Είναι ψυχές που έχουνε
γαλάζια αστέρια,
μαραμένα πρωινά
ανάμεσα στου χρόνου τα φύλλα,
και κόχες αγνές
που φυλάνε μια παλιά
μουσική νοσταλγίας
κι ονείρων.
Άλλες ψυχές … έχουν
φαντάσματα πονεμένα
από τα πάθη. Καρπούς
με σκουλήκια. Αντίλαλους
από βασανισμένες φωνές
που έρχονται από μακριά,
όπως το ρέμα από ίσκιους….!!!
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Πέτρος Σκυθιώτης, Δύο ποιήματα
12.
Είσαι το μόνο μου στήριγμα
της είπε
και με το μαχαίρι έδωσε μια κι έκοψε
τα σχοινιά
γύρω απ’ τους λαιμούς και τα χέρια τους
τώρα μόνο θα δούμε αν μπορώ
να πετάξω
κι η εικόνα πάγωσε
και το φιλμ σταμάτησε
κι ο ουρανός άνοιξε
ενώ εκείνη έβαλε τα δάχτυλα στα μάτια
και σιωπηλή περίμενε το σήμα
του σκηνοθέτη
για ν’ αρχίσει να κλαίει
ολόκληρη η ζωή σου
13.
Με δυο κιθάρες
στον σκοτεινό πεζόδρομο του Θησείου
να ψελλίζουν
δεξιά αριστερά παρέες
ζευγάρια
άνθρωποι πολλοί
και πάνω φωτισμένη η Ακρόπολη φεγγάρι
σαν υπνωτισμένος
από το άρωμα της Αθήνας
ανεβαίνεις ξανά θέση β΄ μη καπνίζοντες
στο παράθυρο
να μετράς τι άφησες και τι κέρδισες
τι ξέμεινε στο υπολοιπο απ’ τη βίαιη αφαίρεση
και τι χάθηκε
για να μη σε πάρει ο ύπνος
προς Θεού
χωρίς συνταξιδιώτη που έμεινες
και βρεθείς αλλού
πολύ μακριά από τον προορισμό σου
πίσω στην αφετηρία
των σκέψεων
χωρίς σημεία στίξης.
*Από τη συλλογή “Συνθήκη ισορροπίας”, εκδόσεις Θράκα, 2014.
Γρηγόριος Σακαλής, Είναι δύσκολο
να μη ζητάς καταφύγιο στους πολλούς
είναι δύσκολο να μην εντάσσεσαι
να μένεις μόνος
να σε χτυπάει η βροχή, τ΄ αγέρι
μα είναι τόσο ωραίο
ν΄αναπνέεις την ελευθερία
είναι τόσο συναρπαστικό
να λες, να κάνεις ό,τι θέλεις
που λες χαλάλι
ας έχω τρύπια παπούτσια
ας είναι τα ρούχα μου τριμμένα
ας είναι το φαϊ μου λιγοστό
φτάνει που βάζω μόνος
τους κανόνες στη ζωή μου
που δεν είμαι φαντάρος
ν΄ακούω τη σάλπιγγα
να με καλεί
αρκετά με τάϊσαν
παραμύθι κι εξουσία
θέλω να είμαι ελεύθερος.
Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα
Τα ημικύκλια
Η καρέκλα δυο ευθείες που δεν συναντιούνται
Άρα μετέωρη η ανάγκη να κάτσεις
Στα ημικύκλια του κώλου σου
Και να θελήσεις να γράψεις έναν όγκο αράδες
Να συγκεντρωθείς και ν’ αναρωτιέσαι
Την φοβισμένη προοπτική που δημιουργεί
Το κενό ανάμεσα στα γράμματα
Το τραπέζι η τετράγωνη σκέψη που δεν θες
Ν’ ακουμπήσεις
Και το α με το μπαστουνάκι της στήριξης
Το ο ένας κύκλος χωρίς ανοίγματα
Και τα οπίσθια του ω μέγα
Να ενώνονται
Να χωρίζουν
Σαν στήθη κρεμάμενα δίχως ζουμί
Από λέξεις
***
H φλοκάτη
Πώς να ξεχάσω τα φωτάκια
Πάνω στη λίμνη;
Τα τζάμια μπροστά;
Την ξυλόσομπα;
Φλοκάτη-φλοκάτη το βήμα;
Το σώμα σου που έμοιαζε
Να κινείται με αόρατες κλωστές
Σε χαμηλό ταβάνι;
Είσαι εσύ η μαριονέτα;
Ή
Είμαι εγώ η πρωταγωνίστρια
Που βάζεις πάντα σ’ ένα σκηνικό-
Καλοστημένο δε λέω-
Χωρίς θίασο, χωρίς σενάριο,
Χωρίς τέλος;
*Τα σχέδια που συνοδεύουν την ανάρτηση είναι της Γεωργίας Τρούλη.
Κλείτος Κύρου, Η καμπή
Ήταν άνθρωποι
Μιας αβέβαιης χαραυγής
Τους ποδοπάτησαν άγρια μίση
Σοφές πλεκτάνες όργανα μίσθαρνα
Τους δολοφόνησαν
Εν μέση οδώ
Προδομένη απ’ το χρόνο
Πλανάται η παρείσακτη μνήμη τους
Σε μετοχικά κεφάλαια
Τουριστικές επιχειρήσεις
Και σ’ επενδύσεις κατεξοχήν επωφελείς
Των ευελίκτων επιγόνων
*Από τη συλλογή “Κλειδάριθμοι” (1963).
Γιάννης Σγουρούδης, Οι ευχές του πάθους
Καλώς ήρθες στον κόσμο μου ξένε
Δεν υπάρχουν όρια εδώ
Μονάχα δίψα
Δίψα για την πανάρχαια ηδονή
*
Χόρεψε μαζί μου
Εκείνο το κορίτσι γνωρίζει
Όσα εγώ δεν πρόλαβα
Να πω
Εκείνο το κορίτσι
Φωτογραφία της θάλασσας
Εκείνο το κορίτσι
Απ’ τα μαλλιά της
Τα καλοκαίρια πέθαινα
*
Ακούστε
Είναι τέτοια η δομή του ανθρώπου
Που εις γνώσιν του πληγώνει
Και εις γνώσιν του σταυρώνει
Και η εκδίκηση που λάμπει στα μάτια του πληγωμένου
Ερωτεύσιμη μέχρι την τελευταία σταγόνα
*
Να κρεμιέσαι απ’ τα χέρια των άλλων
Θα προτιμούσα να χορεύεις στη βροχή
Και πάλι ελεύθερη να ‘σαι
Τώρα πήδα
Δεν θα σε πιάσει κανείς
Μονάχα ο πόνος.
*«Οι ευχές του πάθους» περιλαμβάνονται στη συλλογή «Η σκάλα δίπλα στη θάλασσα», εκδόσεις Θράκα, 2015.
Χοακίν Χιανούτσι, Δύο ποιήματα
ΡΟΔΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ
Τούτο το ρόδινο
τσαμπί από σταφύλια
ανήκει σε άλλο βασίλειο.
Κείτεται, πάνω στο τραπέζι μου,
στην ψυχρή ακεραιότητα του στέρνου του
ενώ εγώ παραμένω σιωπηρός
ανίκανος
να αντιτάξω τη ζωή μου στην σαρκική του υπεροχή
Σχεδόν με τρόμο θαυμάζω εκείνη τη στιγμή
την δριμύτητα του νερού
πάνω στις φθαρτές του φλούδες.
Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει ένα όριο
μα ο συσχετισμός του με το χρόνο
με δυσχεραίνει.
Πιο μακριά, υπάρχει η ίδια γη
στην οποία επιστρέφουμε σαν ξένοι.
***
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΗ
Όταν ο μικρός μας αδερφός έκλεισε
τα πενήντα
η μητέρα είδε ένα τρομακτικό όραμα για το μέλλον·
έτσι κι είπε – κι είδα πώς τραντάζονταν
οι ώμοι της –
«γερνάμε όλοι μαζί». Και όταν
πρόσθεσε
«πάντοτε κρυώνω», κατέβηκε
στο υπόγειο, αγκάλιασε το κορμί της
και σε κάποιο μέρος του σκελετού της
ψηλάφισε ανέλπιδα ένα κόκκαλο.
Τα αδέρφια ενώσαμε τα κεφάλια, περιμένοντας
κάποιο είδος αποκάλυψης. Υπάρχει κάτι;
Τι νόημα έχει αυτή η ακατάπαυστη συσσώρευση
ζωής; Εν τέλει. Πότε παύουμε
να συσχετιζόμαστε μαζί της; Τότε ψιθύρισα·
έχει ζήσει τόσο
που κατέληξε να λησμονήσει
τους δυο ή τρεις λόγους που είχε να πεθάνει.
*Από το βιβλίο “Χοακίν Χιανούτσι, Ποιήματα”, σε μετάφραση Σταθη Ιντζέ. Εκδόσεις Θράκα, 2014.
Γιάννης Χαιρέτης, Δύο ποιήματα
Καιροφύλλα
[1]
Κήρυκας ελεφθερωτής
αντιπαλέβει τα σκοτάδια.
Ο ήλιος
διασκορπά
το πρωινό αγιάζι-
ήρεμη ώρα
και τα δέντρα
χαμηλώνουν τις κορφές τους.
[2]
Αρχαίοι ποταμοί
ποτίζουν τους αιώνες.
Ο φρύνος κρύβεται
στις σκόρπιες καλαμιές-
όμορφος τόπος
κι ο βαρκάρης
λάμνει
στ’ όνειρό του.
[3]
Αμείλικτες ιδέες
γονιμοποιούν το μέλλον.
Ο σπόρος έπεσε
σε μήτρα καρπερή-
εικόνα αγάπης
και το άβριο
στολίζει τα μαλλιά του.
[4]
Ανεξιχνίαστος καιρός
γεννά τα πάθη.
Ο νέος
χάνεται
σε δρόμους ηδονής-
ώριμα λόγια
και ο γέρος
ταξιδέβει
σ’ άλλα μέρη.
69
[5]
Άγριος άνεμος
θερίζει τα σπαρμένα.
Ο αετός
αναζητά
τις άκριες τ’ ουρανού·
παιδιών οράματα
και ο σοφός
σκαλίζει
το μικρό του κήπο.
[6]
Υπόγειες χαρές
διακλαδίζουνται στη μνήμη.
Ο ερημίτης
ξαγρυπνά
στην ιερή σπηλιά’
άγγελοι φύλακες
και ο έρωντας
ανοίγει
τις βαριές αμπάρες.
***
Σκέψεις
Όπως η νύχτα
τ’ ανθισμένα ρόδα
κρύβει
απ’ τα μάθια·
έτσι κι εγώ,
τις πιο καλές,
τις πιο ακριβές μου
πεθυμιές,
κρύβω
στου λογισμού
τα δύσβατα κι ανεξερέβνητα
σκοτάδια.
*Από τη συλλογή “Ο Κήπος των απολάψεων”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 1992.
Σπύρος Κάλμπαρης, Οι Ευυπόληπτες πόλεις
Σιάχνω τον κόσμο μέσα μου
κανείς δεν με στηρίξει
ανοίγω τα σπίτια μας
ανοίγω τους ναούς μας
στον ήλιο ανοίγω τα όνειρά μου
με τύμπανα και μουσικές.
Ό,τι δίνεται με αίμα
παίρνεται πίσω με αίμα.
Στον άνεμο χτίζονται οι ευυπόληπτες πολιτείες
ρίζες απλώνονται παντού
κορίτσια δυναμώνουν
οργή γεμάτοι οργή οι δρόμοι
σημαίες παντού ολόγυρα
σημαίες κατακλύζουν τους δρόμους
όμως οι υπόνομοι διακλαδίζονται
κάτω από τα πόδια τους
αναπνέουν-αναπνέουν βαθιά μέσα τους
χιλιάδες νέοι
η Ευρώπη στους δρόμους.
Ανοίγει η Ερυθρά θάλασσα εμπρός μου
ανοίγει κι ο Ωκεανός πίσω μου.
Οι εργάτες αναπνέουν
περιμένουν κάτω στους υπονόμους
θα ανατινάξουν τις πόλεις
τους ουρανοξύστες
τα γυάλινα κτήρια
τον Babis Vouvos που σιωπά.
Θα ανατινάξουν τις οχυρώσεις
Αύριο θαξεχυθούνε
αύριο περισσότεροι
ατέρμονοι ασύνταχτοι
βουίζει ο άνεμος
θερίζει τα στάχια
κορμιά θερίζει.
Αυτός που κουράστηκε να μείνει
να μείνει μόνος
να δώσει το βήμα του στους νέους καιρούς.
Την άνοιξη ξυπνάει ο πόθος που σκίζει το νερό
τον ίσκιο
την πέτρα
ακούστε τους νέους ήχους
κοιτάξτε μακριά, πιο μακριά
έξω βρέχει
ξεπλένει τα πεζοδρόμια
τα δέντρα
τα σπίτια
αστραπές κεραυνοί ακούστε
αύριο θα βγούμε καθαροί
θα δούμε λάβαρα
σημαίες σχισμένες
ρήγματα στους δρόμους
πέτρες και ρόπαλα.
Λιμοκτονούν οι προύχοντες.
Γύρω μου φως γύρω μου λάβα γύρω φωτιά.
Ζώα στους δρόμους ανήμερα κοιτάζουν.
Γυναίκες τρομαγμένα μωρά.Τα
Φροντίστε τους φτωχούς.
Τους κατατρεγμένους φροντίστε.
Ερχόμαστε
να καταργήσουμε τα εκτελεστικά αποσπάσματα
τις μεγάλες καμπάνες να κρατήσουμε
τραγούδια να πούμε
με τις μεγάλες φυσαρμόνικες
τις φυσούνες και τα τύμπανα.
Με μουσική από φλάουτα
θα γκρεμίσουμε τα τείχη.
Στους λόφους
στα εργοστάσια
στα πεζοδρόμια
κάτω από άστρα λαμπρά
οι κεραυνοί ανοίγουν νέους δρόμους.
Οι Ταρταρούχοι
οι Ναβουχοδονόσορες και οι Προεστοί να φύγουν
να φύγουν μακριά οι Δραγόνοι
τη ζωή πάρτε στα χέρια σας
και το Μέγα Τροχό
η καλόγρια μοναχή να μείνει.
Τρέχουν οι γυναίκες
να βρούνε τη Νεφερτίτη
τέτοια ομορφιά απαράμιλλη πού να τη βρούνε;
Ένα κορίτσι φώναξε
Βλασταίνω επειδή είναι Άνοιξη
βλασταίνω επειδή γεννώ.
Οι δρόμοι της Ευρώπης θα ερημώσουν
μέχρι να βγουν τα πορτοκάλια στα πεζοδρόμια
κι οι μίσχοι στους ώμους.
Τα φώτα της μεταμόρφωσης
θα αφοπλίσουν τους ίσκιους.
Ξυπνήστε
λειτούργησε η μηχανή των Κυθήρων
και παιάνισαν οι καινούργιοι αυλοί.
Πιάστε τα υψώματα
τις καλαμιές
μιλήστε
μιλήστε στον κόσμο
μείνετε ζωντανοί.
Τα άλογα χλιμιντρίζουν.
Κι ο Γρέγος
ο Γρέγος ας έρθει
με το μικρό του εφόλκιον
και τους φτερωτούς του κάλανδρους.
*Από τη συλλογή “Απόσπασμα”, Εκδόσεις Ώση, 2013.
Ειρήνη Γαβριλάκη, από τις “Νύχτες πριν”
16
Η θάλασσα πάλι, των χημικών ενώσεων και
των κυματισμών,
σε παρατάει, επιτέλους, στην ακτή,
βράδυ,
παιδί-με-κουβαδάκι που σκάβει προς τα μέσα
και γύρω,
εκτός χρόνου, αμήχανο.
Η θάλασσα μετά. Αφού το παιδί φύγει
και αφού η παλίρροια σβήσει το ίχνος
της προσπάθειάς του να σκάψει.
Μετά που το ίχνος του παιδιού θα έχει γίνει
ανάμνηση
και αβαθής φωλιά μικροοργανισμών.
Η θάλασσα πριν. Πριν έρθει το παιδί,
ίδια με τη θάλασσα που έγινε όταν το παιδί
έφυγε,
γεμάτη θαύματα
και μελλοντικές προσπάθειες παιδιών.
Και προσπάθειες παιδιών
που βρέθηκαν αμήχανα και εκτός χρόνου στην
ακτή,
άλλοτε.
Η θάλασσα μόνο.
Περιέχοντας προσπάθειες και ίχνη,
μηνύματα σε μπουκάλια και ιστιοφόρα
και γυναίκες στην όχθη και ωδίνες και
βλέμματα
και κοχύλια
και προθέσεις ταξιδιών που αναβλήθηκαν
ή άλλων που ήταν σαν να μην έγιναν.
Η θάλασσα πάντα.
Να καθαίρει την αυταρέσκεια όσων
σχεδιάζουν ταξίδια.
Να μετριάζει την ύβρι όσων τα πραγματοποιούν.
Να γελά με αυτούς που σκαλίζουν πλεούμενα ή
υφαίνουν ιστία.
Θάλασσα, ήχος Σειρήνων και ήχος φτερών
που τσακίζονται στον αφρό.
Θάλασσα τριγμός στα σκαριά και γαλάζιο
ηδύποτο
στο ποτηράκι του θεού.
Βάζω στο στόμα μου μια χούφτα βότσαλα,
για να μάθω να προφέρω όλες τις λέξεις
και να σε επικαλούμαι,
όταν το μπλε του ουρανού σε κάνει ανοιχτή
και όταν το μπλε της λύπης σε κάνει μητέρα.
*Από τη συλλογή “Οι Νύχτες Πριν”, εκδόσεις Ναυτίλος, 2015.










