Κλείτος Κύρου, Η καμπή

Goya, Desastres de la Guerra (1863)

Ήταν άνθρωποι
Μιας αβέβαιης χαραυγής
Τους ποδοπάτησαν άγρια μίση
Σοφές πλεκτάνες όργανα μίσθαρνα
Τους δολοφόνησαν
Εν μέση οδώ

Προδομένη απ’ το χρόνο
Πλανάται η παρείσακτη μνήμη τους
Σε μετοχικά κεφάλαια
Τουριστικές επιχειρήσεις
Και σ’ επενδύσεις κατεξοχήν επωφελείς
Των ευελίκτων επιγόνων

*Από τη συλλογή “Κλειδάριθμοι” (1963).

Γιάννης Σγουρούδης, Οι ευχές του πάθους

Καλώς ήρθες στον κόσμο μου ξένε
Δεν υπάρχουν όρια εδώ

Μονάχα δίψα
Δίψα για την πανάρχαια ηδονή

*
Χόρεψε μαζί μου
Εκείνο το κορίτσι γνωρίζει
Όσα εγώ δεν πρόλαβα
Να πω
Εκείνο το κορίτσι
Φωτογραφία της θάλασσας
Εκείνο το κορίτσι
Απ’ τα μαλλιά της
Τα καλοκαίρια πέθαινα

*
Ακούστε
Είναι τέτοια η δομή του ανθρώπου
Που εις γνώσιν του πληγώνει

Και εις γνώσιν του σταυρώνει

Και η εκδίκηση που λάμπει στα μάτια του πληγωμένου
Ερωτεύσιμη μέχρι την τελευταία σταγόνα

*
Να κρεμιέσαι απ’ τα χέρια των άλλων
Θα προτιμούσα να χορεύεις στη βροχή
Και πάλι ελεύθερη να ‘σαι

Τώρα πήδα
Δεν θα σε πιάσει κανείς
Μονάχα ο πόνος.

*«Οι ευχές του πάθους» περιλαμβάνονται στη συλλογή «Η σκάλα δίπλα στη θάλασσα», εκδόσεις Θράκα, 2015.

Χοακίν Χιανούτσι, Δύο ποιήματα

ΡΟΔΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

Τούτο το ρόδινο
τσαμπί από σταφύλια
ανήκει σε άλλο βασίλειο.
Κείτεται, πάνω στο τραπέζι μου,
στην ψυχρή ακεραιότητα του στέρνου του
ενώ εγώ παραμένω σιωπηρός
ανίκανος
να αντιτάξω τη ζωή μου στην σαρκική του υπεροχή
Σχεδόν με τρόμο θαυμάζω εκείνη τη στιγμή
την δριμύτητα του νερού
πάνω στις φθαρτές του φλούδες.
Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει ένα όριο
μα ο συσχετισμός του με το χρόνο
με δυσχεραίνει.

Πιο μακριά, υπάρχει η ίδια γη
στην οποία επιστρέφουμε σαν ξένοι.

***

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΗ

Όταν ο μικρός μας αδερφός έκλεισε
τα πενήντα
η μητέρα είδε ένα τρομακτικό όραμα για το μέλλον·
έτσι κι είπε – κι είδα πώς τραντάζονταν
οι ώμοι της –
«γερνάμε όλοι μαζί». Και όταν
πρόσθεσε
«πάντοτε κρυώνω», κατέβηκε
στο υπόγειο, αγκάλιασε το κορμί της
και σε κάποιο μέρος του σκελετού της
ψηλάφισε ανέλπιδα ένα κόκκαλο.
Τα αδέρφια ενώσαμε τα κεφάλια, περιμένοντας
κάποιο είδος αποκάλυψης. Υπάρχει κάτι;
Τι νόημα έχει αυτή η ακατάπαυστη συσσώρευση
ζωής; Εν τέλει. Πότε παύουμε
να συσχετιζόμαστε μαζί της; Τότε ψιθύρισα·
έχει ζήσει τόσο
που κατέληξε να λησμονήσει
τους δυο ή τρεις λόγους που είχε να πεθάνει.

*Από το βιβλίο “Χοακίν Χιανούτσι, Ποιήματα”, σε μετάφραση Σταθη Ιντζέ. Εκδόσεις Θράκα, 2014.

Γιάννης Χαιρέτης, Δύο ποιήματα

Καιροφύλλα

[1]
Κήρυκας ελεφθερωτής
αντιπαλέβει τα σκοτάδια.
Ο ήλιος
διασκορπά
το πρωινό αγιάζι-
ήρεμη ώρα
και τα δέντρα
χαμηλώνουν τις κορφές τους.

[2]
Αρχαίοι ποταμοί
ποτίζουν τους αιώνες.
Ο φρύνος κρύβεται
στις σκόρπιες καλαμιές-
όμορφος τόπος
κι ο βαρκάρης
λάμνει
στ’ όνειρό του.

[3]
Αμείλικτες ιδέες
γονιμοποιούν το μέλλον.
Ο σπόρος έπεσε
σε μήτρα καρπερή-
εικόνα αγάπης
και το άβριο
στολίζει τα μαλλιά του.

[4]
Ανεξιχνίαστος καιρός
γεννά τα πάθη.
Ο νέος
χάνεται
σε δρόμους ηδονής-
ώριμα λόγια
και ο γέρος
ταξιδέβει
σ’ άλλα μέρη.

69
[5]
Άγριος άνεμος
θερίζει τα σπαρμένα.
Ο αετός
αναζητά
τις άκριες τ’ ουρανού·
παιδιών οράματα
και ο σοφός
σκαλίζει
το μικρό του κήπο.

[6]
Υπόγειες χαρές
διακλαδίζουνται στη μνήμη.
Ο ερημίτης
ξαγρυπνά
στην ιερή σπηλιά’
άγγελοι φύλακες
και ο έρωντας
ανοίγει
τις βαριές αμπάρες.

***

Σκέψεις

Όπως η νύχτα
τ’ ανθισμένα ρόδα
κρύβει
απ’ τα μάθια·
έτσι κι εγώ,
τις πιο καλές,
τις πιο ακριβές μου
πεθυμιές,
κρύβω
στου λογισμού
τα δύσβατα κι ανεξερέβνητα
σκοτάδια.

*Από τη συλλογή “Ο Κήπος των απολάψεων”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 1992.

Σπύρος Κάλμπαρης, Οι Ευυπόληπτες πόλεις

Σιάχνω τον κόσμο μέσα μου
κανείς δεν με στηρίξει
ανοίγω τα σπίτια μας
ανοίγω τους ναούς μας
στον ήλιο ανοίγω τα όνειρά μου
με τύμπανα και μουσικές.

Ό,τι δίνεται με αίμα
παίρνεται πίσω με αίμα.

Στον άνεμο χτίζονται οι ευυπόληπτες πολιτείες
ρίζες απλώνονται παντού
κορίτσια δυναμώνουν
οργή γεμάτοι οργή οι δρόμοι
σημαίες παντού ολόγυρα
σημαίες κατακλύζουν τους δρόμους
όμως οι υπόνομοι διακλαδίζονται
κάτω από τα πόδια τους
αναπνέουν-αναπνέουν βαθιά μέσα τους
χιλιάδες νέοι
η Ευρώπη στους δρόμους.

Ανοίγει η Ερυθρά θάλασσα εμπρός μου
ανοίγει κι ο Ωκεανός πίσω μου.

Οι εργάτες αναπνέουν
περιμένουν κάτω στους υπονόμους
θα ανατινάξουν τις πόλεις
τους ουρανοξύστες
τα γυάλινα κτήρια
τον Babis Vouvos που σιωπά.

Θα ανατινάξουν τις οχυρώσεις
Αύριο θαξεχυθούνε
αύριο περισσότεροι
ατέρμονοι ασύνταχτοι
βουίζει ο άνεμος
θερίζει τα στάχια
κορμιά θερίζει.

Αυτός που κουράστηκε να μείνει
να μείνει μόνος
να δώσει το βήμα του στους νέους καιρούς.

Την άνοιξη ξυπνάει ο πόθος που σκίζει το νερό
τον ίσκιο
την πέτρα
ακούστε τους νέους ήχους
κοιτάξτε μακριά, πιο μακριά
έξω βρέχει
ξεπλένει τα πεζοδρόμια
τα δέντρα
τα σπίτια
αστραπές κεραυνοί ακούστε
αύριο θα βγούμε καθαροί
θα δούμε λάβαρα
σημαίες σχισμένες
ρήγματα στους δρόμους
πέτρες και ρόπαλα.

Λιμοκτονούν οι προύχοντες.

Γύρω μου φως γύρω μου λάβα γύρω φωτιά.
Ζώα στους δρόμους ανήμερα κοιτάζουν.
Γυναίκες τρομαγμένα μωρά.Τα
Φροντίστε τους φτωχούς.
Τους κατατρεγμένους φροντίστε.

Ερχόμαστε
να καταργήσουμε τα εκτελεστικά αποσπάσματα
τις μεγάλες καμπάνες να κρατήσουμε
τραγούδια να πούμε
με τις μεγάλες φυσαρμόνικες
τις φυσούνες και τα τύμπανα.
Με μουσική από φλάουτα
θα γκρεμίσουμε τα τείχη.

Στους λόφους
στα εργοστάσια
στα πεζοδρόμια
κάτω από άστρα λαμπρά
οι κεραυνοί ανοίγουν νέους δρόμους.

Οι Ταρταρούχοι
οι Ναβουχοδονόσορες και οι Προεστοί να φύγουν
να φύγουν μακριά οι Δραγόνοι
τη ζωή πάρτε στα χέρια σας
και το Μέγα Τροχό
η καλόγρια μοναχή να μείνει.

Τρέχουν οι γυναίκες
να βρούνε τη Νεφερτίτη
τέτοια ομορφιά απαράμιλλη πού να τη βρούνε;
Ένα κορίτσι φώναξε
Βλασταίνω επειδή είναι Άνοιξη
βλασταίνω επειδή γεννώ.

Οι δρόμοι της Ευρώπης θα ερημώσουν
μέχρι να βγουν τα πορτοκάλια στα πεζοδρόμια
κι οι μίσχοι στους ώμους.
Τα φώτα της μεταμόρφωσης
θα αφοπλίσουν τους ίσκιους.

Ξυπνήστε
λειτούργησε η μηχανή των Κυθήρων
και παιάνισαν οι καινούργιοι αυλοί.

Πιάστε τα υψώματα
τις καλαμιές
μιλήστε
μιλήστε στον κόσμο
μείνετε ζωντανοί.

Τα άλογα χλιμιντρίζουν.

Κι ο Γρέγος
ο Γρέγος ας έρθει
με το μικρό του εφόλκιον
και τους φτερωτούς του κάλανδρους.

*Από τη συλλογή “Απόσπασμα”, Εκδόσεις Ώση, 2013.

Ειρήνη Γαβριλάκη, από τις “Νύχτες πριν”

16

Η θάλασσα πάλι, των χημικών ενώσεων και
των κυματισμών,
σε παρατάει, επιτέλους, στην ακτή,
βράδυ,
παιδί-με-κουβαδάκι που σκάβει προς τα μέσα
και γύρω,
εκτός χρόνου, αμήχανο.

Η θάλασσα μετά. Αφού το παιδί φύγει
και αφού η παλίρροια σβήσει το ίχνος
της προσπάθειάς του να σκάψει.
Μετά που το ίχνος του παιδιού θα έχει γίνει
ανάμνηση
και αβαθής φωλιά μικροοργανισμών.

Η θάλασσα πριν. Πριν έρθει το παιδί,
ίδια με τη θάλασσα που έγινε όταν το παιδί
έφυγε,
γεμάτη θαύματα
και μελλοντικές προσπάθειες παιδιών.
Και προσπάθειες παιδιών
που βρέθηκαν αμήχανα και εκτός χρόνου στην
ακτή,
άλλοτε.

Η θάλασσα μόνο.
Περιέχοντας προσπάθειες και ίχνη,
μηνύματα σε μπουκάλια και ιστιοφόρα
και γυναίκες στην όχθη και ωδίνες και
βλέμματα
και κοχύλια
και προθέσεις ταξιδιών που αναβλήθηκαν
ή άλλων που ήταν σαν να μην έγιναν.

Η θάλασσα πάντα.
Να καθαίρει την αυταρέσκεια όσων
σχεδιάζουν ταξίδια.
Να μετριάζει την ύβρι όσων τα πραγματοποιούν.
Να γελά με αυτούς που σκαλίζουν πλεούμενα ή
υφαίνουν ιστία.

Θάλασσα, ήχος Σειρήνων και ήχος φτερών
που τσακίζονται στον αφρό.
Θάλασσα τριγμός στα σκαριά και γαλάζιο
ηδύποτο
στο ποτηράκι του θεού.

Βάζω στο στόμα μου μια χούφτα βότσαλα,
για να μάθω να προφέρω όλες τις λέξεις
και να σε επικαλούμαι,
όταν το μπλε του ουρανού σε κάνει ανοιχτή
και όταν το μπλε της λύπης σε κάνει μητέρα.

*Από τη συλλογή “Οι Νύχτες Πριν”, εκδόσεις Ναυτίλος, 2015.

Σπύρος Μαρούλης, μου χρωστάς ένα ποίημα

Πάντα αισθάνομαι ότι μου χρωστάς
Ένα ποίημα
Εξασθενημένο, όπως το σημερινό

Να με απομακρύνει από την κατοχή
Των ζωντανών

Το ήρεμο χαμόγελο
Δεν είναι πια αρκετό
Γιατί

Πάντα αισθάνομαι ότι μου χρωστάς
Ένα ποίημα

Και έχω ξεχάσει το χαμόγελό μου

Και δεν έχω κανέναν
Να ανησυχεί γι αυτό.

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Κοίτα ψηλά τ’ αστέρια

Στη μνήμη του Παύλου Φύσσα

I
Κοίτα ψηλά τ’ αστέρια
απόψε μοιάζουν να ’ναι τόσο φωτεινά

Killah P.

Το παλικάρι σαν δέντρο λυγερό
σωριάστηκε στο χώμα
τα χέρια έσφιξε στο στήθος
στο μέρος της καρδιάς
και κουλουριάστηκε
όπως το έμβρυο στη μήτρα
Μα τι έγινε; Τι έγινε; Γιατί;
Γιατί;
Τόσο αναπάντεχα, τόσο σκληρά!
τώρα που της αγάπης τα φτερά
είχε απλώσει
Αυτό ήταν όλο λοιπόν;
Αυτό;
Ταξίδι σύντομο, μικρό
άδικα κι ανελέητα κομμένο;
Μπροστά του στάθηκαν
οι μαύροι Κύκλωπες οι ποταποί
και του έκοψαν ανελέητα το δρόμο
Δεν σκέφτηκαν οι θλιβεροί
πως της θυσίας το νήμα
αιώνια έχει αντοχή
Πώς θ’ αντέξει χωρίς ήχους
χωρίς χρώματα
χωρίς αγγίγματα απαλά
αγαπημένα;
Κι η μάνα, η έρμη μάνα;
Κι η κοπελιά η δύστυχη
που τον κρατά σφιχτά στην αγκαλιά της;

«Αχ, μάνα, κρυώνω, μάνα
μ’ εκείνη τη γαλάζια κουβερτούλα
να με σκέπαζες, μάνα γλυκιά»
ακούστηκε βαθύς ο σπαραγμός του

II
Όχι, δεν είναι έτοιμος
για το ταξίδι που δεν έχει γυρισμό
Ας γίνει κάτι επιτέλους
να σταματήσει αυτό το μακελειό
το άδικο να σταματήσει

Θέλει ν’ απλώσει πάλι τα φτερά
τα φυτρωμένα στους ώμους απ’ τη γέννα
Να αγαπήσει, να τραγουδήσει
να ξεσηκώσει τ’ αδικημένου την καρδιά

Τον πόνο που του καίει τα σωθικά
ας ήτανε να μπόραγε να σβήσει
Να βγάλει λέει μια βαθιά κραυγή
ακόμη πιο βαθιά από την πρώτη
για να δακρύσουν τα βουνά
να ξεχειλίσουν τα ποτάμια απ’ το δάκρυ
Γιατί ’ναι αβάσταχτο και άδικο πολύ
λουλούδι ολάνθιστο
στη μήτρα τη βαθιά να μπει
στη μήτρα τη μεγάλη
Όχι, δεν ήταν τέτοιος θάνατος
που ταίριαζε στο παλικάρι το γελαστό
Δεν έπρεπε χέρι αδίστακτο, λερό
ν’ αγγίξει τον άγγελο τον φτερωτό

Μα πρόσφορο καθώς έγινε
στου κόσμου το καλό
τη λησμονιά τη νίκησε
το μαύρο το σημάδι του θανάτου

III
Με κόπο τα μάτια άνοιξε
και για στερνή φορά κοίταξε γύρω
με παράπονο μεγάλο
Όχι, στη γη που θα τον έπαιρνε
βλέμμα δεν έστρεψε
μόνο κοίταξε εκεί ψηλά στον ουρανό
όπου φωλιά ήθελε να χτίσει
κι ύστερα τον μακελάρη έδειξε
τους Κύκλωπες τους μαύρους

Τελευταία την κοπελιά
βαθιά στα μάτια κοίταξε
κι αγκομαχώντας προσπάθησε να της γλυκοτραγουδήσει
«Κοίτα ψηλά τ’ αστέρια απόψε μοιάζουν να ’ναι τόσο φωτεινά»

14-10-2013

*Από τη συλλογή “Διαδρομές”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Μιχάλης Κατσαρός, Ποιήματα

Α

Αρχή του βιβλίου και του ποιήματος
σε ύφος όποιο
είναι το τι ζητάς εσύ
ποια ώρα άδειασε
και ζεις
σαν υπνοβάτης στη φαντασία.

Εκτός αν θέλεις τα γράμματα
να βλέπεις μπλε ή μαύρα
με τις λεπτές τους τις καλλιγραφίες
και αυτές να ηχούν σε τύμπανα
ορχηστρών με άνεμο νέο.

Εμένα θέλει η γραφή να γράφω
γιατί ό,τι και να γραφτεί
είναι τροφή σε σχέδιο γραμμάτων
παλιά σχέδια που είναι ότι –
άνθρωποι ή της γραφής
οι εβδομήντα.

Πρόσεξε τι ζητάς
πρόσεξε εσύ τι θέλεις

Η ΠΟΡΤΑ ΗΤΑΝΕ ΣΤΕΝΗ

Η πόρτα ήτανε στενή καθώς κοιτούσες
τι νέο θα φανεί.
Πού νά ‘ξερες ότι ο μέγας Μίνιχρος
φύλαγε κεί που έσπασαν το βόδι.
Πάντως η νέα Βαβυλώνα μέτοικους δεν είχε

Β

Βίος και τέχνη ή θεός και άνθρωπος
μαζί τραβάνε.
Ο ένας κρατημένος απ’ τον άλλο
γιατί δεν είναι τίποτα παλαιό.
Πρώτη φορά συμβαίνει νά ‘ναι ο άνθρωπος
υπαρκτός –
Πρώτη φορά
λίγο χρονικό διάστημα
απ’ τον παππού σου μέχρι εσένα.

Εμείς που περπατήσαμε αργά
είμαστε όλοι μ’ όλη τη μνήμη μας
όπως βρεθήκαμε εκτός του σώματος
και ταχυτήτων.

Εσείς φορέσατε τροχούς ιλίγγου
και μικροί διανύσατε το χρόνο
και η μνήμη σας εξέχασε
ποιοι είστε.
Ένα βήμα στο Άργος δικό σας
χιλιάδες εσείς σ’ άγνωστες χώρες
ένα βήμα εμείς
εσείς γενιές αλλότριες με ανθρώπους
με μηχανήματα ή χωρίς
με φονικές μάχες ή οχι
με γράμματα ή πέρες
με –

Μη προχωρήσετε μη
εκεί σταθείτε μη
αργήσατε αλίμονο να ‘ρθείτε.

Πρώτη φορά μας συμβαίνει η ζωή –
πρώτη φορά μας φέρνετε λουλούδια.

Εμείς εσείς με τύμπανα, κρουστά
ωραίοι λίγο λυπητεροί – εσείς
εμείς με ένα βήμα
πάλι εσείς -εμείς- τα όλα.

Μη προχωρήσετε. Αργά.

Γ

Τι πόλεις νέες που είδε ο Λάκητος
απ’ τα Ελληνικά τους κοντεύει να τον σκάσουν
κι ο στρατηγός φοράει βυσσινιά γαλόνια.
Τ’ άρεσε το πρωί η γούρνα που πλενόταν.

*Από το βιβλίο “Μιχάλης Κατσαρός, Ποιήματα”, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1979.

Κούλα Αδαλόγλου, Δύο ποιήματα

Θέλει δε θέλει ο χρόνος

Από τον ιμάντα πήρα τις βαλίτσες
βγήκα στην αίθουσα αφίξεων
ήσουν τριών και με υποδέχθηκες.
Από τον ιμάντα παίρνεις τις βαλίτσες
βγαίνεις στην αίθουσα αφίξεων
είμαι πενήντα δύο και σε υποδέχομαι.
Θέλει δε θέλει ο χρόνος μίκρυνα
ένα παιδάκι.
Κλαίει ήσυχα και χώνεται στην αγκαλιά σου.

Κι όμως, να σου κι εσύ της διασποράς,
κεντρομόλο σ’ είχα στη σπιτική εστία.
Έφευγες λίγο μα ερχόσουν πάλι.
Έχασε η Ιθάκη το νόημά της.
Ιθάκη είναι τέρμα δεν είναι αφετηρία.

Και μια ανεξαρτησία που δεν ζήτησες, για μένα μιλάω,
είναι μοναξιά του κερατά.

***

Ράγισμα

Άρχισε να κλαίει, δεν θέλω να φύγουμε,
το πρόσωπό της χωμένο στα φουντωτά μαλλιά  της.

Μα εγώ πιότερο συμπόνεσα εκείνο το αγόρι
που έλεγε αστεία, τραγουδούσε , γελούσε παράξενα
κι όταν του είπαν «πάλι κλαίει»
δεν είναι εύκολο να είσαι μακριά απ’ τους δικούς σου ανθρώπους, απάντησε
μ’ ένα μικρό, τόσο δα, ράγισμα στη φωνή του.

*Από τη συλλογή “Οδυσσέας τρόπον τινα”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ.