Γεωργία Τρούλη, Ιθαγένεια ενός κόσμου

Σε χορό αγρίων θα πάμε
Θα δαμάσουμε τη φωτιά
Και με ολόκληρα τοτέμ
Θα ξεθυμένουμε τα ταμπού μας
Ξυλόγλυπτες αφηγήσεις
στην τρύπα του αυτιού
ένας ξαναζωντανεμένος σαμάνος
φοράει νυχτικό
και κάνει ευχές
δυτικού τροπαρίου

θα ανακαλύψουμε την ιθαγένεια
του έρωτα
με
κουλουριασμένες αφρικάνικες μάσκες
και κατεβασμένα από τη βαρύτητα
στήθη
έντονος βρυχηθμός βουντού
η αποφυγή του μοιράσματος
μην κλαις
κι έπειτα πάλι
αυστραλιανό θετικό
το συναίσθημα
μα κρίμα
καθόλου να μην ξέρεις
πώς παίζουν ντιτζιριντού
οι αβορίγινες

και όλοι να σου λένε
να γίνεις πιο μίνιμαλ
αλλά εσύ συνεχίζεις να βλέπεις
το εμπριμέ στην ταπετσαρία του τοίχου
το σκαλιστό στον ώμο της καρέκλας
το ανάγλυφο στη αγριάδα του βράχου
τα χρώματα στη φούστα μιας τσιγγάνας
τις ραφές στις άκρες του βιβλίου
και δεν θες καμιά απλοποίηση φόρμας
που δεν έχει ούλές
και συνεχίζεις
να συμπυκνώνεις σιωπές
όπως οι Εσκιμώοι στα ιγκλού

ολόκληρη ιστορία χιονιού
και αποκόλλησης από βάθος
διά -Κοσμος
να εφαρμόζει σε δύο τρία λεπτά
τούβλα λευκά
τοιχοδομία αφήγησης

στη μέση γούνα και φωτιά
ολόγυρα πάγος
περίγυρος θάλασσα
λιτή και δαντελοπλεγμένη
απόκεντρα
κόσμος

Λουκία Πλυτά, Τρία ποιήματα

Πούπουλα

Ανακατεμένα φτερά με σκέψεις
τρελά πάθη ερωτευμένα με
αγριεμένες θάλασσες
σαλεμένα μυαλά αχόρταγα
για λέξεις
και μια ειρήνη ανταριασμένη
στου γερακιού το μάτι
που όλα τα θωρεί
όλα τα βλέπει
αλλά ουδείς πόθησε νύχτες έρωτα
να της χαρίσει
φεύγει στεγνή, απότιστη
ολοένα και πιο μακριά…

***

Βραχονησίδα

κι έψαχνα
κι έψαχνα
το αντάμωμα των ωκεανών
στ’ ανάσκελα
μικρής
βραχονησίδας
που πήρε
μπροστάρη τον καημό

κι από τα χθες
ένα κομμάτι οργασμός
μ’ αντάρα
πληγή στο αίμα
ένα πλουμί
ξελιγωμού
ιδιαιτέρως τραγικό
πως τρέμει

-δέκα λαλούν
ένας μονάχα λέγει-

Πιο παλιός από ένα δένδρο
της φαντασίας
ο δρόμος
ο άμοιρος
πηλός
στεγνός
ανερμήνευτος και μόνος.

***

Γη

Πρόσεχε γλάρε, στα ταξίδια της λύρας μου
φτερά δικά σου, είναι εμπόδιο
και όλο το βάρος του αλλοιωμένου θάρρους σου
κομίζει στα βλέφαρά μου της ανόδου σου τους φόβους.

Πέρασαν πολλά χρόνια ν’ αντιληφθείς
πόση αντίθεση κρύβει η χαρά.

Μεγάλη δυστυχία να φθονείς τον φορέα της δύναμης
και από τις αισθήσεις να αντλείς συμφορά.
Μένω μετέωρος θωρώντας σε κάτω,
χωμένο στα χώματα,

αντί στα ιερά
να θαυμάζεις την εικόνα του Κόσμου

εσύ, να τραντάζεις τα ουράνια.
Η αντάρα σου κατακλύζει το φώς
αυγατίζοντας κύματα σκότους,
για το σώμα

που τα πόδια σου πίστεψες πως δέσμια κρατά.
Κράτα τα πόδια στα σπλάχνα της βάσης, σταθερά.

Προσάναμμα

Το σώμα σου γίνεται αντικείμενο
και ενώ τα γεγονότα ξεκάθαρα δείχνουν
πως τίποτα, τίποτα
δεν υπερισχύει της σάρκας
εγώ ξυπνώ πνιγμένος από το πνεύμα σου
να με κοιτώ, καθώς ορκίζομαι στη γλύκα της ζωής.

Lawrence Ferlinghetti, Άσπρο στο άσπρο

Θα γράψω σήμερα άσπρο στο άσπρο
θα φορώ μόνο άσπρο
θα πίνω μόνο άσπρο
θα τρώω μόνο άσπρο
Και θα γίνω εκείνο το θαλάσσιο πλάσμα
που τρώει φως
στραγγίζοντας τον ωκεανό από το φώσφορό του –
Προς το παρόν
είμαι μια «άσπρη κουκκίδα» στο διάστημα
κι η άμμος στην κλεψύδρα
που κυλάει
είναι κι αυτή άσπρη.
Λευκοί αμμόλοφοι της Αφρικής
κυλάνε μέσα της
Χιόνια από τη Σιβηρία
γλυστράνε μέσα της
Οι θάλασσες λευκές γεμάτες σπέρμα
κάτω από το λευκό φεγγάρι
όπου αστέρια από αλουμίνιο περιστρέφονται αθόρυβα
γύρω απ’ τη γη που τρεμουλιάζει
με τις λευκές φάλαινές της
τα λευκά φαγοκύτταρα
τα λευκά ξασπρισμένα κρανία
και τους αλβίνους της
(Μήπως οι μαύροι ξάσπρισαν
κι έγιναν οι λευκοί;)
Να ονειρεύομαι μια λευκή χορδή
σύμβολο αθωότητας
Αν και το άσπρο είναι το χρώμα του θανάτου
Κι ο κόσμος είναι σα σκάκι του θανάτου
άσπρο στο μαύρο και μαύρο στο άσπρο
«άφωνα πιόνια
σε ασπρόμαυρα βασίλεια».
Ένας άγγελος στέκει στο σταθμό
κουνώντας ελαφρά τις αραχνοΰφαντες φτερούγες του
Ένα άσπρο άλογο
έρχεται μονάχο από ένα ρημαγμένο χωριό
Σε κάθε γωνιά της γης στους σταθμούς
βάζουνε πινακίδες
No pasaran
Γυρίστε πίσω Λάθος κατεύθυνση
Άσπροι προβολείς
εξερευνούν τον ουρανό
Οι πύργοι των αρμάτων στρέφονται
πάνω στα παλιά Τείχη.
Ο άγγελος κουνά σιγανά τα φτερά του
ανασαίνοντας τον ελαφρύ λευκό αέρα
Η γη ανασαίνει και τρέμει μαζί του
Αυτοί που κυβερνιούνται
θα συνεχίσουν να κυβερνιούνται
Η απόλυτη ελευθερία δεν είναι ελευθερία
Έρως εναντίον Πολιτισμού
Αδιέξοδο
Χιονίζει λευκά ντοκουμέντα
Οι πολύ πλούσιοι
γίνονται ακόμα πιο πλούσιοι
Ένα λευκό γαντοφορεμένο χέρι
βγαίνει από το παράθυρο
μ’ ένα καπέλο για να του ρίξουν χρήματα
Η ασυδοσία δεν είναι δωρεάν
Ο άγγελος
στέκει στην άκρη
της πλατφόρμας
κουνά απαλά τα μεγάλα άσπρα φτερά του
που μάλλον είναι πολύ εύθραυστα
για να μπορέσουν να σηκώσουν το κορμί της ύπαρξης
που συνεχίζει ν’ ανασαίνει αναρχικό αέρα
Και το τραίνο
το τραίνο που ’ναι φτιαγμένο μονάχα από βαγόνια
που έχει μέσα στριμωγμένους τρία δισεκατομμυρια ανθρώπους
στέκεται ακόμα στο σταθμό και τρέμει
και λευκοί φοίνικες σηκώνονται
μεσ’ από τους καπνούς του pinon
Και η «λευκή σφίγγα της τύχης»
κρατά το στόμα της κλειστό
στους ερημικούς δρόμους του μέλλοντος.

*Από τη συλλογή «Τοπία ζωντανών και πεθαμένων» (1979). Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ferlinghetti Ποιήματα», εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1989. Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου.

Αλληλεγγύη στους Παλαιστίνιους απεργούς πείνας με ένα ποίημα του Tawfik Zayyad και τους “Υπεραστικούς”

Χίλιες φορές είναι πιο εύκολο
από την τρύπα μιας βελόνας να περάσετε έναν ελέφαντα
ή να ψαρέψετε στο Γαλαξία.
Χίλιες φορές είναι πιο εύκολο
να σβήσετε τον ήλιο
να φυλακίσετε τους ανέμους
να πιείτε τη θάλασσα
να κάμετε έναν κροκόδειλο να μιλήσει
Χίλιες φορές είναι πιο εύκολο
από το να σβήσετε τη λάμψη μιας ιδέας με καταπίεση
ή να μας κάμετε να ξεστρατίσουμε έστω και μια τρίχα
από το δρόμο που διαλέξαμε

*Από τη σελίδα του Θωμά Μπραχαμίδη στο Fb.

Δώρα Κασκάλη, Πουκάμισο μπλε

Σκέφτομαι ότι υπάρχουν στον κόσμο άνθρωποι
που σε κοιτάζουν και δεν τους κόβεται η ανάσα

και δεν καταλαβαίνω.
Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Δεν ερμηνεύω το πανί

που δανείζεται το χρώμα

της θάλασσας, η οποία αντλεί

από την ωριμότητα του ουρανού,

όταν το δειλινό πλημμυρίζει

το πέτρινο στόμα του λιονταριού.

Δεν αγγίζω τις σφιχτές του ίνες,

τη συνομωσία πανοπλίας

πρόσκαιρης που θα ξεθωριάσει

λατρευτικά απ’ το σπέρμα του ήλιου.

Δεν κομματιάζω με το βλέμμα μου τον επενδύτη

μιας τόσο επίμονης ιδιωτικότητας.

Περιμένω το θαύμα. Και να!

Φουσκώνει το κύμα παρασύρει

τα σκουπίδια στους δρόμους,
τα οργίλα βήματα,

την αφομοίωση στο τσιμέντο.

Ένα κορμί με το μπλε

σάρωθρο της ομορφιάς
οριστικά το χρόνο ενταφιάζει.

Εμμανουέλα Αγγουράκη, Τρία ποιήματα

Αποκάλυψη

Σε ποιον να πεις
και σε ποιον να ομολογήσεις
ετούτη τη στιγμή

Ω! Σύμπαντα!
Σχοινιά σε δένουν χειροπόδαρα
και σε κινούν, σε φέρνουν

Την ώρα που ξαναζωντανεύουν οι θεοί!

***

Ηλεκτροκύματα

Παραλυτικά σύνδρομα
άλλων τόπων
σε εμέθυσαν
και σχιζοφρενικά παραληρήματα
-πραγματικά της ύπαρξης-
οι σκάλες που σε απέσεισαν
και οι τηλε οράσεις

***

Ανάδυση

Τα βράδια σου απόταξες
και τις θηριωδίες
λυγμούς αισθήσεων αναδύει πια
το σώμα σου που εξέδωσες

Μπλέκεις τα χέρια στα ακόμα καστανά μαλλιά
την κρύπτη των ενστίκτων σου αναμοχλεύεις

Κάπου μια νέα φυγή παραμονεύει

*Από τη συλλογή “Η δίεση των όντων”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2012.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Αναχωρητές

Τυχεροί όσοι
τους παίρνει ο διάβολος
και τους σηκώνει
οι υπόλοιποι
θα καταλήξουμε
μέσα
στο χώμα.

***

Η αληθινή ιστορία σχετικά με το κοριτσάκι και τα σπίρτα

Στίχος λέει είναι:
«αράδα έντυπου κειμένου».
Εγώ σου λέω:
είναι παλμός εντατικής
βρογχόσπασμος ασθματικής σειρήνας.

Κυρίως είναι:
στουπί εμποτισμένο με βενζίνη
δίπλα
στο κοριτσάκι με τα σπίρτα.

*Από τη συλλογή “Η Πλατεία των Ταύρων”, εκδ. Οδός Πανός, 2017.

Τέλλος Φίλης, Μεγάλη Παρασκευή …

Μεγάλη Παρασκευή -της λάθος ματιάς
Δεν είναι από κει που κοιτάς ο Εσταυρωμένος
γωνιά Τοσίτσα με Πατησίων είναι,
στα σύνορα του Έβρου σταυρώνεται τις νύχτες
στης Κακαβιάς τα χιόνια ποτίζεται όξος μουλωχτά
στο Φαρμακονήσι εξαφανίζεται
Στον Άγιο Παντελεήμονα κουβαλά τον σταυρό του μαρτυρίου
στον Δενδροπόταμο ξεψυχά
στο πάρκο της ΧΑΝΘ με τη σύριγγα στο χέρι ψιθυρίζει
«λαμά λαμά σαβαχθανί»
έξω από τα supermarket και στις λαϊκές αγορές
φορά ακάνθινο στεφάνι
βλέπεις το αίμα στο μέτωπο η όχι ακόμη;
Δεν είναι εκεί στις λαμπάδες, στα προαύλια ναών ο επιτάφιος απόψε
είναι κάτω από το σπίτι σου ο κοιμισμένος άστεγος
δεν του αρκεί να τον προσπεράσεις με το κερί στο χέρι
ούτε κάποια νηστεία σου, θα τον σώσει
Οι ολονύκτιες ψαλμωδίες σου δεν θα βρουν δουλειά στον άνεργο
μήτε οι ευχές με τα λαγουδάκια του πάσχα στο διαδίκτυο
θα αναπληρώσουν τα άδεια μάτια των μεταναστών
θύματα του συμμαθητή δουλεμπόρου
που χαιρετάς στα προεκλογικά σαλόνια
με κατάνυξη
Δεν είναι από κει που κοιτάς ο Άγιος που θα σε σώσει με το θάνατο του
κοίτα προσεκτικότερα, σταμάτα να φοβάσαι
και κοίτα
ίσως να μη σωθείς βεβαίως
αλλά τουλάχιστον θα έχεις
νιώσει το “πρώτο βήμα” τι σημαίνει
κι αν μια Ανάσταση έχει λόγο ύπαρξης
η μοναχά σαν αργία των δημόσιων υπηρεσιών
για μια πενταήμερη εκδρομή στην εξοχή μετριέται.