Αντώνης Στασινόπουλος, Κελάρυσμα ζωής

Ανθολόγηση-επίμετρο: Χρύσα Παπαδημητρίου

Φεγγάρι Ολόγιομο

Ποιος κοσμεί τον κόσμο,
αν όχι τα πουλιά,
τα αγρίμια,
τα ελάφια
και οι αρκούδες που διασχίζουν το δάσος;
Και τα ποτάμια με τα γάργαρα νερά;
Κελάρυσμα ζωής.
Οι άνθρωποι
που διαβαίνουν τις πόλεις και την έρημη ύπαιθρο;
Και συναντιόμαστε πάλι
Μπουμπουλίνας και Τσαμαδού,
στο παγκάκι
με ένα πακέτο Sante΄ σκέτο.
Έχει φεγγάρι ολόγιομο η ψυχή μας.

***

Σκιές

Βαθιά μεσάνυχτα
πηγαινοέρχονται σε δωμάτια.
Κιτρινωπό φως
η σκιά τους ακολουθεί.
Θα τους βρει το ξημέρωμα σε μια καρέκλα,
χορεύει η σκιά του χεριού στο τετράδιο.
Ξενυχτούν οι σκιές παρέα με τους ποιητές.

***

Διαμελισμός

Κρεμασμένες σημαίες στους εξώστες
κραυγάζουν το διαμελισμό της γης.
Άγνωστες πατρίδες κομμάτια
στα πυροβόλα του αλόγιστου κέρδους.
Πιες μια κόκα-κόλα.
Ζήσε κι εσύ περήφανα.
Ο απόηχος κάποιας τουφεκιάς.
Σκέφτεσαι.
Φαινόταν ύποπτος, είπαν.

***

Των Ονείρων τα Χρώματα

Κύριοι, η κανονικότητά σας κλουβί τσίρκου περιπλανώμενου
σε παραστάσεις των αντιθέσεων
συμβιβασμοί σε σχοινί ισορροπίας
με το δίχτυ καβάτζα για τυχόν πτώσεις.
Κύριοι, η κανονικότητά σας δε χωράει
των ονείρων μου τα χρώματα.
Την έχω γραμμένη στις σόλες των παπουτσιών μου
στα ταξίδια του νου μου,
στο μικρό χώρο της ελευθερίας που έχει απομείνει.
Ξέρω, εκεί στοχεύετε, στο μυαλό.
Κανονικός απροσάρμοστος,
νηπιακά τραύματα.
Άλλοθι προκρούστειου κρεβατιού
η κανονικότητά σας, Κύριοι.

***

Σπορά

Το αύριο άγνωστο,
επιρρεπές στο τυχαίο των πραγμάτων.
Ένα πουλί κελαηδάει την άνοιξη.
Μάρτης μήνας.
Τα χελιδόνια δεν ήρθαν ακόμα.
Ίσως είναι νωρίς.
Αγαπημένη, φύλαξε λίγο σπόρο.
Οι άνοιξες έρχονται μετά τους θυελλώδεις καιρούς.

***

Σύλληψη

Σε κρυστάλλινους δρόμους το είδωλό μου.
Κάμερες παντού στην πόλη
αόρατα βλέμματα.
Ελεύθερο το φιλί μας
συλλαμβάνεται σε οθόνες.
Κατοχή
η ψυχή μας παραφράζεται.

***

Ανήσυχος

Περιπατητής σε δρόμους αχάρακτους
σύντροφοι τα ξωτικά της φαντασίας.
Ξέρω θα μου πείτε
τα πλουμιστά εμπορεύματά σας
φαντάζουν διαλεχτά.
Όμως στις παράγκες του κόσμου ξεθωριάζουν.
Δεν τα χρειάζομαι.
Αφήστε με ήσυχο ν’ ανησυχώ.

***

Ρούχο κίτρινο

Το λυκαυγές με βρίσκει στην αυλή
οι γάτες έχουν αρχίσει ανέμελο παιχνίδι
τα άνθη της ροδιάς κρύφτηκαν στον καρπό.
Το ραδιόφωνο παίζει:
«Θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα».
Ανάβω τσιγάρο
ο καπνός διαλύεται σύννεφο πικρό
η ζωή περνά πικρή κι αυτή.
Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου
ρούχο κίτρινο
ντύνουν αυτόν που ονειρεύεται.

***

Ο ποιητής

Είμαι ο βαρκάρης στο ποτάμι
το ποίημα θα σε φέρει απέναντι.
Εκεί το απρόσμενο
αποχαιρέτα το θάνατο στην όχθη.

***

Να μ’ αγαπάς

Όταν η ζάλη του κρασιού με τυλίξει
και ίσως φαντάζω στα μάτια σου
τρελός εραστής της ζωής
πάρε με στην αγκαλιά σου
και σφίξε με.
Δεν χρήζουν όλα στην ψυχή μας ανάλυσης
μόνο να μ’ αγαπάς.

***

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο ποιητής, αναρχικός κι επαναστάτης Αντώνης Στασινόπουλος (1957- 2015), γεννήθηκε και πέθανε στην Πάτρα, επιδιώκοντας με την κοινωνική και ποιητική του ζωή την υπέρβαση κάθε προσωπείου. Μοναχικός, παρά τη σχέση ζωής με τη σύντροφό του και τους ακλόνητους φίλους που στάθηκαν στο πλευρό του, απλός μα ασυμβίβαστος, εξέφρασε με την ποίησή του τον μόχθο του ανθρώπου απέναντι στο Tέρας του κράτους που ο ίδιος δημιούργησε. Η ιδανική πόλη είναι γι’ αυτόν μια πόλη «αγέννητη» με «σάλπιγγες να ηχούν το τέλος του πολέμου». Μια τέτοια πόλη, όμως, δεν υφίσταται στο παρόν, αφού ο πλανήτης τυλίγεται με ένα «γκρι φόντο». Παρά τις πληγές και τη μοχθηρία του κόσμου που σήκωσε στις πλάτες του, ο ποιητής δεν είναι απαισιόδοξος. Αγκαλιάζει το σύμπαν γύρω του «φτιάχνοντας κύκλους» ζωής κι ευελπιστώντας για το «σπόρο» που θα μείνει πίσω για τις επόμενες γενεές. Αγκαλιάζοντας τα «παιδιά-ποιητές» του μέλλοντος και τους κατατρεγμένους, η ποίηση του Αντώνη Στασινόπουλου κυοφορεί το βρέφος μιας ουτοπικής αλλαγής.
Εξέδωσε τις συλλογές:
Εκπέμπουμε Αναρίθμητους Σκλάβους ανά Δευτερόλεπτο, ανεξάρτητη έκδοση, Πάτρα, 1983.
Των Ονείρων τα Χρώματα, εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα, 2004.
Σπορά, Εκδόσεις Γιάννη Πικραμένου, Πάτρα, Α΄ έκδοση Μάρτιος 2007, Β΄ έκδοση Οκτώβριος 2007.
Μαζί, εκδόσεις Πανός, Αθήνα, 2009.
Φεγγάρι Ολόγιομο, εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα, 2010.
Το Βρέφος, εκδόσεις Opportuna, 2014.

Joyce Mansour, Σπαράγματα

Βαρέθηκα τα ποντίκια
αχόρταγους φαγάδες εμβρύων και μελάσσας
βαρέθηκα τα πιάτα
βαρέθηκα τα ψάρια με ραχοκοκαλιές κακούργες
που χορεύουν μές στον φαρυγγά μου
βαρέθηκα τους ψωριάρηδες
βαρέθηκα τις κατάρες
που ξαμολάω στο κεφάλι τους
ακόμα και των φαλακρών
βαρέθηκα τα κρίματα
βαρέθηκα τον τάφο μου
που μές στον αυριανό ίσκιο μ΄αναμένει
βαρέθηκα τα πάντα
κ΄η αηδία μου είναι πτώμα απο πλήξη

*”Σπαράγματα”, εκδόσεις Άγρα. Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος

Μέλπω Αξιώτη (1905-1973), Σύμπτωση

Τη ζωή μας περάσαμε χωρίς νερό, χωρίς πηγάδι στην αυλή, χωρίς κεντίσματα
στις πουκαμίσες
αν και οι άνθρωποι τα συνηθίζανε στον καιρό μας τέτοια πράματα.

Μεγάλο μέρος της ζωής μας περάσαμε μέσα στον καφενέ του Βροχή με το παλιό
ρολόι σταματημένο στις 7
30 χρόνια
οι φίλοι μας το συμβουλεύονταν με άγια πίστη
τη σεβαστήκαμε
τόση ειλικρίνεια.

Εμείς εζήσαμε μέσα στην πολιτεία μαζί με τα ψάρια
εκεί γεννήθηκαν οι εραστές σου.

Οι άντρες λέγανε έργα διαρκείας
οι γυναίκες γουστάρουν πολύ τα παιδιά κι αιφνίδια τα γεννούν ψόφια
οι καπετάνιοι αράζουνε νωρίς
γλυκές αστένειες βουβαίνουν τους ανθρώπους
τ’ αντρόγενα δεν προλαβαίνανε να μεταλάβουνε
άγνωστοι πήγαιναν λουλούδια στους τάφους
οι τρελοί ξαναβρίσκανε τη μνήμη τους κι εθυμόντανε, άλλος θυμότανε μια μύτη
άλλος θυμότανε τα φρύδια,
από τα πέρατα της γης παίρνανε βιαστικοί τους δρόμους, γύριζαν πίσω.

Εμάς οι ευκολίες συχνά μας τρομάζανε
τόσο πολύ μεγάλη σημασία δώκαμε στη ζωή ˙
μέσα στ’ ασβεστωμένα σπίτια πατούσαμε σα να ’τανε τριαντάφυλλα
είχαμε πονοκέφαλο,
με την ακέρια θέλησή μας ποτέ όμως δεν το παραδεχτήκαμε
να μην ήταν εξαίσια τα μαλλιά μας,
σαν τρελοί τρέχαμε να προλάβομε την κοπέλα τω δεκατεσσάρω χρονώ
σκίζαμε τρύπες μουλωχτές στον τοίχο
παραμονεύαμε τα παράθυρα
λαχτίζαμε όταν προφταίναμε τα φοβητσιάρικα ψωρόσκυλα πριν
μας λαχτίσουνε,
σαν τρελοί τρέχαμε να προλάβομε τα ψέματα,
να αποφύγομε τη δυσοσμία όταν εκόπριζαν τις δημόσιες πλατείες
με την ανατολή του ήλιου κατά το φθινόπωρο,
ετοιμαζόμαστε να πεθάνουμε από καιρό –
τρόμο γεμάτοι επροσπαθούσαμε να μην εγκαταλείψομε τα ωραιότερα κορίτσια
μας ανύπαντρα,
ανεξερεύνητους τους ανέμους
που φέρνουν τις καταιγίδες,
κουβαλάνε ψοφίμια,
πρόωρες γέννες στις καβουρομάνες από το φόβο στο βυθό της θάλασσας,
σμίγουνε τον τυφλό με το ραβδί του,
την έχθρητα με την αναβολή,
ηθελημένα πλάθουν μαζί με τα αθέλητα,
τ’ αλάργα γίνουνται κοντά μας
και στοιχειωμένα σπίτια παραριγμένα στον ανήφορο, χρόνια χωρίς γιατρό
και ευαγγέλιο, εκείνες τις νύχτες του χαμού
διατάζουνε γιορτές.

Ναι. Πρέπει ο άνθρωπος να τα προλάβει όλα
πριν
φύγει
με κόπο και υπομονή το δρόμο της ζωής
δηλαδή το θάνατο.

Τι δηλαδή παιδάκι μου, να με πότιζες σπάνια, ήθελες, δύσκολη θλίψη,
να μην εγνώριζες… να μην ήξερες –

κι εκείνο το ανατολικό παράθυρο που είχαμε που ήτανε καμωμένο για την
απογεματινή μελαγχολία τα βράδια
ααα! ήταν δύσκολο πράμα η αγάπη,
αλλά εμείς… την αγαπούσαμε –
εκεί
γριές παράξενες ασκημομούρες κουκουβάγιες θεόστραβες με πολλά ζευγάρια γυαλιά
πετούσανε να ’ρθουν να μας ξετάσουνε και τι απαίσια μηνύματα μας φέρνανε –
ζυγώσανε λέει τα καράβια, εκείνα τα μεσάνυχτα, στον ταρσανά, οι καρένες τους
καπλαντισμένες απολιθωμένες γοργόνες,
γυναίκες χρόνια τα υπομονέψαμε με τα σκέλια ανοιχτά – άλλοι τα παραδώκανε για
ένα χουνί προσδοκίες,
εμείς φράζαμε με τα δάχτυλα τα αυτιά μας δυνατά, να μην τα ιδούμε, να μην
ακούσομε
τι θα μας λέγαν
για
τα βρέφη κάτω απ’ τη βροχή
τα βρέφη που οδηγούνε τους τυφλούς με σοφία και με τόση προσοχή
για τα άσπρα κουρτινάκια στα παράθυρα, όταν καλύβουνε ύπουλες αστένειες ή
μεγάλα οράματα
τα ατέλειωτα έργα
τα ατέλειωτα σπίτια των ανθρώπω
φύγανε, πάνε οι άνθρωποι,
δε φτάσαν την αγάπη τους,
αγάλματα μαρμάρινα αγκαλιάζοντας γλείφαν την πίκρα από τα χέρια τους,
οι μουσμουλιές ρίχτανε χάμω κίτρινα φύλλα τα φτινόπωρα σκεπάζοντας με όλη τους
την εξάντληση τη γη
εμείς όλο και φράζαμε με τα δάχτυλα τα μάτια μας να μην τα ιδούμε, να μην
ακούσομε
χτύπους που ανοίγανε τους λάκκους να κατεβούνε οι φίλοι μας,
ήλιοι κατάντησαν φεγγάρια,
χτίρια τρομαχτικά τα ξημερώματα με τη βροχή σα μαδημένες κλώσες από
την αγωνία,
την επιθυμία τους,
χτίρια ψηλά ως τον ουρανό σαν την αγάπη, που παράδωκεν όλη της τη ζωή και τα
ξεκρεμασμένα της βυζιά
στον ίδιο αγαπητικό –
και ανάμεσά μας ήταν πάντα κάτι πράματα
σε τι καιρούς εφτάσαμε αδερφέ
ανάμεσά μας ήταν πάντα κάτι πράματα
που δεν μπορούσαμε να τα μιλήσουμε.

Κύματα μας τα φέρνανε κύματα μας τα παίρνανε τα όνειρά μας,
πέστε μου, σε όλα τούτα εμείς τι να κάνομε,
εμείς είμαστε γυναίκες.
Πέστε μου τι μπορούσαμε εμείς να κάνομε, κι όταν νομίζαμε ότι είμαστε πουλιά,
αλλά εμείς είμαστε γυναίκες ˙
για μας τα χρόνια δεν περνούσανε, ήτανε πάντα καλοκαίρι,
δεν αγοράζαμε παπούτσια για να μπορούμε να σου πούμε σ’ αγαπώ,
όταν δεν είχαμε αληθινά – τίποτα εμείς! βγάζαμε ψεύτικα γαρύφαλλα στο παράθυρο
κι ας ήθελε να μας είχαν ξεφυτρώσει αγκάθια
ωσάν αγριόγατοι ανάμεσα από τα μεριά – τίποτα! – εμείς σας αγαπούσαμε.
Σούρουπο εγκαταλείπαμε τις κλινικές και τα παιδιά μας τότε πια να μη
μας γνωρίζουνε,
εμείς, τι άλλο θέλατε από μας
εμείς είμαστε γυναίκες –
πολύ μας πικράνατε.

Συχνά το φύλο μας προσφέραμε σαν πιάτο
μέσα σε φύλλα μουριάς
και ωστόσο
καθαρίζαμε μήλο.

Ωχ, αφέντη, και να ’ξερες τι μεγάλο πράμα που είναι να τα ’χεις όλα μες
στο σπίτι σου ˙
μας το ’μαθεν εμάς η μάνα μας –
50 χρόνια θέλει ο άνθρωπος ύστερα από τη γέννησή του
να γεννηθεί
τώρα πηγαίνετε – μας είπε η μάνα μας ˙
έτσι,
σαν ήρθε και πεθάναμε, δεν πήραμε άλλο τίποτα στις χούφτες μας
τα φιλιά του κόσμου.

Με τόση προσοχή διατηρήσαμε μέσα στο σπίτι μας τιποτένια αντικείμενα που
θα χρειάζονταν μια φορά μόνο σε όλη τη ζωή,
κι αυτό ήτανε κι εμάς το
κέφι μας ˙
και είχαμε πει μόνο – τις υγρασίες της άνοιξης
τώρα που βρέχει μάλιστα τόσο πολύ συχνά,
ότι
να μην τις περπατούσατε τόσο πολύ γυμνοί.

Ήταν μια νύχτα του Δεκέμβρη που μας ήρθατε πίσω,
που είχαμε ανάψει τα κεριά,
κόσμος δεν ήτανε κανένας
τα σκολειά δεν τα βγάλαμε
είμαστε ορφανοί,
το φως της νύχτας εκείνη την ώρα όλα τα θεράπεψε
και η αδερφή μας είπε: – Φέξε του αδερφή να διαβεί.
Πέρασες με τα ρούχα σου υγρά μέσα απ’ το σπίτι μας εκείνο το βράδυ
δεν σε αγγίξαμε,
όσο που στα χωράφια πέρα σκύλοι γαβγίζανε ολομόναχοι, αφρίζανε τα κάστρα,
ένα τραίνο ξεκινούσε τη νύχτα κι ερχόνταν καταπάνω μας και μας διαπερνούσε την καρδιά, στα βάθη του ορίζοντα, χωριστά από μας,
απ’ τους πολλούς λησμονημένος, πολύ μακριά μας,
με τέτοιο τρόπο μια φορά…
τότε μας ήρθες πίσω με το θάνατό σου.

Κύριε τώρα
ιλάσθητι – τις αμαρτίες μας τις δικές μας –
απ’ όλα τούτα τι μας έμεινε ˙
γιατί βλέπετε εμείς είπαμε τώρα το τραγούδι μας
οι
άλλοι
θα το γυρίσουν σε χορό.

*ΣΥΜΠΤΩΣΗ, 1939.

**Από εδώ: http://www.oanagnostis.gr

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη Δοκιμάζοντας το ποίημα

Δεν είναι ένα έκτενες βιβλίο, όχι καθόλου.
Ούτε έχει στίχους παραδοσιακούς, άλλωστε γράφω σε ελεύθερο στίχο
Και αφουγκράζομαι τους άλλους ποιητές.
Ίσως και οι λέξεις τους να γεννούν τις δικές μου λέξεις· ναι σίγουρα αυτό συμβαίνει!
Μα είναι γνωστό πως παρθενογένεση στην τέχνη δεν υπάρχει
Αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι περισσότερο να διαβάζει κανείς παρά να γράφει.
Ζωή δική τους έχουν τα ποιήματα, αυτόνομη πολλές φορές ζωή
Ο ποιητής σέβεται τη ζωή των ποιημάτων, πώς αλλιώς;
Ναι! λέω στους νόμους των λέξεων
Τίποτα δικό τους δεν λησμονώ
Αθώες γραφές δεν γράφω
Σιωπής δρόμους ακολουθώ, ωστόσο!

Το ποίημα μένει ανοιχτό, το ποίημα πρέπει να μένει ανοιχτό
Ο ποιητής πρέπει να το αντέχει το ποίημα και το ποίημα να αντέχει εκείνον

Πρόκειται για 2+2 στοιχεία. Είναι στην ουσία δύο ποιήματα -δοκίμια και δύο κολάζ που τα συνοδεύουν.
Ονειρεύομαι να τις περπατώ τις λέξεις, να τις διασχίζω. Εδώ τις ζωγραφίζω επίσης!
Ίσως ποίηση να είναι πολλά πράγματα μαζί
Η σκέψη πάνω στην εμπειρία είναι ποίηση
Με τούτο το βιβλίο διερευνώ την αλήθεια και το «ήθος» του ποιήματος
Αισθάνομαι και είμαι παρούσα στων λέξεων και των ιδεών τη σύναξη.[1]

*Από εδώ: https://koukidaki.blogspot.com.au/2017/06/i-asimina-ksirogianni-dokimazontas-to-poiima.html

Λεωνίδας Γαλάζης, Εγκαρτέρηση

Photo: Giorgos Papavlassopoulos

Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων
φωνές από τα βάθη των σπηλαίων
της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις.

Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής
στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου
τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως.

Λαμπάδες και τάματα
υποκλοπές
ισολογισμοί
παραισθήσεις.

Νωπές πυλές
σκοτάδι του μυαλού
λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες
στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.

*Από το Ένεκεν”, Νο 43, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017.

Λεύκιος Ζαφειρίου, Στο γκρίζο φως

Ο θρυμματισμένος κόσμος
της Κύπρου
κι οι τελευταίες λέξεις
του Τζέζαρε Παβέζε
“δεν θα ξαναγράψω πια”

Στη Σαλαμίνα και στην Έγκωμη
η κατάστικτη σελήνη
μέσα στην παγωμένη νυχτα

ανασαίνουμε το σκοτεινό
ρίγος της άνοιξης

*Από το Ένεκεν”, Νο 43, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017.

Μιχάλης Κατσαρός, Πώς να καταχωρήσω

Πώς να καταχωρήσω τόσα γεγονότα –
τόσες απόπειρες

Πώς να μιλήσω;
Ενώ οι φωνές επιμένουν -οι ίδιες φωνές-
ενώ αποκρούομαι – πώς θες να μείνω
μια αστραπή ένα κυκλάμινο μια ρομφαία –
πώς θες να μείνω επιτύμβια στήλη
σε πεδίο μαχών
σε ποιο σταθερό δάπεδο να οχυρώσω
τις λεγεώνες μου;

Ο επίμονος θόρυβος σε οχήματα πόλεις αίθουσες
οι αδέξιες φωνές σε χώρους εναλλασσόμενους
το πλήθος έντρομο ενώ προχωρεί γυρίζει απότομα
κοιτάζει σε ορισμένο σημείο και κουρασμένο
κλαίει –
δεν ξέρει
δεν υπάρχει
δεν εξουσιάζεται.

Για τούτο υψώνω το λάβαρο τη νύχτα λευκό
μετά το σπάω και γίνομαι σίδερο
φωνασκώ υποκρίνομαι παραδίδω τις εντολές
παραδίδω κλειδιά πολιτείες μπετόν και σημαίες.

Μπορούσα να χαμογελώ καθ’ όλην την διάρκεια.
Μπορούσα ν’ αγαπώ καθ’ όλην την διάρκεια.
Μπορούσα να κλαίω μιλώντας για την Ειρήνη.

Σας αραδιάζω τα εμπόδια:

Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των
παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
το 1917
το 1936
το 1944
ανάβουν τις πυρκαγιές τα φλογερά λόγια
ανάβουν το δάσος μου που μου παρέδωσαν και
ανεμίζει.

Πώς θέλετε να οχυρώσω τις λεγεώνες μου
σε πονηρά κατάστιχα και σε ντουλάπια
πώς θέλετε να μπω μες στα τετράγωνα;

Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος.

Δημήτρης Γκιούλος, Τέσσερα ποιήματα

ΠΑΤΡΑΪΚΗ

Στα κάγκελα της πατραϊκής
βρίσκεται παγιδευμένο
όσο απέμεινε
σώμα
τάξης
εργατικής.

«Κοίτα πώς παγιδεύτηκε ένα κούτσουρο, μοιάζει με σώμα ανθρώπου»,
θα πεις με έκπληξη βγάζοντας το κινητό να το φωτογραφίσεις.

***

ΚΑΘΩΣ ΠΡΕΠΕΙ

ο ψυχίατρος μού είπε πως είμαι οργισμένος και πως ο καλύτερος
τρόπος να διοχετεύσω δημιουργικά την οργή μου είναι να γράψω ποίηση.
Ύστερα, οι κριτικοί μού είπαν πως η οργισμένη ποίηση είναι μέτρια
ποίηση, πως η ποίησή μου είναι μέτρια ποίηση.

Τώρα, ούτε οργή έχω, ούτε όρεξη γΐα κάποιου είδους δημιουργία ή
καταστροφή.
Δεν πάω πλέον στον ψυχίατρο.
Του πηγαίνω όμως τα παλιά μου ποιήματα, ώστε να ξεπεράσουν το
τραύμα της κριτικής.

Όλα είναι όπως πρέπει.
Ο ψυχίατρος έχει πάντα δουλειά κι οι κριτικοί νιώθουν δικαιωμένοι.

***

ΠΑΛΙΑΤΖΟΥΡΕΣ

Αγόρασα ένα βιβλίο μεταχειρισμένο
και μέσα βρήκα μια αφιέρωση από το 1987.
Τώρα η Άννα του τότε
μπορεί να έχει γάτες
παιδιά
εγγόνια
ή σκουλήκια.

Κάτι θα ‘χει
δεν μπορεί.

***

Η ΣΤΕΡΙΚΗ

Όπως και να το προφέρεις
εσύ στερείσαι
και γω
και γω χάνω.

*Δημοσιεύονται στο τελευταίο τεύχος (Νο 17, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2017) του περιοδικού “Τεφλόν”.

Θανάσης Αθανάσιος, Τρία ποιήματα

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ

1914 – Τα παράθυρα δεν έχουν χείλια -προσμένουμε
1918 – Τρύπησαν το στέρνο του προβάτου
1919 – κηδεία του προβάτου, επίσημη εκλογή νέου αντιπροσώπου (χωρίς εκλογές)
191 7 – Φτερά και φτέρες -καμία δήλωση
1916 – γρήγορη αναπροσαρμογή των γιων στη θέληση του μαστιγίου στη θέληση του βόθρου
1915 – φιλτραρισμένη κηδεία
τα βαφτίσια έγιναν μα με καθυστέρηση

***

ΕΝΑ ΚΑΠΕΛΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

Μια γυναίκα δούλευε ως λαθρέμπορος.
Η Κοιλιά της ήταν μια ευκλείδεια σχισμή διότι ποτέ
δεν φθάνει ένας κουρέας για να θρυμματίσει τους καρπούς των χεριών μας.
Οσο κι αν αγαπάμε τις αστυνομικές βολίδες που κρέμονται απ’ το εκκρεμές των
πτηνών ποτέ δεν θα δεχθούμε τα ανείπωτα δάκρυα των λιμνών.
Τα λεπτά σκιρτήματα της ύλης δεν χαλιναγωγούν
πια τα γαλλικά κηπάρια που επωάζονται στους ίσκιους των ακτών και των αράδων.
Το μελάνι γεννά τις σουπιές.
Εν τω μεταξύ, για να ‘μαστέ πλήρως σύμφωνοι με το εργατικό πνεύμα ενός
εγελιανού φαροφύλακα, αξίζει
να αποζημιώσουμε τις σαρκικές μας ώσεις όσο αυτές αγριεμένες και θυελλώδεις
κατασπαράζουν τα μηνίγγια των ναυτών.
Ένας κουρέας ποτέ δεν είναι αρκετός για να θρυμματίσει τους καρπούς των χεριών
μας. Ένας αφέντης και δέκα αφεντάδες, 10 ή και 1000, δεν φθάνουν για να
δαμάσουν την καθεαυτότητα των συνόρων μας.

***

ΘΗΡΙΟΔΑΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Αποδοκιμάζοντας τους ευήλιους τιμητές της εκατονταρχίας υπογράφουμε άφωνοι,
κάτω απ’ την αμετάκλητη ροπή των ανθρωπίνων πόρων,
τις καταφατικές δοξασίες των σωφρονισμένων κώλων. Υπάρχει εδώ ένα ιδιότυπο
τηγάνι, υπάρχει εδώ ένας θάμνος που φαρμακώνει τα κλαδιά του
ενώ μυρίζει ένα παπούτσι. Υπάρχει εδώ μια κλήση δυνητικής παθογένειας που
τεντώνει τους δικτυακούς ποταμούς των επιθέτων μέσα στον ένσκοπο χάρτη των
μελλοντικών ψιθύρων.
Υπάρχει ακόμα ένας μοχλός με τον οποίον τα άστρα γίνονται προβατίνες και οι
αξιώσεις μας σημεία.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Τεφλόν” Νο 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-10.

Άννα Αχμάτοβα, Το τραγούδι της τελευταίας συνάντησης

Κρύα πέτρα μου πλάκωνε τα στήθη
μα ήταν ανάλαφρα τα βήματά μου.
Έβαλα το ζερβί στην ταραχή μου
γάντι, στο χέρι το δεξί μου.

Πολλά φαινόντανε τα σκαλοπάτια
κι ας ήξερα πως ήταν μόνο τρία!
Μέσα απ’ τα σφεντάμια ο Νοέμβρης μού λέει:
‘‘Έλα να πεθάνουμε μαζί!’’ και κλαίει.

‘‘Γελάστηκα – ακούς; – από μια μοίρα
άπιστη, μοχθηρή, δίχως καρδιά.’’
‘‘Κι εγώ, γλυκέ, γλυκέ μου – κάνω –
θα ’ρθώ μαζί σου να πεθάνω’’.

Του στερνού ραντεβού είναι το τραγούδι.
Στρέφω, το σκοτεινό σπίτι κοιτάζω.
Στην κάμαρα κεριά ανάβαν μόνο
με αδιάφορη κίτρινη φλόγα. Κρυώνω.

Καθώς με καλαμάκι την ψυχή μου ήπια.
Ξέρω τη γεύση της: φαρμάκι που μεθάει•
μα το μαρτύριο δεν χαλάω με ικεσίες•
γαλήνη τόσων ημερών, που πήες

*Το ποίημα γράφτηκε το 1911 και εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1912 στη πρώτη συλλογή της Αχμάτοβα “Εσπέρα” στην Αγία Πετρούπολη και η συλλογή εξαντλήθηκε εντός του έτους.
**Μετάφραση Ρίτα Μπούμη-Παππά. Μελοποίηση; Πέτρος Σατραζάνης. Ηχογράφηση: 17 Νοέμβρη 2016 στο στούντιο Submarine του Γιώργου Θεοδωράκη ο οποίος κάνει και τη δεύτερη φωνή. Βίντεο στο youtube Γιάννης Αντιόχου.