίξω σ’ ένα σινεμά
κι έπειτα θα βγώ να πω στην γκόμαινά μου πιά παραμύθια χοντρά.
Ακόμα και νεκρός όταν πέφτεις
κάποια εικόνα του σινεμά και μουσική μελαγχολική θα μπορείς να συνθέτεις. Συνθέτης και σκηνοθέτης.
Μα της φρίκης του στρατού έγινα ένας ικέτης.

Στο σινεμά ο Ράμπο Πι.Χι.
μπορεί και ποζάρει και σκοτώνει κάθε τρομοκράτη και κομμουνιστή.
Έτσι και εγώ θα καμαρώνω που μοντέρνα όπλα θάχω να βιδώνω
και σεξουαλικά θα τα χερουκλώνω.
Ακόμα κι αν θα πέσω σαν ένα κλώνο
δέκα δισεκατομμύρια μάτια θα με δούν σε σινεμά φανταστικά στον ντουνιά.
Είναι ωραίο να σκοτώνεις σκεφτόμουνα
και παρ’ όλο που το στρατό λόγω φασισμού εχθρευόμουνα
από το μιλιταρισμό γοητευόμουνα
ξεχωρίζοντας τους μιλιταριστές από τα φασιστόμουνα.
Η ταξική κοινωνία τη φρίκη έχει μελοποιήσει
το θάνατο θα σου σκηνοθετήσει
έτσι που και ο θάνατος θα σε ευχαριστήσει
όταν ο καταπιεστής την σκανδάλη σε σένα πατήσει.
Αφού είδα ότι ο στρατός εξαφανίζει κάθε είδους ποιητική συμφιλίωση με τη φρίκη
και ο σινεμάς του μυαλού αποδείχτηκε φρικιαστικό χαλαμπαλίκι
φοβάμαι ακόμα κι ένα παιδάκι που κρατά στα χέρια ψεύτικο πιστόλι.
Έχουμε το διάολο του φασισμού και του πολέμου μέσα μας όλοι.
Χουφτώνω το κρανίο μ’ ανελεύθερα χέρια
σ’ αυτά τα φρικτά ελληνικά μιλιταριστικά τούτ’ ασκέρια
και βγάζω εικόνες ωμές με νηστέρια
την ψυχή ματωμένη εναέρια
της απελπισίας θητεία κι ιέρεια
κάτω απ’ του φασιστικού κέντρου τα αστέρια.

Ονειρεύομαι μια καλύβα στην άκρη της ζούγκλας ζεστή
πλάι σε μια θάλασσα ηδονιστική
όπου καμμιά ντουφεκιά δεν θ’ ακουστεί
και δεν θα υπάρχουν όπλα και οπλοβαστοί.
Και δεν θάμαστε δεμένοι μ’ ένα όπλο
και την πλακέτα αναγνωρίσεως πτωμάτων σε κάποιο λόχο.
Όπου κοιμόμαστε φέροντας μονίμως στο λαιμό το ασιμί μας
γουρούνια στην μοντέρνα εποχή μας,
μήπως και πεθάνουμε κάποια μέρα και ξεκολλήσουν απ’ το γυμνό λαιμό
του ασιμί τον νεκρό τον αριθμό…

Εγώ είμαι κρέας για τα κανόνια
είμαι κρέας για σωφρονιστικά καψόνια
όχι σινεμάς και πρωταγωνιστής στο σινεμά με γοητρόνια.
Γαμώ τα γαλόνια
πούναι πάνω από τάφους αηδόνια.
Στο σινεμά σταμάτησα να πηγαίνω
γιατί είναι σαν τον στρατό όταν μπαίνω
και βλέπω στην οθόνη κάποιο φασιστρόνι
γοητευτικά να σκοτώνει.
Μεγάλο ψυχολογικό καψόνι.
Για να με εθίσουν στο φρικτό θέαμα το κοινωνικό.
Στο πυροβολικό
τα βλήμματα των 90 κιλών τα λένε μπέμπηδες
κομματιάζουν σπίτια, νταλίκες νταλικιέρηδες
μπουλντόζες μπουλντοζιέρηδες
ζαρτινιέρες ζαρτινιέρηδες
εκπυρσοκροτούν τα μέλη τους στους φρικτούς αέρηδες
κι είναι ωραία εικόνα για του σινεμά τις έριδες,
για του θεατή τα υποσυνείδητα κενά
και για τα αισθήματά του τα νεκρά
και αφήνουνε και κέρδη εμπορικά
κι όλα πάνε καλά
αλλοιώς τα ανθρωπάκια που πηγαίνουν σκλαβωμένα σπίτι δουλειά
δεν θα καθόντουσαν στης αθλιότητας τ’ αυγά.
Φρικάρω από τρομώδη συγκίνηση
όταν βλέπω ένα βλήμα σε κίνηση
προτιμώ να κάτσω γύρω από μια φωτιά
να την κυττώ στα μάτια ζεστά να χτυπά
και να μην υπάρχει ούτε υποσυνείδητη μνήμη
από βόμβες στρατόπεδα, θανατοέτοιμα κτήνη.
Ας πιάσουμε πια το φάντασμα της λευθερίας απ’ την κνήμη,
έτσι που το τέλος του θάνατου χαρτί θα μας απονείμει.
Στη μνήμη
όλων των νεκρών συντρόφων που σκοτώθηκαν χωρίς φιλμ.
Στη μνήμη των νεκρών στο ‘ Αουσβιτσ και το Νταχάου που κάηκαν χωρίς φιλμ.
Στη μνήμη των παγκόσμιων πόλεμων.
Τέλος, στο τέλος του φιλμ των εμπόλεμων.
Δεν έχει τέλος τούτη η στροφή
ούτε και το θρίλερ του πολέμου τελειώνει πάνω στο χαρτί.
Κι η μάχιμη θητεία διαρκεί
στη Ρόδο την κοσμοπολιτική κοντά στην πρώτη γραμμή.
Ξανθές τουρίστριες χαζές
μας ζητάνε να τους πούμε ωραίες ιστορίες όμορφες μιλιταριστικές
και μείς για να τις βγάλουμε γκόμαινες αυτές
τους λέμε πως είμαστε αλεξιπτωτιστές.
Παρ’ όλο που έχουμε κοιλιές.
Δεν τις προσέχουν αυτές.
Και φθιάχνουν γενναίους ήρωες με τις φάτσες μας τις κωμικές.
Γυρνώντας στην Αυστρία
λένε μια ιστορία.
Στη Ρόδο που πήγα
γνώρισα ένα μεσογειακό γορίλλα
μ’ έσφιγγε με τα πρωτόγονα χέρια του
έτσι όπως σφίγγει ο αλεξιπτωτιστής τα ταίρια του
κι εκεί στην ντισκοτέκ
μούπιασε τον κώλο για ένα φλέρτ.
Και με ξέσκισε με το κτηνώδη σώμα του
έτσι όπως αφήνει ένας έμπειρος πολεμιστής νεκρό το πτώμα του.

1986

*Από τη συλλογή “Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα – Αναμνήσεις από στρατόπεδα συγκέντρωσης της κοσμοπολίτκης Ρόδου”, Εκδόσεις Επόμενη Επανάσταση, Ηράκλειο 1988. Ευχαριστώ τον Θεόδωρο Μπασιάκο που μου έστειλε το βιβλίο.

Εμμανουέλα Αγγουράκη, Τρία ποιήματα

Το σκουλήκι

Περιδιαβαίνοντας
διαδρόμους νεκροπόλεων
σε στάση βρώσης
αναφώνησα:

“Ω! Άνθρωποι εσείς, δολοπλόκοι.
Νεκρόφιλοι και χαμερπείς”.

***

Ο έρωτας

Ηθοποιός έρωτας
διπολικός και δορυφόρος
έρωτας εργολάβος
γελωτοποιός
σοφός ραβίνος
έρωτα είσαι τρομοκράτης
συ ‘σαι έρωτα ο μόνος επαναστάτης.

***

Περιπλάνηση

Δύο κουβέντες ψέλλισες
μετά από χρόνια περιπλάνησης
στα κάθε λογής εδώλια

Δύο κουβέντες
και οι μηχανές όλου του κόσμου έσβησαν
με μια ταχύτητα φωτός
άνεμοι σε προσπέρασαν
γερμένη πίσω
άλλοτε λεβεντόκορμη

με το δεξί στη μέση, στο σπαθί
ευθεία στάση

και άλλοτε θυσία
Λοξεία στάση
με τα μαέστρικα χέρια σου
δεόμενα δεξιά αριστερά
προς το θεό που είδες
άκουσες και άγγιξες
και που τον έκανες
αιώνια δικό σου

*Από τη συλλογή “Η δίεση των όντων”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2012.

Χάρης Μελιτάς, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΖΗΤΙΑΝΟΙ

Παιδιά της Αφρικής, μην προσπερνάτε.
Μη μας αφήνετε σ’ αυτό το μαύρο χάλι.
Σαπίζουμε στην έρημο της πόλης.
Φαντάζουμε φαντάσματα
ναυαγισμένων μύθων.
Απ’ της ευημερίας τους ιούς
γεμίζουν φλεγμονές τα σωθικά μας.
Μη μας εγκαταλείπετε στο έλεος
του Δυτικού πολιτισμού που μας θερίζει.
Δείξτε μια στάλα ευαισθησίας στις γιορτές.
Με είκοσι εμβόλια κατά της ιλαράς
μπορούμε ν’ αγοράσουμε φτηνά
ένα πακέτο κάρτες ανοησίας.

***

ΚΟΙΝΗ ΣΥΝΑΙΣΕΣΕΙ

Έγραψα τα υπάρχοντα στη Νύχτα
κι αποχώρησα.
Ένα φιλί
μια στάμπα αίμα
λίγους στίχους
κι ένα παράπονο σκυφτό
εκτός σχεδίου.

Χωρίσαμε χωρίς αμετροέπειες
καθώς αρμόζει δηλαδή
σε καθωσπρέπει ποιητές
συμβασιούχους.
Τώρα μπορώ
να ωριμάζω ελεύθερος
στο κελί μου.

*Από τη συλλογή “Παράσταση ήττας”, εκδ. Μανδραγόρας 2012.

Γιώργος Καββαδίας, Τρόμο κρατεί_

Κλαδί που λύγισε ο αέρας…
κάπως έτσι βλέπεις τη ζωή μας.
Ένα κλαδί που το λυγίζουν οι άλλοι, οι πιο δυνατοί.
Έχει όμως ελαστικότητα, επανέρχεται και συνεχίζει να
παίρνει μπόι.
Τα χρόνια όμως περνούν.
Οι εποχές αλλάζουν.
Χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο,
και πάλι απ’ την αρχή.
Κι είναι ξανά οι ίδιοι άνθρωποι που σε λυγίζουν.
Πιο μεγάλοι, πιο δυνατοί πια.
Κρατιέσαι καλά και πάλι, μα για πόσο;
Οι ρίζες θα κλονιστούν,
οι φωτιές θα σε τρομάξουν,
και στο τέλος η φωνή θα σπάσει.
Κι η σκέψη άλλα θα σου λέει,
θα παραμένει κόκκινη από το αίμα εκείνων που πρέπει να πληρώσουν.
Οι πράξεις σου θα πνίγονται.
Μα τα θεμέλια τα σάπια, σιγά-σιγά, θα μετατοπίζονται.
Το δάσος θα πνίξει τη μεγαλόπρεπη πόλη στο ίδιο της το λίπασμα
και θα βλαστήσουν τ’ άνθη της ελπίδας μας ξανά.

1/3/2014

*Από τη συλλογή “Δεν ήσουν εσύ για επανάσταση”, εκδόσεις Εντύποις. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι των Γιάννη και Χρυσόστομου Ντούβαλη και περιλαμβάνεται στη συλλογή. Για περισσότερα για τον Γιώργο Καββαδία επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του στο http://www.georgekavvadias.gr

Μίλτος Σαχτούρης, Επτά ποιήματα

Ο καθρέφτης

Στη Νόρα Αναγνωστάκη

Σα γύρισε ο καθρέφτης μου
στον ουρανό
φάνηκε
ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο
από τα κόκκινα μυρμήγκια
της φωτιάς
κι ένα κεφάλι πλάι του
να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη
βροχή
να λάμπει το κεφάλι
να φέγγει
καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο
η φωτιά
να ψιθυρίζει:
Τα δέντρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά
ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα
τα φτερά
κι ο πόνος
σκύλος με σπασμένο πόδι
μένει
μένει

***

Ο ποιητής

Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θά ‘χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μιά υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν’ άσπρο πουλί, από πάνω, θ’ απαγγέλλει μέσα
σ’ ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.

***

Το χρυσάφι

Κάποτε
θα σταματήσουμε
σα μιά γαλάζια άμαξα
μέσ’ στο χρυσάφι
δε θα μετρήσουμε τα μαύρα
άλογα
δε θά ‘χουμε τίποτα ν’ αθροίσουμε
δε θά ‘χουμε πια τίποτα
για να μοιράσουμε
κρατώντας
ένα ξύλο
θα περάσουμε
μέσ’ απ’ τη μαύρη τρύπα
του ήλιου
που θα καίει

***

Κυριακή

Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου
το πεθαμένο το παιδί
δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι
τέρατα περπατούν
ανάποδα στα όνειρα
φυσάει ένας άγριος αέρας
πάνω απ’ τις λεμονάδες
πετάει μιά νυχτερίδα
σαν πικραμένο ευαγγέλιο
μ’ ένα μαύρο πανί
μία γυναίκα
σκεπάζει το φεγγάρι

***

Η φεγγαράδα

Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα
με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων
κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει
είναι ακόμα καλοκαίρι
όμως μιά μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα
δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις
και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό

***

Το ποντίκι

Ο ένας να μιλάει για ένα Μάρτυρα
κι ο άλλος ν’ απαντάει για έναν ποντικό
Ο ένας να μιλάει για έναν άγιο
κι ο άλλος ν’ απαντάει για ένα σκύλο
και είναι τότε που μέσα στη μαυρίλα
είδα τον Ποιητή ολομόναχο
και γύρω του να λάμπει
το κενό

***

Το κεφάλι του ποιητή

Έκοψα το κεφάλι μου
τό ‘βαλα σ’ ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου
Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε
τό ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει
το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου
γύριζα έξαλλος τους δρόμους
με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή

Πελαγία Φυτοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ

ο λόγος τους λυσσώδης
ξαγρυπνά πάνω απ’ τα βρέφη
που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις
θα τα στείλουν πίσω
η παράδοση ορίστηκε τη μέρα που γεννάς
άνοιξε τα πόδια σου
σε λίγο θα μας αγαπήσουν

***

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

βλέπω προχωρήσαμε όλοι
τους στίχους μας
σ’ ένα πρώιμο απόγευμα
τώρα ας ανοίξουμε
τα παράθυρα
να πάρουμε λίγο
φρέσκο αέρα

Άνοιξε μια τρύπα στον καθένα
Εγώ είχα μεγάλο κούτελο
Άνοιξε δύο

***

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα
Κανένα παράπονο
Οι καλόγριες πετάνε
Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά
Ζούμε χωρίς κεφάλι
Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν
Πεθαίνουμε κανονικά
Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη
Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου
Με απέσυραν βιαστικά

***

ΕΞΟΔΟΣ

Κάνει ψύχρα
Σκέπασέ με
Χώμα θα βρεις στο ψυγείο

*Από τη συλλογή “Κούκος”, εκδ. Θράκα 2016.

Λουκάς Λιάκος, Δύο ιστορίες

Δαλιδά

Βαρβιτουρική μου ανάγκη χειμώνα. Πρέπει να είσαι μόνη σε αυτό το σκοτεινό (θα πάψω σιγά-σιγά). Πρέπει να είσαι πρόθυμη και αφόρητα δίκαιη, ξέροντας το σώμα, ξέροντας την ψυχή μου. Σκέψου τον Ιταλό τραγουδιστή, σκέψου σύντομα ελευθερώνοντας δάκρυα, πως τα δάκρυα δεν υποψιάζονται κήπους μέσα στη βροχή. Θέλω να πιω τα λουλούδια που φτύνουν. Να είμαι το κακό παράδειγμα, να διαβάζω πάνω στο κρύσταλλο, πρακτικά και ηλικιωμένα να σε αγγίζω, μπροστά στη φωτιά, μέσα σε ενοικιαζόμενα με κόκκινο χρώμα, να σε αγγίζω. Η ανάμνηση, η ανάμνηση στο τρίξιμο που δεν έχουμε ζήσει, η ανάμνηση σε όλη τη γη. Όλα συμβαίνουν μέσα από διακλαδώσεις. Να τρώω ψίχουλα, να ξοδεύω το νοίκι με φίλους. Χειμώνας, το τρίξιμο του κρεβατιού. Περιστασιακά τα πάντα υπάρχουν. Να ένα όμορφο βιβλίο, ένα φιλί κι ένα γέλιο κάθε δεύτερο Σάββατο. Μου άρεσε που τα παιδιά ήταν κρεμασμένα από ένα πέτρινο ακρωτήριο κι άρχισαν να βαραίνουν. Εμείς, σαν σε τελευταία στιγμή περιμέναμε τα πουλιά αναίσθητα να φάνε το βούτυρο. Είμαι άνθρωπος, είσαι ολομόναχη, ψάχνω το ραντεβού μου. Ψάχνω σε έναν άμορφο μονόλογο τις ευχές του πατέρα. Πριν τη μελωδία υπήρχε η νίκη, υπήρχαν τα σχέδια που έρχονται. Επίμονε σιδηρόδρομε, σπίτι από χορτάρι, Ιωάννη μου άγιε, δερμάτινη. Χειμώνας σημαίνει ελατήριο, σημαίνει γάτες σε γροθιά, λάχανο που ξύνεται, ρυτίδες σε κάθε σχήμα και διαδικασίες. Διαδικασίες όπως ο άνεμος να φυσάει από τη μεριά της μπουλντόζας, να φυσάει πράσινα και να φυσάει κίτρινα, από τα αισθησιακά λάστιχα του κατερπίλαρ. Χειμώνας όπως λέμε άλογα ελευθερωτές, όπως λέμε οι ποιητές περιμένουν τις πόρνες. Σφραγισμένος χειμώνας. Έχω κάνει τα μαλλιά μου να βαριούνται και να με κατηγορούν που βαριούνται. Χειμώνας. Ο Οράσιο πεθαίνει γλυκιά μου Λουσία κι αυτοί, αυτοί οι λίγοι που περιφέρονται γεμάτοι κλαδιά, αυτοί θα φρουρήσουν τον τάφο του. Αμήν.

***

Υπάρχει το παράλογο

Είναι χρυσό κι αβοήθητο πλάσμα. Διαλέγουμε αυτά που έχουν καεί, διαλέγουμε το κύπελλο κι ένα άδειο δωμάτιο, τη γη με το μέτωπο της σελήνης. Εσύ κι εγώ ουσία μάταιη δεν είμαστε, το σώμα ή ο κήπος, το άρωμα μιας λιποθυμίας. Ζαλιζόμαστε στο πέρασμα μιας εικόνας μπροστά στο παράθυρο. Ζαλιζόμαστε όπως η γη κι επιπλέουμε στο νερό, γιατί οι ρυτίδες μας είναι ένα ποτήρι κρασί, είναι η ευγένεια της βροχής όταν η μετάνοια του πρωινού μας κάθεται, στα σκονισμένα μας χέρια. Ζαλιζόμαστε σαν και τούτο το φως στο πρόσωπό μας, που πεθαίνει για πάντα.

*Από τη συλλογή «Στροφορμή», εκδόσεις Strawdogs, 2016.

Τάσος Δενέγρης, Τρία ποιήματα

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Ο ουρανός ήταν ό,τι το καλύτερο
Υπάρχει στο κίτρινο
Θειάφι και αποθέωση
Ήταν το κίτρινο πριν τ’ ονομάσουν
Χρώμα του μίσους
Χρώμα της ζήλιας
Χρώμα της τρέλας
Ήταν η λάμψις και κροκός της αστραπής
Πριν έρθουν οι σημαίες των φατριών
Τα λάβαρα των βασιλέων
Τα κουρέλια των Αγίων
Ήταν οι καλύτερές μας προσδοκίες

Αυτό το χρώμα
Το κίτρινο
Χάθηκε από το πρόσωπο της γης
Ξέφυγε από την Ιστορία

22 Νοεμβρίου 1971

***

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΥ

Φευγαλέα
Συμπαγής και ζωώδης
Πάλι φευγαλέα
Σαν φτερούγα πουλιού και σαν όραμα
Κτηνοτρόφου που βλέπει
Την νεκρή από χρόνια μητέρα του
Γυμνασμένο το βλέμμα της
Ακαριαίο δηλητήριο.

Απ’ τα έγκατα βγαλμένη
Απ’ τον Άδη απεσταλμένη
Μάγισσα της Χρυσής Ορδής
Τατάρου γέννα.

24 Ιανουαρίου 1974

***

ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

Ο φάρος πάει, χάθηκε.
Του λιμανιού ρημάξανε τα στήθη
Μονάχα η Δύση απόμενε
Ανάλλαχτη
Στο χρόνο και στα ήθη
Σαν του σταυρού απαράλλαχτη
Φλεγόμενη τη Δόξα
Και στην σφενδόνη τ’ ουρανού
Οι σκιές του απέναντι βουνού
Τεντώσανε τα τοξα.

6 Ιανουαρίου 1975

*Από τη συλλογή “Θειάφι και αποθέωση”, εκδόσεις Άκμων, χειμώνας 1981-1982.

Στέργιος Τσιορμπατζής, Δύο ποιήματα

Έργο Magnus Zeller

Μικρή καταδίκη στην ανύπαρκτη επανάσταση

Ανατρέποντας τις ισορροπίες της δύναμης
της αδυναμίας
Καταστρέφοντας τη βία των ειρηνιστών
μέσα από τη διάλυση της ανικανοποίητης
ευτυχίας της αυτάρεσκης και αυταρχικής
ατομικής ισορροπίας.
Τροφοδοτώντας συνθήκες χαοτικής ανισορροπίας,
προσδοκώντας ανεντροπικές καταστάσεις
χαώδους πολυπλοκότητας,
δυνατότητες δημιουργίας ελευθεριαζώντων πεδίων
αντι-ιεραχικής, αταξινόμητης, αταξικής Υπερθέασης.

Απορρίπτοντας την κρυφή καταφατικότητα της μη-θέσης
Επιρρίπτοντας ευθύνες για τη μη-άρνηση

****

Σ’ αυτούς που μας διαχειρίστηκαν

Ορμήσατε με την ορμή της αντεπανάστασης
φέρατε την ηθική σας στον αδιαμόρφωτο κόσμο μας
επιβάλλατε με τη βία την ειρηνικότητά μας
θελήσατε εξ’ αρχής τη δύναμή μας.
Κι όταν η πολυσήμαντη κινητικότητά μας
άρχισε να σας τρομάζει
η θλίψη και πάλι σας έδωσε την έξοδο.

Βρισκόμενοι και πάλι στους δρόμους της δύναμης
χάσαμε τη χαρά
βαδίζοντας ανήμποροι για τη νέα αναμέτρηση.

*Από την ενότητα “Καταστάσεις α-ισορροπίας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υλοποιητική ιδεολογικοποίηση των ενστίκτων – Εικασίες για την απελευθέρωση”, εκδ. Βραχόκηπος, Οκτώβρης 2003.

Ανδρέας Τσιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΟΙ ΠΡΟΚΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

Παρήλαυναν νυχτιάτικα
στην καρότσα ενός αγροτικού
οι πρόκες του Αναγνωστάκη.
Ματωμένες, μεθυσμένες
και άνεργες.
Καμία λέξη δεν είχε καρφωθεί επάνω τους.
Τι είχε πάρει ο άνεμος.

***

ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ

Φοράω τέσσερα δάκτυλα
και μετρώ ως το πέντε.
Κάθε φορά τα ζυγά μου δάκτυλα
προσθέτουν μια ζωή.
Κάθε στιγμή τα ζυγά μου δάκτυλα
αφαιρούν έναν θάνατο.

***

ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ

Το γέλιο σου αντηχεί
σαν πριόνι στο δάσος.
Με χτύπησες στην πλάτη
μα πόνεσε η καρδιά μου
και έστειλε σήμα στα δάκρυα
να ζυγίσουν τη θλίψη μου.
Καίει η άμμος, καίει η απόσταση
γυμνά πόδια περπατούν
στην αμμουδιά του κόσμου τούτου,
και μπαρκάρεις μ’ ένα καΐκι
σαν καναπές διθέσιος
για να μας πείσεις πως γεννήθηκες από νερό και λάσπη.

***

ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Σε λίγο καιρό,
αυτό το θαυμάσιο γέλιο
θα γίνει η ελπίδα να σου ξαναπώ
πως ό,τι μεταμορφώνεται σε ύπαρξη,
με ύψιλον κεφαλαίο,
δίνει στους επόμενους τη σιγουριά
πως κάτι υπήρχε πριν από τον θάνατο
εξίσου δυνατό με τη ζωή.

*Από τη συλλογή “Ο λαιμός του δημίου”, εκδόσεις Strawdogs 2016.