Έχω ένα αερόστατο
μέσα μου κρυμμένο
Ίσως κάποιες φορές
το αέριο του είναι ελλιπές
ή ο αέρας μέσα μου βαρύς
και δεν πετά
– ζαρώνει στάσιμο στα χαμηλά.
Βαρίδι γίνεται στα πόδια
και το σέρνω.
Είναι όμως εν δυνάμει πτητικό
Αυτό το αιθεροβάμον υλικό
που κρύβω μέσα μου
με στιλώνει και με κρατά ορθό
όταν απογειώνεται.
Γι’ αυτές τις πτήσεις του
και μόνο
αξίζει το κουβάλημα.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Γιάννης Βούλτος, Πέντε ποιήματα
Τυφλός
Με κοιτάζουν
Μάτια δίχως βλέμμα
Κι εγώ τυφλός
Τις διαβάσεις
Περνώ
Της ζωής
Μονάχος
Στη λήθη
Διάλεξες
του ονείρου τοκογλύφο
να δανειστείς
του φόβου βάλσαμο
Όταν τ’ αστέρια ξεθωριάζανε
στο φως το πρωινό
που μας αντίκριζες
Κουβέντα με το Θάνατο
Μίλησα τη νύχτα
Με το Θάνατο
– Ήρθες για μένα
– Έχεις ακόμα
Αίμα
Στα γραφτά σου
Θα ξανάρθω
Κυριακή στο γήπεδο
Μπήκα στο κατάμεστο γήπεδο
Στην εξέδρα των επισήμων
Παντού σιωπή
Κοιτάζω τριγύρω
Οι φίλαθλοι νεκροί
Οι παίχτες σκοτωμένοι
Τριάντα χιλιάδες κουφάρια
Μόνος εγώ ζωντανός
Άρχισα να φωνάζω
Συνθήματα
Λεωφόρος Εφιάλτη
Νύχτα στις λεωφόρους και στις εθνικές οδούς του εφιάλτη σου
Όταν οδηγώντας δε θα ανταμώνεις πια ούτε ψυχή απ’ τ’ άλλο ρεύμα
Τότε θα προβάλλουν δίπλα στα εικονοστάσια τους
Όλοι οι σκοτωμένοι κείνων των δρόμων της ασφάλτου
Καθένας με την αποκρουστική μορφή
Τη χαρισμένη από τη μοίρα του την ώρα του θανάτου
Θα σε χαιρετούν όσοι έχουν χέρια
Θα σου μιλούν όσοι έχουν πρόσωπα
Οι άλλοι που δεν τους έχει μείνει τίποτα
Θα χουν γραμμένο στο οδόστρωμα με αίμα ένα μήνυμα
Για σένα που μπορείς να το διαβάσεις
Για σένα που μπορείς να τους ακούσεις
«οι δρόμοι αυτοί θα είναι πάντα στοιχειωμένοι»
Και πάντα θ’ αντικρίζεις τους νεκρούς
Νύχτα στις λεωφόρους και στις εθνικές οδούς του εφιάλτη σου
*Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/2753
Θεοδοσία Μαρινούδη, Τρία ποιήματα
Κομμάτια
Έχουν υπάρξει ορισμένα επιπλέον έξοδα
στους υπολογισμούς αυτού του μήνα.
Δεν είμαι σίγουρη από πού προέρχονται
και αν τα έχω καταβάλει.
Ίσως από κάποιες παράταιρες νότες
μιας παρτιτούρας
που επιτέλους δεξιώθηκα
με ανυπολόγιστο κόστος.
Βάρη ετών.
Χιλίων οδύνων.
όλες για μια σπουδή.
Πιάνο για έξι χέρια.
Και τα εξι ακρωτηριασμένα.
Τέσσερα νεκρά και δύο ανάπηρα.
Γαβ και γαβ και γαβ
Γαβ και γαβ και γαβ.
Ελάσσονες σπασμοί πνιγμένοι.
Όλα μου τα όνειρα μαζί σου.
***
Η αφή και η όραση
Τι θέλουν κι αυτές οι καταιγίδες.
Διπλασιάζουν τα τοπία μέσα μου.
Κλεισμένη εδώ μέσα και δεν αλλάζουν οι ώρες.
Εσύ δε γύρισες να με κοιτάξεις.
Όμως εγώ σε ειδα ολοζώντανη μπροστά μου
“Μάζεψε τις κάλτσες σου παιδί μου”.
Αυτό το σπίτι όλο μαζεύει κι όλο απλώνεται.
Άλλες φορές ξετυλίγεται σαν αρχοντικό
μπροστά στα πόδια μου.
Τώρα μπορώ να το κρατήσω στη χούφτα μου.
Τόση πλαστικότητα…
Θα είναι επειδή νόμιζα ότι η αφή είναι πάντα
και άγγιγμα.
Η αφή και το άγγιγμα.
Πώς δεν πρόσεξα
την κυριολεξία των χαδιών.
***
Madame Butterfly
Νόμιζα πως δεν είναι καλή στις μεταμορφώσεις.
Δεν ήξερα να αφήνω τις εικόνες να οδηγούν
στο σώμα..
Δεν μπορούσα να δημιουργώ εικόνες
με το σώμα.
Ήξερα βέβαια να είμαι εδώ.
Διαρκώς, ατελείωτα, ανελέητα.
Που θα πει πως ήξερα να μην είμαι ο εαυτός μου.
Άρα είχα πειστεί πως υπάρχει μία τουλάχιστον
μεταμόρφωση.
Υπάρχει μια μορφή της οποίας έχω υπάρξει
το ακριβές αντίγραφο.
Υπάρχει σίγουρα μια μορφή που έζησα
στον κύκλο του περιγράμματός της.
Ακόμα κι αν ήμουνα Εγώ
Που όλο έλεγα
Εσύ,
Τώρα που τη διέσχισα
αυτή τη λεπτή κόκκινη γραμμή
μπορώ να γίνω πεταλούδα;
Χωρίς να κοιτάξω πίσω πόσα “εγώ” άφησα
για να πετάξω;
*Από τη συλλογή “τα καρφιά από μέσα”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015.
Γρηγόρης Σακαλής, Διέξοδος
Σ΄ένα γραφείο καθισμένος
δεμένος χειροπόδαρα
μ΄αόρατες κλωστές
καθημερινά περνώ το οχτάωρο
της πλήξης και της προσμονής
τίποτα καλό δεν με περιβάλλει
άνθρωποι ή αντικείμενα
εικόνα εγκατάλειψης γύρω
οι συσκευές μισοχαλασμένες
η άνωθεν φροντίδα ανύπαρκτη
τα αναλώσιμα ιδίοις αναλώμασι
πως να μη πλήξεις
πως να μη προσμένεις
την ώρα της αναχώρησης
αφού οι συνθήκες δουλειάς
είναι ακατάλληλες
κι έτσι αυτή χάνει το νόημα της
πότε χωρίς θέρμανση
πάντα χωρίς κλιματισμό
με σώζουν μόνο
τα ταξίδια του μυαλού
όταν βρίσκω την ευκαιρία.
Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πέντε ποιήματα
Τ’ άγαλμα με το δίκωχο
(Απόπατος περιστεριών)
Ηλίθια ρεμβάζει σε πλατεία
Κι ένας κοπρίτης
Γλύφεται σχολαστικά…
Ενώ διαπεραστικά στριγκλίζουν
Φρένα λεωφορείου
Που μόλις έχω χάσει
***
Τσαλακωμένα μοιράζεται χαρτί
Η κατάνυξη των ημερών
Σε μετάδοση απευθείας.
Υπάρχει ανάγκη για ιερότητα:
Τόσα κρίματα μας βαραίνουν
Τόσα τσαλακωμένα χαρτιά
Τόσα αιτήματα-
Σε λίγα μόλις επεισόδια συμβαίνουν
Όσο δεν άντεξαν να ελπίσουν
Τα ποιήματα.
***
Χιλιάδες μετανάστες
τα ναυάγια
Της λησμονιάς νερό
Σκεπάζει
Χωρίς ονόματα-
Ντόπιοι δουλέμποροι
Διαβεβαιώνουν
Ουδετερότητα
***
Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Μην κάνεις πια τον κόπο να διαλέξεις.
– Βράζει το πέρασμα, ανάσα ακίνητη
Ομίχλη πηχτή, κραυγή γοερή!-
Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Όσο σου γράφει, κοίτα να επιπλεύσεις.
***
Άφησες πια την προκατάληψη
Σκύλα ξοπίσω με μωρά κουτάβια
Κι άνοιξες δρόμο για τη θάλασσα
Πώς σ’ έθελξε έτσι γαλάζια!
*Από τη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2015.
Κώστας Ριτσώνης, Δύο ποιήματα
ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ
Λίγη κόκκινη μπογιά από τις βούρτσες
έχει κατά λάθος στάξει σε βούλες
επάνω σε μια πράσινη μολόχα
Οι πυροσβέστες που έβαφαν στο δάσος
κόκκινες τις αντλίες τους
παραξενεύονται τώρα κοιτάζοντας
το χαμηλό ματωμένο χορτάρι
—Άραγες ποιος της έκανε ζημιά;
Είναι στυφή και οι κατσίκες
δεν την δαγκώνουν
Οι ξυλοκόποι δεν πελεκούν
τα κοτσάνια της
Τώρα χειμώνιασε και τα δάση
δεν πιάνουν φωτιά
Από τι μπορεί ν’ αρρωστήσει μιά μολόχα;
Ύστερα χώνουν πάλι στην μπογιά
βούρτσες και πινέλα
κι απρόσεχτα συνεχίζουνε τό βάψιμό τους
***
ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ
I
Tο τσιγάρο βγαίνει μακρουλό απ’ το κουτί
και καταλήγει γόπα στο τασάκι
σα μιά ζωή που τελειώνει στον τάφο
αφού τα όνειρά της έγιναν καπνός
II
Η φωτιά του τσιγάρου
φωτίζει το σκοτάδι
της μαύρης μοναξιάς του καπνιστή
III
Η γεύση του τσιγάρου
κάνει το φιλί πιο κολασμένο
IV
Κοπέλες όμορφες ποζάρουν στις διαφημίσεις
μ’ ένα πακέτο στο χέρι
Ο έρωτάς τους αρχίζει του κουτιού:
χρυσόχαρτα, τσιγαρόχαρτα
σαν πολυτελή εσώρουχα-
μάρκες: Rex, Pallas
σαν πολυτελή ξενοδοχεία—
και ύστερα η πίκρα στο λαιμό
*Από το βιβλίο “Ο ανάπηρος λαχειοπώλης και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Διαγωνίου, Αριθμ. 41, Θεσσαλονίκη 1982.
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τέσσερα ποιήματα
ΣΤΑΘΜΟΣ ΛΙΤΟΧΩΡΟΥ
Παράξενα φέγγει στη μνήμη μου η αρχή. Είναι το φέγγρισμα
πίσω απ’ το βράδυ, όταν το φως υποχωρεί απ’ τις γωνιές
όπως τα δίχτυα πού απλώνουν στα τηλέφωνα κι άκούς
ένα ασυνάρτητο κενό μέσα στις ανοιχτές γραμμές
μιαν έκσταση από άταχτες φωνές μεσ’ απ’ τα σύρματα
το βράδυ στο σταθμό πού συντροφεύει η θάλασσα
δυό τρία βράχια κι ό κόρφος ανοιχτός δίχως ορίζοντα
κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα Κάστρα
Δεν θα ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό
το πάθος πού ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού και από σάρκα γίνεται
πνευματική αγωνία
η αγωνία πού φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της νύχτας
η αγωνία πού φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο, η μοναξιά
μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου
Όλα τελειώνουν στο τελευταίο σύνορο
χαμηλώνουν τα φώτα στο θάλαμο και σβήνουν
οι σιγανές πατημασιές. Προσευχηθείτε
για τις σκοπιές που αγρυπνούν.
***
ΜΕΣ ΣΤΟ ΥΓΡΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
Μες στο υγρό σκοτάδι
πολύ πλανήθηκα
Αγάπησα τις φωτοσκιές των δέντρων
τη γνώριμη νύχτα
τον ουρανό
Βροχή
μουσικές φωνές
Μες στο υγρό σκοτάδι
Έλα
θα βαδίσουμε σιγά μην ακουστούμε
Είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τα ωραία καράβια
είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τη θάλασσα
Λάσπες και νερά
ο άνεμος ταξιδεύει
τραγούδια που σβήνουν
***
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ
Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ’ αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια
Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει
Κι εγώ να σκέφτομαι το βράδυ αυτό, να μη μπορώ να μιλήσω
τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα
σαν τα παράθυρα σ’ ένα βαγόνι τρίτης θέσης
και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί
μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου
***
ΑΘΗΝΑ
Πολιτεία γυμνή, πρωινό με τις άδειες καρέκλες
δεν είναι δω τόπος να μείνουμε
εδώ δεν έχει δρόμους δεν έχει μάτια
μέσα σ’ ερειπωμένα παράθυρα
μια μυρωδιά γκαζιού και κίτρινης λαδομπογιάς
*Από τη συλλογή “Δύσκολος Θάνατος” (1954).
Βασίλης Καραβίτης (1934-2016), Τέσσερα ποιήματα
Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ
Παρά το γενικό αίτημα
Κανείς δεν στρώνεται να εφεύρει
Μια μέθοδο μοναξιάς
Που ν’ αντέχει στην καθημερινή χρήση.
Μαραίνει το ζήλο μας
Η έχθρα του καιρού.
Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΣΤΟ ΣΑΛΟΝΙ
Κάποιο φως ελπίδας
Ακόμα στα μάτια του
Όταν ξυπνάει για λίγο.
Μετά θυμάται τον κόσμο
Κι ανήσυχος όσο ποτέ
Ξαναπέφτει γρήγορα
Στον παμπάλαιο ύπνο του.
*Από το “Υλικό μονώσεων”, 1966-1970.
Η ΠΑΛΙΑ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Αντίδοτα δραστικά στη σιωπή
Όταν ανήσυχη η φύση μας γλιστράει
Απ’ το ζεστό κουκούλι της μοναξιάς
Μες στο θαμπό περίγραμμα του κόσμου,
Χωρίς ακόμα να υποπτεύεται
Το άχαρο, μάταιο ταξίδι της
Μέσα σε τόσες νεκρές
Κι ομιλούμενες γλώσσες
*Από το “Στη σκιά του μακρόβιου χρόνου”, 1973-1977.
ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΠΡΟ ΕΤΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΑΙ
Ξύνοντας με μανία
Το τεράστιο μολύβι μου ˙
Τρέμοντας μπροστά σ’ ένα
Χαοτικό, άσπρο τετράδιο ˙
Χαράζοντας με κόπο μία μία
Τις πρώτες, ακατανόητες λέξεις μου:
Εκεί βρίσκομαι ακόμα.
*Από το “Ζω με τιυς φίλους και τις λέξεις”, 1977-1981.
Αλέξης Αντωνόπουλος, Μείνε
Έχεις δίκιο, αλλά μείνε· μην ξεχνάς ότι υπάρχουν.
Και σήμερα θα θυμώσουν πάλι χωρίς λόγο
και θα κλάψουν επειδή κάπου άκουσαν κάποια χαζή ιστορία
και θα ξεκουράσουν ένα κεφάλι στην αγκαλιά τους (όπως μόνο εκείνες ξέρουν).
Γυναίκες.
Υπάρχουν ακόμα οι γυναίκες.
*Από την ιστοσελίδα του ποιητή στο http://www.alexantonopoulos.com
**Εικόνα από εδώ: http://www.milomanara.it/
Χρίστος Ε. Παλαιοπάνος, από το “…ύστερα θα καούν τα σάλια”
III
«Για την πρόποση της αυθύπαρκτης σούρας
οι προσεκτικές πλάτες να αποκαλυφθούν
να ελευθερωθούν τα σπαράγματα
στο ανοιχτό τους σπάραγμα
να μιληθούν οι λιποθυμίες τους
στην οδό τους
Φυλής
ανάμεσα
αυθύπαρκτης σούρας και πρόσφυγα
κι ο ερχομός του μεσσία του με τον ακριβό του βαγιοκαθρέφτη
ανάσκελα
σε χωνεμένα βάγια πόζα να πάρει
αποτρόπαιος
ο μεσσίας του να επιβεβαιωθεί. Κι οι ποιητές
οι ποιητές να ξεσκαλωθούν
που κιότεμα στο πένθος τους να εκπλαγούν
σκιάχτρα τ’ αλώνι τους καλά καταφέρνουν». Ύστερα η όρεξη
στο άπειρο και ανεπίθετο υνί
οργώνει
κι η ηδονή άλλο δεν είναι
πάρεξ υπεροχή κι υπεροχή
η επίδοση – (μέτρα μέγεθος της συγκομιδής της ανυμφάλιας λαβής…)
(και κάποια «κάποτε» με τις προσφυγικές τους εκφορές να πνίγουν
τ’ αλώβητο υνί
στην αιμομιξία του ακριβώς
με τις κάποτε
αιμομιξίες) – κι ύστερα
«για την πρόποση της αυθύπαρκτης σούρας» τους
οι ερχόμενοι φτιάχνονται
κι «όττω τις έραται» και σπάραγμα ανοιχτό
οι ερχόμενοι φτιάχνονται
(από-γειώσεις ποιοτικές
capital και Άουσβιτς και ποίησης-post
αλαλάζουν
κοκκαλιασμένες – κι ονομασίες
αβάσταχτων
γλωσσών
ιλιγγιώδεις)
«από ψυχής»
ίλιγγος στους νόμιμους υπονομευτές
(τ’ άκουσμα του ονόματός τους ακριβαίνουν)
και ίλιγγος στους Κυρίους Βακχευτές
(τον Καιάδα στους αλλόφρονες μεταφέρουν)
«καινούρια αρχή
οριστική
η αυθύπαρκτη σούρα ζει
τέλος τα διάφορα τέλος οι δαίμονες οι ματαιώσεις τέλος
(υπεροχής)
καμία λόξα σε πηγή
καμιά πηγή αλώβητο υνί —
τέτοια αναγέννηση τέτοια χρυσ-αυγή
(υπεροχή)
η αυθύπαρκτη σούρα μας ζει» πίνουν
και πίνουν
την προσωπίδα του ονόματός τους
πίνουν
τον ακριβό τους βαγιοκαθρέφτη — «έλα
και ζει
»τί ασωτείες αδιήγητες του συμποσίου στα τρανταχτά ακόνια τους
τί έλξη πρόσφυγα
και μίτος χυμένος άγναντος στο πάθος του να περιέχει τον αγναντευτή (ματωμένος)
τί μάτωμα του τόνου της υπεροχής το πεπραγμένο — (με ξομολόγηση
σ’ ένα ζαρκάδι της Βαγδάτης — 200Χ)
τί τόνος πληρωμένος στο σπάραγμά του
τί προσωπίδα
τί προσωπίδα
τί τόνος
πλούτος
Πλούτωνα
και σούρα αυθύπαρκτη
υνί
τί μουσική
τί πλησμονή
τί πλησμονή στην αν-αρχία;
για τους έκλυτους της φύσης τους τους αιμομίχτες όλα αυτά
στις άκληρες λαβές τους
στις ηδονές τους
για τί μιλάνε;
αφού μεθάνε
σε άθεες αντιπράξεις πετάνε
στις πτώσεις πονάνε
για ποιόν μιλάμε;»
στις ερημιές λαλάμε
“αφότου μια συνομιλία είμαστε” – (η Bundesbank το ξέρει)
(στην ξεριζωμένη πλησμονή»
(σαν ρίζα κάτι»
(σαν πλησμονή»
(σαν ζωντανοί
(σαν πρόταση της αυθύπαρκτης σούρας
σαν ύστερα σαν άνθρωποι
*“…ύστερα θα καούν τα σάλια”, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα, Μάιος 2010.










