Arthur Rimbaud, Δύο ποιήματα



Η ΤΙΜΩΡΙΑ TOY ΤΑΡΤΟΥΦΟΥ

Μια μέρα, που ευτυχής πολύ, με γαντοφορεμένο
χέρι, κάτω απ’ το ράσο του, την ερωτύλα εξούσε
καρδιά του, φριχτά κίτρινος, και το φαφουτιασμένο
στόμα του, απαίσια γλυκερός, την πίστη του ξερνούσε,

μια μέρα, εκεί που πήγαινεν, “Oremus”, – ταπεινόν
άτομο τον εβούτηξε γερά απ’ τ’ άγιο αυτί του,
και λόγια λέοντας άσεμνα, αποσπούσε το σεμνό
μαύρο του ράσο γύρω από το κάθυγρο πετσί του.

Ξεκουμπωμένα, -δικαιοσύνη!- είχε όλα του τα ρούχα
και των κριμάτων το μακρύ καθώς ραγολογούσε
ροζάριο, εντός του, χλώμιασεν ο Άη Ταρτούφος! Γιούχα!

Ξομολογιότανε, λοιπόν, βραχνά παρακαλούσε,
μα ο τύπος τ’ άμφια τού ’βγαζεν αδιάφορος, σα μπούφος.
Από τα νύχια ως την κορφή τσιτσίδι, πφ! Ο Ταρτούφος.

***

Ο ΜΠΟΥΦΕΣ

Ένας αρχαίος, γλυπτός, μπουφές, δρύινος και σκοτεινός:
το ύφος επήρε το αγαθόν ανθρώπων γερασμένων.
Απ’ τη σκιά του αναδίνεται, όταν μένει ανοιχτός,
κάτι σαν κύμα από κρασί παλιό κ ευωδιασμένο.

Γιομάτος: ένα χάος σωστό απ’ αρχαίες παλιατσαρίες,
κίτρινα, εύοσμα ασπρόρρουχα, βελούδα, που παιδιά
ή γυναίκες, τα φόρεσαν, δαντέλλες για κυρίες
και σάρπες, όλο γυπαετούς, που φόραγε η γιαγιά.

Εδώ θα βρείτε μενταγιόν, τσουλούφια από μαλλιά
λευκά ή ξανθά, φωτογραφίες κι άνθη ξερά,
που το άρωμά τους έσμιξε το μύρο απ’ την οπώρα.

Μπουφέ παμπάλαιε, άλλου καιρού, ιστορίες ξέρεις πολλές,
κι όλες να τις πεις θά ’θελες, και θορυβείς την ώρα
που οι πόρτες σου αργά ανοίγουνε, σα χείλη, οι σκοτεινές.

*Μετάφραση: Άρης Δικταίος.
**Από το βιβλίο “Αρτύρ Ρεμπώ, Το Μεθυσμένο Καράβι”, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος”, στη Σειρά “Ξένη Ποίηση” Αρ. 10, Σεπτέμβρης 1997.

Γιώργος Λίλλης, Τέσσερα ποιήματα

Hogret, Bluebeard

ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Ποιο τριζόνι έχει ανοιχτή ακρόαση με τους γαλαξίες
για να προσγειωθεί εντός μου το άπειρο
σαν τέλειο δώρο από το πουθενά;
Ακολουθώ με το βλέμμα τα καράβια.
Ορθοτομώ την επάνοδο του σκοταδιού
στο σκοτάδι. Να μην υπολογίζω
τις ατραπούς περιμένοντας την Πανσέληνο
να διατάξει τα νυχτολούλουδα
να παραταχθούν στο ξύλινο τραπέζι, εκεί
όπου έγειρα και με πήρε ο ύπνος.

ΔΥΝΑΜΗ

Έτριψες στα χέρια σου λεβάντα
και ο πυρρός άγγελος ρίζωσε στον γκρεμό
προφητεύοντας κήπους. Μυστική παραβολή
για όλα αυτά που παραμένουν ακόμα ανεκπλήρωτα.
Respectum aguest lloc. Σημαδεύεις το κενό.
Ανολοκλήρωτο, απύθμενο κενό, στα χαραγμένα
αρχικά του ονόματός σου, δίπλα
στην τοιχογραφία του Εσταυρωμένου.
Το χελιδόνι δεν συναγωνίζεται εδώ τη δύναμη
του αετού, ούτε ο σκαραβαίος την ομορφιά
της πεταλούδας. Η ζωή μυθοποιείται από το χρόνο.
Ο θάνατος από τη λήθη.

ΡΑΒΩ ΤΙΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

Η μοναχικότητα δεν φαντάστηκα ποτέ πως θα έμοιαζε με αντιζηλία.

Ανύπαρκτος, σχεδόν ένα τίποτα, κι όμως αυτόχθων
στις αποσιωπημένες σου πράξεις.

Σε διανύω.

ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ

Συλημένη νοσταλγία, εισχωρείς σαν σκιά
για να αναζητήσεις αθόρυβα τα ίχνη του θαλασσινού θεού
όταν μεταμορφώνεται σε κάποιο οικείο σου πρόσωπο.
Σε τραγουδά ένα τζιτζίκι, σ’ αφουγκράζεται το αίμα μου
σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο κοχύλια και κλειστά παραθυρόφυλλα.

*Από τη συλλογή “Μικρή διαθήκη” (2012).

**Τα πήραμε από εδώ: http://www.oanagnostis.gr

Emília Cerqueira, Ένα ποίημα

Ένα μπλε πουλί εισέβαλε
στον εθνικό μας χώρο

Ο στρατός κινητοποιήθηκε
Καθάρισε τους ιστούς αράχνης
από ένα υποβρύχιο

Σε κάθε γωνιά μια προειδοποίηση:
Σκοτώστε το! Μην αφήσετε να φύγει
το μπλε πουλί!!!

A blue bird invaded the national territory

The army was mobilized
Cleaned the cobwebs of a submarine …

In every corner a warning:
Kill him! Do not let the blue bird escape !!!

*Μετάφραση: Δημ. Τρωαδίτης.

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

ΚΑΠΟΥ ΣΑΝ ΠΕΡΑΣΜΑ


Κάπου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου
γράφεται το ποίημα
Κάπου ανάμεσα σε φαντασία
και βίωμα
Κάπου ανάμεσα σε απόλυτη μοναχικότητα
και μοίρασμα
Κάπου ενδιάμεσα σε αλήθεια
και ψέμα
Κάπου ανάμεσα σε απρόσμενη χαρά
και λύπη
Κάπου μέσα σε παιχνίδισμα
και ξαφνικό μεγάλωμα
Και το ποίημα σίγουρα είναι και καταγραφή
και εξομολόγηση
Γι’ αυτό δεν πειράζει, ας είσαι πού και πού
ξύπνιος αντί να ξεκουράζεσαι
Ας πατάς, όταν χρειάζεται, με το ένα πόδι
στην πραγματικότητα
και με το άλλο πόδι στο όνειρο
Κι ας λένε κάποιοι πως τα βήματά σου
δεν είναι αρκετά βαριά όταν συμβαίνουν
Ξέρεις, μερικά πράγματα δεν είναι ανάγκη να ακούγονται
με τόση δύναμη

***

FLATLAND

Τρομερή η γεωμετρία
Χωράει παντού
Μέσα σε σπίτια
Μέσα σε σκέψεις

Έτσι είσαι και συ
Σχήμα που δε βγήκε ποτέ
Αλλάζεις μορφή και ξανάρχεσαι
Άλλοτε σαν κύκλος
Άλλοτε σαν παλιό γνώριμο τετράγωνο

Μπαίνεις σε βιβλία, σε χαρτιά και ποιήματα
Κάθεσαι σαν τρίγωνη βάση στο δωμάτιο και κρυφοχαμογελάς

Άλλοτε γίνεσαι η ευθεία που πάνω της περπατώ
Άλλες φορές η τελεία που μόνη μου έθεσα
Το ένα σημείο της άγριας αναστροφής
Άλλοτε είσαι το ίδιο το ατύχημα από το οποίο
ποτέ δεν γλίτωσα κι όλο πάσχιζα να προσπεράσω τις διακεκομμένες
γραμμές σου

Πρόσφατα, δηλαδή μόλις χθες, σε ένιωσα πάλι σαν συναίσθημα
μέσα σε όλες τις κρυμμένες γωνίες και
άρχισα να κάνω τη γνωστή τραμπάλα ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον
Άλλοτε το σχήμα σου γίνεται ακανόνιστο και ταιριάζει τόσο καλά
στις δικές μου ελλείψεις
Σαν τα δόντια του καρχαρία που ταιριάζουν τόσο καλά
τα πάνω με τα κάτω,
το ένα μέσα στο άλλο
Εσύ το είπες κάποτε

Μου έκανες δώρο κι εκείνο το μικρό μυθιστόρημα με τα επίπεδα
και ψάχνω μες στα ποιήματα να δώσω όγκο στο ύψος των περιστάσεων
Μήπως και σε κάνω απτό και ξεκολλήσω κι εγώ από το ξύλινο πάτωμα
που μέσα του κρύβω μισοβγαλμένες κραυγές και ψευδαισθήσεις

*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.

Αγγελίνα Ρωμανού, Χωνευτήρι των βαλέδων ημών

Χωνευτήρι των βαλέδων ημών
εις την πνοήν των νόσων, των ισθμών,
των επί της γης των παπουτσιών, των
λαβάρων των ασήκωτων μελών
αμήν εις την μηδενικήν των ένδεκα θεών
επί των γλουτών μου να συρθείς ως
χάρτης ανοιγμένος στη βορά της εσώτερης
σπηλιάς του μυελού που ξεκινά
(το πήδημα)
ο πίδακας του ενός υπό του άλλου και
ρέει σιντριβάνι πικραμύγδαλου με μια
ομπρέλα δώρο από το
μπαρ της φυλακής.

Νίκος Βουτυρόπουλος, Η ίδια όψη των πραγμάτων (απόσπασμα)

Artwork: Édouard-Boubat

Ζήσαμε χωρίς να ξέρουμε του ωκεανού τη θλίψη
έτσι την ονομάσαμε όπως συνταιριάζαμε
λέξεις για μια κατάρα που κανείς ποτέ δεν εξήγησε.
Σαύρες φτωχές στου φεγγαριού τη διαύγεια
για λάθη μιλούσαμε κάτι σαν εξομολόγηση
της πέτρας στον άνεμο. Κι οι μέρες στρίβανε
σα τον κισσό κοιτάζαμε τα πρωτολούλουδα
της άνοιξης τα χελιδόνια ενώ μας τρέλαιναν
στις αυλές με τα όνειρα. Γρήγορα γίναν όλα
αστικά: ο πολιτισμός της ασφάλτου οι εποχές
του γκρίζου με το πορτοφόλι-ήρωα ν’ αναζητάμε
περιπέτεια και ψέμα. Τα χέρια πλήθαιναν αρπακτικά
και ρόδες ορίζανε τη ζωή μας. Τριγύρω οι άνθρωποι
αφορμές χωρίς πρόσωπο. Στο μεταξύ λιώναν
οι πάγοι και αμμοθύελλες κρύβαν με λάσπη
πένθη και βλέμματα. Σκόνη απ’ την έρημο έφτανε
ως το λαρύγγι υπενθύμιση του άγνωστου
όπως αντικρίζαμε τις σειρήνες του μέλλοντος.
Από συνήθεια δίναμε υποσχέσεις κάτι σαν ξόρκια
νεκρολογικά ξενυχτούσαμε σ’ αμμουδιές όλο αιτίες
και ψέματα για προσκέφαλο σέρναμε επιθυμίες
καθώς δαγκώναμε την περασμένη ώρα
με σκέψη άνυδρη από ταξίδια στη στέρηση.
Αλλά δεν χάθηκε τίποτα όσο ακόμα
υπάρχουν γυναίκες που φροντίζουν λουλούδια
και βρέφη αρχαγγελικά στο χαμόγελο.

Έτσι γερνάμε μέσα απ’ της μνήμης περνάμε
το ρημαδιό σαν τα σκυλιά που γλείφουν
νυχτιάτικα κόκαλα σα φύλλα που τρέμουν
τα βρόχινα χαστούκια. Άλλα ποτάμια δεν υπάρχουν
παρά οι μαίανδροι της ύπαρξης όπως ορίζουν
αρχαίες γραφές. Στ’ ουρανού το μάγουλο
ενώ κυλά ο πόθος γυρεύουμε σελίδες κενές
στο λεξικό των αισθήσεων. Γίναμε σάρκες
φορτικές ξεχάσαμε η βροχή πως είναι
δείγμα του πολιτισμού των συννέφων.
Μας περιμένουνε μάτια που δεν έχουμε
καν φανταστεί χειρονομίες και πόρτες
ως τώρα κλειστές και μια απεραντοσύνη
πέρα από κάθε σκοτάδι ένα νησί στο τέρμα
της θάλασσας ένα παιδί στο πρωινό της σελήνης.

Έτσι γερνάμε μες την γεωγραφία των λέξεων
με την ανάσα περισπωμένη στη νύχτα.

Τα μάτια όπως ανοίγουμε στου ήλιου τη σκληρότητα
ηχούν οι μυλόπετρες του ύπνου ρημάζουν οι αισθήσεις
στοιχειώνουν τα λόγια από αιωνιότητα. Ποιοι είναι
αυτοί οι μεγάλοι δάσκαλοι του ανέφικτου;
Μια μπουκιά είμαστε της Μικρής Αρκτου
όπως ανοίγει το στόμα. Αίνιγμα ωστόσο παραμένει
η κλήση των ουσιαστικών: η γενική της ύπαρξης
η αιτιατική της αμφιβολίας ο ενικός της συνείδησης.

Κάτω από σκιές δέντρων βραδιάζει Παρασκευή
και το διήμερο θριάμβου για τη μεσαία τάξη.
Η Δευτέρα είναι των δολοφόνων.
Σε πόλεις από σωλήνες και σύρματα σβήνει
το φεγγάρι πνίγεται μέσα σ’ άναρθρα όνειρα,
λογαριασμοί απλήρωτοι και άλλες αγωνίες.

Για σταθείτε! τι είν’ όλα αυτά τα τερατώδη;
σκοτάδια; λερναίες χίμαιρες; σφίγγες αινιγμάτων;
Υπάρχουν άνθρωποι που μας ακούνε. Γι’ αυτό μιλάμε.
Γιατί δεν φταίει ο θάνατος αλλά η ομορφιά.
Γιατί το δάσος της καρδιάς είναι γεμάτο μελωδίες.
Γιατί στη γλώσσα μας λιώνουν παγετώνες.
Οι ουρανοί δεν αρρωσταίνουν τα βήματα
στο φως λάμπουν σαν τις γαρδένιες.
Αυλές είναι η αθώα μνήμη και ψέμα δεν υπάρχει
παρά σαν κάτι αστείο στην ηλικία της χώρας μας.
Γιατί είμαστε φωνές που ακούσαμε σε περασμένα
ξενύχτια
ποτήρια ξέχειλα από χαμόγελα
στήθη ανοικτά στην ανάσα των κήπων.

“Η ίδια όψη των πραγμάτων”, εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιούλιος 2013.

Πέτρος Σκυθιώτης, Από τη “Συνθήκη ισορροπίας”

Yin Yang, Posters

14.

Είχαν τότε φέρει από πολύ μακριά
κάτι φωτιές
που τις ονόμαζαν
έρωτες
τις άπλωσαν δίπλα δίπλα
και φώτιζαν
όλο τον ουρανό

άνθρωποι μαζεύτηκαν πολλοί πάρα πολλοι
που τις ψάχναν απο καιρό
και φώναζαν σα να μη ξαναείδαν

θαύμα στη ζωή τους

15.

Αύριο θα ‘ναι μια Τρίτη σαν όλες τις άλλες
θα ‘χω κοιμηθεί περίπου τέτοια ώρα
και θ’ αργήσω στο σχολείο
σύννεφα θα χαμηλώνουν σιγά σιγά
ώσπου να γίνουν ομίχλη
– το τέλειο καμουφλάζ δηλαδή –
θα δώσω ένα σάλτο
να χωθώ βαθιά στην κρυψώνα
κι ύστερα εύχομαι να σηκωθώ
μόνο με λίγο πονοκέφαλο
κι ένα περίεργο όνειρο

16.

τα όνειρα
σαν τα ρούχα τα παιδικά
αλλάζεις αλλάζεις
κι έρχεται
η στιγμή
που πια δε χωράς
όσο αγαπημένα κι αν
ήταν

17.

Στο όνειρό μου υπάρχει ένα
σπίτι

στο σπίτι μου υπάρχει ένα
όνειρο

αν βάλεις τέτοιους κρίκους στη σειρά
και δεν σπάσει ούτε ένας
είναι ικανοί να σε

πνίξουν

18.

Αναρριχώμαι
κάτι ανάμεσα
στο ισορροπώ και το παρασιτώ

πάντοτε θα βρεθεί
ένας τοίχος αρκετά καταθλιπτικός
ώστε να σ’ ευγνωμονεί

που τον καταστρέφεις

19.

Κυνηγώ ακόμα να σε σκοτώσω
στο πάρκο με τους καθρέφτες

όποιος ξεφύγει απόψε για πάντα θα ξεφύγει

και διήρχετο ώρες δέκα
εκ της λεωφόρου ο τρόμος

ο τρόμος μην τυχόν και πρόωρα
ξημερώσει

*”Συνθήκη ισορροπίας”, εκδόσεις Θράκα, Φλεβάρης 2014.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ποιήματα

ας φέγγεις τώρα τόσο μακριά στο έκτο πάτωμα. Εγώ
γιορτάζω ακόμα την επέτειο της άμμου γαντζωμένος χρόνια
και χρόνια σε κείνο τον Αύγουστο. Δεν θέλω να ξεχάσω
τίποτα – είν’ εύκολο να ξεχνάς, κι είναι σαν να πεθαίνεις.

Ι

Τα δάση που ονειρεύεσαι καίγονται τα χαράματα

φεύγουν οι φίλοι ένας-ένας, τους παίρνει το ασανσέρ
η χλόη γίνεται άχυρο κι η νιότη μνήμη χλόης
τα δάση που ονειρεύεσαι καίγονται τα χαράματα

μπουζούκι και μπετόν αρμέ – κάτω απ’ αυτή την μπότα
μεγαλώσαμε
όμως θέλω να ξέρεις
δεν κλαίω δεν τραγουδάω δεν ελπίζω τίποτα

μόνο αποχαιρετάω τούτο το χρυσάφι που κυλάει χωρίς επιστροφή
απ’ τις δικές μας φλέβες στα ξένα χρηματοκιβώτια

ΙΙ

Η δενδροφύτευση δεν πέτυχε

ξεθώριασαν οι εκδρομές κιτρίνισαν τα 19 μας χρόνια στις φωτογραφίες
κουφάρια από παλιά τραγούδια αγιάζουνε τη σκόνη του δρόμου
τη σκόνη των χειλιών
ώρες κομμένες σύρριζα απ’ τη νιότη μας ώρες ολοζώντανες
ακόμα μοιρασμένες σ’ όλα τα φέρετρα
στο γράσο στο μελάνι και στο μέταλλο

Η δενδροφύτευση δεν πέτυχε παλιέ μου φίλε
κοίτα σε πόσο χαμηλές ελπίδες έδυσε το μέλλον
κοίτα που κείτονται οι άνεμοι που ανάθρεψες σελίδα τη σελίδα
χαρτιά χαρτιά χαρτιά που δεν θα γίνουνε ποτέ σημαίες

τρικάταρτα όνειρα που λιώνουνε στην πρωινή ομίχλη

*Από την ενότητα “Σημειώσεις για μια επέτειο γενεθλίων” (1966) που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ραγισμένο ταμπούρλο”, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Νοέμβρης 2006.

Χαρά Παπαδοπούλου, Τρία ποιήματα

Σινεφιλική

εικόνες εκκωφαντικές
ανεξέλεγκτες
ουρλιάζουν την ομορφιά

τζάμι καθρέφτης
πάνω του ξεκουράζομαι

ρούχα πεταμένα
άνθρωποι άδειοι
ξεκοιλιασμένοι στο πάτωμα

κίτρινο καπέλο με πράσινο γείσο
λύτρωση η αναμονή
στο κόκκινο έρχομαι

***

Κόκκινα πέδιλα

Γενναίοι
απόκληροι
φευγάτοι
πρησμένα πόδια
αδυσώπητη σκέψη

Μην αντισταθείς
μη σταθείς
μη φοβηθείς
το δρόμο
τη σκέψη

Κόκκινα πέδιλα
άσπρο φουστάνι
κόκκινο μαντήλι
αίμα στα χείλη
αίμα στις φλέβες

Ο δρόμος η ελπίδα
εραστές του κενού
άσε με να σε αγγίξω
αλήθεια
δεν θα αργήσω το βράδυ

***

Όμοια

Οι μύτες τους μεγάλωσαν μαζί.
Παραμορφώθηκαν όμοια.
Περίεργα όμοια.
Αποκρουστικά όμοια.
Τα γυαλιά στέκονται στο ίδιο σημείο.
Η αγάπη στέκεται στο ίδιο σημείο.
Τα χέρια ξένα.
Τα μάτια κενά.
Το στόμα βουβό.
Δυο αποκρουστικά όμοιες μύτες
όλη η αγάπη τους.

*Από το βιβλίο “Ένα γυμνό κρεμμύδι”, εκδόσεις_των_άλλων, Απρίλης 2016.

Joyce Mansour, Γυναίκα όρθια εξαντλημένη μαδημένη

Γυναίκα όρθια εξαντλημένη μαδημένη

οι μαύρες γάμπες της σαν να πενθούν τη νιότη τους

ακουμπά την κυρτωμένη ράχη της στον εχθρικό τοίχο

Ράχη κυρτωμένη απ’ των ανδρών τα όνειρα

Δεν βλέπει πως η αυγή επιτέλους ήρθε

Τόσο ήταν η νύχτα της ατελείωτη

Στις σκοτεινές της απελπισιάς σπηλιές
μονάχη γυροφέρνω

μονάχη γεύομαι κρέατα μιαρά

μοναχή πεθαίνω μονάχη μου επιζώ

δίχως αυτιά τα ουρλιαχτά των σφάγιων

να μην ακούω

Από λέξεις άδειο το στόμα μου γογγύζει

Είμαι ο έρωτας όταν τον έπλασε ο θεός

Είμαι εγώ

Είμαι ο εχθρός.

Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος.