Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Δύο ποιήματα

Κύκλος

Σχίζω το ημερολόγιο,
μη θέλοντας
να διαβώ τις ώρες,
μη θέλοντας
να σκοντάψω στις μέρες
του κύκλου
που με φυλακίζει,
πνίγοντας
ότι ωραίο
φώναξα δυνατά
μέσα μου.

***

Φύλλα φωνήεντα

Φωτίζουν
φυλάγοντας φωτιές,
φρουρούν
φωνές φευγάτες,
φοράνε
φύλλα φωνήεντα,
φτηνά φιλιά
φοβούνται,
φονεύουν
φήμες φαντάσματα,
τα ποιήματα φταίνε!

*Από τη συλλογή “Ενδόγραμμα”, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2010. τα δύο ποιήματα και οι φωτογραφίες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή Greek Poetics στη διεύθυνση http://greekpoetics.blogspot.com

Ηλίας Λάγιος, Ποιήματα

{..κατανυκτικώς}
.
Σ’ αυτό το διψασμένο το ξενύχτι,
σπαράζω,σαν το ψάρι μες στο δίχτυ.
Το ξέρω.Απόψε θα με σώσει η τέχνη.
Παραμιλώ.Γαμώ την ομορφιά σου.
.
════════════
.
(συλλογή Ασκήσεις Ι — ΙΧ)
.
Τραγουδώ την Αθήνα την ιοστέφανον,το έφηβο Παρίσι,
το Πεκίνο των τριακοσίων γενεών,τη Μόσχα με τα σαμοβάρια της,το σιωπηλό
Τουμπουκτού,το Σίδνεϋ,το γκρίζο Λονδίνο,τη Βαγδάτη λουσμένη μ’ αστέρια,
το Δελχί,τη Βιέννη,το Χαρτούμ,τη Ζανζιβάρη των σουλτάνων,το Κεμπέκ,
την εκπάγλου καλλονής Έδεσσα,την Πράγα,το Κατάρ,την Καμπέρα,τη Λίμα,
το Τόκιο,τη Νέα Υόρκη,την Άρτα
κενοτάφιο και ροδώνα της ανθρωπότητας.
.
Τραγουδώ τον Έκτορα,τον Αλκιβιάδη,τον Κατιλίνα,τον Βρούτο,
τον Ροβεσπιέρο,τον Σαιν Ζυστ,τον Λασάλ,τον Μπακούνιν,τη Λούξεμπουργκ,
τον Βελουχιώτη,τον Γκεβάρα.
.
Τραγουδώ το Νείλο,τον Ευφράτη,τον Αμαζόνιο,το Μιζούρι,τον Άραχθο
το μέγα ποταμό,τις λίμνες,τους ωκεανούς,όλα τα νερά,
τραγουδώ τα δάση,τα βουνά,
παν ορατό και μέγα.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
(συλλογή Έρημη Γη)
.
Η νύχτα άπλωσε ξανά,υποταγμένη,εντροπαλή,
και βρόντησεν ο κεραυνός το μέγα γράμμα.
Ε
Επανάσταση: Τι έχουμε προσφέρει;
Σύντροφε,τρανεύει το αίμα την καρδιά μου.
Η ωραία τόλμη μιας ζωής εξεγερμένης
που μια αρχαία φρόνηση ποτέ δεν θ’ αναιρέσει
μ’ αυτή,μόνο μ’ αυτήν,έχουμε υπάρξει
που κανείς δε θα αναφέρει στα παιδιά μας.
Και μόνο εμείς θα ξέρουμε με το τριζόνι νεκροπομπό.
Κι αύριο μια χασισωμένη ανθρωπότητα να δημιουργεί
με το ίχνος των κορμιών μας.
Ε
Έρωτας: Άκουσα τα βήματά σου
ένιωσα το χέρι σου στο χέρι μου.
Με την άρνησή του άλλου,βεβαιώνοντας τη
φυλακή σου.
Με τη μοναξιά του άλλου,σακατεύοντας τη
φυλακή σου.
Μόνο τώρα που πήρε να φεγγίσει,ένα δάκρυ
για μια στιγμή ζωντανεύει τον τρόμο Πηνελόπης.
Ε
Ελευθερία: Το πλοίο ανταποκρίθηκε
χαρούμενο,στο χέρι που το στρέφει.
Η πρόσκληση ήταν γαλήνια,κι η καρδιά σου
ανταποκρίθηκε
χαρούμενα στην πρόσκληση,κυβερνημένη,
κυβερνώντας
την ύστατη κυριαρχία.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
(συλλογή Έρημη Γη)
.
Βγήκα απ’ το αμφιθέατρο.
Ξυπνώντας,πίσω μπρος και πλάι μου τα πλήθη.
Να βγάλουμε τον κόσμο από την τάξη του.
Λύκε,λύκε είσαι εδώ;
Γαίαν παμμήτειραν αείσομαι,ηυθέμεθλον.
Άνδρ’ αγαθόν περί ή πατρίδι μαρνάμενον.
Γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων.
Ξηρά οστά όντα ανθρώπινα,εν αυτοίς σάρκα
ανέδειξα και ψυχήν.
.
Επανάσταση.Έρως.Ελευθερία.
Θάνατος. Θάνατος.
Αθάνατος.
Σύντροφοι.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
(συλλογή Μουζικούλες)
.
Ιδού,λοιπόν εγώ,φτασμένος
εκεί που σώθηκαν τα νιάτα μου.Μην έχοντας
τίποτε για δικό μου,μην κατέχοντας
καν υλικά αγαθά.Ν’ αναλογίζομαι το τίμημα
της άλλοτε χαράς.Ζυγίζοντας και κρίνοντας
τις πράξεις και τα έργα μου.
Ζυγίζοντας και κρίνοντας.
Ω σκοτάδι,σκοτάδι,σκοτάδι
στριγγή πνευματική καταχνιά,άναστρε θόλε,ευλογημένη
δύναμη που ήσουν κι όχι πια, φτωχή κι αλλοιωμένη
υπόμνηση της δύναμης,φωνή που υπομένει,
κουλή,ταγγισμένη φωνή,χρυσοκέντητο ξεσκισμένο υφάδι,
γρατσουνισμένη πυρά,λιγδιασμένη πηγή,σταματημένο χάδι,
μαρτυρικό κι ανήμπορο,νέκυιο σημάδι,
ανύποπτη έκταση των χεριών στην οικουμένη.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
ΥΓ
{..κατανυκτικώς}
.
Αναλογίζομαι αν ο Κύριος των δυνάμεων μπορέσει,κάποτε,να με συγχωρήσει.
Γνωρίζω,όμως,ότι εγώ δεν θα συγχωρέσω,ποτέ,Αυτόν.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●▬▬▬▬▬▬▬●
.
*Ηλίας Λάγιος,συγκεντρωτικός τόμος Ποιήματα,εκδόσεις Ίκαρος,2009.

**Αναδημοσίευση από τη σελίδα της Anna Doulia στο facebook.

Κική Δημουλά, Τα «υπέρ» της συνήθειας

Με φόρεσες –σε φόρεσα,
εκλογή μονοφόρι.
Πρώτα απ’ την καλή.
Με γύρισες μετά το μέσα έξω,
είχαν παρατριφτεί οι άκρες και οι μόστρες,
είχαν στραβοστομιάσει κι οι κουμπότρυπες
–θυμίζανε σιωπές ξεχειλωμένες–
απ’ το πολύ το κούμπωνε ξεκούμπωνε
την προφύλαξη, την επιφύλαξη,
τη διαφύλαξη κούμπωνε ξεκούμπωνε
τις ασταθείς των ημερών θερμοκρασίες
στα βαριά της χρονικότητας κλίματα.
Σκιστήκανε κι οι τσέπες,
χώναν εκεί τα ξυραφάκια τους
οι σκέψεις των χεριών.
Πάλι με γύρισες μετά –σε γύρισα
πάλι το έξω μέσα,
σάμπως οι πριν φθορές
να ’χαν στο μεταξύ ξεκουραστεί
και γιάνει,
και μια που το παλιό
δεν έχει πια καλή κι ανάποδη.

Όσο για το πού θα χτυπήσεις
και πού θα χτυπηθείς,
κανένα πρόβλημα.
Ούτε και τούτο έχει πια
όψη κι ανάποδη.
Έχει κι αυτό παλιώσει
–μέσα έξω γυρισμένες
τόσες φορές οι σφαίρες.

*Από τη συλλογή “Το τελευταίο σώμα μου”, Εκδόσεις Κείμενα (1981), Β´ έκδοση Στιγμή (1989).

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος, Το φράγμα της μνήμης

Η μνήμη δεμένη
σὲ ἕνα κόκκινο μαντήλι.
Ἀκριβὸ κομπόδεμα.
Κρατᾶ μέσα της
βλέμματα καὶ στιγμὲς καὶ λέξεις
σφιχτοδεμένα.
Ἕνα κομπόδεμα κρυμμένο
μέσα στὸν κόρφο.
Ἀκουμπᾶ ἀνεπαίσθητα
στὸ μέρος τῆς καρδιᾶς καὶ ξυπνάει,
σὰν ἀνοίγεις τὴν πόρτα καὶ στέκεις
στὸ κατώφλι τῆς νύχτας ἀνυποψίαστος,
κάτω ἀπὸ τὸν ἔναστρο οὐρανό.
Εἶναι ἡ στιγμή, ποὺ νιώθεις
τὸ βάρος τοῦ πράγματος:
περπατᾶς μόνος μὲ τὸ δικό σου φορτίο!
Μὲ τὴν πείνα σου καὶ τὴν δίψα σου
τὸ κομπόδεμα αὐγατίζει·
στιγμὲς ποὺ κατατίθενται ἁπαλά
ἡ μιὰ πάνω στὴν ἄλλη
ἀκριβὰ βλέμματα κρυφὰ φυλαγμένα.
Ὥσπου φτάνει ἕνας καιρὸς
καὶ κάποιο χέρι λύνει τὸ κόκκινο μαντήλι·
τὸ φράγμα ὑποχωρεῖ
–σκύβεις ν’ ἀκούσεις τὴ βουὴ τοῦ χρόνου ποὺ περνᾶ–
σὰν μαῦρο ποτάμι ποὺ κυλάει μὲ ὁρμή.
Ὅλα γλιστροῦν μπροστά,
οἱ στιγμὲς, καὶ τὰ βλέμματα, καὶ οἱ λέξεις πηδοῦν
ἀπὸ τὰ βλέφαρα στὸ κενό.
Ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ χέρι ποὺ ἀδειάζει
τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ βιός της;

*Από την ομώνυμη ποιητική συλλογή που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Οροπέδιο”.

Γεωργία Τρούλη, Η αίσθηση του πηχτού

Artwork: Γεωργία Τρούλη

Είμαι λεκτικός θρόμβος
Μοιάζω να έχω ραφτεί στα αγγεία
Κάθε λέξη αφήνει στα αυτιά μου την αίσθηση του πηχτού
Αποσυντονίζομαι εύκολα
Συμπυκνώνομαι με ταχύτητα
Γίνομαι πίδακας ανενδοίαστα
Προκαλώ εμβολή στους αγαπημένους μου πνεύμονες
Ενίοτε δεν αναπνέω κανονικά αλλά ούτε με θόρυβο
Ψάχνω τότε μια σειρά από σημύδες από κυψελίδες
Τραχεία –Μεμβράνη και Τένοντα
Δένομαι εύκολα-Λύνομαι δύσκολα
Δεν προκαλώ πήξη του αίματος
Ούτε αφηγούμαι ροή χωρίς τίμημα
Προκαλώ κορεσμό σε οξυγόνο
Και στον ύπνο παράλυση
Δεν εντοπίζομαι –γίνομαι ο ελάχιστος
Αλλάζω μορφή σαν βουτηγμένη στο νερό πλαστελίνη
Δεν γίνομαι έμμηνος ρύμη αλλά
Θαυμάζω όσους προσφέρονται
Μία άχαρη νύξη προσπαθεί σε όλο το σώμα
Να με εντοπίσει
Διασπώμαι τότε σε μικρά σφαιρίδια σημασίας
Οβάλ –ολοστρόγγυλη -ευθεία
Αναδιπλώνομαι σε στοιβάδες ενός γεωλογικού χρόνου
Που δεν έχω την γνώση
Όταν νιώσω την τριχοειδή υποψία
Για σύνορο δέρμα αφαίρεση ακτίνα
Όριο εξαγωγή και ανάγλυφο
Γίνομαι λεία στρώση νυχιού
Αποδημία πηχτού
Και αγαπώ τις νεροτσουλήθρες

Τάσος Δενέγρης, Η άλλη εκδοχή

Τον Καζανόβα σκέφτηκα

Γέροντα πια

Να τρέχει στο συσσίτιο.

Τα πάλαι ποτέ

Πουδραρισμένα μαλλιά του

Τα παίρνει ο άνεμος.

Την φήμη του μέχρις εμάς

Αυτός δεν την γνωρίζει

Κι ούτε καμιά δεν νιώθει ευχαρίστηση

Απ’ την παλιά ζωή του.

Κι απ’ τη ζωή του των βιβλίων

Γιατί βιαστήκαμε να βγάλουμε συμπέρασμα;

Εγώ τον βλέπω να σκουπίζει με ψωμί την καραβάνα

Κι είναι κι αξούριστος

Σ’ ένα τοπίο Ζάγκρεμπ ή Τεργέστη

Με συννεφιά.

Κι όσο γι’ αυτά που λέτε

Τις ιστορίες για τον Καζανόβα

Εγώ δεν ξέρω.

23 Ιανουαρίου 1980

*Από τη συλλογή “Ακαριαία”, Εκδόσεις Ύψιλον 1985.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Μια μικρή ανθολογία

Ο,ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΣΠΛΑΧΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΤΑΙ

Πιστεύω
στην αγρύπνια της σιωπής
και στο ρίγος του πάθους
στη ρωγμή του σπόρου μέσα στη γη
σ’ ό,τι είναι γραμμένο στον αέρα
στην ερημιά των δρόμων
και στα λαγούμια του πόνου.

Πιστεύω
στις λέξεις που βούλιαξαν στο έλος μιας αγάπης
πυρπολούμενες
στ’ άσπρα νερά του ποταμού με την ατέλειωτη ομίχλη
καθώς ορμητικά κατεβαίνουν
μυθικά
ανυπέρβλητα
στη μοίρα του μυροφόρου αντάρτη
που είναι πάντα μόνος
βουτηγμένος μέχρι το λαιμό μέσα του.

Πιστεύω
στη γυμνή κάμψη των δακτύλων της γροθιάς
στις κάθετες εφορμήσεις
στο γενικό ξέσπασμα του πυρός

και τέλος
– αν βέβαια υπάρχει τέλος –
πιστεύω στο πείσμα σου
καθώς βάζεις βαθιά το νυστέρι

(από τη συλλογή Απέναντι, 2015)

ΩΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΣΥΜΒΑΝ

Αίμα
αίμα
ρέει το αίμα

ως καθημερινό συμβάν
συνηθισμένο
αναμενόμενο

σαν να φέρνεις στο στόμα ένα ποτήρι νερό
να ξεδιψάσεις.

(από τη συλλογή Τα μπλουζ είναι κόκκινα, 2015)

ΞΕΔΙΠΛΩΣΕ

Πατρίδα μου
των μυστικών νεκρών
των προδομένων
και της εμφύλιας ριπής

βαθειά μου πληγή
ακοίμητη
που φτάνει μέχρι το θάνατο
και που θάνατος δεν είναι

ξεδίπλωσε τις σημαίες των έσω εκρήξεων.

(από τη συλλογή Cafe Republic, 2016)

ΣΤΟΝ ΕΚΤΟΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΧΡΟΝΟ

Η ζωή μου επιτοίχια κραυγή
με τρεμάμενα γράμματα
και κόκκινο χρώμα

σκαρφαλωμένη σε πολυκατοικίες
σε μάντες
στο αβυσσαλέο κενό

σινάλο
μήνυμα
σε άλλη γλώσσα
στον εκτός μέτρησης χρόνο.

(από τη συλλογή Στη σπηλιά της μεγάλης αγέλης)

ΞΥΠΝΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΤΟ ΑΙΜΑ

Τις νύχτες
το κορμί μου βαραίνει από ναυάγια ποιήματα

ένας εφιάλτης
ένας κακός ανεμοστρόβιλος με σκάβει
ξεριζώνει τους χάρτες μου
με παίρνει και με σηκώνει πέρα μακριά

παραμιλώ
στη μέση σου κρεμιέμαι

ξυπνά μέσα μου το αίμα
και κλαίει.

(από τη συλλογή Το αίμα μένει)

Μ’ ΑΙΜΑ ΜΕΛΑΝΙ

Πάλι εδώ

στα ψηλά

μ’ αίμα μελάνι γράφοντας
δοκιμάζοντας
την αντοχή των φράσεων
τα όρια των στίχων.


ΑΠΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟ

Από αέρα και νερό είναι ο κόσμος.

Από όνειρο και θάνατο
η ποίηση.

(από τη συλλογή Από όνειρο και θάνατο)

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου σε επιλογή Χριστίνας Λιναρδάκης
http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/05/blog-post_29.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Ιάσωνας Σταυράκης, Είμαι…

Είμαι αυτός που εγκαταλείπει
Είμαι αυτός που τον τρώει η λύπη
Είμαι ο άντρας που ποτέ του δεν κλαίει
Είμαι περήφανος που είμαι γκέι
Είμαι ο δάσκαλος που τρέμει στην τάξη
Είμαι ο άνεργος που κανείς δεν θα κλάψει
Είμαι γυναίκα με τα μάτια πρισμένα
Είμαι πρεζόνι με τα χέρια καμένα
Είμαι βοσκός που τα έχει χάσει
Είμαι πουτάνα που δεν έχει γεράσει
Είμαι το γέλιο στην αρχή του αγώνα
Είμαι η πένα που θα γίνει βελόνα
Είμαι γέρος δίχως πατρίδα
και ποιητής που δεν έχει κερκίδα…
Είμαι η ώρα που πεθαίνει ο κόσμος
Είμαι τα μάτια που δεν πιάνει ο νόμος
Είμαι στον ύπνο μου επαναστάτης
Είμαι η ώρα που ξεψυχά ο Εφράτης
Είμαι γυναίκα με μυαλό χαλασμένο
Είμαι απέναντι σε περιμένω
Είμαι τραβέλι σ’ ένα παγκάκι
Είμαι κομπάρσος κρατάω σκονάκι
Είμαι η μέρα που το φως της δεν βγαίνει
Είμαι η νύχτα που σε πεθαίνει
Είμαι το άκρο στην αδικία
Είμαι ο όρος πεζογραφία…
Είμαι μια ρίμα που δεν έχει τέλος
Είμαι το ξύλο στης σιωπής μου το βέλος
Είμαι μια πόρνη σαν την ζωή μας
Είμαι του δαίμονα το μαύρο κρασί μας
Είμαι η σκέψη που χαϊδεύει
Είμαι αιχμάλωτος που δεν χορεύει
Είμαι ο σκύλος που έχεις πληγώσει
Είμαι ο γάτος που έχεις σκοτώσει
Είμαι στην τσέπη τα πρώτα λεφτά σου
Είμαι ο λύκος που σκορπά τα μυαλά σου
Είμαι μια μπάντα που δεν ακούει κανένας
Είμαι ο τίποτας
Είμαι ο ψέμας…
Είμαι το γέλιο που ακούς στο παιδί σου
Είμαι κραυγή και η οργή σου
Είμαι το σύστημα που σε τσακίζει
Είμαι ο κόμπος που στραγγαλίζει
Είμαι επίδομα στο τέλος του μήνα
για κάθε φασίστα μικρότερο μνήμα…
Είμαι βούλιμος σαν το παιδί σου
Είμαι ανόρεκτος σαν την ψυχή σου
Είμαι αιδοίο γεμάτο αρρώστια
Είμαι σαν πάγκρεας με αίμα κομπόστα
Είμαι το γράμμα που δεν έχεις στείλει
Είμαι της θλίψης το μαύρο μαντίλι
Είμαι το λάθος που έχουν γεννήσει
Είμαι φωτιά στου ήλιου τη δύση…
Είμαι παράνομος
Είμαι ο κανένας
Είμαι εσύ
Είμαστε ένας…

© Ιάσωνας Σταυράκης

Γρηγόριος Σακαλής, Δύναμη γι΄ αγώνα

Tina Modotti: Women with Flag (Mexico City, 1928)

Η ελπίδα
ξεψυχάει κάθε μέρα.
Ο αγώνας
έγινε φωτογραφίες του Άρη
στο facebook
μολότωφ στους δρόμους των Εξαρχείων
με καθοδηγητές της δεκάρας
μυαλά των πέντε βιβλίων.
Η ελπίδα ξεψυχάει
στα γήπεδα
στις φάμπρικες
στις φυλακές
στα βουλευτικά γραφεία
στην υποκρισία των νομοθετών
στη σκληρότητα των δικαστών
στην αγριάδα των φοροεισπραχτόρων.
Ας βρούμε μέσα μας
τη δύναμη
ν΄αγωνιστούμε για την ύπαρξή μας.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Άσμα Ασμάτων

Μέσα στα μάτια της
βλέπω μια θάλασσα πράσινη

αδυνατώ να κοιμηθώ

καταδύομαι στο όνειρο
πάνω σε καπέλα δερβίσηδων
και μυρωδιές λευκών βράχων
στη μέση του Ινδικού

τέρατα προϊστορικών
επιθυμιών κατακλύζουν
τον κόσμο μου
με ήχους σειρήνων

η πρόοδος, όμως, έχει φροντίσει για όλα:
το κερί στα αυτιά των σκλάβων
και τις αλυσίδες μου

στο πρόσωπό της
σχηματίζεται η γη
όπως δεν την είδαμε ακόμα

λίγο πιο κάτω
ποτάμια λαξευμένα
από τις όχθες τους
αναβλύζουν
μέσα από τη μήτρα της

πίσω από τους χοντρούς φακούς μου
οι κόρες διαστέλλονται
κάθε μου κύτταρο γίνεται ένα
με τους κόκκους της ερήμου

πάνω στα στήθη της
τα φρικώδη κύματα της θάλασσας
που δεν εξηγήθηκαν ακόμα
στα εργαστήρια της εξουσίας
καταπίνουν υπερωκεάνιες κατασκευές
ενός εγωιστικού εμπορίου μεταφοράς

ο κόσμος όμως γεννήθηκε από τη λάσπη και
τη μυρωδιά

ανάμεσα στα δάκτυλα
των ποδιών της ψελλίζω λέξεις
μιας γλώσσας άγνωστης

πάνω στο δέρμα της
γεννιέται ο χρόνος
που αρνείται την εξουσία
των ρολογιών
την εκνευριστική
ρυθμιστικότητα
των μηχανών

ασύλληπτος
μένω δεμένος
στο άρμα ενός
κίτρινου κομήτη
που στροβιλίζεται
στο άχρονο σύμπαν

μια μυρωδιά
από τους τάφους Αιγυπτίων
βασιλιάδων
κρυμμένη κάτω
από το δέρμα της
με καταπίνει
σε καταιγιστικούς οργασμούς

στον αφαλό της
που πλημμυρίζεται από τη δροσιά
του δάσους που στέκεται
αιώνια ανάποδα
λούζω το σώμα μου
στην κολυμβήθρα της
γης των λωτοφάγων

στο υπέδαφος
η γη τρέμει
στον ρυθμό της κοιλιάς της

χωρίς ανάσα
δηλητηριάζω τα πνευμόνια μου
με αναθυμιάσεις
επίδοξων στιγμών
μιας ακόλαστης
και αέναης ιερουργίας
της επανάληψης
με την καρδιά μου να συντονίζεται
στο θηριώδες ποδοβολητό του προαυλίου

το διάλειμμα ξεκινά πάντα όταν πέφτει ο
φράχτης

πιασμένος
από τις άκρες των μαλλιών της
κάνω τα πρώτα βήματα
στον εύθραυστο νέο κόσμο
του γάλακτος και της μέντας

εκεί,
που οι διακόπτες του ονείρου
αναβοσβήνουν μνημορυθμικά
στο παράγγελμα της χορωδίας
των τζιτζικιών

αδυνατώ παρά τα κηρύγματα των δασκάλων
μου να συγχωρέσω τη Δύση

λυτρωμένοι πια
από τους εφιάλτες της προόδου
κάνουμε έρωτα
πάνω σε όργιο κυμάτων
από λάβα και κασσίτερο

γυμνοί
ζωσμένοι με εκρηκτικά
τρεφόμαστε για μέρες
από τις υποσημειώσεις
των αρχείων
στα υγρά υπόγεια
του κράτους

ο χρόνος πια
εξαπλώνεται σαν νέφος
από την κοιλάδα της μάχης
στους δρόμους της πόλης
μιας πόλης εγκλωβισμένης
στο άγριο δηλητήριο
κάτω από τον κυνόδοντα του πλήθους

κι όμως εκεί
ένα κορνάρισμα
σπάει τη συνέχεια του ονείρου

τώρα τη βλέπω
να ψάχνει τον έρωτα
σε συνταγές μαγειρικής
της πρωινής ζώνης

εντελώς ξαφνικά
τα χέρια της κλείνουν τα αφτιά μου
και ο θόρυβος υποτάσσεται σε
μια μουσική τυμπάνων της Αφρικής
που δονεί τη σπονδυλική μου στήλη

δευτερόλεπτα
και η μορφή της χάνεται
για να επιστρέψει
σαν ασυνέχεια
της μνήμης

Αρνούμαι στη λήθη.
Αρνούμαι σημαίνει αρνούμαι τη λήθη

αρνούμαι
αρνούμαι να καταδυθώ
γυμνός σε θάλασσες πετρελαίου
πίδακες ζεστού
ξύλου και στάχτης
της Ευρώπης
χωρίς μνήμη
αρνούμαι να ξυπνήσω
χωρίς το λευκό στεφάνι
των ματιών της
αρνούμαι τις αναδυόμενες
τομές της μέρας
των εξημερωμένων
θαλασσών
αρνούμαι
τα πρωινά της επανάληψης
την εποχή που αποσιωπά
τη λατρεία της φθοράς
την ευτυχισμένη νεύρωση
της αστικής ευταξίας
τους θαλάμους δίχως τέλος

αρνούμαι να δω τον ήλιο
χωρίς τα μάτια της

κάθε φορά που ξυπνάω πια είμαι νεκρός

*Από τη συλλογή “Ιερουργία της Άνοιξης”, εκδόσεις Κουρσάλ.