Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Δύο ποιήματα

Τελευταίο γυναικείο τραγούδι της αλιείης

Εσύ δεν μπορείς να ξέρεις αυτή τη λύπη.
Έρχεται και αδειάζει μέσα σου
καλόβολη στέρνα κοντά στις καλλιέργειες.
Δεν την ξέρεις αυτή τη λύπη, Βύτο.
Πρώτη παπαρούνα
πρώτο καλοκαίρι με γυμνά  μπράτσα
και ξαφνικά νύχτα αγρύπνιας.

Η θάλασσα αγαπιέται με το πρωινό
και κρύβουν τ’ αυγά τους
στις ρίζες των φυτών.
Τα χέρια σου δεν ήταν γι’ αγάπη
γι’ ανθόνερο κι άφεση αμαρτιών.
Ξέρεις την αγάπη του καλοκαιριού με τ’ αγιόκλημα
την αγάπη των υδάτινων ζώων
και των γιασεμιών με το λευκό τοίχο.
Η αγάπη σου δάχτυλο τεντωμένο για Κει.
Βαρύ το παραμύθι σου.
Μυρίζει κρασί και ζεστό χώμα
ο αγέρας της αυγής
φορτώνεται καημούς
και γλυκαίνει στον ήλιο.

Άσε με ν’ αγκαλιάσω τη γης
με τα ρύζια  και τα στάχυα
με τις πορείες ταπεινών εντόμων.
Βαρύς ο ουρανός σου, Βύτο.
Κάνε να βρέξει ήπια.
Στα χέρια σου τώρα οι αμφορείς
με τις πηγές του ουρανού.
Στα πνευμόνια σου οι αγέρηδες
απ’ τις ερημοκορφές.
Ο Μινώταυρος αγγίζει τα χώματα
πριν στα παραδώσει.
Σε χρίζει ελεύθερο.

Εγώ πιστή στην εικόνα μου
στην ώρα του  γυρισμού
είμαι ό,τι θυμούνται τα φύλλα
ό,τι ξέρουν τα νυχτερινά νερά
σαν τρέχουν κατά τη μέρα,
Βύτο, ελάφια γεννιούνται μες τα μάτια σου.
Μην τεντώσεις το τόξο.
Θέριεψαν οι φλέβες σου
απ’ τα χαλινάρια του κόσμου
προϊστορικά  ποτάμια  και κυβερνούν.
Τώρα θα ονομάζουμε τα βουνά
νεαρά θα τα λέμε, γερασμένα
και τις ψυχές
πιστές θα τις λέμε ελεύθερες.

Σμίξε τα χέρια σου
κλωνάρι ύστατης χαράς
για το άσπιλο νερό
το νέο βάφτισμα.

***

Η ιστορία του λύκου μου

Ποιος να προφητέψει πια
σε τούτες τις κορφές;
Κουραστικό το όνειρο
γλιστράει απ’ τα αστέρια
σκοτεινοί οι κρατήρες της γης
σιγάζουν το χαμό.

Τη βρίσκω την αυγή
πάντα με κόπο
χαλώ με το νύχι τις μεγάλες επιφάνειες
χωρίς ανταύγεια.
Σκληραίνουν τα νερά
παλιά παραμύθια
για αδελφότητες ζώων
τελειώνουν στην πέτρα.
Πεθαίνουν οι κύκνοι
ωραίες γραμμές οι λαιμοί
στο κέντρο ήλιος.
Περιμένω ν’ αλλάξει ο αέρας
να φέρει φτερά πράσινων πουλιών
χελιδονόψαρα, καλαμπόκι
άγγιγμα απ’ τον Ισημερινό
πορείες για  προσκυνήματα
στους Τάφους.

Υποφέρει ο χρόνος μες τη μέρα
και στο δάσος μου το φως
έχασε το μονοπάτι
και πέρασε στον ωκεανό.
Τέλεια η απομάκρυνση
στην πέρα πλαγιά οι κοινωνίες
κι οι εκκλησίες
γιορτές θάνατοι
στην πέρα πλαγιά.

Τρύπωσαν στην τρίχα μου
παλαβά στρείδια
αγκάθια μενεξελιά
μικρότατα δαιμονικά
σκληρίζουν, θορυβούν
πότε δείχνουν την Ανατολή
πότε τη δύση
στραβό με λένε
καλό τρελό στην πείνα
με φαντασίες
γυμνός στο κρύο…
Περιμένω το θαύμα
ίσως με το σούρουπο
κάποια καλή μυρωδιά
απάντηση στη δίψα ένα τραγούδι
ίσως.
Χλιαρή η ανάσα μου
στα χαμηλά βότανα
μικρά τα ερπετά
τρέμουν τη μοναξιά μου.
Αν πεθάνει –σιγομιλούν-
θα σκορπίσει και η αναμονή
κι η έρημος παντοδύναμη θα ’ναι
ως τους πλανήτες.

Οι λύκοι δεν πηγαίνουν στη θάλασσα-
τρομάζουν τα πέλματα στην άμμο.
Όμως μοιάζει η παραλία στην ελπίδα.
Απλώνεται και μένω πιστός.
‘Όλα εδώ θα φτάσουν με τον καιρό.
Η άνοιξη δεν προδίδει
έρχεται απ’ τους υδάτινους ορίζοντες
ως τις μυγδαλιές
και τις κιτρινωπές νεκρές αλεπούδες.
Όμοιο το χώμα
στρώνει αγάπες και προσκαλεί.
Παλιά ταξίδια στα βάραθρα
-ήταν μόνο οι σκιές των αετών από πέρα-
κούρνιασαν στο όνειρο
το αρχαίο ζευγάρι πλάθει τους αγρούς.

Φεύγει ο άνεμος βορινός
με θαύματα σκληρότητας.
Εδώ στο ακροθαλάσσι
δεν παιδεύουν οι δύσες
κι είναι ωραίες οι μέρες
με τους καθρέφτες των βυθών
στους ουρανούς.

Ας είναι κι έτσι με τη γη.
Στάχυα και χελιδόνια
παρασύρουν την αγιοσύνη στην ακτή.

Συντρίβεται στους βράχους.

*Από τη συλλογή “Λύκοι και Σύννεφα” (1963).

Δώρα Κασκάλη, Ποιήματα

Frederique Loutz, Face (2005)

Παρατηρώ τα δάκτυλά σου
που ανάβουνε τσιγάρο·
μυρίζουν την αψιά οσμή
της πεθαμένης χλωροφύλλης,
του χαρτιού που αναλώνει από
λατρεία το κορμί του
μες στο στόμα σου.
Τα δάχτυλα βαφτίζεις στο ουίσκι,
βρέχεις τις ρώγες τους
και οι μικρές Πυθίες θυμούνται
– σ’ αλκοολικές αναθυμιάσεις –
σφιχτά που κράτησαν τα στήθη
ώς τον πόνο, τις κλειτορίδες
που από κάθε λυγμική ανάσα
στράγγισαν.
Είναι γυμνά τα χέρια σου
ώς τους αγκώνες·
δέρμα χιλιοφιλημένο
απ’ τα στολίδια των χειλιών τους.

Αυτή την επικράτεια χαρίζεις.
Το άλλο σώμα αντιστέκεται.
Μπορεί να προσδιοριστεί επιθετικά
να παρομοιαστεί με ζώα ή φυτά
να μεταφέρει τη σημασία του
πάνω στην πλάτη τολμηρών παρηχήσεων.

Κόβει όμως διπλά
το μισητό ρήμα «ψαύω»·
στην χασμωδία του κρύβεται
τόση απουσία.

***

Τον έφερε ο νότος
κι είχε το βλέμμα τρομαγμένου πουλιού. 

Γυρνούσε ώρες στο τετράγωνο

σκάλιζε τα ξεκοιλιασμένα πεζοδρόμια 

μετρούσε τους ξέχειλους κάδους 

σαν πεινασμένος γάτος. 

Σπίθιζε στον κοχλία η εικόνα της, 

ποτιζόταν από τους δακρυϊκούς αδένες

έκλεβε την υγρότητα των ματιών της 

μετά ο φόβος την έκρυβε στο στομάχι του 

την έσερνε με τ’ απορρίμματα

κι αυτή αντιστεκόταν, βύζαινε 

κρυφά από το αίμα του. 

Πολλές μέρες, μήνες, για πάντα

γυρνούσε σε εκείνους τους δρόμους. 

Την είδε άραγε ποτέ;
Κάπου μακριά, κάθε βράδυ 

έγερνε στο μαξιλάρι της

κι αποκοιμιόταν για μέρες, για μήνες, για πάντα 

τραγουδώντας 

για κείνον τον άντρα 

που έτρεφε, θέριευε

έβγαζε νεύρα και φλέβες 

μέσα στο ισχνό κορμί της. 

Του τραγουδούσε 

για να κοπάσει εντός του

ο τρόμος και να ’χει 

το βλέμμα των αποδημητικών.

***

Θα σε ξεντύσω από
πουκάμισα, χαμόγελα

εκφράσεις, λέξεις πεπαλαιωμένες

έρωτες που πλαγιάζουν με τη λήθη

προγονικά φαντάσματα που κατοικούν στο παιδικό δωμάτιο

της αυθεντίας τα βιβλία που βασανίζουν την αβέβαιη παράγραφο

τσιτάτα των δημαγωγών

για τη σωτηρία μιας πατρίδας.

Γυμνός να ειδωθείς στον καθρέφτη,

να κάνεις ειρήνη

με τα οικογενειακά πορτρέτα

-τόση πια είναι η δύναμή τους-

και ν’ αγκαλιάσεις

μ’ ένα νέο δέρμα.

Joyce Mansour, από τα “Σπαράγματα”

Κάλεσέ με να περάσω μες στο στόμα σου τη νύχτα
διηγήσου μου των ποταμών τα νιάτα
πίεσε τη γλώσσα μου πάνω στο γυάλινό σου μάτι
δώσ’ μου για τροφό την κνήμη σου
κι ας κοιμηθούμε ύστερα του αδερφού μου αδέρφι
μιας και πεθαίνουν τα φιλιά μας
πιο γρήγορα παρά η νύχτα.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, ποίημα

Φώτο: Αλέξ. Μηλιορίδης από Τσιμισκή – Θεσσαλονίκη.

δέθηκα
στον κόμπο,
ανοιγοκλείνει και το παράθυρο,
βλέπω
το παγωμένο νερό
να επιμένει ροκ στο φρενοκομείο,
ποντάρω
στη διαστροφή,
ακόμη
μια αγκαλιά
και πηδώ από το ύψος χιλίων αιδίων,
σώζομαι
ως
ελαφρύ εγκεφαλικό.
~
Και
σε συντομία,
έχω αυτά που βρίσκονται σε μια κουκίδα φυλακής,
δεν λέω,
είναι πολύτιμα,
ως το λιπαντικό σένα κιλό τρύπες.
Ομως όταν σολάρω
στην κοιλιά
της νύκτας,
μοιάζουν πατάρια μοναξιάς
τα χάδια,
τότε,
πρέπει ή να κάνω πως ακούω το τραγούδι
που μαζί
κατεβάσαμε,
όταν γεννούσε
η κατσαρίδα του έρωτα
ή να μετρώ τους κρυμμένους
μονόκερους
στα ευγενή καφεπωλεία
που ξεφυτρώνουν
στο
κατούρημα
των αγενών αναγκών μου.
~
Με βρίσκουν
λοιπόν ερωτικό τα παχιά χείλη
και στην
μια και στην άλλη,
εφόσον
μπορώ
και κρατώ την ανάσα μου,
όταν
περνά από
δίπλα μας ο δικός μου ετοιμοθάνατος
χρόνος.
~
(alexmil)

Κοιτώ, έχοντας στο χέρι το πιστόλι,
χρώματα στην κάνη, ηρεμούν τη ψυχή,
νυκτώνει όμως το μαύρο και όλα
γίνονται ανάμνηση.

Λευτέρης Πούλιος, Το εμπόρευμα

Είμαι δεσμώτης κάτω από την υψηλή δικαιοσύνη ενός
χαμόγελου και θλίβομαι άμετρα για τον πλανήτη
που ‘χασε όλη την αγνότητα
λουσμένος στον κατακλυσμό της ανθρώπινης μωρίας.
Φτηνά ή ακριβά όλα πουλιούνται. Καθετί γίνεται
για να πουληθεί και να πουληθεί γρήγορα.
Ο άνεμος και το κύμα από τους εμπόρους πουλήθηκαν.
Ό,τι γεύτηκαν η ευγένεια και το έγκλημα, ό,τι γνωρίζει
ο έρωτας και η καθημερινή επιθυμία των όχλων,
έχει πουληθεί. Ό,τι η τέχνη
και η επιστήμη αναγνώρισαν, έχει πουληθεί.
Οι ξαναμμένες κραυγές των οδών, εφαρμογές
και ιδέες έχουν πουληθεί. Κάθε πράμα
έχει την αξία του στην αγορά. Τα βρόμικα
εσώρουχα της Μπαρντό αξίζουν όσο ένας Ρέμπραντ.
Η αναρχία των μαζών προβάλλεται στις βιτρίνες
των καταστημάτων. Έχουν πουληθεί τρελά μυστικά
για κάθε ακολασία.
Όλοι δίνουν νωρίς την παραγγελιά τους.

*Από τη συλλογή “Ο γυμνός ομιλητής”.

Νίκος Βρεττός, Ο ύπνος της ημέρας

Βυθίζομαι αργά στον ύπνο της ημέρας
δίχως όνειρο, δίχως καημό να υπάρξω.

Το σώμα φθαρτό και η ψυχή στεγνώνει
σβήνει ολοένα η αίσθηση του κόσμου.

Οι ώρες περνούν και πέφτει το βράδυ
αύριο ίσως δε θα μπορώ να λυπάμαι.

Περνούν καθώς την έρημο οι καμήλες
μέχρι το τέλος τίποτα δε θα μείνει.

Πηγές και μνήμες μου έξω από τον ύπνο
κι όλο το πάθος για τη γέννησή μου.

Είχαν στα μάτια τους μια ήρεμη αγωνία
τη σάρκα ρυτιδωμένη και σκληρή.
Καθισμένοι στις εξώπορτες μιλούσαν
την ώρα που η μέρα χάνει το φως της.

Ποιος μόχθος, ποια πανάρχαια ρίζα
μέσα στην εγκαρτέρηση!

Μηρυκάζοντας αργά τη σοφία του χόρτου
οι αγελάδες γυρνούσαν στους στάβλους
φορτωμένες τον γεμάτο μαστό τους.
Σηκώνονταν ευλαβικά και προσεύχονταν όλοι.

Τώρα τα σούρουπα είναι όλα χωρίς γείτονες
καμιά ευγνωμοσύνη και καμιά εγκαρτέρηση
ένας δε θα σπάσει με τη γροθιά το τραπέζι.

*Από τη συλλογή “Ο ύπνος της ημέρας” (1973).

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Δύο ποιήματα

Κύκλος

Σχίζω το ημερολόγιο,
μη θέλοντας
να διαβώ τις ώρες,
μη θέλοντας
να σκοντάψω στις μέρες
του κύκλου
που με φυλακίζει,
πνίγοντας
ότι ωραίο
φώναξα δυνατά
μέσα μου.

***

Φύλλα φωνήεντα

Φωτίζουν
φυλάγοντας φωτιές,
φρουρούν
φωνές φευγάτες,
φοράνε
φύλλα φωνήεντα,
φτηνά φιλιά
φοβούνται,
φονεύουν
φήμες φαντάσματα,
τα ποιήματα φταίνε!

*Από τη συλλογή “Ενδόγραμμα”, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2010. τα δύο ποιήματα και οι φωτογραφίες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή Greek Poetics στη διεύθυνση http://greekpoetics.blogspot.com

Ηλίας Λάγιος, Ποιήματα

{..κατανυκτικώς}
.
Σ’ αυτό το διψασμένο το ξενύχτι,
σπαράζω,σαν το ψάρι μες στο δίχτυ.
Το ξέρω.Απόψε θα με σώσει η τέχνη.
Παραμιλώ.Γαμώ την ομορφιά σου.
.
════════════
.
(συλλογή Ασκήσεις Ι — ΙΧ)
.
Τραγουδώ την Αθήνα την ιοστέφανον,το έφηβο Παρίσι,
το Πεκίνο των τριακοσίων γενεών,τη Μόσχα με τα σαμοβάρια της,το σιωπηλό
Τουμπουκτού,το Σίδνεϋ,το γκρίζο Λονδίνο,τη Βαγδάτη λουσμένη μ’ αστέρια,
το Δελχί,τη Βιέννη,το Χαρτούμ,τη Ζανζιβάρη των σουλτάνων,το Κεμπέκ,
την εκπάγλου καλλονής Έδεσσα,την Πράγα,το Κατάρ,την Καμπέρα,τη Λίμα,
το Τόκιο,τη Νέα Υόρκη,την Άρτα
κενοτάφιο και ροδώνα της ανθρωπότητας.
.
Τραγουδώ τον Έκτορα,τον Αλκιβιάδη,τον Κατιλίνα,τον Βρούτο,
τον Ροβεσπιέρο,τον Σαιν Ζυστ,τον Λασάλ,τον Μπακούνιν,τη Λούξεμπουργκ,
τον Βελουχιώτη,τον Γκεβάρα.
.
Τραγουδώ το Νείλο,τον Ευφράτη,τον Αμαζόνιο,το Μιζούρι,τον Άραχθο
το μέγα ποταμό,τις λίμνες,τους ωκεανούς,όλα τα νερά,
τραγουδώ τα δάση,τα βουνά,
παν ορατό και μέγα.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
(συλλογή Έρημη Γη)
.
Η νύχτα άπλωσε ξανά,υποταγμένη,εντροπαλή,
και βρόντησεν ο κεραυνός το μέγα γράμμα.
Ε
Επανάσταση: Τι έχουμε προσφέρει;
Σύντροφε,τρανεύει το αίμα την καρδιά μου.
Η ωραία τόλμη μιας ζωής εξεγερμένης
που μια αρχαία φρόνηση ποτέ δεν θ’ αναιρέσει
μ’ αυτή,μόνο μ’ αυτήν,έχουμε υπάρξει
που κανείς δε θα αναφέρει στα παιδιά μας.
Και μόνο εμείς θα ξέρουμε με το τριζόνι νεκροπομπό.
Κι αύριο μια χασισωμένη ανθρωπότητα να δημιουργεί
με το ίχνος των κορμιών μας.
Ε
Έρωτας: Άκουσα τα βήματά σου
ένιωσα το χέρι σου στο χέρι μου.
Με την άρνησή του άλλου,βεβαιώνοντας τη
φυλακή σου.
Με τη μοναξιά του άλλου,σακατεύοντας τη
φυλακή σου.
Μόνο τώρα που πήρε να φεγγίσει,ένα δάκρυ
για μια στιγμή ζωντανεύει τον τρόμο Πηνελόπης.
Ε
Ελευθερία: Το πλοίο ανταποκρίθηκε
χαρούμενο,στο χέρι που το στρέφει.
Η πρόσκληση ήταν γαλήνια,κι η καρδιά σου
ανταποκρίθηκε
χαρούμενα στην πρόσκληση,κυβερνημένη,
κυβερνώντας
την ύστατη κυριαρχία.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
(συλλογή Έρημη Γη)
.
Βγήκα απ’ το αμφιθέατρο.
Ξυπνώντας,πίσω μπρος και πλάι μου τα πλήθη.
Να βγάλουμε τον κόσμο από την τάξη του.
Λύκε,λύκε είσαι εδώ;
Γαίαν παμμήτειραν αείσομαι,ηυθέμεθλον.
Άνδρ’ αγαθόν περί ή πατρίδι μαρνάμενον.
Γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων.
Ξηρά οστά όντα ανθρώπινα,εν αυτοίς σάρκα
ανέδειξα και ψυχήν.
.
Επανάσταση.Έρως.Ελευθερία.
Θάνατος. Θάνατος.
Αθάνατος.
Σύντροφοι.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
(συλλογή Μουζικούλες)
.
Ιδού,λοιπόν εγώ,φτασμένος
εκεί που σώθηκαν τα νιάτα μου.Μην έχοντας
τίποτε για δικό μου,μην κατέχοντας
καν υλικά αγαθά.Ν’ αναλογίζομαι το τίμημα
της άλλοτε χαράς.Ζυγίζοντας και κρίνοντας
τις πράξεις και τα έργα μου.
Ζυγίζοντας και κρίνοντας.
Ω σκοτάδι,σκοτάδι,σκοτάδι
στριγγή πνευματική καταχνιά,άναστρε θόλε,ευλογημένη
δύναμη που ήσουν κι όχι πια, φτωχή κι αλλοιωμένη
υπόμνηση της δύναμης,φωνή που υπομένει,
κουλή,ταγγισμένη φωνή,χρυσοκέντητο ξεσκισμένο υφάδι,
γρατσουνισμένη πυρά,λιγδιασμένη πηγή,σταματημένο χάδι,
μαρτυρικό κι ανήμπορο,νέκυιο σημάδι,
ανύποπτη έκταση των χεριών στην οικουμένη.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
ΥΓ
{..κατανυκτικώς}
.
Αναλογίζομαι αν ο Κύριος των δυνάμεων μπορέσει,κάποτε,να με συγχωρήσει.
Γνωρίζω,όμως,ότι εγώ δεν θα συγχωρέσω,ποτέ,Αυτόν.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●▬▬▬▬▬▬▬●
.
*Ηλίας Λάγιος,συγκεντρωτικός τόμος Ποιήματα,εκδόσεις Ίκαρος,2009.

**Αναδημοσίευση από τη σελίδα της Anna Doulia στο facebook.

Κική Δημουλά, Τα «υπέρ» της συνήθειας

Με φόρεσες –σε φόρεσα,
εκλογή μονοφόρι.
Πρώτα απ’ την καλή.
Με γύρισες μετά το μέσα έξω,
είχαν παρατριφτεί οι άκρες και οι μόστρες,
είχαν στραβοστομιάσει κι οι κουμπότρυπες
–θυμίζανε σιωπές ξεχειλωμένες–
απ’ το πολύ το κούμπωνε ξεκούμπωνε
την προφύλαξη, την επιφύλαξη,
τη διαφύλαξη κούμπωνε ξεκούμπωνε
τις ασταθείς των ημερών θερμοκρασίες
στα βαριά της χρονικότητας κλίματα.
Σκιστήκανε κι οι τσέπες,
χώναν εκεί τα ξυραφάκια τους
οι σκέψεις των χεριών.
Πάλι με γύρισες μετά –σε γύρισα
πάλι το έξω μέσα,
σάμπως οι πριν φθορές
να ’χαν στο μεταξύ ξεκουραστεί
και γιάνει,
και μια που το παλιό
δεν έχει πια καλή κι ανάποδη.

Όσο για το πού θα χτυπήσεις
και πού θα χτυπηθείς,
κανένα πρόβλημα.
Ούτε και τούτο έχει πια
όψη κι ανάποδη.
Έχει κι αυτό παλιώσει
–μέσα έξω γυρισμένες
τόσες φορές οι σφαίρες.

*Από τη συλλογή “Το τελευταίο σώμα μου”, Εκδόσεις Κείμενα (1981), Β´ έκδοση Στιγμή (1989).

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος, Το φράγμα της μνήμης

Η μνήμη δεμένη
σὲ ἕνα κόκκινο μαντήλι.
Ἀκριβὸ κομπόδεμα.
Κρατᾶ μέσα της
βλέμματα καὶ στιγμὲς καὶ λέξεις
σφιχτοδεμένα.
Ἕνα κομπόδεμα κρυμμένο
μέσα στὸν κόρφο.
Ἀκουμπᾶ ἀνεπαίσθητα
στὸ μέρος τῆς καρδιᾶς καὶ ξυπνάει,
σὰν ἀνοίγεις τὴν πόρτα καὶ στέκεις
στὸ κατώφλι τῆς νύχτας ἀνυποψίαστος,
κάτω ἀπὸ τὸν ἔναστρο οὐρανό.
Εἶναι ἡ στιγμή, ποὺ νιώθεις
τὸ βάρος τοῦ πράγματος:
περπατᾶς μόνος μὲ τὸ δικό σου φορτίο!
Μὲ τὴν πείνα σου καὶ τὴν δίψα σου
τὸ κομπόδεμα αὐγατίζει·
στιγμὲς ποὺ κατατίθενται ἁπαλά
ἡ μιὰ πάνω στὴν ἄλλη
ἀκριβὰ βλέμματα κρυφὰ φυλαγμένα.
Ὥσπου φτάνει ἕνας καιρὸς
καὶ κάποιο χέρι λύνει τὸ κόκκινο μαντήλι·
τὸ φράγμα ὑποχωρεῖ
–σκύβεις ν’ ἀκούσεις τὴ βουὴ τοῦ χρόνου ποὺ περνᾶ–
σὰν μαῦρο ποτάμι ποὺ κυλάει μὲ ὁρμή.
Ὅλα γλιστροῦν μπροστά,
οἱ στιγμὲς, καὶ τὰ βλέμματα, καὶ οἱ λέξεις πηδοῦν
ἀπὸ τὰ βλέφαρα στὸ κενό.
Ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ χέρι ποὺ ἀδειάζει
τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ βιός της;

*Από την ομώνυμη ποιητική συλλογή που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Οροπέδιο”.