Σπύρος Μαρούλης, μου χρωστάς ένα ποίημα

Πάντα αισθάνομαι ότι μου χρωστάς
Ένα ποίημα
Εξασθενημένο, όπως το σημερινό

Να με απομακρύνει από την κατοχή
Των ζωντανών

Το ήρεμο χαμόγελο
Δεν είναι πια αρκετό
Γιατί

Πάντα αισθάνομαι ότι μου χρωστάς
Ένα ποίημα

Και έχω ξεχάσει το χαμόγελό μου

Και δεν έχω κανέναν
Να ανησυχεί γι αυτό.

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Κοίτα ψηλά τ’ αστέρια

Στη μνήμη του Παύλου Φύσσα

I
Κοίτα ψηλά τ’ αστέρια
απόψε μοιάζουν να ’ναι τόσο φωτεινά

Killah P.

Το παλικάρι σαν δέντρο λυγερό
σωριάστηκε στο χώμα
τα χέρια έσφιξε στο στήθος
στο μέρος της καρδιάς
και κουλουριάστηκε
όπως το έμβρυο στη μήτρα
Μα τι έγινε; Τι έγινε; Γιατί;
Γιατί;
Τόσο αναπάντεχα, τόσο σκληρά!
τώρα που της αγάπης τα φτερά
είχε απλώσει
Αυτό ήταν όλο λοιπόν;
Αυτό;
Ταξίδι σύντομο, μικρό
άδικα κι ανελέητα κομμένο;
Μπροστά του στάθηκαν
οι μαύροι Κύκλωπες οι ποταποί
και του έκοψαν ανελέητα το δρόμο
Δεν σκέφτηκαν οι θλιβεροί
πως της θυσίας το νήμα
αιώνια έχει αντοχή
Πώς θ’ αντέξει χωρίς ήχους
χωρίς χρώματα
χωρίς αγγίγματα απαλά
αγαπημένα;
Κι η μάνα, η έρμη μάνα;
Κι η κοπελιά η δύστυχη
που τον κρατά σφιχτά στην αγκαλιά της;

«Αχ, μάνα, κρυώνω, μάνα
μ’ εκείνη τη γαλάζια κουβερτούλα
να με σκέπαζες, μάνα γλυκιά»
ακούστηκε βαθύς ο σπαραγμός του

II
Όχι, δεν είναι έτοιμος
για το ταξίδι που δεν έχει γυρισμό
Ας γίνει κάτι επιτέλους
να σταματήσει αυτό το μακελειό
το άδικο να σταματήσει

Θέλει ν’ απλώσει πάλι τα φτερά
τα φυτρωμένα στους ώμους απ’ τη γέννα
Να αγαπήσει, να τραγουδήσει
να ξεσηκώσει τ’ αδικημένου την καρδιά

Τον πόνο που του καίει τα σωθικά
ας ήτανε να μπόραγε να σβήσει
Να βγάλει λέει μια βαθιά κραυγή
ακόμη πιο βαθιά από την πρώτη
για να δακρύσουν τα βουνά
να ξεχειλίσουν τα ποτάμια απ’ το δάκρυ
Γιατί ’ναι αβάσταχτο και άδικο πολύ
λουλούδι ολάνθιστο
στη μήτρα τη βαθιά να μπει
στη μήτρα τη μεγάλη
Όχι, δεν ήταν τέτοιος θάνατος
που ταίριαζε στο παλικάρι το γελαστό
Δεν έπρεπε χέρι αδίστακτο, λερό
ν’ αγγίξει τον άγγελο τον φτερωτό

Μα πρόσφορο καθώς έγινε
στου κόσμου το καλό
τη λησμονιά τη νίκησε
το μαύρο το σημάδι του θανάτου

III
Με κόπο τα μάτια άνοιξε
και για στερνή φορά κοίταξε γύρω
με παράπονο μεγάλο
Όχι, στη γη που θα τον έπαιρνε
βλέμμα δεν έστρεψε
μόνο κοίταξε εκεί ψηλά στον ουρανό
όπου φωλιά ήθελε να χτίσει
κι ύστερα τον μακελάρη έδειξε
τους Κύκλωπες τους μαύρους

Τελευταία την κοπελιά
βαθιά στα μάτια κοίταξε
κι αγκομαχώντας προσπάθησε να της γλυκοτραγουδήσει
«Κοίτα ψηλά τ’ αστέρια απόψε μοιάζουν να ’ναι τόσο φωτεινά»

14-10-2013

*Από τη συλλογή “Διαδρομές”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Μιχάλης Κατσαρός, Ποιήματα

Α

Αρχή του βιβλίου και του ποιήματος
σε ύφος όποιο
είναι το τι ζητάς εσύ
ποια ώρα άδειασε
και ζεις
σαν υπνοβάτης στη φαντασία.

Εκτός αν θέλεις τα γράμματα
να βλέπεις μπλε ή μαύρα
με τις λεπτές τους τις καλλιγραφίες
και αυτές να ηχούν σε τύμπανα
ορχηστρών με άνεμο νέο.

Εμένα θέλει η γραφή να γράφω
γιατί ό,τι και να γραφτεί
είναι τροφή σε σχέδιο γραμμάτων
παλιά σχέδια που είναι ότι –
άνθρωποι ή της γραφής
οι εβδομήντα.

Πρόσεξε τι ζητάς
πρόσεξε εσύ τι θέλεις

Η ΠΟΡΤΑ ΗΤΑΝΕ ΣΤΕΝΗ

Η πόρτα ήτανε στενή καθώς κοιτούσες
τι νέο θα φανεί.
Πού νά ‘ξερες ότι ο μέγας Μίνιχρος
φύλαγε κεί που έσπασαν το βόδι.
Πάντως η νέα Βαβυλώνα μέτοικους δεν είχε

Β

Βίος και τέχνη ή θεός και άνθρωπος
μαζί τραβάνε.
Ο ένας κρατημένος απ’ τον άλλο
γιατί δεν είναι τίποτα παλαιό.
Πρώτη φορά συμβαίνει νά ‘ναι ο άνθρωπος
υπαρκτός –
Πρώτη φορά
λίγο χρονικό διάστημα
απ’ τον παππού σου μέχρι εσένα.

Εμείς που περπατήσαμε αργά
είμαστε όλοι μ’ όλη τη μνήμη μας
όπως βρεθήκαμε εκτός του σώματος
και ταχυτήτων.

Εσείς φορέσατε τροχούς ιλίγγου
και μικροί διανύσατε το χρόνο
και η μνήμη σας εξέχασε
ποιοι είστε.
Ένα βήμα στο Άργος δικό σας
χιλιάδες εσείς σ’ άγνωστες χώρες
ένα βήμα εμείς
εσείς γενιές αλλότριες με ανθρώπους
με μηχανήματα ή χωρίς
με φονικές μάχες ή οχι
με γράμματα ή πέρες
με –

Μη προχωρήσετε μη
εκεί σταθείτε μη
αργήσατε αλίμονο να ‘ρθείτε.

Πρώτη φορά μας συμβαίνει η ζωή –
πρώτη φορά μας φέρνετε λουλούδια.

Εμείς εσείς με τύμπανα, κρουστά
ωραίοι λίγο λυπητεροί – εσείς
εμείς με ένα βήμα
πάλι εσείς -εμείς- τα όλα.

Μη προχωρήσετε. Αργά.

Γ

Τι πόλεις νέες που είδε ο Λάκητος
απ’ τα Ελληνικά τους κοντεύει να τον σκάσουν
κι ο στρατηγός φοράει βυσσινιά γαλόνια.
Τ’ άρεσε το πρωί η γούρνα που πλενόταν.

*Από το βιβλίο “Μιχάλης Κατσαρός, Ποιήματα”, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1979.

Κούλα Αδαλόγλου, Δύο ποιήματα

Θέλει δε θέλει ο χρόνος

Από τον ιμάντα πήρα τις βαλίτσες
βγήκα στην αίθουσα αφίξεων
ήσουν τριών και με υποδέχθηκες.
Από τον ιμάντα παίρνεις τις βαλίτσες
βγαίνεις στην αίθουσα αφίξεων
είμαι πενήντα δύο και σε υποδέχομαι.
Θέλει δε θέλει ο χρόνος μίκρυνα
ένα παιδάκι.
Κλαίει ήσυχα και χώνεται στην αγκαλιά σου.

Κι όμως, να σου κι εσύ της διασποράς,
κεντρομόλο σ’ είχα στη σπιτική εστία.
Έφευγες λίγο μα ερχόσουν πάλι.
Έχασε η Ιθάκη το νόημά της.
Ιθάκη είναι τέρμα δεν είναι αφετηρία.

Και μια ανεξαρτησία που δεν ζήτησες, για μένα μιλάω,
είναι μοναξιά του κερατά.

***

Ράγισμα

Άρχισε να κλαίει, δεν θέλω να φύγουμε,
το πρόσωπό της χωμένο στα φουντωτά μαλλιά  της.

Μα εγώ πιότερο συμπόνεσα εκείνο το αγόρι
που έλεγε αστεία, τραγουδούσε , γελούσε παράξενα
κι όταν του είπαν «πάλι κλαίει»
δεν είναι εύκολο να είσαι μακριά απ’ τους δικούς σου ανθρώπους, απάντησε
μ’ ένα μικρό, τόσο δα, ράγισμα στη φωνή του.

*Από τη συλλογή “Οδυσσέας τρόπον τινα”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Δύο ποιήματα

Τελευταίο γυναικείο τραγούδι της αλιείης

Εσύ δεν μπορείς να ξέρεις αυτή τη λύπη.
Έρχεται και αδειάζει μέσα σου
καλόβολη στέρνα κοντά στις καλλιέργειες.
Δεν την ξέρεις αυτή τη λύπη, Βύτο.
Πρώτη παπαρούνα
πρώτο καλοκαίρι με γυμνά  μπράτσα
και ξαφνικά νύχτα αγρύπνιας.

Η θάλασσα αγαπιέται με το πρωινό
και κρύβουν τ’ αυγά τους
στις ρίζες των φυτών.
Τα χέρια σου δεν ήταν γι’ αγάπη
γι’ ανθόνερο κι άφεση αμαρτιών.
Ξέρεις την αγάπη του καλοκαιριού με τ’ αγιόκλημα
την αγάπη των υδάτινων ζώων
και των γιασεμιών με το λευκό τοίχο.
Η αγάπη σου δάχτυλο τεντωμένο για Κει.
Βαρύ το παραμύθι σου.
Μυρίζει κρασί και ζεστό χώμα
ο αγέρας της αυγής
φορτώνεται καημούς
και γλυκαίνει στον ήλιο.

Άσε με ν’ αγκαλιάσω τη γης
με τα ρύζια  και τα στάχυα
με τις πορείες ταπεινών εντόμων.
Βαρύς ο ουρανός σου, Βύτο.
Κάνε να βρέξει ήπια.
Στα χέρια σου τώρα οι αμφορείς
με τις πηγές του ουρανού.
Στα πνευμόνια σου οι αγέρηδες
απ’ τις ερημοκορφές.
Ο Μινώταυρος αγγίζει τα χώματα
πριν στα παραδώσει.
Σε χρίζει ελεύθερο.

Εγώ πιστή στην εικόνα μου
στην ώρα του  γυρισμού
είμαι ό,τι θυμούνται τα φύλλα
ό,τι ξέρουν τα νυχτερινά νερά
σαν τρέχουν κατά τη μέρα,
Βύτο, ελάφια γεννιούνται μες τα μάτια σου.
Μην τεντώσεις το τόξο.
Θέριεψαν οι φλέβες σου
απ’ τα χαλινάρια του κόσμου
προϊστορικά  ποτάμια  και κυβερνούν.
Τώρα θα ονομάζουμε τα βουνά
νεαρά θα τα λέμε, γερασμένα
και τις ψυχές
πιστές θα τις λέμε ελεύθερες.

Σμίξε τα χέρια σου
κλωνάρι ύστατης χαράς
για το άσπιλο νερό
το νέο βάφτισμα.

***

Η ιστορία του λύκου μου

Ποιος να προφητέψει πια
σε τούτες τις κορφές;
Κουραστικό το όνειρο
γλιστράει απ’ τα αστέρια
σκοτεινοί οι κρατήρες της γης
σιγάζουν το χαμό.

Τη βρίσκω την αυγή
πάντα με κόπο
χαλώ με το νύχι τις μεγάλες επιφάνειες
χωρίς ανταύγεια.
Σκληραίνουν τα νερά
παλιά παραμύθια
για αδελφότητες ζώων
τελειώνουν στην πέτρα.
Πεθαίνουν οι κύκνοι
ωραίες γραμμές οι λαιμοί
στο κέντρο ήλιος.
Περιμένω ν’ αλλάξει ο αέρας
να φέρει φτερά πράσινων πουλιών
χελιδονόψαρα, καλαμπόκι
άγγιγμα απ’ τον Ισημερινό
πορείες για  προσκυνήματα
στους Τάφους.

Υποφέρει ο χρόνος μες τη μέρα
και στο δάσος μου το φως
έχασε το μονοπάτι
και πέρασε στον ωκεανό.
Τέλεια η απομάκρυνση
στην πέρα πλαγιά οι κοινωνίες
κι οι εκκλησίες
γιορτές θάνατοι
στην πέρα πλαγιά.

Τρύπωσαν στην τρίχα μου
παλαβά στρείδια
αγκάθια μενεξελιά
μικρότατα δαιμονικά
σκληρίζουν, θορυβούν
πότε δείχνουν την Ανατολή
πότε τη δύση
στραβό με λένε
καλό τρελό στην πείνα
με φαντασίες
γυμνός στο κρύο…
Περιμένω το θαύμα
ίσως με το σούρουπο
κάποια καλή μυρωδιά
απάντηση στη δίψα ένα τραγούδι
ίσως.
Χλιαρή η ανάσα μου
στα χαμηλά βότανα
μικρά τα ερπετά
τρέμουν τη μοναξιά μου.
Αν πεθάνει –σιγομιλούν-
θα σκορπίσει και η αναμονή
κι η έρημος παντοδύναμη θα ’ναι
ως τους πλανήτες.

Οι λύκοι δεν πηγαίνουν στη θάλασσα-
τρομάζουν τα πέλματα στην άμμο.
Όμως μοιάζει η παραλία στην ελπίδα.
Απλώνεται και μένω πιστός.
‘Όλα εδώ θα φτάσουν με τον καιρό.
Η άνοιξη δεν προδίδει
έρχεται απ’ τους υδάτινους ορίζοντες
ως τις μυγδαλιές
και τις κιτρινωπές νεκρές αλεπούδες.
Όμοιο το χώμα
στρώνει αγάπες και προσκαλεί.
Παλιά ταξίδια στα βάραθρα
-ήταν μόνο οι σκιές των αετών από πέρα-
κούρνιασαν στο όνειρο
το αρχαίο ζευγάρι πλάθει τους αγρούς.

Φεύγει ο άνεμος βορινός
με θαύματα σκληρότητας.
Εδώ στο ακροθαλάσσι
δεν παιδεύουν οι δύσες
κι είναι ωραίες οι μέρες
με τους καθρέφτες των βυθών
στους ουρανούς.

Ας είναι κι έτσι με τη γη.
Στάχυα και χελιδόνια
παρασύρουν την αγιοσύνη στην ακτή.

Συντρίβεται στους βράχους.

*Από τη συλλογή “Λύκοι και Σύννεφα” (1963).

Δώρα Κασκάλη, Ποιήματα

Frederique Loutz, Face (2005)

Παρατηρώ τα δάκτυλά σου
που ανάβουνε τσιγάρο·
μυρίζουν την αψιά οσμή
της πεθαμένης χλωροφύλλης,
του χαρτιού που αναλώνει από
λατρεία το κορμί του
μες στο στόμα σου.
Τα δάχτυλα βαφτίζεις στο ουίσκι,
βρέχεις τις ρώγες τους
και οι μικρές Πυθίες θυμούνται
– σ’ αλκοολικές αναθυμιάσεις –
σφιχτά που κράτησαν τα στήθη
ώς τον πόνο, τις κλειτορίδες
που από κάθε λυγμική ανάσα
στράγγισαν.
Είναι γυμνά τα χέρια σου
ώς τους αγκώνες·
δέρμα χιλιοφιλημένο
απ’ τα στολίδια των χειλιών τους.

Αυτή την επικράτεια χαρίζεις.
Το άλλο σώμα αντιστέκεται.
Μπορεί να προσδιοριστεί επιθετικά
να παρομοιαστεί με ζώα ή φυτά
να μεταφέρει τη σημασία του
πάνω στην πλάτη τολμηρών παρηχήσεων.

Κόβει όμως διπλά
το μισητό ρήμα «ψαύω»·
στην χασμωδία του κρύβεται
τόση απουσία.

***

Τον έφερε ο νότος
κι είχε το βλέμμα τρομαγμένου πουλιού. 

Γυρνούσε ώρες στο τετράγωνο

σκάλιζε τα ξεκοιλιασμένα πεζοδρόμια 

μετρούσε τους ξέχειλους κάδους 

σαν πεινασμένος γάτος. 

Σπίθιζε στον κοχλία η εικόνα της, 

ποτιζόταν από τους δακρυϊκούς αδένες

έκλεβε την υγρότητα των ματιών της 

μετά ο φόβος την έκρυβε στο στομάχι του 

την έσερνε με τ’ απορρίμματα

κι αυτή αντιστεκόταν, βύζαινε 

κρυφά από το αίμα του. 

Πολλές μέρες, μήνες, για πάντα

γυρνούσε σε εκείνους τους δρόμους. 

Την είδε άραγε ποτέ;
Κάπου μακριά, κάθε βράδυ 

έγερνε στο μαξιλάρι της

κι αποκοιμιόταν για μέρες, για μήνες, για πάντα 

τραγουδώντας 

για κείνον τον άντρα 

που έτρεφε, θέριευε

έβγαζε νεύρα και φλέβες 

μέσα στο ισχνό κορμί της. 

Του τραγουδούσε 

για να κοπάσει εντός του

ο τρόμος και να ’χει 

το βλέμμα των αποδημητικών.

***

Θα σε ξεντύσω από
πουκάμισα, χαμόγελα

εκφράσεις, λέξεις πεπαλαιωμένες

έρωτες που πλαγιάζουν με τη λήθη

προγονικά φαντάσματα που κατοικούν στο παιδικό δωμάτιο

της αυθεντίας τα βιβλία που βασανίζουν την αβέβαιη παράγραφο

τσιτάτα των δημαγωγών

για τη σωτηρία μιας πατρίδας.

Γυμνός να ειδωθείς στον καθρέφτη,

να κάνεις ειρήνη

με τα οικογενειακά πορτρέτα

-τόση πια είναι η δύναμή τους-

και ν’ αγκαλιάσεις

μ’ ένα νέο δέρμα.

Joyce Mansour, από τα “Σπαράγματα”

Κάλεσέ με να περάσω μες στο στόμα σου τη νύχτα
διηγήσου μου των ποταμών τα νιάτα
πίεσε τη γλώσσα μου πάνω στο γυάλινό σου μάτι
δώσ’ μου για τροφό την κνήμη σου
κι ας κοιμηθούμε ύστερα του αδερφού μου αδέρφι
μιας και πεθαίνουν τα φιλιά μας
πιο γρήγορα παρά η νύχτα.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, ποίημα

Φώτο: Αλέξ. Μηλιορίδης από Τσιμισκή – Θεσσαλονίκη.

δέθηκα
στον κόμπο,
ανοιγοκλείνει και το παράθυρο,
βλέπω
το παγωμένο νερό
να επιμένει ροκ στο φρενοκομείο,
ποντάρω
στη διαστροφή,
ακόμη
μια αγκαλιά
και πηδώ από το ύψος χιλίων αιδίων,
σώζομαι
ως
ελαφρύ εγκεφαλικό.
~
Και
σε συντομία,
έχω αυτά που βρίσκονται σε μια κουκίδα φυλακής,
δεν λέω,
είναι πολύτιμα,
ως το λιπαντικό σένα κιλό τρύπες.
Ομως όταν σολάρω
στην κοιλιά
της νύκτας,
μοιάζουν πατάρια μοναξιάς
τα χάδια,
τότε,
πρέπει ή να κάνω πως ακούω το τραγούδι
που μαζί
κατεβάσαμε,
όταν γεννούσε
η κατσαρίδα του έρωτα
ή να μετρώ τους κρυμμένους
μονόκερους
στα ευγενή καφεπωλεία
που ξεφυτρώνουν
στο
κατούρημα
των αγενών αναγκών μου.
~
Με βρίσκουν
λοιπόν ερωτικό τα παχιά χείλη
και στην
μια και στην άλλη,
εφόσον
μπορώ
και κρατώ την ανάσα μου,
όταν
περνά από
δίπλα μας ο δικός μου ετοιμοθάνατος
χρόνος.
~
(alexmil)

Κοιτώ, έχοντας στο χέρι το πιστόλι,
χρώματα στην κάνη, ηρεμούν τη ψυχή,
νυκτώνει όμως το μαύρο και όλα
γίνονται ανάμνηση.

Λευτέρης Πούλιος, Το εμπόρευμα

Είμαι δεσμώτης κάτω από την υψηλή δικαιοσύνη ενός
χαμόγελου και θλίβομαι άμετρα για τον πλανήτη
που ‘χασε όλη την αγνότητα
λουσμένος στον κατακλυσμό της ανθρώπινης μωρίας.
Φτηνά ή ακριβά όλα πουλιούνται. Καθετί γίνεται
για να πουληθεί και να πουληθεί γρήγορα.
Ο άνεμος και το κύμα από τους εμπόρους πουλήθηκαν.
Ό,τι γεύτηκαν η ευγένεια και το έγκλημα, ό,τι γνωρίζει
ο έρωτας και η καθημερινή επιθυμία των όχλων,
έχει πουληθεί. Ό,τι η τέχνη
και η επιστήμη αναγνώρισαν, έχει πουληθεί.
Οι ξαναμμένες κραυγές των οδών, εφαρμογές
και ιδέες έχουν πουληθεί. Κάθε πράμα
έχει την αξία του στην αγορά. Τα βρόμικα
εσώρουχα της Μπαρντό αξίζουν όσο ένας Ρέμπραντ.
Η αναρχία των μαζών προβάλλεται στις βιτρίνες
των καταστημάτων. Έχουν πουληθεί τρελά μυστικά
για κάθε ακολασία.
Όλοι δίνουν νωρίς την παραγγελιά τους.

*Από τη συλλογή “Ο γυμνός ομιλητής”.

Νίκος Βρεττός, Ο ύπνος της ημέρας

Βυθίζομαι αργά στον ύπνο της ημέρας
δίχως όνειρο, δίχως καημό να υπάρξω.

Το σώμα φθαρτό και η ψυχή στεγνώνει
σβήνει ολοένα η αίσθηση του κόσμου.

Οι ώρες περνούν και πέφτει το βράδυ
αύριο ίσως δε θα μπορώ να λυπάμαι.

Περνούν καθώς την έρημο οι καμήλες
μέχρι το τέλος τίποτα δε θα μείνει.

Πηγές και μνήμες μου έξω από τον ύπνο
κι όλο το πάθος για τη γέννησή μου.

Είχαν στα μάτια τους μια ήρεμη αγωνία
τη σάρκα ρυτιδωμένη και σκληρή.
Καθισμένοι στις εξώπορτες μιλούσαν
την ώρα που η μέρα χάνει το φως της.

Ποιος μόχθος, ποια πανάρχαια ρίζα
μέσα στην εγκαρτέρηση!

Μηρυκάζοντας αργά τη σοφία του χόρτου
οι αγελάδες γυρνούσαν στους στάβλους
φορτωμένες τον γεμάτο μαστό τους.
Σηκώνονταν ευλαβικά και προσεύχονταν όλοι.

Τώρα τα σούρουπα είναι όλα χωρίς γείτονες
καμιά ευγνωμοσύνη και καμιά εγκαρτέρηση
ένας δε θα σπάσει με τη γροθιά το τραπέζι.

*Από τη συλλογή “Ο ύπνος της ημέρας” (1973).