Γρηγόριος Σακαλής, Αγριάδα

Έγινες πολιτικός ρε μπαγάσα
έμαθες καλά τις κινήσεις των χεριών
όταν μιλάς
για να τονίσεις ή να κρύψεις κάτι
το ντύσιμό σου σένιο
θυμάμαι είχες ένα καλό παντελόνι
το βράδυ το έπλενες να είναι καθαρό
για την άλλη μέρα
έμαθες το θέατρο κι ανέβηκες ψηλά
έχεις βίλα στο Πανόραμα
θυμάσαι που μέναμε στην Εστία
σε κείνα τα μικροσκοπικά δωμάτια
όμως μη μου στεναχωριέσαι
που σε μαλώνω
δεν είσαι ο μόνος
υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένανε
όμως αν έχω κάτι να θυμάμαι
από σένα
είναι εκείνο το παιδί στα δεκαεννιά
την αγριάδα της νιότης
που ήθελε ν΄αλλάξει τον κόσμο
αυτό θυμάμαι
αυτό θυμάμαι.

Εμμανουέλα Αγγουράκη, Τρία ποιήματα


Ηλιόχαρις

Και από τον ήλιο δεν καιγόσουν πια
έτσι που σε ασπίδωσαν τα αντιηλιακά κύτταρα
εσύ που έφαγες περίτρανα
κι απέβαλες στημένους όλους τους χυμούς σου
εσύ που ανέβαινες να πιάνεις ηλιαχτίδες
κι ακόνιζες στις ρόδες τους χρυσά μαλλιά
τα βλέφαρά τους

***

Δεσμώτες

Και θα τη χάραζα αγάπη μου στον ήλιο την αυλαία
από καιρό ξεκίνησα
το τέθριππόν μου κουβαλώντας
με λυσσαλέα δύναμη τα γκέμια του χτυπώντας
καλπάζοντας στα ύψη

μόνο σε αυτά τα υψόμετρα
συνθλίβονται τα κρίματα, τα πάθη, τα εγκλήματα
και όλα σου τα σφάλματα

η πίστη και οι όρκοι σου
οι όρκοι σου που τίμησες
που νόμισα πως τήρησες
στέκουν ακέραια εκεί

για τις πίστες όλες
και τους όρκους όλους
όλων ημών των σκυθρωπών
των δεσμωτών του χρόνου.

***

Το τριαντάφυλλο του Ανδρέα

αποφώνηση

Και ήταν ωραίο
το ξημέρωμα που ανέτειλε
μετά από βάθη σκότων χρόνων
που σε αφέντευαν
και η δροσιά που το συντρόφευε
πουλιών κελάηδισμα
φτερούγισμα ψυχής πια σου προσέδιδαν
και μια τέρψη
παρολίγον τόσο δα λυπημένη

Με δύο φτερά αγγέλων κατηφόριζες
τα ίδια μονοπάτια
τις ίδιες σκέψεις τώρα έκανες
του φθινοπώρου χείλη που έκλεινες
περίσσεια η συγκίνηση
που σαν παιδούλα εναγκάλιαζες
της άνοιξης τα χνώτα
σαν και πρώτα

Και ήταν τόσο ωραίο το κύμα
που σε έλουζε
ολόγυρα τριγύρω
και όχι επί τούτου
που έμαθες να περπατάς
και η αύρα που σε δρόσιζε

Με μια πτερύγια καρδιά
τώφρα τα διέσχιζες
με χέρια και με πόδια
ολούθε γύρω πιτσιλώντας
ολούθε γύρω δεν ξεστράτιζε
η αντένα από τη ρότα
σαν και πρώτα

*Από τη συλλογή “Η δίεση των όντων”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2012.

Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

Παρατυπίες

Μια κάποια μέρα θα ξυπνήσουν
οι θεατές και στην υποθαλάσσια σκηνή
ένα τεράστιο στόμα
πλημμυρισμένο συγκίνηση
από το χιλιοτυπωμένο δέρμα του
εκσφενδονίζοντας τον ίλιγγο

θα πει:

Το εσώτερο μιλά δυνατά
σε όσους έχουν την ικανότητα να ακούν
όσα ο ψίθυρος διηγείται
Πετράδι κόκκινο εισχωρεί στα πελάγη
και η συγκομιδή ξεκινά
Ο πετεινός πάντα την ίδια ώρα καλεί
Η φασολιά την ίδια ώρα γεννά
και η ψυχή κάθε στιγμή και ώρα εγκαλεί
Η προσήλωση στον εαυτό από το σώμα ξεκινά

Μ’ αγαπάς; ρωτά
Είσαι έτοιμος;
και αν ναι
τότε, πόσα κλωνάρια η αφή προσκυνά;
Την όσφρηση ποιου οργασμού η νότα ξεγελά
και η καρδιά πότε χτυπά δυνατά;

Μαγεμένοι όλου του κόσμου στοιχηθείτε.

***

Στην πόλη των Αθηνών

Η σονάτα του ακανόνιστου
του απειροελάχιστου
αυτό,
τ’ αγρίμι
που τριγυρίζει το μυαλό
διαλύοντας τη σάρκα
και προσπερνά
δήθεν αθόρυβα
απ’ τους κροτάφους
διεισδύει στα εξαπτέρυγα
σύμπαντος κόσμου σου,
ανακατεύοντας εξόχως
αίμα,
αρχέτυπα,
φωτόδεντρα και φτέρες
βυθίζοντας Ναύπλιο και φλέβες

και εμείς έκπτωτοι αστοί
μαγεμένοι, πηγαίνουμε στα κλαδιά του να πνιγούμε.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Οι γλάροι
 
Περιμένουν να τους ονοματίσεις
Σαν άσπρα γεμάτα βαρέλια με οίνο
Που περνούν με τους πλανήτες
Περιμένουν να φωνάξεις τον κάπελα του ανέμου
Και της γνώσης να κατέβουν
Κι όταν αυτός θα ‘ρθει
Ανοίγουν τα φτερά τους στο μεθύσι
Σαν κάνουλες χαράς, φωνές ξεφαντώματος
Γυμνάζουν τα πόδια στο μεγάλο ταξίδι
Ανοίγουν τα μάτια στις ασύγκριτες μέρες
Μένουν δεμένοι στο ζωνάρι της λεηλασίας του ήλιου
του Νότου
Γιατί… για να φύγουν…μακριά
Πρέπει να δώσουν όλα όσα μαζεύονται στο ράμφος τους
Και είναι πολλά, ω πολλά
Είναι ό,τι τους έβαλες να φαν
Για να σταθούν στο είδος τους
Όσα τους έδωσες κι εσύ, για να σε πάρουν μαζί τους!
 
*** 
 
Των ημερών μου

Το μεγάλο μανουάλι
σε μια αίθουσα ανοικτή στον καθένα
Μετρά τα μικρά κεριά των άστρων
Και τα σβήνει για να μην ξενυχτίσουν
Οι έμποροι άνοιξαν από το χάραμα τα μαγαζιά…
Στα πέτα των ανθρώπων έχεις περάσει σημειώσεις
Σε άγραφα χαρτιά
Από τα φύκια που συνωμοτούν να σ’ αποκτήσουν
Παντοτινά μια περιπέτεια σε κυνηγάει να σ’ εύρει
Στα έγκατα μιας ευτυχίας λησμονημένης
Ξεχνάς πως για να θυμηθείς
Θα πρέπει να βάλεις όλα τα μέλη σου και πάλι σ’ ένα
Όπως ήσουν πριν γεννηθείς
Κάθισε κτύπα δυο πετρίτσες στο γιαλό
Και φώναξε να εισακουστεί η χαρά σου
Και πες στο αλφάβητο να ησυχάσει μέσα σου
Δεν είσαι μόνο νους και γνώση
Στα πόδια ενός Χριστού πελώρια η λιτανεία της ζωής
Και δες πόσο οι μαύρες πλάκες ηφαιστείων έμειναν χωρίς το άσπρο του αφρού
Και δες πως τα μολύβια έπαψαν να βγάζουν τον κατρά της αγανάκτησης
Και καθώς όλος σαν γεννήθηκες να δώσεις
Στο μανιασμένο χώρο των ανέμων
Τη γη επαγγελίας των μνημονίων
Πως είσαι για να ζήσεις στον αφρό…
Ω, χαρά
Σαν Αφροδίτη να ντυθείς με πέταλα
Των πιο κλειστών που ανοίγουν τώρα ημερών σου

*Από τη Συλλογή “Το Αρχιπέλαγος”, 2016.

Άρης Αλεξάνδρου, Μέσα στις πέτρες

Στη φωτογραφία ο Άρης Αλεξάνδρου αναζητώντας τη νύμφη Αβαρβαρέη στο δάσος της Κομπιένης 84χλμ από το Παρίσι

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα δω σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μέσα στις πέτρες.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

Χωρόχρονος

Τρεις μέρες πριν πεθάνει ο γείτονας,

ούρλιαζε το σκυλί του, βλέποντας

τις φάσεις του θανάτου στο μέλλον.

Τι θάμα, ένα σκυλί

σαν το θεό του Εκκλησιαστή

που βλέπει παρελθόντα όλα τα πράγματα

σ’ απόσταση τριών μερών ένα σκυλί

διέκρινε την πράξη ενός θανάτου

Εγώ ‘μως βρίσκω πως δεν είμαι
ούτε θεός
ούτε σκυλί, μα έχω
κάτι από την πλήξη του θεού-

και κάτι απ’ του σκυλιού τη θλίψη.
 
***

Φωτισμός

Το φως χωρίζει τα πράγματα.

Το σκοτάδι ενώνει τα πράγματα.

Αυτή η πρώτη παρουσία των πραγμάτων

αυτός

ο θάνατος. Όμως

στη δεύτερη παρουσία τους

τα πράγματα

είναι

το φως.

Γιάννης Ρίτσος, Ειρήνη

Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα
είναι η ειρήνη

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκους που ‘ καψε η πυρακαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρουδίά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός,
γιορτάζοντας τά μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κι ένα βιβλίο μπροστά στο
παιδί που ξυπνάει.
τότε που τα στάχυα γέρνουν το ‘να στ’ άλλο λέγοντας: το φως, το φως
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως,
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα,
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο
εργάτης το Σαββατόβραδο,
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε, δεν είναι μια μέρα που χάθηκε,
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ
κι είναι μια κερδισμένη μέρα κι ένας δίκαιο ύπνος,
που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορφίνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφές μου, – όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε.
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε,
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατς πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κι οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρίφαλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος,
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακές σ’ όλη της γης,
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη.
Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα,
είναι η ειρήνη

Αδέρφια,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόμσος με όλα τα όνειρά μας
Δώστε τα χέρια αδέρφια μου,
αυτό ‘ ναι η ειρήνη.”

Αντρέ Μπρετόν, Πόλεμος

Κοιτάζω το Τέρας που γλείφεται

Για να μπερδευτεί όσο μπορεί με ό,τι είναι γύρω του

Τα μάτια του χρώμα φουρτούνας

Ξάφνου είναι βαλτονέρια που σκεπάζονται με βρώμικα

ρούχα με σκουπίδια.

Βαλτονέρια που πάντα σταματάνε τον άνθρωπο

Βαλτονέρια με μια μικρή πλατεία Όπερας μες την κοιλιά

τους

Ο φωσφορισμός είναι το κλειδί για τα μάτια του Κτήνους

Που γλείφεται

Κι η γλώσσα του

Τοξεμένη ποιος ξέρει από πριν πού

Είναι ένα σταυροδρόμι από καμίνια

Από κάτω ατενίζω τον ουρανίσκο του

Σαν από λάμπες μέσα σε σάκους

Και κάτω απ’ το θόλο σε γαλάζιο βασιλικό χρώμα

Τόξα χρυσαφιά ξεφτισμένα προοπτικά το ‘να μέσα στ’ άλλο

Ενώ τρέχει η πνοή της γενίκευσης στο άπειρο εκείνου του πανάθλιου
γυμνόστηθου παλιάτσου σαν κι αυτούς που βγαίνουν

στις πλατείες καταπίνοντας δαυλιά αναμμένα με πετρέλαιο

κάτω από μια ψιλή βροχή πεντάρες.

Τα σπυριά του Κτήνους λάμπουν εκατόμβες παλικαριών για να

χορτάσει ο Αριθμός

Με τα πλευρά να τα φυλάνε αστραφτερά λέπια στρατοί

Φουσκωτοί κι ο καθένας τους περιστρέφεται μια χαρά πάνω στη

στρόφιγγά του

Μ’ όλη τους την αλληλεξάρτηση σαν τα κοκόρια που βρίζονται
την αυγή από κοπρώνα σε κοπρώνα

Αγγίζουμε τη ρωγμή της συνείδησης κι όμως μερικοί συνεχίζουν

να λένε πως η μέρα θ’ ανατείλει

Η πόρτα ήθελα να πω το Τέρας γλείφεται κάτω απ’ τη

φτερούγα

Και βλέπεις τάχα από γέλιο να χτυπιούνται από σπασμούς
κλέ
φτες βαθιά σε μια ταβέρνα

Ο αντικατοπτρισμός που μ’ αυτόν είχαν φτιάξει την καλοσύνη

διαλογίζεται

Είναι ένα κοίτασμα υδραργύρου

Θα μπορούσες να το γλύψεις μονομιάς
Νόμισα πως το Κτήνος στρεφόταν σε μένα είδα ξανά τη βρωμιά

της αστραπής

Πόσο είναι άσπρο στις μεμβράνες του μες στην σβελτάδα των δα
σών
από σημύδες όπου στήνεται η ενέδρα

Μες στα ξάρτια των καραβιών του που στην πλώρα τους βουτά μια

γυναίκα με την κούραση του έρωτα να τη στολίζει πράσινη

μάσκα

Μάταιος συναγερμός το Κτήνος κρατά τα νύχια του διεγερτική

στεφάνη γύρω από τα στήθη

Προσπαθώ να μην παραπατώ φανερά όταν κουνά την ουρά του

Που είναι σημαδεμένη άμαξα και καμτσικιά

Μες στην πνιγερή οσμή της κικινδέλης

Απ’ το φορείο το βρωμισμένο με μαύρο αίμα και με χρυσάφι προς

το φεγγάρι

Ακονίζει ένα του κέρατο στο ενθουσιασμένο δέντρο των αιτιάσεων

κουλουριάζεται με φοβερή νωχέλια κολακευμένο

Το Κτήνος γλύφει το όργανό του δεν είπα τίποτα

*Πηγή: Γιώργος Σπανός (επιμ.), André Breton, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1983, σ. 142-143.

Βασιλική Λόη, Τρία ποιήματα

σου ταχυδρόμησα
τα τελευταία γραπτά μου
επέλεξα την γραφή των κεφαλαίων
σε περίπτωση που αυξήθηκε η μυωπική σου ευδιαθεσία
για της αποδοκιμασίας το απόκομμα
δεν βρήκα κάτι ακόμα,
έχεις μουλιάσει στο
κρασί και την ανορεξία,
στείλε μου δυο αντιφιλιά
συγγραφικά
ένα στα χείλη, κι ένα
στο μέτωπο
γραμματόσημο αλληλογραφίας

*

στέκει μια μικρή
φιγούρα τώρα πλάι μου

ενορχηστρώνει τους φόβους σε παιδικό νανούρισμα
και με περιφρουρεί στον μυστικό της κήπο
με χάρτινα λουλούδια και πτήσεις χελιδονιών
στης νερομπογιάς το όραμα
μ’ αγαπάει με τα πρωινά φιλιά κι ας
με ψαλιδίζει στου χαρτονιού της την βροχή,
με καθησυχάζει ότι
θα βάλει όλα τα χρώματα στου τόξου την φαρέτρα

*

ζεστός ο αποψινός χειμώνας
με τρυφερές βροχές
και απομιμήσεις κρύου
έξω από το παράθυρο
ξελόγιασε τα άνθη
του φλεβάρη

*Από τη συλλογή “Μελιδόνι”, Θεσσαλονίκη 2016.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Τέσσερα ποιήματα

1.

Πες μου,
γιατί να γράφεις ποιήματα
όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες;
Οι άνθρωποι απελπίστηκαν
και βγήκαν στους δρόμους.
Κι η ποίηση μοιάζει τώρα μακρινή ανάμνηση,
μια τέχνη γραφική….
Εδώ υπάρχει η ζωή που πρέπει να διασωθεί.
Υπάρχουν τα παιδιά
και τα παιδιά δεν μεγαλώνουν με λέξεις
Εδώ χρειάζονται χέρια και σώματα
και περίστροφα
που θα δολοφονούν τους δισταγμούς και τις αναβολές.

2.

Οι δρόμοι της πόλης είναι πιο όμορφοι τη νύχτα.
Περπατάς μονάχος
Ακούς τους ήχους των βημάτων σου
Το ποίημα σού έρχεται στο στόμα
Αβίαστα σχεδόν
Και συ αναρωτιέσαι
αν αύριο θα υπάρχουν δρόμοι.
Αν αύριο θα υπάρχει πόλη.

3.

Οι καιροί μάς σπρώχουν σε δράμα
που δεν υπάρχουν λέξεις να εκφραστεί.
Μέσα σε αυτούς τους καιρούς
σκηνοθετώ την πορεία μου
και αξιώνω κόσμο ομορφιάς.
Άλλοτε ο κόσμος μου ήταν τα ποιήματα
μα δε αρκούν πια.
Δεν παλεύεται η πραγματικότητα
με όμορφα συνσυασμένους τρόπους
και έντεχνη αθωότητα.
‘Εχουν αρχίσει να με ενοχλούν οι αμαρτίες μου.

4.

Κάθε τοίχος και ένα σύνθημα.
Αυτή είναι η Ποίηση που διαθέτουμε σήμερα.

*Από το http://n-tomaras.blogspot.gr/2012/08/blog-post_27.html