Ιάσωνας Σταυράκης, Είμαι…

Είμαι αυτός που εγκαταλείπει
Είμαι αυτός που τον τρώει η λύπη
Είμαι ο άντρας που ποτέ του δεν κλαίει
Είμαι περήφανος που είμαι γκέι
Είμαι ο δάσκαλος που τρέμει στην τάξη
Είμαι ο άνεργος που κανείς δεν θα κλάψει
Είμαι γυναίκα με τα μάτια πρισμένα
Είμαι πρεζόνι με τα χέρια καμένα
Είμαι βοσκός που τα έχει χάσει
Είμαι πουτάνα που δεν έχει γεράσει
Είμαι το γέλιο στην αρχή του αγώνα
Είμαι η πένα που θα γίνει βελόνα
Είμαι γέρος δίχως πατρίδα
και ποιητής που δεν έχει κερκίδα…
Είμαι η ώρα που πεθαίνει ο κόσμος
Είμαι τα μάτια που δεν πιάνει ο νόμος
Είμαι στον ύπνο μου επαναστάτης
Είμαι η ώρα που ξεψυχά ο Εφράτης
Είμαι γυναίκα με μυαλό χαλασμένο
Είμαι απέναντι σε περιμένω
Είμαι τραβέλι σ’ ένα παγκάκι
Είμαι κομπάρσος κρατάω σκονάκι
Είμαι η μέρα που το φως της δεν βγαίνει
Είμαι η νύχτα που σε πεθαίνει
Είμαι το άκρο στην αδικία
Είμαι ο όρος πεζογραφία…
Είμαι μια ρίμα που δεν έχει τέλος
Είμαι το ξύλο στης σιωπής μου το βέλος
Είμαι μια πόρνη σαν την ζωή μας
Είμαι του δαίμονα το μαύρο κρασί μας
Είμαι η σκέψη που χαϊδεύει
Είμαι αιχμάλωτος που δεν χορεύει
Είμαι ο σκύλος που έχεις πληγώσει
Είμαι ο γάτος που έχεις σκοτώσει
Είμαι στην τσέπη τα πρώτα λεφτά σου
Είμαι ο λύκος που σκορπά τα μυαλά σου
Είμαι μια μπάντα που δεν ακούει κανένας
Είμαι ο τίποτας
Είμαι ο ψέμας…
Είμαι το γέλιο που ακούς στο παιδί σου
Είμαι κραυγή και η οργή σου
Είμαι το σύστημα που σε τσακίζει
Είμαι ο κόμπος που στραγγαλίζει
Είμαι επίδομα στο τέλος του μήνα
για κάθε φασίστα μικρότερο μνήμα…
Είμαι βούλιμος σαν το παιδί σου
Είμαι ανόρεκτος σαν την ψυχή σου
Είμαι αιδοίο γεμάτο αρρώστια
Είμαι σαν πάγκρεας με αίμα κομπόστα
Είμαι το γράμμα που δεν έχεις στείλει
Είμαι της θλίψης το μαύρο μαντίλι
Είμαι το λάθος που έχουν γεννήσει
Είμαι φωτιά στου ήλιου τη δύση…
Είμαι παράνομος
Είμαι ο κανένας
Είμαι εσύ
Είμαστε ένας…

© Ιάσωνας Σταυράκης

Γρηγόριος Σακαλής, Δύναμη γι΄ αγώνα

Tina Modotti: Women with Flag (Mexico City, 1928)

Η ελπίδα
ξεψυχάει κάθε μέρα.
Ο αγώνας
έγινε φωτογραφίες του Άρη
στο facebook
μολότωφ στους δρόμους των Εξαρχείων
με καθοδηγητές της δεκάρας
μυαλά των πέντε βιβλίων.
Η ελπίδα ξεψυχάει
στα γήπεδα
στις φάμπρικες
στις φυλακές
στα βουλευτικά γραφεία
στην υποκρισία των νομοθετών
στη σκληρότητα των δικαστών
στην αγριάδα των φοροεισπραχτόρων.
Ας βρούμε μέσα μας
τη δύναμη
ν΄αγωνιστούμε για την ύπαρξή μας.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Άσμα Ασμάτων

Μέσα στα μάτια της
βλέπω μια θάλασσα πράσινη

αδυνατώ να κοιμηθώ

καταδύομαι στο όνειρο
πάνω σε καπέλα δερβίσηδων
και μυρωδιές λευκών βράχων
στη μέση του Ινδικού

τέρατα προϊστορικών
επιθυμιών κατακλύζουν
τον κόσμο μου
με ήχους σειρήνων

η πρόοδος, όμως, έχει φροντίσει για όλα:
το κερί στα αυτιά των σκλάβων
και τις αλυσίδες μου

στο πρόσωπό της
σχηματίζεται η γη
όπως δεν την είδαμε ακόμα

λίγο πιο κάτω
ποτάμια λαξευμένα
από τις όχθες τους
αναβλύζουν
μέσα από τη μήτρα της

πίσω από τους χοντρούς φακούς μου
οι κόρες διαστέλλονται
κάθε μου κύτταρο γίνεται ένα
με τους κόκκους της ερήμου

πάνω στα στήθη της
τα φρικώδη κύματα της θάλασσας
που δεν εξηγήθηκαν ακόμα
στα εργαστήρια της εξουσίας
καταπίνουν υπερωκεάνιες κατασκευές
ενός εγωιστικού εμπορίου μεταφοράς

ο κόσμος όμως γεννήθηκε από τη λάσπη και
τη μυρωδιά

ανάμεσα στα δάκτυλα
των ποδιών της ψελλίζω λέξεις
μιας γλώσσας άγνωστης

πάνω στο δέρμα της
γεννιέται ο χρόνος
που αρνείται την εξουσία
των ρολογιών
την εκνευριστική
ρυθμιστικότητα
των μηχανών

ασύλληπτος
μένω δεμένος
στο άρμα ενός
κίτρινου κομήτη
που στροβιλίζεται
στο άχρονο σύμπαν

μια μυρωδιά
από τους τάφους Αιγυπτίων
βασιλιάδων
κρυμμένη κάτω
από το δέρμα της
με καταπίνει
σε καταιγιστικούς οργασμούς

στον αφαλό της
που πλημμυρίζεται από τη δροσιά
του δάσους που στέκεται
αιώνια ανάποδα
λούζω το σώμα μου
στην κολυμβήθρα της
γης των λωτοφάγων

στο υπέδαφος
η γη τρέμει
στον ρυθμό της κοιλιάς της

χωρίς ανάσα
δηλητηριάζω τα πνευμόνια μου
με αναθυμιάσεις
επίδοξων στιγμών
μιας ακόλαστης
και αέναης ιερουργίας
της επανάληψης
με την καρδιά μου να συντονίζεται
στο θηριώδες ποδοβολητό του προαυλίου

το διάλειμμα ξεκινά πάντα όταν πέφτει ο
φράχτης

πιασμένος
από τις άκρες των μαλλιών της
κάνω τα πρώτα βήματα
στον εύθραυστο νέο κόσμο
του γάλακτος και της μέντας

εκεί,
που οι διακόπτες του ονείρου
αναβοσβήνουν μνημορυθμικά
στο παράγγελμα της χορωδίας
των τζιτζικιών

αδυνατώ παρά τα κηρύγματα των δασκάλων
μου να συγχωρέσω τη Δύση

λυτρωμένοι πια
από τους εφιάλτες της προόδου
κάνουμε έρωτα
πάνω σε όργιο κυμάτων
από λάβα και κασσίτερο

γυμνοί
ζωσμένοι με εκρηκτικά
τρεφόμαστε για μέρες
από τις υποσημειώσεις
των αρχείων
στα υγρά υπόγεια
του κράτους

ο χρόνος πια
εξαπλώνεται σαν νέφος
από την κοιλάδα της μάχης
στους δρόμους της πόλης
μιας πόλης εγκλωβισμένης
στο άγριο δηλητήριο
κάτω από τον κυνόδοντα του πλήθους

κι όμως εκεί
ένα κορνάρισμα
σπάει τη συνέχεια του ονείρου

τώρα τη βλέπω
να ψάχνει τον έρωτα
σε συνταγές μαγειρικής
της πρωινής ζώνης

εντελώς ξαφνικά
τα χέρια της κλείνουν τα αφτιά μου
και ο θόρυβος υποτάσσεται σε
μια μουσική τυμπάνων της Αφρικής
που δονεί τη σπονδυλική μου στήλη

δευτερόλεπτα
και η μορφή της χάνεται
για να επιστρέψει
σαν ασυνέχεια
της μνήμης

Αρνούμαι στη λήθη.
Αρνούμαι σημαίνει αρνούμαι τη λήθη

αρνούμαι
αρνούμαι να καταδυθώ
γυμνός σε θάλασσες πετρελαίου
πίδακες ζεστού
ξύλου και στάχτης
της Ευρώπης
χωρίς μνήμη
αρνούμαι να ξυπνήσω
χωρίς το λευκό στεφάνι
των ματιών της
αρνούμαι τις αναδυόμενες
τομές της μέρας
των εξημερωμένων
θαλασσών
αρνούμαι
τα πρωινά της επανάληψης
την εποχή που αποσιωπά
τη λατρεία της φθοράς
την ευτυχισμένη νεύρωση
της αστικής ευταξίας
τους θαλάμους δίχως τέλος

αρνούμαι να δω τον ήλιο
χωρίς τα μάτια της

κάθε φορά που ξυπνάω πια είμαι νεκρός

*Από τη συλλογή “Ιερουργία της Άνοιξης”, εκδόσεις Κουρσάλ.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, από τις “Σημειώσεις για μια επέτειο γενεθλίων” (1966)

ΙΙΙ

Χθες ακόμα ήμαστ’ έτοιμοι να πεθάνουμε μαζί τους
σήμερα ζούμε κοιτώντας το ρολόι
γιατί η χλόη γίνεται άχυρο κι ο Αύγουστος Σεπτέμβρης.
Έρχεται η ώρα κι οι αρχηγοί σημαίνουν υποχώρηση
τραβιούνται πίσω τα νερά μένουν ξανά γυμνές οι ξέρες
ανακαλούνται οι ποταμοί και τα τραγούδια των νεκρών
“ήτανε λάθος” ο άνεμος που σήκωσε σημαίες
-τώρα οι σημαίες κείτονται στα καταστατικά
οι λέξεις που ‘βαζαν φωτιά γίνονται πάλι λέξεις

…μόνο το πολυβόλο συνεχίζει να θερίζει τα χρόνια μας
κάθε μέρα σκύβουμε περισσότερο ν’ αποφύγουμε τις σφαίρες
κάθε μέρα ξεχνάμε τους φίλους που σταμάτησαν να γερνούν
χτες ακόμα ήμαστ’ έτοιμοι να πεθάνουμε μαζί τους
σήμερα ζούμε κοιτώντας το ρολόι.

*Οι “Σημειώσεις για μια επέτειο γενεθλίων” περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Ραγισμένο ταμπούρλο”, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2006.

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Η κηδεία του Πολυνείκη

Artwork: Fernando Nievas Jimenez

Τα μακροσκελή λογοτεχνικά ευαγγέλια με τα αδιέξοδά τους
Οι προδομένες μας ζωές και τα λόγια που έχασαν το χρώμα τους
Οι τυχοδιώκτες με τις μαρμάρινες επιγραφές και τα Decadence ακούσματα
Οι καφέδες στην Rue de Seine και οι αστοί μέσα μας
Οι καλοί τρόποι κατά τρόπω απείθαρχο συνηγορούν και λιντσάρουν
Οι μαριονέτες με το βλέμμα στο κενό κουνούν το δάχτυλο και οι νεκροί πολιτεύονται.

*Εμπνευσμένο από συνομιλία με τον Μιχάλη Πρωτοψάλτη και τον Γιάννη Καφούρο, 2012
**Αναδημοσίευση από το Palinodiae στο http://www.palinodiae.com/elsaer_polynices-burial/

Σε μιαν άλλη γλώσσα…

Αγαπημένα ποιήματα στη Μόνιμη Σελίδα της Βούλης Ζώγου, με τον τίτλο”Ekφrasis” που διατηρεί στο γερμανο-ελληνικό περιοδικό DRACHME (εκδότρια: Johanna Panagiotou Mamali).

Παλαιότερα και νεότερα τεύχη: 
Zoe Savina, Dimitris Kanellopoulos, Dimitris Troaditis, Maria Tsirakou, Sotiris Pastakas, Anna Pavlidou, Spyros Maroulis.

Χρήστος Μαρτίνης, ελένη

ανάθεμα την ώρα σου που γύρισες
φύγε ξανά και μάζεψε ό,τι μπορείς πριν το φευγιό σου
φύγε όπως και πριν από τη θάλασσα
με όλα σου τα κοσμήματα
μ’ αυτή τη λύσσα σου για έρωτα
φύγε
κρύψου πίσω από τα θεϊκά πέτρινα τείχη και περίμενε
θα σε ακολουθήσει ο γνώριμος αχός από τα δόρατα
τα χλιμιντρίσματα αθάνατων αλόγων
τα πλοία μας θα βρουν ξανά ξανά τον δρόμο τους
θα στάξει πάλι το παρθένο αίμα στο χώμα
κι οι άντρες στις σπηλιές τους θα σαπίζουν σαν φαντάσματα
κρατώντας τις σαΐτες τους στο χέρι
τίποτε άλλο δε χρειάζεται να κάνεις
μόνο κοίτα απ’ το μπαλκόνι σου τις νεκρικές πυρές
κι άστες ν’ αντιφεγγίζουν μες στα μάτια σου
φύγε ξανά
με εκείνη την οικεία σκληρότητα
με την πολεμική κραυγή του κύκνου
άσε τον πόλεμο ν’ ανθίσει με τα γέλια σου
ξύπνα τις μάνες να πενθήσουνε
ματώνοντας τα στήθη
και μην αφήνεις τα παιδιά να κοιμηθούν
απ’ τις κλαγγές των όπλων
φύσα
να πάρεις τα κομμένα μας μαλλιά
μέσα απ’ τους φρέσκους λάκκους
και ξαναλύσε τα σκυλιά να φαγωθούν στην άμμο
μ’ ένα χαμόγελο χρυσό
άσε χωριά χωρίς τους άντρες τους
χέρσα χωράφια
λοιμούς με τον λευκό λαιμό σου σκόρπισε
μαύρους λοιμούς και λύσσα
άσε κορίτσια να ντροπιάζονται ξανά
γυμνά μπροστά σε μια παρτίδα ζάρια
μη με κοιτάζεις έκπληκτη
φύγε σ’ εκλιπαρώ
θα έρθουμε με κατάρες στο κατόπι σου
γκρεμίζοντας μ’ αλαλαγμούς τις εποχές
το χρόνο σφάζοντας να φθάσουμε στη μήτρα σου
και να σκυλέψουμε ότι έμεινε απ’ τα πτώματα
με τη βιασύνη γλάρων
ύστερα
πάρε στις πλατιές φτερούγες σου τον πόνο μας
σκληρή προδότρα όμορφη
στάσου μπροστά απ’ τις φωτιές της πόλης
και με τα άσπρα χέρια σου
δείξε σ’ εμάς
τον δρόμο για το μέλλον

*Από τη συλλογή “το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2017.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Όταν είναι όλα παρθένα
 
Το δάσος, η σκέψη, τα χέρια, η αγάπη
Όλα σε γεμίζουν
Τίποτε το κολασμένο δεν σ’ αγγίζει
Ακόμα κι αν πετάξουν τα κομμένα φύλλα,
Που λιώνουν στα ποτάμια σε αποσύνθεση,
Στη λευκή σου νύχτα επάνου
Εσύ στο λευκόχρυσο, Εσταυρωμένη,
Εσύ, από ένα κρίκο μιας καδένας κρατιέσαι
Δεν είναι δυνατόν να φύγει εύκολα το δυνατό φως
Από την ιλαρότητα…
Επειδή ένα σύννεφο πέρασε με δική του θέληση
Καλόγνωμα και μονιασμένα
Και σ’ ανέμισε
Δεν σ’ αδυνάτισαν τα χρώματα
Της θάλασσας που κωπηλατείς τριάντα χρόνια
Να φτάσεις παλεύοντας
Σ’ αλλότρια κύματα του Όστρια…
Επειδή ξέφυγε η στρώση
 Σε χρώμα αδέξιο, φάλτσο στον τοίχο που μοιράζεσαι
Με τα όνειρα του καθενός
Που κωπηλάτησε μαζί σου
Δεν άλλαξε ούτε γιώτα η αγνότητα που σ’ έχει οραματίσει
 Είναι κορώνα η φωνή της αγιοσύνης,
Σε αίθουσα γεμάτη κόσμο
Που σ’ ακούει να μη μιλάς…

***

Η χαρά

Όση κι αν είναι, θέλει να ζήσει ελεύθερα
Τροπαιοφόρο κύμα σε χαιρετά
Σε παίρνει στ’ ανοικτά των κάστρων ξέφωτα
Άδετα γέλια βλέπεις, δεν ακούς
Πρέπει να ξεστρατίσεις για να κλώσεις την ουσία
Εκεί που οι λόγχες δεν έχουνε αιχμές
Εκεί που οι έγνοιες γίνονται υποταγμένα παιδιά
Στη μαγεία, σε ζούγκλα αδύτων
Εκεί όπου χάδι δε λείπει από χέρι
Το αληθινό από το πλαστό οδεύει
Την θέλεις ανυπότακτη τη χαρά
Να περπατά σαν φάντασμα σαν λέπι
Στο σκότος της θάλασσας
Που δεν φοβίζει
Να γράφει ελληνικά στην αμμουδιά με πέλματα τιτάνων
Να δίνεται μ’ ένα κουτάλι ολόχρυσο και κουδουνίσματα
Η χαρά που μένει από ένα πανηγύρι
Που ξεπουλά το σφιγμένο της όχι
Για μια χαρά που της ανήκει!

*Από τη συλλογή “Ποιήματα μιας αντίθεσης”, (2015).

Οι «Σημειωμένες διαφάνειες» του Νίκου Νομικού

ΤΗΣ BRIANNA BULLEN. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ*

Noted Transparencies by Nikos Nomikos
Trans. George Mouratidis
Owl Publishing, 2016

Αυτά τα συμβάντα που λέγει, η πένα της ζωής μου, είναι προσωπικές διαφάνειες που σημειώνουν, την βαθιά φωνή της καρδιάς, μέσα στο κύλισμα του χρόνου, κάτω από το φως της θείας οικονομίας.

Ειλικρίνεια, οικειότητα και διαφάνεια είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τις Σημειωμένες Διαφάνειες του Νίκου Νομικού.
Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1934, ο Νομικός έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, με τις Σημειωμένες διαφάνειες να αποτελεί την τελευταία δουλειά του ώριμου αυτού καλλιτέχνη. Η ωριμότητα δημιουργεί μια αίσθηση της ζωής που έζησε, με ένα παρελθόν στοιχειωμένο στο παρόν. Η συλλογή περιέχει 30 ποιητικά χρονογραφήματα, όλα, με μία εξαίρεση, αποκαλυπτόμενα και γραμμένα στις βουβές ώρες μιας μόνο νύχτας. Σ’ αυτές τις νυχτερινές εξάρσεις έρχεται η ανάμνηση της διαμόρφωσης της παιδικής ηλικίας σε μια άκρη του Νείλου.
Η συλλογή αυτή εκδόθηκε ως δίγλωσση από τις Owl Publishing, όπου το πρωτότυπο ελληνικό έργο παρατίθεται δίπλα, παράλληλα με την αγγλική του μετάφραση, σηματοδοτώντας την πρώτη φορά που έργο του Νομικού διατίθεται στα αγγλικά, ενώ δίνεται έμφαση στο ότι όσα παρατίθενται στην εν λόγω έκδοση δεν είναι παρά η ανασυγκρότηση του οράματος του Νομικού. Η μετάφραση έγινε από τον Γιώργο Μουρατίδη, ώστε να μεταφερθεί και διατηρηθεί η όλη αφήγηση στον ρυθμό.

Κινείται ανάμεσα σε δυϊσμούς, αποκαλύπτοντάς τους ως να πρέπει ο ένας να περιλαμβάνει τον άλλον στο παράδοξο: νεότητα και γήρας, απλοποίηση και υπερβατικότητα, μνήμη και πραγματικότητα, δημιουργία και καταστροφή, μια ζωή μέσα σε μια μόνο νύχτα. Η απλότητα της γλώσσας του Νομικού οδηγεί σε έναν θρησκευτικό και κοσμικό εμπλουτισμό που έρχεται από την παγκόσμια γνώση. Μυστικισμός που περιέχεται σε έναν υλικό κόσμο. Η απουσία γίνεται παρουσία, η νοσταλγία για ένα φανταστικό παρελθόν μια ευχάριστη τιμωρία. Η «ρόδινη χρωματιστή άνοιξη» μεταφέρει «τον χειμώνα της Περσεφόνης», κάνοντας τη ζωή και το τέλος της να αποτελούν αμοιβαίες δυνάμεις και όχι διακριτές οντότητες.

Το έργο του Νομικού χαρακτηρίζεται από επιστροφή στην παιδική ηλικία, σ’ εκείνη τη στιγμή στο Νείλο, σε μακρινές εποχές, στους δασκάλους, στις δυνατότητες και τις πατρίδες που ποτέ δεν βίωσε και τελικά στο Θεό. Ο Νομικός ανήκει σε δύο εξέχουσες παραδόσεις γραφής: την Αλεξανδρινή-Ελληνική ποίηση και την ποίηση της «πρώτης γενιάς» των Ελλήνων μεταναστών στην Αυστραλία. Η εμπειρία της μετανάστευσης και της διασποράς είναι αναπόσπαστο μέρος της απόλυτης έννοιας της επιστροφής του ποιητή, γράφοντας με μια αποσπασματική και αυτοαποξενωμένη διαδικασία που πρέπει να αντιμετωπιστεί και να συμφιλιωθεί (με το παρόν).

Πάντως, όποιον και να ρώτησα, κανείς δεν ήξερε να μου πει γιατί
μας κάλεσαν, σ’ αυτόν τον αλλιώτικο διαφορετικό τόπο.

Μια διαδικασία που ο ίδιος ο Νομικός προσφέρει για συμφιλίωση είναι μέσω της θρησκείας. Σχήματα, πρακτικές και σύμβολα από την Ελληνική Ορθοδοξία είναι θραύσματα σε μια συρραφή. Κεντρικό ρόλο στο όραμα του Νομικού είναι η φυσιογνωμία του πανύψηλου άρχοντα, όπως ο άνθρωπος «με το χρυσωμένο περιστέρι στο στήθος του». Αν και αυτή η φυσιογνωμία τον κάνει να αισθάνεται σαν ένα «μυρμήγκι» φέρνοντας μαζί του το πανέμορφο άγνωστο και ακατανόητο, παλιό, ευτυχισμένο κόσμο στον οποίο (ο Νομικός) ανήκε κάποτε, αυτή η φυσιογνωμία δεν είναι εγγενώς αρνητική. Αυτή η αμφίσημη φυσιογνωμία υπόσχεται μια πεπερασμένη σύνδεση, έναν καθησυχασμό και ένα τέλος της υλικής επιθυμίας. Σε αυτό το όραμα, όλα κινούνται προς την κατεύθυνση μιας Αποκάλυψης. Αλλά ακόμα και αυτή η αποκάλυψη γίνεται πιθανό σημείο επιστροφής και κοινής σύνδεσης μεταξύ της ανθρωπότητας.
Ενώ η πίστη είναι αναπόσπαστο μέρος της όλης εμπειρίας του Νομικού όσον αφορά τον κόσμο, ο ίδιος αναγνωρίζει ότι ο εαυτός (το «εγώ») αλλάζει με την πάροδο του χρόνου, του κόσμου και της τύχης:

Μπορεί να ήταν διαφορετικό, των ημερών μου
το ταξίδι, κι επομένως να ήταν και η ζωή μου, σε
άλλη πορεία πλεύσης, όμως λόγω του πολέμου του
1940, και τα τραγικά του γεγονότα, είχα ταλαιπωρήσει
τον προσωπικό μου ναυαγοσώστη, καλή του ώρα

Εδώ, θρησκεία, μύθος και μνήμη δημιουργούν και επικεντρώνουν σε έναν πολύ προσωπικό κόσμο, επινοώντας και ερμηνεύοντας τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν. Ενώ μερικοί χρησιμοποιούν αυτές τις αφηγήσεις για να παρηγορήσουν και να προστατεύουν, άλλοι, όπως φαίνεται στο ένα από τα πιο εντυπωσιακά του κομμάτια, τις χρησιμοποιούν για να ζητήσουν συγγνώμη και να αποκρύψουν κάτι:

Με τον ανάρμοστο πόλεμο, για τα χριστά ήθη, κατά
του πρώην Παραδείσου, της Μεσοποταμίας, το Ιράκ,
αισθάνθηκα τον ίδιο πόνο, που μαυρίζει τις καρδιές του
κόσμου, σαν τρέχουν να κρυφτούν, από τους σωτήριους
βομβαρδισμούς, και βέβαια εις το όνομα του Θεού, όπως
συνήθως μας λένε οι μεγάλοι εγκληματίες

Ένας τρόπος για να ξεπεραστεί η εγωιστική απανθρωπιά προσφέρεται μέσω της αυτοπαραίτησης. Παραθέτοντας τον Νίκο Καρούζο, έναν άλλο Έλληνα ποιητή με τον οποίο ο Νομικός ευτύχησε να συναντηθεί, «δεν έχω τίποτα και είμαι ανάλαφρος», τονίζει ο Νομικός για την πρακτική του κοσμικού ασκητισμού, που διαπερνά τους στίχους του. Διαλογιζόμενος «σε πόσο ύψος, μπορεί να φτάσει το ανάστημά του ο άνθρωπος, μέσα από τα χτυπήματα που του προσφέρει με αγάπη, η καλομοίρα του». Ίσως ο Νομικός εικάζει ότι μόνο με αυτοεπιβαλλόμενους περιορισμούς στο «εγώ», γιατί μόνο αυτό «μπορεί πραγματικά να αποκαλυφθεί και δεδομένου του χώρου για να περιφέρονται ελεύθερα στην ευπρέπεια του πνευματικού φωτός. Αυτό συνοψίζεται στην περιγραφή του δωματίου: «τρία επί τρία, / μα με πελώριες ασκητικές διαστάσεις, / γεμάτες φωτιές και πάθη».

Το ρητό «Ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων», του Πρωταγόρα, μια ανθρωπιστική ερμηνεία του ατόμου και όχι μια απόλυτη αλήθεια, είναι το δεύτερο δόγμα της ποίησης και της κοσμοθεωρίας του Νομικού. Ο Νομικός σέβεται τα «μόνιμα κιάλια» μέσα από τα οποία βλέπει τη ζωή, «παντού και πάντα, μέσα στα όρια του δικού μου κόσμου». Αυτό οδηγεί σε μια λογοδοσία και ηθική δυνατότητα να διαβάσει τον εαυτό του.

Η σοφία και οι κλασικά εκλεπτυσμένοι στίχοι του Νομικού φτιάχνουν μια όμορφη εμπειρία ανάγνωσης. Προσπάθειες, όπως αυτή των Owl Publishing να διατηρηθεί η αρχική ελληνική γλώσσα του Νομικού, είναι ευπρόσδεκτες, αλλά θα ήταν κάτι παραπάνω από χαρά μας να δούμε περισσότερη από τη βιωματική εργασία του εν λόγω ποιητή να διατίθεται ευρύτερα μέσω της μετάφρασης.

*Η Brianna Bullen είναι υποψήφια διδάκτωρ Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Deakin. Η διατριβή της επικεντρώνεται στους κλώνους, τα ρομπότ και τις τέχνες. Ποίηση και άλλα γφατά της έχουν δημοσιευτεί σε διαφορα λογοτεχνικά περιοδικά στην Αυστραλία. Η παρούσα κριτική δημοσιεύθηκε στο αυστραλιανό περιοδικό ποίησης Cordite Poetry Review, το οποίο μπορεί να βρεθεί στη διεύθυνση http://www.cordite.org.au Στην παρουσα μετάφραση το κείμενο δημοσιεύεται και στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης ‘Νέος Κόσμος’, την Πέμπτη, 25 Μάη 2017.