Guillaume Apollinaire, Πολέμου θαύματα

Τί ρουκέτες φαντασμαγορικές αύτές
Φεγγοβολούν τη νύχτα φθάνουν στο κατακόρυφο
Κι ύστερα σκύβουν να μάς κοιτάξουν
Είναι γυναίκες καί χορεύουν μ’ ένα άνάβλεμμα
Για μάτια γιά μπράτσα καί καρδιές

“Ηπια την τσαχπινιά καί τό χαμόγελό σου
Έτσι είναι κι ή καθημερινή άποθέωση κάθε
Βερενίκης μου
Ή χτενισιά της έγινε ούρα κομήτη
Αύτές οί διπλοεπίχρυσες χορεύτριες
’Ανήκουνε σ’ δλες τις ράτσες καί σ’ όλους τούς καιρούς
Ξάφνου γεννούν παιδιά κι έχουν χρόνο μόνο
Γιά νά πεθάνουν

Τί ρουκέτες φαντασμαγορικές όλες αύτές
Μά τί καλά αν ήσαν περισσότερες ακόμη
“Αν ήσαν εκατομμύρια τέτοιες μέ σημασία
Πλέρια καί προσιτή σάν γράμματα βιβλίου
Μά κι έτσι εϊναι ήδονή
Σά νά τινάχτηκε ζωή
Μέσ’ άπό πλάσματα ετοιμοθάνατα μά τί
Καλά αν ήσαν περισσότερες ακόμη τις θωρώ
Σάν ομορφιά πού φανερώνεται καί φθίνει

Θαρρώ πώς βρίσκομαι σέ φωταγωγημένο
Πανηγύρι a giorno
Ευτυχία πού προσφέρει ή γη στόν εαυτό της
Πεινά κι ανοίγει χλωμά πλατιά στόματα ‘
Η Γη πεινά καί νά τ’ άνθρωποφάγο χαροκόπι τού Βαλτάσαρ

Ποιός νά φαντάζονταν πώς θά’ταν τόσο κανίβαλος
Νά χρειαστεί τόση φωτιά νά καψαλίσει σάρκα άνθρώπου
Νά γιατί έχει ό άνεμος μιά γεύση έμπυρευματική
Κακή δέ θά’ταν γιά τούς Θεούς μά θά’ταν πιο καλή
‘Η γιορτή αν ούρανος καί γη τρώγαν μαζί
Γιά νά μήν τρέφεται μόνο ψυχές καταβροχθίζει
Καί μένει ικανοποιημένη νά ταχυδακτυλουργεί
Πολύχρωμες φωτιές
’Αλλά άνθισα στή γλύκα τοϋ πολέμου αύτού
Μ’ δλη τή συντροφιά μου στά χαρακώματα
Κραυγές φλόγας άγγέλλουν άδιάκοπα το παρόν μου
Έσκαψα λαγούμι τεντώνομαι καί τινάζομαι
Σέ χιλιάδες μικρές εκβολές

Είμαι στά χαρακώματα τής πρώτης γραμμής
Μά καί παντοϋ
Ή καλύτερα άρχίζω νά είμαι παντού
Πρώτος έγώ άρχίζω το πρόβλημα αύτό
Γιά τούς μελλούμενους αιώνες
‘Η πραγματοποίησή του θ’ άργήσει πιο πολύ
Καί άπο το μύθο τοϋ ’Ικάρου

Κληροδοτώ στο μέλλον τήν ιστορία τοϋ Γκυγιώμ Άπολλιναίρ
Ήταν στον πόλεμο όμως μπορούΰσε νά ήταν παντού
Στά ξέγνοιαστα χωριά πίσω άπο τις γραμμές
Καί σ’ δλο το υπόλοιπο τής οικουμένης
Σ’ αυτούς πού πέθαναν κρατώντας το συρματόπλεγμα
Σέ γυναίκες σέ κανόνια σ’ άλογα
Στο ζενίθ στο ναδίρ καί στά τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Στή μοναδική δριμύτητα τής παραμονής τούτης τής μάχη
Άλλά τό δίχως άλλο θά ’ταν ακόμη πιο καλά
Άν μπορούσα να υποθέσω πώς δλα τα πράγματα
Πού κατοικώ παντού μπορούν να κατοικούν σέ μένα
Μά δέν υπάρχει τίποτα μέ έννοια τέτοια
Γιατί αν αύτή τή στιγμή είμαι παντού
Έγώ μόνο μπορώ να είμαι μές στον εαυτό μου.

*Από το βιβλίο “Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Ποιήματα”. Μετάφραση: Νίκος Σπάνιας. Εκδόσεις Γνώση, 1982.

Hans Magnus Enzensberger, Τρία ποιήματα

ΕΡΕΥΝΑ ΚΙΝΗΤΡΩΝ

Δυστυχώς δεν έχω άλλη επιλογή από το να σας σκοτώσω.
*επειδή αρνείστε να μιλήσετε Βασκικά
*επειδή η τράπεζα αρνήθηκε να υπερβώ το δάνειό μου
*εξαιτίας του πατερούλη
*επειδή δεν αντέχω τη θέα ημίγυμνων γυναικών
*επειδή οι πλούσιοι μου μπαίνουν στο μάτι
*εξαιτίας του σπλαχνικού Παντοδύναμου
*επειδή δεν μου δίνετε άλλα φράγκα για την πρέζα μου
*επειδή δεν μου φαίνεστε αρκετά Καθολικοί / είστε υπερβολικά Καθολικοί
*επειδή με προσβάλατε και το φέρω βαρέως
*εξαιτίας της μανούλας
*επειδή πάντα με στραβοκοιτάτε
*επειδή επέλεξα τη λάθος απάντηση στις εξετάσεις κι απέτυχα
*επειδή ακούω φωνές
*και τέλος πάντων. Επειδή έτσι.
Σας ευχαριστώ για την κατανόησή σας.
(Παρακαλώ, πριν δράσετε, σταυρώστε αντιστοίχως!)

***

ΜΟΛΥΒΔΟΣ

Τότε που έλαμπαν ακόμα, πυρωμένα απ’ την τήξη,
τα στοιχεία του τυπογράφου ήταν τοξικά.
Φρέσκο, αστραφτερό μέταλλο,
που γκριζάρει στον αέρα
τόσο βαρύ και μαλακό
που ένα νύχι μπορεί να το χαράξει.
Αναφλέγεται από μόνο του,
εκρήγνυται, όταν το κάνουμε σκόνη,
μέσα σε παλιές μπαταρίες, φακούς, ασφάλειες,
σκάγια και παράθυρα εκκλησιών,
αστράφτει πάνω σε γυαλιά και κρύσταλλα Βοημίας.
Oι πυροτεχνουργοί το χρησιμοποιούν ακόμα.
Κόκκινος μύλυβδος, λευκός μόλυβδος: επικίνδυνα χρώματα
μέσα σε παλιές ζωγραφιές, ενώ στο τέλος κάθε χρονιάς
συνοδεύει τις ευχές μας. Συγκεντρώνεται φανατικά
στα κόκαλά μας, δημιουργώντας κολικούς,
αραιούς, αργούς σφυγμούς, τρέμουλα,
αστάθεια και μελαγχολία.
Ένα αδυσώπητο δηλητήριο που μας θωρακίζει
από άλλα, αόρατα δηλητήρια, π.χ.,
απ’ τη βαριά ποδιά που μας φοράει
η όμορφη νοσοκόμα
με τη λευκή φορεσιά
την ώρα που εμείς
φτύνουμε αίμα.

*Από τη συλλογή “Η Ιστορία των Νεφών” (2003).

***

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Όταν σήκωσα τα μάτια πάνω απ’ τη λευκή μου σελίδα
είδα έναν άγγελο στο δωμάτιο.

Έναν, μάλλον, κοινό άγγελο,
πιθανότατα, χαμηλής βαθμίδας.

Δεν φαντάζεστε, μου είπε,
πόσο αναλώσιμος είστε.

Από τις δεκαπέντε χιλιάδες αποχρώσεις του μπλε, είπε,
η κάθε μία τους έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο

απ’ οτιδήποτε κάνετε
ή αποφεύγετε να κάνετε σ’ αυτή τη ζωή,

για να μην αναφερθώ στα ορυκτά
και στο Μεγάλο Σύννεφο του Μαγγελάνου.

Ακόμα κι ο πιο κοινός θάμνος, έτσι μετριόφρων καθώς είναι,
θα άφηνε ένα κάποιο κενό πίσω του. Εσείς όχι.

Όπως διέκρινα από τα φωτεινά μάτια του
πρέπει να ήλπιζε σε μια διαφωνία, σ’ έναν βαρύ καυγά.


Ωστόσο εγώ δεν έκανα ούτε βήμα. Περίμενα σιωπηλά
ώσπου αυτός να φύγει.

*Από τη συλλογή “Κιόσκι” (1995)

** Τα ποιήματα αυτά περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Η Ιστορία των Νεφών και άλλα ποιήματα”, σε μετάφραση Γιώργου Πρεβεδουράκη, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2016.

Μίμης Κωστήρης, Ποιήματα

*Ανθολόγηση: Γιάννης Βούλτος


ΣΤΑΥΡΟΙ

Κεραίες υψώνονταν πάνω απ’ τις ταράτσες
Ένα δάσος πυκνό
μέχρι πέρα μακρυά
όσο πήγαινε το μάτι
όσο απλωνόταν η άχαρη πόλη
Σταυροί έλεγες σε απέραντο νεκροταφείο
Στις πολυκατοικίες μέσα
θαμμένοι οι ζωντανοί …

***

ΤΟΠΟΣ ΚΛΕΙΣΤΟΣ

Πήγε να γράψει ένα ποίημα από ήλιο
όλη τη μέρα μάζευε βότσαλα λέξεις
επίθετα στιλπνά, χαρούμενα
Ήθελε να το χαρίσει στη μάνα του
Ν’ ανοίξει η ψυχούλα της
Δεν μπόρεσε
Σκόνταψε στης γης τα ουσιαστικά

***

ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Σε μπαλκόνια σε ήθελα
πύρινος, της ανατροπής ο λόγος
να καίει το στόμα σου
Σε μαρμαρένια αλώνια
άκαμπτος ο δείκτης
να σημαδεύει τους ένοχους
Σε πεδία μαχών
έφιππος να μάχεσαι
τη συννεφιά του Κόσμου
Αρχάγγελο σε ήθελα – όχι γραφιά
Ρομφαία να κρατάς – όχι μολυβάκια
Τώρα ρίψασπις
παίζοντας της ιδιοκτησίας τα κλειδιά
περιφέρεις την αστική σου συνείδηση
στους υποταγμένους δρόμους
Αχ! Αλλιώς σου έπρεπε
κιοτή μου να ζήσεις
Κάλλιο να είχες νικηθεί·
χιλιάδες οι νικημένοι
Εσύ όμως παραδόθηκες!

***

ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥΝΤΑΙ

Απ’ το στόμα των αποθαμένων
ένα κόκκινο γαρύφαλλο βγαίνει
Το παίρνουν οι θεοί
για να σταλάξουν ελπίδα
στην πληγή μας
Οι Άγγελοι φυλάνε τα μνήματα
ανάβουν τα καντήλια
χαϊδεύουν με τις φτερούγες τους
τις εντάφιες πλάκες
Δεν παύουν ν’ ανθίζουν οι ασφόδελοι
Τα φύλλα της καρδιάς δεν πεθαίνουν
Μόνο ταξιδεύουν
Ταξιδεύουν βουβά στον αέρα
μ’ ένα χαμόγελο αισιοδοξίας
στα ανύπαρκτα χείλη

***

ΑΚΟΜΑ

Τελευταία το ίδιο όνειρο βλέπω
Ο πατέρας να με καλεί
απ’ τον ανοικτό τάφο
«Έλα άργησες…
Πρέπει να κλείσω…»
Κι η μητέρα πάντα πονόψυχη
να τον μαλώνει
«Άφησε το παιδί έξω να παίξει…»

*Από τη συλλογή «Της Γης τα Ουσιαστικά» Χαραμάδα, 2007.

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ

Ανθισμένη κερασιά
στρίβει στη γωνία
Φουριόζα
πέφτει πάνω μου
Εγκαταλείπομαι
ανθοβολημένος
στην αύρα της
Πώς να τα βάλεις
με την άνοιξη

***

ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΩΡΕΣ

Απορεί η νύχτα
Ο χρόνος
αμήχανος στέκει
Το κόκκινο νέρωσε
Τι χρώμα να δώσουμε
στα φτερά μας
Oι ωραίοι νεκροί
μας αποστρέφονται
Ούτε που έρχονται
στα όνειρά μας
Οι πλατείες
γέμισαν άδειους ήχους
Οι δρόμοι
χωρίς βάγια και κλάδους
Χωρίς ωσαννά
Στο σκοτάδι
όλη τη νύχτα έγραφα
έγραφα …
Το πρωί τίποτα δεν είχε μείνει
Λευκό το χαρτί με κοιτούσε

***

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Το χάος του ασήμαντου
νυχτωμένους μας βρήκε
και μας πέρασε τις χειροπέδες
Τώρα άμετρος λόγος ηγεμονεύει
Κουβέντες κούφιες
άναρθρες κραυγές
Οι καθαρές φωνές
λιώνουν στην απομόνωση
Κι εσύ στην παρανομία περνάς
Τις νύχτες βγαίνεις κρυφά
και στιχάκια γράφεις στους τοίχους

***

ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ

Αναπαυμένο το σώμα
αγκαλιάζεται
με το γενέθλιο χώμα
Η ψυχή όμως γυμνή
πώς να βιώσει
τόση περιπλάνηση

***

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

Δεν περνά πια
από εκείνον τον δρόμο
Κουράστηκε κάθε φορά
να ανακαλεί στην μνήμη
σπίτια κι’ αυλές
φωνές αγαπημένες
και εξαίσια
του γιασεμιού αρώματα
Μα πιο πολύ κουράστηκε
να σκάβει άσφαλτο και πεζοδρόμια
ψάχνοντας απεγνωσμένα για ’κείνα
των παλαιών βημάτων του τ’ αχνάρια …

*Από τη συλλογή «Άγρυπνες Ώρες» Χαραμάδα, 2009.

#Βιογραφικό: Ο Μίμης Κωστήρης γεννήθηκε στην Πάτρα το 1939, όπου και διαμένει. Διατηρούσε μέχρι το 2000 τεχνικό γραφείο ως τεχνολόγος μηχανικός. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά και έχουν βραβευθεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Διατηρεί διαδικτυακή ποιητική ιστοσελίδα στη διεύθυνση: http://kostiris.blogspot.com
Βιβλία του:
«Της Γης τα Ουσιαστικά» Χαραμάδα, 2007
«Άγρυπνες Ώρες» Χαραμάδα, 2009

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/4675

Primo Levi, Τρία ποιήματα

ΚΑΤΑΠΛΟΥΣ (ή Η ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ)

Χαρούμενος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπιασε λιμάνι
Ποὺ ἀφήνει πίσω του πελάγη, τρικυμίες
Πού ̓χει τὰ ὄνειρά του ἀγέννητα ἤ, νεκρὰ
Καὶ κάθεται νὰ πιεῖ στὸ καπηλειὸ τοῦ Μπρέμα
Σιμὰ στὴν παραστιὰ κι ὁλόγιομος εἰρήνη.
Χαρούμενος ὁ ἄνθρωπος σβηστὴ φλόγα ποὺ μοιάζει
Ἄμμος ποὺ μοιάζει ποταμίσιας ὄχθης
Ποὺ τὸ φορτίο τ’ ἀπόθεσε κι ἔχει τὸ μέτωπο καθάριο
Καὶ ποὺ στῆς δημοσιᾶς τὸ χεῖλος ξαποσταίνει.
Δὲν φοβᾶται, δὲν ἐλπίζει μήτε προσδοκᾶ,
Μόνο καρφώνει τὰ μάτια
στὸν ἥλιο, ποὺ φεύγει

***

ΔΕΥΤΕΡΑ

Τί εἶναι ἀπὸ ἕνα τραῖνο θλιβερότερο;
Ποὺ φεύγει ὅταν πρέπει, ποὺ
Δὲν ἔχει παρὰ μιὰ φωνὴ μονάχα
Ποὺ δὲν ἔχει παρά, ἕναν δρόμο.
Τίποτα θλιβερότερο ἀπὸ ἕνα τραῖνο.
Ἴσως ἕνα ἄλογο ποὺ τό ̓χουνε νὰ κουβαλάει.
Δεμένο μὲ τὴ λαιμαριά του
Ἀνήμπορο ἀκόμη καὶ στὸ πλάι νὰ κοιτάξει.
Προχωρῶ, ἡ ζωή του.
Κι ἕνας ἄνθρωπος;
Ἕνας ἄνθρωπος, δὲν εἶναι θλιβερός;
Ἂν γιὰ καιρό, ζεῖ μοναχός του
Ἂν πὼς ὁ χρόνος, τέλειωσε πιστεύει
Θλιβερὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι

17 Ἰανουαρίου τοῦ 1946.

***

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΟΡΑΚΙΟΥ

«Ἀπὸ πολὺ μακριὰ εἶμαι φερμένο
Κακὰ μαντάτα γιὰ νὰ φέρω.
Πέρασα τὸ βουνὸ
Τὸ σύννεφο ἔσκισα τὸ χαμηλὸ
Καὶ σὲ στέρνες τὴν κοιλιά μου καθρέφτισα.
Πέταξα χωρὶς νὰ ξαποστάσω
Γιὰ μίλια ὁλόκληρα χωρὶς νὰ ξαποστάσω
Γιὰ νά ’βρω τὸ παράθυρό σου
Γιὰ νά ’βρω τὸ αὐτί σου
Τὸ καινούριο κακὸ νὰ σοῦ πῶ
Ποὺ τὴν χαρὰ τοῦ ὕπνου θὰ σοῦ πάρει
Ποὺ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ θὰ σοῦ τὰ μαγαρίσει
Ποὺ κάθε βράδυ στὴν καρδιὰ θὰ σοῦ θρονιάζεται».
Αἰσχρὰ τραγουδοῦσε, χορεύοντας
Πέρα ἀπ’ τὸ τζάμι, πάνω στὸ χιόνι.
Σὰν ἔπαψε, κοίταξε ὅλο μοχθηρία
Σταύρωσε μὲ τὸ ράμφος του τὸ χῶμα
Καὶ ἅπλωσε τὰ μαῦρα του φτερά.

*Μετάφραση: Χρῖστος Κρεμνιώτης

**Ο Primo Levi γεννήθηκε τὸ 1919. Ἦταν Ἰταλοεβραῖος συγγραφέας καὶ ποιητής. Τὸ 1943 φυλακίστηκε στὸ στρατόπεδο συγκέντρωσης τοῦ Ἄουσβιτς. Τὶς ἐμπειρίες του ἀπὸ τὴ ζωὴ στὸ Ἄουσβιτς τὶς κατέγραψε στὸ δημοφιλέστερο ἔργο του, τὸ Ἐάν αὐτὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Πέθανε αὐτοκτονώντας τὸ 1987.
***Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιιοδικό “Νέο Επίπεδο” τεύχος 41/1, Απρίλης 2014.

Ένα ποίημα της Alda Merini σε τρεις εκδοχές

Io non ho bisogno di denaro
ho bisogno di sentimenti di parole
di parole scelte sapientemente
di fiori detti pensieri
di rose dette presenze
di sogni che abitino gli alberi
di canzoni che facciano danzare le statue
di stelle che mormorino all’ orecchio degli amanti.

Ho bisogno di poesia
questa magia che brucia
la pesantezza delle parole
che risveglia le emozioni e dà colori nuovi

Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.
Έχω ανάγκη από αισθήματα,
από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,
από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,
από ρόδα που τα λένε παρουσίες,
από όνειρα που κατοικούν τα δέντρα,
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν,
από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών.
Έχω ανάγκη από ποίηση,
εκείνη τη μαγεία που καίει το βάρος των λέξεων,
που ξυπνά τις συγκινήσεις και φέρνει καινούργια χρώματα.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου
Πηγή: http://www.bibliotheque.gr/article/63994

***

“Δεν έχω ανάγκη τα λεφτά.
Έχω ανάγκη από αισθήματα,
από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,
από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,
από ρόδα που τα λένε παρουσίες,
από όνειρα που στολίζουν τα δέντρα,
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν
από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών…

Εχω ανάγκη από ποιήματα,
αυτήν τη μαγεία που αλαφρώνει τις λέξεις,
που ξυπνάει τις συγκινήσεις και γεννάει χρώματα αλλιώτικα.”

*Μετάφραση: Βασίλης Ρούβαλης
Πηγή: http://vassilisrouvalis.blogspot.gr/2013/10/alda-merini.html

***

Δεν έχω ανάγκη τα χρήματα
Χρειάζομαι μόνο αισθήματα,
από λέξεις, λέξεις σοφά διαλεγμένες
από λουλούδια που λέγονται σκέψεις
από τριαντάφυλλα που λέγονται παρουσίες
από όνειρα που ντύνουν τα δέντρα
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν
από αστέρια που ψιθυρίζουν στ΄ αυτί των εραστών.

Χρειάζομαι την ποίηση,
αυτή την μαγεία που ξαλαφρώνει από το βάρος τις λέξεις
που ξυπνά συγκινήσεις και φέρνει νέα χρώματα

*Μετάφραση: Velvet
Πηγή: https://beatrikn.wordpress.com

Ένα ποίημα του Καλλίμαχου

Ποιος να ‘σαι, ξένε ναυαγέ;
Σε βρήκε ο Λεόντιχος νεκρό στην αμμουδιά
και σ’ έθαψε σ’ αυτόν εδώ τον τάφο

.

κι έχυνε δάκρυα για τη δική σου
και τη δική του πρόσκαιρη ζωή·
γιατί κι αυτός δεν ησυχάζει,
σαν γλάρος διαρκώς θαλασσοδέρνεται.

*Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Πάρθηκε από εδώ: https://charalamposgiannakopoulos.com/2014/02/07/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%BF%CF%85/

Στεφάν Μαλλαρμέ, Ο καταραμένος γελωτοποιός και άλλα ποιήματα

Ανησυχία

Δεν έρχομαι να κατακτήσω απόψε το σώμα σου, θηρίο
Όπου ενός λαού οι αμαρτίες φτάνουν, ούτε να σκάψω
Καταιγίδα θλιβερή στα βρώμικα μαλλιά σου
Με του φιλιού μου την ανίατη πλήξη:

Ύπνο στο λίκνο σου βαρύ και δίχως όνειρα γυρεύω
Κάτω από πέπλα τριγυρνώ που δεν τα αγγίζουν τύψεις,
Ενώ εσύ από απάτες σκοτεινές μετά απολαμβάνεις,
Εσύ που ανύπαρκτη καλύτερα απ΄ τους νεκρούς γνωρίζεις.

Γιατί η Κακία, την έμφυτη ευγένεια ροκανίζει
Και όπως εσένα με στειρότητα με έχει σημαδέψει,
Μα ενώ στο πέτρινό σου στήθος κατοικεί

Καρδιά που αμαρτία καμιά δεν το πληγώνει,
Φεύγω ηττημένος και χλωμός, σάβανο με στοιχειώνει,
Φοβάμαι μην αφανιστώ, αφού κοιμάμαι μόνος.

***

Θλίψη του καλοκαιριού

Ήλιος, πάνω στην άμμο, κοιμωμένη ατίθαση,
Στων μαλλιών το χρυσάφι χαύνο λουτρό,
Σε παγωμένο μάγουλο θυμίαμα ανάβει
Κι ανακατεύει δάκρυα με φίλτρο ερωτικό.

Άφθαρτης ανακωχής λάμψη λευκή
Φιλιά μου ντροπαλά, θλιμμένα είπες,
“Ποτέ δεν θα γίνουμε μια μούμια απλά
Απ’ την αρχαία έρημο κάτω και τους ξένοιαστους φοίνικες! ”

Αλλά η κόμη ποτάμι ζεστό,
Την ψυχή που μας στοιχειώνει ατρόμητα πνίγει
Και βρίσκει για σένα Ανυπαρξία ανείδωτη.

Απ’ τα δακρυσμένα σου βλέφαρα τη σκιά θα γευτώ,
Για να μάθω αν θα δώσει στην καρδιά που τραυμάτισες
τη σκληρότητα του ουρανού και των βράχων.

***

Ο καταραμένος γελωτοποιός

Μάτια, λίμνες από τη μέθη απλά να ξαναγεννηθώ
Μα όχι ηθοποιός που με την κίνηση θύμιζα
Σαν πούπουλο των λυχναριών την πρόστυχη αιθάλη,
Τρύπησα στου τοίχου τον καμβά ένα παράθυρο.

Πόδια και χέρια ξεκάθαρα κολυμβητή προδότη,
Με άλματα πολλαπλά, ξορκίζοντας το κακό
Άμλετ! σαν να έσκαβα μέσα στο κύμα
Τάφους χιλιάδες εκεί για να χαθώ αγνός.

Χρυσό κύμβαλο ιλαρό με γροθιές θυμωμένες,
Ξαφνικά ο ήλιος τη γύμνια χτυπά
Αγνή εξαϋλωμένη από τη μαργαριταρένια μου λάμψη,

Σάπια νύχτα του δέρματος όταν πατούσες επάνω μου,
Δεν ήξερες, αχάριστη! ήταν όλη μου η στέψη,
Η μάσκα αυτή που βυθίστηκε στα σκοτεινά του παγετώνα νερά.

***

Το κάστρο της ελπίδας

Χλωμή κυματίζει η κώμη σου
Μέσα από του κορμιού τα αρώματα
Παιχνιδιάρικη σημαία λευκή
Που το μετάξι της ξανθαίνει στον ήλιο.

Κουρασμένη από τη μάχη των θρήνων
Η ανάσα ενός τυμπάνου το νερό παγιδεύει,
Το παρελθόν της αρνείται η καρδιά μου
Και την πλεξούδα σου λύνει σε κύματα,

Επιτίθεται, ιππεύει – ή κυλά μεθυσμένη
Μέσα από αιμάτινα έλη, για να
Φυτέψει σημαία ολόχρυση
Στο σκοτεινό αυτό χάλκινο κάστρο

– Όπου, από αδιαφορία δακρύζει,
Την πλάτη η Ελπίδα γυρίζει και χαϊδεύει
Χωρίς κανένα αστέρι χλωμό να προβάλει
Τη σκοτεινή σαν κατάμαυρη γάτα Νυχτιά.

***

Αναστεναγμός

Στο μέτωπό σου η καρδιά μου όπου ονειρεύεται, γαλήνια αδελφή,
Ένα φθινόπωρο σπαρμένο φακίδες,
Και στα ουράνια όπου το αγγελικό σου βλέμμα πλανιέται
Υψώνεται, όπως σε κήπο περίλυπο,
Πιστή, ένα λευκό σιντριβάνι νερού προς το Γαλάζιο ανασαίνει!
– Προς το τρυφερό Γαλάζιο του χλωμού και καθάριου Οκτώβρη
Που αντανακλά στις μεγάλες δεξαμενές την άπειρη χαύνωση
Και αφήνει, στο πεθαμένο νερό όπου η πυρόξανθη αγωνία
Των φύλλων πλανιέται στον άνεμο και ένα κρύο αυλάκι σκαλίζει,
Να σέρνεται ο κίτρινος ήλιος από μια ακτίνα ατέλειωτη.

*Μετάφραση: Ανδρονίκη Δημητριάδου.

**Ο Στεφάν Μαλλαρμέ (Stéphane Mallarmé) γεννήθηκε στο Παρίσι το 1842. H ζωή του πέρασε με σχετική στέρηση, κόπους και εξάντληση της υγείας του σώματος, μέχρι τον ξαφνικό θάνατό του στα 1898. Όλη η ποιητική προσπάθεια του Μαλλαρμέ αναζητεί την καθαρότητα, που εξαφανίζει τον ποιητή και αφήνει το προβάδισμα στις λέξεις που γίνονται μέσο αναγωγής του κόσμου: λέξεις που γίνονται αυτόνομες ολοκληρωμένες μονάδες με πολλαπλές σημασίες, μουσικότητα στη σύνθεσή τους και των οποίων η σύνταξη ακολουθεί τρόπους καινοφανείς. Η αληθινή ζωή για εκείνον βρίσκεται στην περιπέτεια του πνεύματος και της τελείωσης της γραφής, στην ποίηση που τη θεωρεί τη μόνη άξια απασχόληση για τον άνθρωπο. Η ποιητική εμπειρία του Μαλλαρμέ, που οδήγησε σε όλα τα νεωτερικά κινήματα του 20ου αιώνα είναι μοναδική. Στην ποιητική του τέχνη τον σημάδεψαν ο Μπωντλαίρ και ο Πόε, τον οποίο και μετέφρασε (Το Κοράκι, Ποιήματα). Αλλά από το 1864, ο Μαλλαρμέ ξεπερνάει το πρότυπό του τον Μπωντλαίρ και, συνθέτοντας την «Ηρωδιάδα», λυρικό δράμα που δημοσιεύτηκε ανολοκλήρωτο (1869), έχει συνείδηση ότι ανακαλύπτει μια καινούργια γλώσσα και μια καινούργια ποιητική “που δεν ζωγραφίζει το πράγμα, αλλά την εντύπωση που γεννά”. Άλλα του έργα: «Το απόγευμα ενός Φαύνου», «Prose des Esseintes», «Ποιήματα» (Poésies), «Σελίδες» (Pages), «Ποιήματα και Πεζά» (Vers et Prose), «Περιπλανήσεις» (Divagations).

***Από εδώ: https://www.vakxikon.gr/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BD-%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD-%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%BF/

Μαρία Γερογιάννη, Έξι ποιήματα


Έφηβη

Το δωμάτιο
Λευκοί οι τοίχοι
καθαγιασμός και αγνότητα
Το δάχτυλο προστάζει
οι σκέψεις δένονται

Τα χρόνια της κρατούν το μυστικό
Βουλιάζει στον μύθο της
κι η θάλασσα βουρκώνει
Λικνίζεται το όνειρο

Το χέρι της στο παγωμένο μάρμαρο
οι τοίχοι κατάλευκοι
Το βλέμμα ξανά στον ορίζοντα μέσα απ’ το θαμπό τζάμι

***

Τέλος

Ανάστατες θάλασσες
στη διαπασών της Ιστορίας
Μαρμάρινη Κλεοπάτρα
υποκλίνεσαι στο απόγειο των αισθήσεων
Στις χούφτες σου ο ήλιος
Περίμενες το πλοίο του πολέμου
Δεν άργησαν να έλθουν τα κακά μαντάτα
Ο ήλιος πήγε ξανά στη θέση του

***

Η μοναξιά ξαγρυπνά

Στο αθόρυβο βήμα σου που ενοχλεί τους άλλους
Στο χάδι που παγώνει το χέρι σου
Στα λόγια μαστίχα στα χείλη τους
Στις φωτογραφίες -χαμογελάστε, παρακαλώ-

Στις άφωνες αλήθειες

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012.

——


Η σιωπή

Στοχάζεται
Αναπολεί το πορφυρούν,
το ουρανί, το κίτρινο των σπαρτών,
τους θάμνους του ενός πρωινού

Τώρα
κουφάρια ξύλινα τα δάση

Και η σιωπή λαλέουσα:
Πόσο μεγάλωσες μικρό μου!
Έκανες και παιδιά

***

Έρωτας

Το σώμα της,
σώμα της λύρας
Το βλέμμα του,
δοξάρι
Η νύχτα αγκαλιάζει

Τον Έρωτα τον τίμησαν
μ’ όλα τα σύνεργα του φεγγαριού.

Άχρονη ατελεύτητη στιγμή
στην αιωνιότητα

Μέσα σε μυστήριο
Μέσα στα άχραντα μυστήρια
γεννήθηκε με σκέψεις Θεϊκές

***

Η σκιά

Πώς να σε ντύσω
Πώς να σε βάψω
Να σου φορέσω ψηλά τακούνια,
ψηλόλιγνη φιγούρα
Πώς τα μαλλιά σου να χτενίσω,
να γράψουν λέξεις να τις δω

Σου ζήτησα να φέρεις χρώματα,
του καραβιού σου τα πανιά να ζωγραφίσω.

Άσπρα τα θέλεις τα πανιά σου

*Από τη συλλογή “Φωνή φωνηέντων”, Εκδόσεις Μελάνι, 2017.

Θεοδοσία Μαρινούδη, Τρία ποιήματα

Don’t you ever meet me

Εδώ στην Κυψέλη
οι ημικρανίες
μέρα και νύχτα χτυπάνε
σαν τις καμπάνες του Ταρκόφσκι.
Εδώ στην Κυψέλη
εγώ δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά.
Γιατί εγώ
η αγάπη είναι
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ

***

Τα βράδια στη Φωκίωνος

Όταν κλείνουν οι ουρανοί της Κυψέλης
Οι γάτες της κλείνονται στις χορδές των πιάνων.
‘Έτσι είναι μέσα στα παλιά αρχοντικά.
Τα κόκκαλα στα σπλάγχνα των πιάνων
δεν τα αγγίζει κανείς.
Όχι όχι δεν τσακίστηκε η ποιήτρια
στον πεζόδρομο.
Θα είναι οι γάτες που ανοίγουν
τους ουρανούς της Κυψέλης.

Είναι η τελευταία σου ευκαιρία
Για ένα τουλάχιστον σημείο στίξης.

***

Τα βράδια που σε περιμένω

Όταν τα βράδια μου γυρίζουν ανάποδα
Αδειάζουν μέσα από τις χούφτες τους
Ζωηρά ποντίκια που πεθάναν.

Απ’ τα μαλλιά τα χέρια μου τα αφτιά.
Νεκρά ποντίκια.

Τα βράδια
αγκάθια στον ύπνο μου
στάζουν τα σεντόνια, γυμνά.

Ας μη νυχτώσει ξανά.

*Από τη συλλογή “τα καρφιά από μέσα”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015.

Κωνσταντίνος Γαλάνης, Τρία ποιήματα

Έκλειψη

Μαχαιρώνεις τ’ αστέρια
Καθώς αιμορραγούν,
οι ευχές ξεψυχούν
Δεν αλλάζει τίποτα.

Μόνο τα όνειρα
όσων πετούν κηλίδες
στο συντριβάνι τ’ ουρανού.

***

Καμβάς

Σταγόνες μουσκεύουν το κορμί,
μα την καρδιά βαραίνουν.

Αδιάβροχοι διαβάτες σ’ αδιέξοδα
κι εσύ αποπροσανατολίζεσαι
στου λαβύρινθου το χρώμα.
-Μα πού είναι ο Μινώταυρος;

Προσδοκάς να βρέξει κι άλλο.

Έστω τα σαλιγκάρια να πουν μια καλησπέρα.

***

Αυλαία

Δεν ξημέρωσε.

Άγγελοι τιμώρησαν τ’ άστρα στο ένα πόδι.

Μια καληνύχτα ασελγεί σε όνειρα λαθρεπιβάτες.
Οι λέξεις απέχουν απ’ τις προτάσεις της ζωής.

Οι συλλαβές βαδίζουν στο κενό,
κρατώντας με το χέρι έναν κόκκο άμμου.

Τα κάστρα έπεσαν, γιατί δεν χτίστηκαν ποτέ.

*Από τη συλλογή «Καρτ ποστάλ», εκδ. Εκάτη. Εμείς τα πήραμε από εδώ: http://fractalart.gr/carte-postale/