Ζήσης Δ. Αϊναλής, Τρία ποιήματα

Τυφλωμένος την υδρωπικία του πάθους

που ο χρόνος ανατινάσσοντας

την υστερόβουλη αναμονή

μέχρι ξανά

που μέρες ξοδεύοντας

τις νύχτες αναπολώντας

που μόνος μακριά

η μέσα μου ματιά σκίζει τα στήθια σου σ’ άλλα χείλη

το φύλλο σου

άπληστα χιλιάδες δάχτυλα διατρέχουνε τον ιδρώτα σου

άλλα

κορμιά

του κορμιού σου φωτιά

αίμα ποτάμι με πονάς

***

Τα μαλλιά σου τώρα βουλώνουν τις τρύπες μου

μέσα στο σίδερο που κατατρώει τη σκέψη μου

το μίσος αρωγός της αγάπης μου

η φωτιά που τα χείλη στεγνώνοντας

με τα δόντια να σκίσω τη σάρκα σου

να βαφτίσω τα χέρια μου μέσα της

το κορμί μου ανάπηρο

ανασυγκροτώντας και καταστρέφοντας

ένα βήμα αβέβαιο

οι βολβοί των ματιών μου

κατάσκοποι

μέσα μου τέρατα κατοικούνε

οι εικόνες σου άγριες

οργασμός

που ο πόνος ευχόμενος

ράπισμα στη σιγή

***

Η ανάσα σου υδρατμοί στο λαιμό μου

που υγραίνοντας

στο δέρμα τα δάκρυα

που το βλέμμα μου κρύβοντας στη μασχάλη σου

μια στιγμή συμφιλίωση

που εμπερικλείοντας το ένα στο άλλο

μόνο κορμί

γυμνό στο γυμνό που εφαπτομένη

η διέγερση νύχτα

να κρέμεται ασύστολη πόλεις δωμάτια

αλγεινή η σελήνη διασχίζοντας

λευκό του κόκαλου φως που ασπρίζοντας

το σπέρμα στα χείλια σου που αχνίζοντας

που το ξημέρωμα εξαγνίζοντας

ψυχρό και σφυρήλατο

δικό σου το αίμα μου

που θάνατο προμηνύοντας

ο ρόγχος το τέλος

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό εκατοστό

Τι να ελπίσω, ασύστατοι; Αξίζει να ελπίσω·
καν να σκεφτώ κάτι ανεπαίσθητα αίθριο -σκιά
κάτω από δέντρο ίσως ποτάμι και κρασί
και χείλη αποφασιστικά- στην άκρη αυτού
του αναποφάσιστου γκρεμού,
που λέω και ξαναλέω ζωή μου, με την γλώσσα
πνιγμένη στο αίμα το γλυφό, το σκοτεινό,
σαν λάμψη μέσα στο νερό του πηγαδιού
που λέω και ξαναλέω ζωή μου;
Τι να ελπίσω –πόσο μάλλον
ν’ αποφασίσω- εμπρός σ’ αυτό
το αυτάρεσκο θηλαστικό
που αρχίζει επίδοξο πτηνό
για να τελειώσει απ’ την αρχή ερπετό·
κάθε φορά -Ω, κάθε
φορά, γαλάζια ή σκοτεινή με τ’ άστρα!-
Αδάμ ή Προμηθέας, Ιώβ, Οιδίπους ή απλά
άνθρωπος αρπαγμένος απ’ τα κλαδιά του: δέντρο
και άκρη ακρότατη γκρεμού – και πέφτει
μες στον γκρεμό του ο γκρεμός
κι ο γκρεμισμένος μέσα στην εποχή του· η εποχή
μες στ’ όνομά της… Συμπαιγνία: μπρος γκρεμός
και πίσω θάνατος ! Τι θράσος·
να λες «το Ον» αυτά τα δυο
ισόβια βήματα προς τον αφανισμό.

Λοιπόν; Τι να ελπίσω

[εγώ εκτός εποχής κι η εποχή εκτός Ιστορίας
…] ίσον
λυκάνθρωπος σε κόσμο βρικολάκων…]
…………………………………………………………………….
…………………………………………………………………….

…] γυρίζεις και κοιτάζεις
πάνω, τ’ αστέρια και πέφτεις, πέφτεις
βαθιά, ψιθυριστά: ονόματα μαινόμενα,
ονόματα εκδικητικά, διεφθαρμένα,
κι ονόματα επίμονα, ανθεκτικά, δίκαια, ευσεβή.
Ονόματα κλεισμένα στα ποταπά συμφέροντά τους
κι ονόματα έτοιμα να περιθάλψουν
…] τον πρώτο μετανάστη

…………………………………………………………………………..
…………………………………………………………………………..

Τα ονόματα των Ελλήνων, των ένοχων Ελλήνων,
των αθώων Ελλήνων. Των Ελλήνων που πρέπει
να βγάζουν πάντα το φίδι από την τρύπα
μιας Ιστορίας που βγήκε από το αυγό της Ιστορίας
που βγήκε από το αυγό της γάγγραινας του Γένους
…] … […
…] αντιτάσσεις
την ψυχή σου στο φίδι και την τρύπα,
γιατί οι κορυφές των πεύκων, φτάνουν πάντα
πιο βαθιά από τις ταράτσες της Αθήνας,
όπου τ’ αποφάγια του Καρλομάγνου
δολοφονούν τ’ απομεινάρια του Ροβεσπιέρου
και του δρόμους του Λονδίνου,
όπου τ’ απομεινάρια του Ομήρου,
περιφέρονται, ρίχνοντας μνησίκακα βλέμματα
στα φροντισμένα σπίτια
που ήταν κάποτε φροντισμένοι στάβλοι
και φροντισμένα εμπορεία παιδιών
…] … […
βλέμματα σαν μαστίγια στις ράχες τους:
ευνουχισμένοι μοναχοί, που δεν ξέρουν
πως η μόνη τους αμαρτία είναι η ενοχή τους…

……………………………………………………………………………………………..
……………………………………………………………………………………………..

Ήρθαν πολλοί· και άφησαν τα κόκαλά τους ουκ ολίγοι
να τα ποτίζει ο δροσερός χαλκός του πρωινού
κι ώσπου να γίνει απόγευμα, το σίδερο του ήλιου να θερίζει
ελευθερία ξύλινη και πήλινη παραφορά.

Τι να ελπίσω; Ετούτη τη φορά…
μια ψυχή που είναι να γκρεμιστεί,
ας ριχτεί από ψηλά· κι όποιον πάρει ο αιώνας.

Γρηγόριος Σακαλής, Προσοχή κίνδυνος

Από την ταινία “Ο Θίασος” του Θόδωρου Αγγελόπουλου

στον Νίκο Σφαμένο

Απ’ όλα πιο πολύ με φοβίζει
η κακία των καλών ανθρώπων.
Είναι γλυκομίλητοι
φορούν χαμόγελο ευγενείας
ωραίοι τρόποι
τους χαρακτηρίζουν
στη δουλειά τους τυπικοί
πάντα στην ώρα τους
στις κοινωνικές συναναστροφές
πάντα πρώτοι
πάνε στην εκκλησία
οι περισσότεροι
άραγε γιατί να τους φοβάμαι;
Είναι γιατί άμα πέσεις στα χέρια τους
θα σε ξεσκίσουν
θα σε κάνουν κομμάτια
οι καλοί άνθρωποι
οι ευγενικοί
γι’ αυτό
απ’ όλα πιο πολύ με φοβίζει
η κακία των καλών ανθρώπων.

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Ραγίσματα ίσως στο χείλος χθόνιου ρείθρου

Πριν ξεκολλήσει πέτρα πριν ξανακυλήσει
σε τρύπια κιβωτό καταχωνιάζει ρύπους
Ρέλια θηλιές ρούχα χαρταετοί σχισμένα
ξέφτια ραμμένα με φυγόδικες βελόνες
Την παιδική κουβέρτα την καρό διστάζει
Σε λήθης θύλακα βαθύ πριν παραχώσει
Με τα καρό ερμητικά αραδιασμένα
κατέγραφε καλά κουτάκια σφραγισμένα
Κύκλοι τετράγωνοι επάλληλες γωνίες
χάσματα σύνορα χαραγματιές κομμάτια
Χρήσιμη αν κάποτε πάτσγουορκ ραβόταν
τουλάχιστον αυτήν να έπαιρνε μαζί του
Τετράγωνων διαδρομών γεωγραφία
δίχως συγκλίσεις συρραφές δίχως συνάψεις
Ποτέ καμπύλες εναγκαλισμοί πλεξούδες
επιστροφές ποτέ σ’ ειδυλλιακά τοπία
Φυγή κι επιστροφή πάντα στον ίδιο τόπο
ραγισματιά ίσως στο χείλος χθόνιου ρείθρου

*Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή «Λιγοστεύουν οι λέξεις», εκδόσεις «Μελάνι».

Χρίστος Παλαιοπάνος, Τους Αίαντες μαγαρίζοντας

Όπως οδηγούν
νομίζουν ότι οδηγούν
και ιστορούν
με τον καθρέφτη των αδικημένων κραυγών
με τον ορίζοντα των δικών τους δοξαστικών
πλησίστιοι περήφανοι που πνέουν όλες τις αναπνοές
(αέρας στα πανιά τους)
κι ασπάρακτοι που ασώματα τις πλέουν
λογίζοντας αγάμητοι πως κέντρο αυτοί

το υγρότατο

υγρότερα μέσα τους εν τη ξηρά ψυχή αγωνιώντας
με τον καθρέφτη των υπολειπόμενων
με τον ορίζοντα των υπολειπόμενων

αναπνοών

άπειρες πνέοντας
αδικημένες κι αγέννητες ακόμα και νυν απορημένες

παρασυρμού:

γκρεμών πανηγύρι
υπαπαντή ηγουμένων
ερείπια επί ερειπίων
θρόνοι επί θρόνων…

πέφτουν και πέφτουν

των ασπαράκτων οδηγών τα σωθικά βαθαίνουν
στεφανωμένα τους γκρεμούς τους
δικαιοσύνη
γίνονται
γκρεμοί

γκρεμούς οι ασπάρακτοι γαμούν τρελαμένοι
που πνέουν όλες τις αναπνοές
και τις υπολειπόμενες μαζί
κι οδηγώντας
νομίζοντας ότι οδηγούν
κι ιστορώντας (ως νικητές of course)
στεφανωμένα τα αγύριστα σωθικά τους δοξαστικά τους

ενώ αναπνοές υγρές

*Από τη συλλογή “Κατά Ασπαράκτων”, εκδ. Ενδυμίων, 2016.

Γεωργία Τρούλη, Μετατόπιση χρόνου

Κάποια παιδιά παίζουν με συρματοπλέγματα
Τα εσώρουχα με συρματόσκοινα
Κάποια πουλιά με καλώδια ηλεκτρικά
Οι εραστές με ελατήρια
Έτσι δημιουργείται το σχήμα

Κάποιοι με πλάκες στα λατομεία
Άλλοι μαζεύουν βότσαλα
Κάποιοι πετάνε πέτρες
Άλλοι μετράνε χαλίκια
Κάποιοι γλύπτες γλείφουν το μάρμαρο
Έτσι δίνεται μορφή

Κάποιοι κοιτάζουν τα δέντρα
Ενώ μελετούν τους κορμούς
Αυτοί παίζουν χαρτοπόλεμο
Άλλοι γράφουν βιβλία
Έτσι ξεγελούν την ύπαρξη
Και την ζωή κάποιοι την θαυμάζουν
Άλλοι την ζουν από απόσταση
Κάποιοι χλευάζουν την ύλη
Άλλοι την διαλεκτική
Κάποιοι αγαπούν
Κι έτσι κάτι νιώθουν
Και λύνουν ένα σημείο ύπαρξης

Κάποιοι τοποθετούν ψηφία
Ενώ φτιάχνουν γραμματοσειρές
Άλλοι υπολογίζουν κέρματα
Κάποιοι είναι τρελοί
Και κάποιοι βγαίνουν βαθιά κερδισμένοι
Άλλοι βαθιά νυχτωμένοι
Κι έτσι το σχήμα υπάρχει

Τα παιδιά πλέκουν μαλλιά
Άλλοι τις κλιματσίδες των δέντρων
Οι έταιροι κομποσκοίνια
Κάποιοι λωρίδες δρόμου
Κι άλλοι συνομιλίες
Έτσι αναποδογυρίζουν ευχές και φτιάχνουν συζήτηση

Κάποιος χρόνος δημιουργεί τον άλλον
Ο μεσόκαινος φτάνει στον ολόκαινο
Φτιάχνει ανθρωπόκενο
Έτσι δικαιολογείται το γέμισμα των καιρών
Και της γεώ ηλικίας
Η ύλη επιδρά στον ήχο
Αυτός στο κύμα
Και αυτό στην σκέψη
Και αυτή στο πνεύμα
Και αυτό στη δράση
Και στη μη
‘Ετσι έρχεται κάποτε η αντίδραση
Αλλά δεν καταχωρείται η φύση σε περιπτώσεις χωρίς συνέχεια
Η ιστορία φτάνει στο τέλος της
Και φτου κι από την αρχή
Πορεία στα μισά μιας διαδρομής
Που λέγεται άνθρωπος
Μισή συνείδηση
Δεν δείχνουμε
Και ξανά κι από την αρχή
Η συνεύρεση
Τα χαλίκια
Το μάρμαρο
Το σώμα
Το στρώμα
Το ελατήριο
Το σύρμα
Η πέτρα
Το πλέγμα
Η ύλη
Η ηλικία
Η δράση
Η ακύρωση
Το παιχνίδι
Ο χρόνος
Η μετατόπιση

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

Ιόχρου

Πολύ πιθανόν,
τώρα που ο ήλιος ανέτειλε
ακόμη μια φορά
η γη να ποθήσει περισσότερο
τις ακτίνες του

Η συνήθεια να ακούει
να βλέπει
να νιώθει
να αφουγκράζεται
δεν την αποτέλειωσε ποτέ

ούτε το δάκρυ της
στάθηκε ποτέ αιτία
ν’ αποχωριστεί
όσα δικά της ήταν
όσα δικά της είναι

Οι αιχμηρές φτερούγες σου
μπήγονται στα πλευρά μου
Έλα λοιπόν, κάνε μου,
όσα μου έταξες, του είπε
και γύρισε πλευρό

σ’ ένα κόσμο
σ’ ένα δωμάτιο ξένο
κι από το πανύψηλο ταβάνι
εκδράμουν ακόμη και σήμερα
οι σπίθες της ανάληψης.

***

Επί γης

σταγόνες ωκεανού, πυρ,
σε αναμαλλιασμένο στήθος

και πώς αλλιώς, ο έρωτας ρέει,
κάτι από εκείνον στα νερά

και πώς αλλιώς, η φλόγα λύει,
αυτά που φυλακίσαμε

αλλά είναι έτσι;

όσα προσέφερες
σιωπηλά

μεσούσης της χλόης
είδωλο

αιώνιων σπαρτών
στο ποιο πανάρχαιο βουνό

ή επί γης

από του νάρδου την ψυχή
ζωή τρυγήσαμε;

Παναγιώτης Χαχής, Τρία ποιήματα

Biutiful

Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς
Μπορείς να ξεχωρίσεις το θάνατο
Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην Πλατεία Κανιγγος
Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους
/…/
Πρέπει να προλάβω
Να πω αυτά που είδα
Σήμερα το πρωί από το έβδομο πάτωμα

Τάσος Δενέγρης, “Ο θάνατος στην πλατεία”

Ομόνοια, πρωκτός της πόλης
Η ζωή και ο θάνατος
Συνιστώμενη δόση
Σύννεφα λύματα
Πλακάκια κίτρινα του Ηλεκτρικού
Κτήρια που απομένουν
Χτυπημένα από την αμνησία
Παρατονισμένοι ψίθυροι
Δαιμόνια συριστικά
Συρμοί της κόλασης σε
Ώρα αιχμής
Αρθρώνουν τους βρόγχους
Αφαιρώντας επικράτεια
Στροφές σιωπής στη βελόνα
Χρησιμοποιημένα χιλιόμετρα
Στο κενό
Μετρώντας
Το στρίφωμα της ζωής
Που απομένει.

***

Census

Νύχτες σκοτάδι με καρμπόν
Τόσα αντώνυμα σώματα
Ανιθαγενείς εφιάλτες
Στα σκηνικά των Εθνικών Θεάτρων
Παρωδίες, Σκηνή Λυρική,
Αλυσιδωτά τσιγάρα
Απόνερα
Στις εκβολές του Κηφισού.

Είσοδοι σχισμένα βήματα
Λαβύρινθοι στην πόλη
Χρόνος δίχως ρήματα
Πρόσωπα χωρίς αριθμούς
Το ρίγος σηκώνει κύματα
Λέξεις που αναμένονται
Αχειροποίητα συνθήματα
Κραυγές στους τοίχους.

***

Canon a-1

Από κάτω κι ανάμεσα
Στα πόδια μας
Συρμοί αιμοσφαιρίων
Συνεχίζουν να τρώνε τα σωθικά
Μας θεμέλια

Πώς γράφεις πριν
Απ’ αυτή την πόλη;
Πως γράφεις μετά;

Ψηλά στου Στρέφη
Οι σάρισες των δέντρων
Αμυχές στα ρούχα
Φεγγάρια που λάμπουν
Στα πεταμένα προφυλακτικά
Βελόνες πατάς και ματώνει
Κειμήλια βογκητά ηδονής.
Αγέρωχος καπνός
Να μνημονεύει φωτιές
Κοιτάζεις την πόλη
Κι αν ξαφνικά χανόταν.

*Από τη συλλογή “Anus Mundi”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2014.

Ηρώ Νικοπούλου, Τρία ποιήματα

ΑΦΟΥΚΡΑΖΟΜΑΙ του κορμιού σου
τους λυγμούς.
Τη λύτρωση του τέλους
και καταρράχτες μας χωρίζουν ξαφνικά,
δεν ακουγόμαστε πια.

Πλημμυρίζει το δωμάτιο
καθρέφτες διάτρητους.
Με μικρά πηδήματα
περνώ απ’ τή μια μεριά στην άλλη,
ψάχνω σα γάτα κυκλικά για το είδωλο
που δικαιούμαι.
Και τότε ανοίγεις τα μάτια,
κολασμένη λάμψη το σκούρο τους.

Από ψηλά γκρεμίζονται στιβάδες χρωμάτων
γεμίζει το δωμάτιο τόξα κι ιριδισμούς
κι αυτός ό λυγμός του κορμιού
που στροβιλίζεται και με χρυσώνει.

Μυρίζεις θάλασσα κι απόσταγμα θυμού.

Έπειτα σιωπή.
Τα έπιπλα μπαίνουν πάλι στη θέση τους,
τα χρώματα τραβιούνται προς το παράθυρο.
Μόνο ο καθρέφτης αρνείται πεισματικά
να επιστρέψει το είδωλό μου.

***

ΦΥΣΑΕΙ αέρας δυνατός
περνάει μέσ’ απ’ τις σίτες
γράφει χάδια πάνω στά έπιπλα
στέκεται απέναντι
(τον κοιτώ στα μάτια).

Φράζει όλα τ’ άνοίγματα
στομώνει φωνήεντα η σιωπή.

Ταξιδεύει μέσα στο σπίτι,
στα πολύφωτα,
ζωγραφίζει σύννεφα στα ταβάνια.

Η φωνή σου στις κουρτίνες μου
σιγοψιθυρίζει.

***

Η ΕΙΚΟΝΑ σου σπάει
μέσα σε βλέμματα.
Την τυλίγουν
βελούδα σιωπής.
Ακολουθεί τα πατήματα
του ανέμου.

Τ’ απογεύματα με τις βροχές,
όταν μουσική κυριεύει την πόλη,
περνά μέσα από ακολουθίες αόρατες,
ταξιδεύει μέχρι τά χρώματα
κι ενώνεται μαζί τους.

*Από την ενότητα “Φώτα νυχτερινά πιθανοτήτων” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανέμου”, εκδ. Πλανόδιον, 1999.

Κυριάκος Ραμολής, Τρία ποιήματα

Επιτέλους

Βιολιστή
με το ετοιμοθάνατο έντομο
να χαμογελάει στα δοξάρια μας
θα περατωθεί η αρμονία
Το δέντρο πλακώνει δυο παπάδες
ο πρώτος έσκαβε στα σωθικά μπαούλα
ο άλλος πάντα σώπαινε
ενώ κρουστοί οι τύραννοι
ψελλίζουν τα λογύδριά τους
κατά την τσίγκινη αυγή
Στο τραπεζομάντηλο της Ενοχής
που πάνω του έστρωναν
γυναίκες και εδέσματα
τυλίγω τη νέα χορδή
—τη λήστεψα όταν συνέθετες
το μαύρο με τα παρδαλά—
Σε κάποιο δείπνο θα την προσφέρω
στους προλετάριους με τα μονόκλ

***

Χαβάς

Στρεβλό που δικαιώνεις
φεγγάρι τον μύωπα
Καμήλα της αδράνειας
εκείνος ο ξένος
γνωρίζει αλχημεία
επισημαίνει τη θλίψη
πίσω από τη διαύγεια
της ύψιστης ονείρωξης
Πεντάρφανα αστέρια
ψέλνουν στην ενδοχώρα
τον καημό σου βοσκέ
γεροδεμένε στη μοναξιά σου
Γάλα των άσπιλων μαστών
μιας θύελλας πουτάνας
πνίξε το βρέφος
Μόνο η καλύβα σείεται·
ο μάγος θα αποχωρήσει
ακράδαντος την επιούσα

***

Σαπίζει το άνθος

Κάποιο σίδερο θα ισοπεδώσει
τα μυριόστομα κελεύσματα
του τσοπάνου, του βυρσοδέψη
αυτού που έκπαγλος θωπεύει
την ίδια του τη σάρκα
Ο νταβατζής περίφημος
σκουπίζει μόνος τα πρωινά
στην είσοδο των παραπληγικών
ακέραιος ο ίδιος
Μα θραύσμα το θαύμα
οι συμπεθέρες ρεύονται
τα κόλλυβά μας
Εικονοστάσι των αοράτων
αόμματοι ψαχουλεύουν
τρεις άγιοι το ήρεμο τούβλο
Τόση ματαιοδοξία το ορεσίβιο
κατσίκι μεταφέρει
μαζί με τον ισόγειο διαβάτη
τον ουρανό του Τάγματος
Εξάλλου ο Κανόνας
πάντα θα επαναφέρει
την οδύνη σου ακόλουθε
θηρίων και φαντασμάτων

*Από τη συλλογή “ΠΥΡΆΓΡΑ”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2005.