Γιώργος Γιαννόπουλος, Η τρυφερότητα του σημαίνοντος

Τις νύχτες ανοίγω την πόρτα
και μπαίνω στο σπίτι
δεν ξέρω πια
από πού το χέρι σου
μου έδινες
δεν ξέρω πια
πού να σε συναντήσω

Κι όμως τον χώρο όλο γνωρίζω
κι αυτή την εκκωφαντική του σιωπή
έτσι τουλάχιστον νόμιζα
είχα αφουγκραστεί τους ήχους
και τα βλέμματα όλα διάβασα
και τη γραφή του αίματος στις φλέβες
είχα μαντέψει όλες τις σκιές
και τα κορμιά μας γυμνά
στο πάτωμα ξάπλωνα

Πώς να σου πώ τώρα πια
ότι όλα ίδια είναι
θέλω να πω
ο ίδιος πόθος
κι η λαχτάρα ίδια
πώς φυλακίζεται ο άνθρωπος
στα ίδια του τα λόγια

Θέλω τώρα να σου πω
στη μέση της νύχτας στάθηκα
και την έκοψα στα δυό

βρήκα τα χέρια σου
βρήκα το κορμί σου
βρήκα τα μάτια σου
κι αυτή τη μυρουδιά
που πάντα χάνω

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Βίλλης Γούσιου και περιέχεται στο βιβλίο.

Βασίλης Βασιλειάδης, Δύο ποιήματα (αποσπάσματα)

Peter Kertis, Assymetries

ανοικονόμητα κι αταξινόμητα
ό πόθος καί τό πάθος
εκκεντρικότητες αυθεντικές
ολότελα ανάρμοστες
έχοντας φτύσει ή θυμηδία τους τά χρηστά ήθη καί τίς ηθικές
είδα
νά τούς δυναστεύουν απολαυστικά,
νά βιώνουν στιγμές τελείως καθαρές
πού απουσιάζουν οί κοστολογήσεις
καί οί αυτόχειρες μεταμέλειες
είδα
μέ τόλμη αφελή τά συναισθήματα
καί τρόπους ακραίους τίς επιθυμίες
τίς καυλωμένες αλήθειες τους
λιωμένες από τίς φλόγες τής ηδονής
τούς είδα 
καί σκέφθηκα
πώς είναι μεγαλοσύνη ανίκητη
νά βιώνονται ομορφιές καί αξίες μέγιστες
μόνο μέ τά ελάχιστα
αυτά τά τόσο δυσεύρετα
σχεδόν αφανισμένα από τά προγκρόμ τών δικτατοριών τής λογικοβλάβειας,
τόν πόθο,τό πάθος,
τό συναίσθημα,τή φαντασία
καί τό όνειρο,
αυτές τίς λίγες παλαβομάρες
πού σέ κάνουν νά μήν θέλεις ποτέ πιά
νά γυρίσεις πίσω στόν εαυτό σου 
καί στή ζωή πού έζησες 
χωρίς αυτές
τίς ελάχιστες καί τίς δυσεύρετες……

***

Όπως έζησα
όπως ζώ
ό,τι θά ζήσω 
σάν μικροσυνέχεια μέσα στή συνέχεια
καί σάν μικρόκοσμος κοινωνικοποιημένος 
μέσα στόν κόσμο τής τυχαιότητας καί τής αναγκαιότητας,
σάν  χρονική στιγμή ή ζωή μου
τής συγκυρίας τής ιστορικής καί κοινωνικής
όπως έζησα 
όπως ζώ
ό.τι θά ζήσω 
στόν κάθε τόπο 
τόν γεμάτο από τά κραταιά κομμάτια τής προύπαρξης του 
καί από τίς ταριχευμένες μυθοπλασίες του
πού ξεπιτούτου ή υστερία του μού επιβάλλει νά τίς δεχτώ σάν αξίες μου,
μέσα στήν απίστευτα μεγάλη φιλοσοφική βλακεία 
πού ή θεωρία τών ορισμών της προσπαθεί νά μέ περικυκλώσει 
μέ υποδείξεις διανοητικές 
γιά τό 
ποιά είναι ή ευτυχία μου
ή ελευθερία μου
τό δικό μου ευ ζείν 
όπως έζησα 
όπως ζώ 
ό,τι θά ζήσω 
σάν ερωτόσπερμα τού χάους 
τελείως άπιστο στίς βεβαιότητες 
ακροβατώντας στή σύρραξη μέ όλα αυτά 
πού μέ θέλουν ανάσκελο κανακάρη τους
ασκημένο στήν αποδοχή τών  νύν καί αείν στοιχίσεων 
τόσο πολύ βραχυκυκλωμένο 
πού νά μήν μπορεί τό “έτσι γουστάρω” μου
νά στουκάρει επάνω στήν αναμάρτητη ευγένεια τής Άννας 
αφήνοντας την νά αιμορραγεί σαστιμάρα 
γιά τήν ερωτοχαρή αναίδεια 
όπως έζησα 
όπως ζώ 
ό,τι θά  ζήσω 
έχει σκοπό τελικό 
νά κουβαλάω κάθε φορά 
μέρα μέ τή μέρα 
λίγο μεγαλύτερο βάρος ερωτευμένο μέ τήν αταξία μου καί τήν ελευθερία μου,
αυτό είναι τό δικό μου, τό καθημερινό, τό μικρό 
καί τό τόσο πεισματάρικο 
ευ ζείν
μέ αυτό σκοπεύω νά τελειώσω 
χαμογελώντας 
σάν μείγμα αντιθέσεων 
καί επιλογών ανεξήγητα αντιφατικών 
χωρίς νά ανακαλέσω τίποτε από αυτή μου τή σηματοδότηση 
μέχρι πού καί τό τελευταίο τών κυττάρων μου
θά ψελλίσει 
τό αντίο 

Γεωργία Τρούλη, Κάθε αφήγηση συμβαίνει

Δεν ταλαιπωρήθηκαν αφορμές και λέξεις
Έκρυψαν μάρμαρο σε χαρτί
Μαύρο σε ελάχιστο
Ελάχιστο σε άσπρο
Επιφάνεια που κάποτε καθρέφτης
ξεδιπλώθηκε δύο μέτρα
Ηλικία διαδρομή και ανάμνηση
Γεμίζουν οι χώροι κενό
Καταρρέει το σχήμα
Όταν αποκτά
Ένα κυβικό εκατοστό συναίσθημα
Γλιστράει το μελάνι στα χέρια κλεψύδρα
Κι όμως
Ξαναγίνεται χρόνος
Ενέργεια που συμπαθεί
Το πίσω από
Το μέσα σε
Το λίγο σε πολύ
Κ ανάστροφα
Όπως το μάτι το ένα που τις νύχτες το αφήνω στο πατάρι

Επιτακτικά συμμορφώνω σημεία που με διαλύουν
Θα διπλώσω την κοιλιά
Την ήβη
Την εικόνα στα δύο
Δεν θα συναντηθούν δύο κομμάτια στον ίδιο διάδρομο
Δεν θα ορίσουν ούτε θα οριστούν
Κάθε αφήγηση συμβαίνει τη στιγμή που κόβω το χαρτί
Με δόντια
Με νύχια
Με μάτια
Δυο ρέλια αυτοκινητόδρομο γεννά το κάθε πείσμα
Και βλέπω το πρίσμα σαν λίθο που μόλις έβγαλα από την θάλασσα

Δεν ξεγελιέμαι
Απατώ εμένα με εμένα
Όταν ξεμυτίζει
από τις ίνες
συγχώρεση
Χωράω- δηλαδή- μαζί
και πολλαπλασιάζω-
κοπάδια
τα βράδια
ενώ στο πατάρι το ένα μάτι ξαγρυπνά
το άλλο αποτυπώνει

Τον κάθε αμφιβληστροειδή τον χρειάζεσαι για να ζυγιάζεις
καλά το ανάστροφο.
——————————————————————————

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.

Νίκος Κροντηράς, Ψεύτικα ίχνη σκεπάζουν τον παγωμένο έρωτα

Ψεύτικα ίχνη σκεπάζουν
τον παγωμένο έρωτα
μυριάδες λευκά φύκια τρέχουν γύρω κραυγάζοντας
Στην ευδαιμονία είναι κλεισμένος ένας γέρος
και γυαλίζει μαριονέτες.
Γρήγορα ο δρόμος γέμισε ρυτίδες
Γρήγορα ακούμπα κι άκου την καρδιά
όποιος κι αν είσαι βιάσου
γιατί στα χρόνια αυτά
η ζωή μου έγινε ζωή σου.

Κόπηκε ο καρπός από το δέντρο
και αφέθηκε να σκουριάσει
Τυφλός
καλυμένος
κάτω από την αυλαία
με το σάβανο της νύχτας
ίδιος θάνατος
ζωγραφιά από βλέννα
εκείνος ο μικρός νεκρός
σ’ εκείνο το χωράφι
αφού νόμισε πως σκότωσε μερικά λουλούδια
μπήκε στο συρματόπλεγμα
σέρνοντας
σέρνοντας
το συρματοπλεγμένο σώμα του.
Και τον ρωτήσαν οι νεκροί
οι ετοιμοθάνατοι
γιατί Πεθαίνεις

*Το ποίημα αυτό είναι συνέχεια προηγούμενου που είχε δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.me/2015/12/30/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC%CF%82-%CE%B5%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CE%B5%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%84%CF%85%CF%86/

**Από τη συλλογή «Επανάσταση και…», αυτοέκδοση, Αθήνα 1991.

Fernando Pessoa, Ο φύλακας των κοπαδιών

ΙΙ

Το βλέμμα μου είναι καθαρό σαν ηλιοτρόπιο.
Συνηθίζω να περπατάω στους δρόμους
κοιτάζοντας μια δεξιά και μια αριστερά,
και πότε πότε πίσω μου…
Κι αυτό που βλέπω κάθε στιγμή
είναι ό,τι ποτέ πριν δεν είχα δει,
τα ξέρω εγώ ολα αυτά πολύ καλά…
Και ξέρω να σαστίζω με τον εαυτό μου
σαν ένα βρέφος που μόλις γεννιέται,
καταλαβαίνει πως γεννήθηκε στ’ αλήθεια…
Νιώθω να γεννιέμαι κάθε στιγμή
για την αιώνια νιότη τού κόσμου…

Πιστεύω στον κόσμο δπως σε μια μαργαρίτα,
γιατί τον βλέπω. Αλλά δεν τον σκέφτομαι,
γιατί σκέφτομαι είναι δεν καταλαβαίνω…
Ο κόσμος δέν έγινε για να τον σκεφτόμαστε
(σκέφτομαι σημαίνει είναι άρρωστα τα μάτια μου)
αλλά για να τον κοιτάμε και να συμφωνούμε μαζί του.

Εγώ δεν έχω φιλοσοφία: έχω αισθήσεις…
Αν μιλάω στη Φύση δέν είναι γιατί ξέρω τι είναι,
αλλά γιατί την αγαπώ, και γι’ αυτό ακριβώς την αγαπώ,
γιατί όποιος αγαπάει ποτέ δεν ξέρει τι αγαπάει,
ούτε ξέρει γιατί άγαπάει, ούτε τι είναι αγαπώ…

Αγαπώ είναι η αιώνια αθωότητα,
και η μοναδική αθωότητα είναι δεν σκέφτομαι…

III

Το σούρουπο, σκύβω απ’ το παράθυρο,
και ξέροντας με μια λοξή ματιά ότι μπροστά μου έχει χωράφια,
διαβάζω μέχρι να νιώσω τα μάτια μου να καίνε
το βιβλίο του Σεζάριο Βέρδε.

Αχ, πόσο τον λυπάμαι! Ήταν ένας χωρικός
που περπατούσε στην πόλη αιχμάλωτος εν ελευθερία.
Αλλά ο τρόπος με τον οποίο κοιτούσε τα σπίτια,
ο τρόπος με τον οποίο παρατηρούσε τους δρόμους,
το πώς θωρούσε τους ανθρώπους,
ήταν σαν κάποιος που κοιτάζει τα δέντρα,
που ρίχνει τα μάτια χαμηλά στο δρόμο που βαδίζει
και προχωράει κοιτάζοντας τα λουλούδια στα χωράφια…
Γι’ αυτό και ήταν πάντα τόσο λυπημένος,
αν και ποτέ δεν ομολόγησε τη λύπη του,
περπατούσε στην πόλη σαν κάποιος που δεν περπατάει στην εξοχή
λυπημένος σαν να πατίκωνε λουλούδια μέσα στα βιβλία
και νά ’βαζε φυτά στις γλάστρες…

*Από την ενότητα “Ο φύλακας των κοπαδιών” που περιέχεται στο βιβλίο “Ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο”, μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg, Ιούνης 2014.

Μαρία Σερβάκη, Θυμάσαι;

Θυμάσαι; θυμάσαι;
Το φως είπε το νερό
Και σταμάτησε
Ξανά
Μικρό γυαλιστερό μαύρο βότσαλο, είπε μικρό βότσαλο
σ’ αγαπώ

Το φως ακολουθώντας ο λαβύρινθος ψήγματα νερού

Είπε δεν κλαίω πια… Το κλάμα βυθίζεται μέσα μου, τσακίζει
τις φλέβες μου, γίνεται
Χορός

Υπάρχει τόση δυστυχία κάτω απ’ την πέτρα
Υπάρχει τόση δυστυχία πάνω απ’ την πέτρα
Έχω αρρωστήσει απ’ ανάγκη να κλάψω

Το λαχάνιασμα πλησιάζει το λαχάνιασμα πλησιάζει γρήγορα
γρήγορα δε μας μένει καιρός

Όταν ξύπνησα είπε ο Οδοιπόρος
Το αγαπημένο πρόσωπο ξεθώριαζε… άνθηση… κι αμέσως από
πουθενά φύσαγαν στάχτες κι ακούμπησα το θάνατο στο χέρι του θεού

*Από τη συλλογή “Ο οδοιπόρος”, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2013.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Ο μάγος

Στον Κώστα Σφήκα

Ο άνθρωπος με τη βελάδα
και το ημίψηλο
και μια βαλίτζα ανά χείρας
(κάτι σα βαλιτσάκι πλανόδιου γιατρού
ή οδοντογιατρού)
(ήη μάλλον, θήκη βιολιού)

Ο άνθρωπος λοιπόν αυτός μας ήρθε
έρχεται στη ζοφερή πολιτεία
από μακριά
απ’ άλληνε πες εποχή
σοβαρός σοβαρός
υποκλίνεται
ακουμπά τη βαλίτζα του χάμω
(θήκη βιολιού δίχως άλλο)
την ανοίγει και βγάζει
άλλη μικρότερη κι απ’ αυτή
άλλη ακόμα μικρότερη κ’ έπειτα
μιά ακόμα μικρότερη
κι απ’ αυτή
ένα βιολί
τοσοδά κι αρχινάει
το βιολί του
να παίζει μια γλυκερή μια ρομάντζα
παλιομοδίτικη κι αρχινάει
το βιολί το βιολί του
να χιονίζει
το χιόνι σκεπάζει τη ζοφερή πολιτεία
χιόνι! παντού τριγύρω
χιόνι! άσπρο σα το χιόνι οπού ’πεφτε παλιά
στηή Μολδαβία
ή
στην αυλή του θείου Νιόνιου
χιόνι! να δεις
τα ζευγάρια στροβιλίζονται πιο πέρα
η μικρούλα Ιννές στ’ αυτοσχέδιο έλκηθρό της
ένας χιονάνθρωπος ποιητής μεθυσμένος με κονιάκ
ο καταυλισμός των Τσιγγάνων του Πούσκιν
κι ακόμα
το πόδι μιας άσπρης αλεπούς στα δόντια μιας παγίδας
κ’ αίμα στο χιόνι απάνω
κ’ ίχνη στο χιόνι
ίχνη κ’ αίμα άσπρης αλεπούς
που φεύγει στα τρία της πόδια
καθώς βασιλεύει ο ήλιος
μ’ ένα λαγό στα δόντια της
ακόμα δα ζωντανό

«τα θαύματα της ελευθερίας»
του Ζακ Πρεβέρ

έτσι απλά

(τόσο απλά)
κι ας μη πιστεύει κανείς πια στα θαύματα
κανείς στη ζωή
— τόσο το χειρότερο! —

*Από τη συλλογή “μαύρα μάτια – τραγούδια για γραφομηχανή και τσιγγάνικη ορχήστρα”, Εκδόσεις Πλανόδιον, 2006.

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Δύο ποιήματα

Στοές

Κάποτε τα μικρά, τα τόσο ασήμαντα
όπως μια τοσοδά λεπτή κλωστή μπορεί να είναι
ο μίτος που σε φέρνει στη ζωή μες απ ́την άβυσσο
βήμα το βήμα προς το φως, έξω στον κόσμο.
Μα αν σου δοθεί η χάρη ξαφνικά και τόσο ανέλπιστα
βιάση δε θέλει στη χαρά σου τη μεγάλη.
Εύκολα μπλέκει το κουβάρι με μια κίνηση
εύκολα σπάει η κλωστή και τότε μόνος
κι ανήμπορος θα τριγυρνάς δίχως ελπίδα πια
χρόνια και χρόνια στις στοές που σε γνωρίζουν.\
Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος

***

Επιστροφή

Σπατάλησα το έχει μου μακριά στην ξενιτιά
είκοσι χρόνους δούλεψα σ`άλλα χωράφια.
Τα πατρικά τα πήραν αξιότεροι κι εγώ
χοίρους βοσκούσα για το ξεροκόμματο.
Ίσως γιατί το ήξερα πως στην επιστροφή,
στους πρώτους λόφους πλησιάζοντας στο σπίτι,
θα`βλεπα τη γνωστή φιγούρα του πατέρα μου
να καρτερά ακουμπώντας στο ραβδί του
να ξεφωνίζει, να χοροπηδά,
τους υπηρέτες του να κράζει να προφτάσουν
αρχοντικό να στρώσουνε το δείπνο μου
και πως μονάχος του θα έπεφτε μπροστά μου
για να μου πλύνει με τα δάκρυα τα πόδια μου
λες κι ήταν απ`τους δυο, αυτός ο φταίχτης.
Είκοσι χρόνους δούλεψα μακριά.
Τώρα το βλέπω που τα νιάτα μου σπατάλησα.
Κυλήσανε νερό στις χούφτες μου και τα`χασα
και πιο φτωχός κι απ`τους φτωχούς γυρίζω πίσω.
Αν ήμουν Οδυσσέας, θα`λεγα χαλάλι τους
είχα πολλά να δω, πολλά να μάθω
σε τόσες θάλασσες παλεύοντας με τον Θεό
με τόσα τέρατα φρικτά που με στοιχειώναν.
Όμως δεν ήμουν και το ήξερα καλά
πως στη δική μου Τροία, δίχως σκέψη,
ρίχνουνε πάντα στη φωτιά τα ξύλινα άλογα
και ασφαλείς χασκογελούν από τα τείχη.

*Από τη συλλογή “Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος” (2016).

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Μετά τα μεσάνυχτα

Έχω για φίλο ένα λύκο,
όταν δεν ουρλιάζει στο φεγγάρι
μυστικά με οσφραίνεται

τον τελευταίο καιρό
έχουν αρθεί οι επιφυλάξεις,
πονηρά κλείνει το μάτι
καθώς πάνω μου τρίβεται

δεν έχει πια αυταπάτες
το νερό το σιχαίνεται

μου ζητάει ουίσκι με αγάπη
Harold Pinter
Samuel Beckett
και George Lucas

Το βράδυ που μου είπε
ειρήνη υμίν αδελφέ μου,

τον κατασπάραξα.

*Από τη συλλογή “Η πλατεία των Ταύρων”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2017.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Επίκαιρες προσευχές

Ούτε για ευτυχία πια
ούτε για δύναμη
ούτε καν γι’ αγάπη.

Απλά για τα βράδια·
απλά να μην είμαι τόσο θυμωμένος τα βράδια.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com