Hello darkness, my old friend

Hello darkness, my old friend
I’ve come to talk with you again
Because a vision softly creeping
Left its seeds while I was sleeping
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence

In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone
‘Neath the halo of a street lamp
I turned my collar to the cold and damp
When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence

And in the naked light I saw
Ten thousand people maybe more
People talking without speaking
People hearing without listening
People writing songs that voices never shared
No one dared
Disturb the sound of silence

“Fools,” said I, “you do not know
Silence like a cancer grows
Hear my words that I might teach you
Take my arms that I might reach you”
But my words like silent raindrops fell
And echoed in the wells of silence

And the people bowed and prayed
To the neon god they made
And the sign flashed out its warning
In the words that it was forming
And the sign said “The words of the prophets are written on the subway walls
And tenement halls
And whispered in the sound of silence”

Χρήστος Μπράβος, Ποιήματα

Ο εκτελεσμένος του καφενείου

«Κάθεσαι στην καρέκλα του»
μου είπαν.

***

Η μηλιά

Σε φράκτη τελείωνε η γυναίκα,
ματωμένη. Έφερνε αέρας τα σκυλιά,
τα ‘παιρνε πάλι.
Επέρασ’ ένας μ’ άλογο,
κυνηγημένος. Η ματωμένη
τραύλιζε. Αυτός βαριά ελυπήθη.
Κι όπως την κάμα ετράβηξε
κι απόστρεψε τα μάτια
σκίστηκε η γης
βγάζει μηλιά
τα μήλα φορτωμένη
κι αυτή σε μαύρο σύννεφο
-ωι μηλιά-
για χαμηλά ποτάμια
ετραβούσε.

***

Ανατολή

Στον Χρήστο Μπουρονίκο

Μα η μέρα το σκορπά το μυστικό της. Κ’ είπε
“σκοτάδι ας γίνει, ας γίνει φόβος’. Ακούστηκαν
χτυπήματα στην πόρτα. Με των αλόγων τα φαν-
τάσματα περνούσαν οι νεκροί. Σηκώθηκε μια λύπη.
Κι όλοι το ‘νιωσαν-ομάγος είχε φτάσει.
Τότε πέρασαν χρόνια. Τ’ άλογα ματωμένα
και τρελά κατέβαιναν στους κάμπους· έπεφταν
στ΄αποσπάσματα. Όμως ο μάγος σώπαινε. Τι-
ναζε μοναχά τα δάχτυλά του, τραβούσε αόρατα
σκοινιά. Ώσπου ανοίξανε τα σπλάχνα του και
βγήκε το βαμπάκι.

***

Σφραγίδα

Αυτόν τον έρημο χειμώνα
πώς πέρασα δίχως ποτάμια
κι άλογα, με σώματα ειπωμένα…
Η νύχτα ένα θανάσιμο φτερό.
Κ η πεθαμένη τραγουδά
και τη φοβάμαι:
«Όλο γεφύρια να περνάς·
όλο ν’ ακούς το κλάμα
της χτισμένης».

***

Νανούρισμα

Μες στου νεκρού το μάτι
κοιμούνται δέντρα και πουλιά.
Βγαίνουν με το φεγγάρι
τα παιδιά, λεν για τους ζωντανούς
μετρούν τα χρόνια·
φύλλα μασούν της λησμονιάς
και τραγουδάνε.
Τ’ ακούνε οι όμορφες, ξυπνούν
τ’ ακούνε οι κολασμένες, βγαίνουν κρυφά
στη μαύρη χλόη απάνω
τα κοιμούνται.
Μα οι μάνες που μαραίνονται
για τις χαρές δεν ξέρουν
του άλλου κόσμου.

***

Σημεία και πέρατα

1. Με κόσκινο εμάζεψαν το αίμα.
2. Άλλοι είπαν τον είδαν νεκρό στο Βίτσι·
άλλοι ζωντανό στην Τασκένδη.
3. Ο πατέρας. Ενθύμιον λύπης.
4. Δεν θέλουν να θυμούνταο πώς ανοίγει
η πόρτα στο υπόγειο, η γδαρμένη.
5. Το κούφιο δόντι τους. Αυτό με το φαρμάκι.
6. Αυτά που φύγαν, αίματα
Αυτά που ήρθαν, χιόνι.
7. Αυτά που φύγαν αίματα ήρθαν χιόνι.
8. Άλογα μαύρα στο σκοτάδι.
9. Ως τη συντέλεια της μνήμης.

*Από το βιβλίο «Με των αλόγων τα φαντάσματα». εκδ. Κείμενα 1985, Καστανιώτη, 1990. Εμείς τα πήραμε από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/961/index.html

Γεωργία Τρούλη, Τρία ποιήματα

Ήδη

Ν’ αγναντεύαμε μια κουταλιά ουρανό
Μολις ξυπνούσαμε
αντί να λέμε
Βάλε το μπρίκι να βράσει
Στα μάτια σου
Σε κοίταξα χθες
Τυλιξε σ’ένα αλουμίνιο χαρτί
Τα λόγια σου
Θα τ’ ακούσω στη δουλειά
Δως μου δυο φιλιά –στα γρήγορα πάντα-
Ένιωσα
Κι εσύ
Αχ , να βρω τις κάλτσες μου,
Τα κλειδιά,
Το τηλέφωνο
Και να ξεφυσάς
στον σκουριασμένο ανελκυστήρα
Της σχέσης
Δεν προλαβαίνω
Πρέπει να φύγω,ήδη

***

Επιστροφή στο χωριό

Πήγε να βρει απάντηση στην υπερβολή
Στα παράθυρα που δεν ξέρουν να εφαρμόζουν
Στα διαβρωμένα παντζούρια
που μαρτυρούν μια ξύλινη μνήμη
Στο ξερακιανό χώμα μιας γλάστρας
που έχει πάνω της δυο τσιγάρα
σβησμένα στο περσινό καλοκαίρι
Στο κέλυφος του πιο χοντρού σαλιγκαριού
Στο κλειδί μιας τεράστιας πόρτας
που έσπασε
και το μισό έμεινε μέσα της
Το υπόλοιπο δεμένο σ’ ένα κορδόνι
και τόσο ‘εξυπνα’ κρυμμένο
κάτω από το χαλί

***

Λεωφορείο ο πόθος

Η λογική μιμείται τη φαντασία
στα πασαλείμματα
της πραγματικότητας
Κι εσύ μου λες
Ρεαλισμός!
Ρεαλισμός!
Ποιο όνειρο να κατεβάσω
κι άλλο στο πάτωμα;
Δεν είδες ποτέ να περνάει ο πόθος
γρήγορα
σαν λεωφορείο;

Αθανάσιος Πάσχος, Δύο ποιήματα

Fernand Léger‏, Woman with flower

Κράτα ένα φιλί

Τελευταίο όταν γείρουμε τα μάτια μας στη γη
Την ώρα που θα ανέβουμε στης ζωής το λευκό πανί
Να φυσήξει δυνατό αέρα και με σάλτο
Να αρπάξουμε την ευκαιρία
Να πάμε όπου ανατέλλει η ελπίδα
Και δύει σαν λεπίδα στον εγωισμό
Που κόβει τη φλέβα της αγάπης
Εκεί που κλαις
Και χύνεις τη δροσιά σου σα δάκρυα
Θα αναβλύσει γλυκό κρασί της μοίρας
Για να ξεχάσεις
Να τιμήσεις ό,τι σου σκαψε τη ζωή..

***

5-8-2010

Μέρα νύχτα με
Οξύνεις
Σαν τροχός σαν
Νερό με λειαίνεις
Τη ζωή μου σαν τραγούδι
Ψηλά πετάς και όταν συναντώ
Σύννεφα και θεό
Καμπύλη γίνομαι ουράνιου τόξου
Διπλώνομαι και ξεσπώ
Καταιγίδα στο σαρκωμένο κόκκινο φόρεμά σου..

*Από τη συλλογή “ζω ονειρεύομενος”. Εμείς τα πήραμε από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/12738

Άννα Αχμάτοβα, Προς θάνατον

Έτσι κι αλλιώς θα ’ρθεις, γιατί όχι τούτη τη στιγμή:
Σε περιμένω, αδύνατο να επουλωθεί το τραύμα.
Όλα τα φώτα τα ’σβησα κι η πόρτα μου ανοιχτή,
να μπεις εσύ καθημερνός και σπάνιος ως θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ’ρθεις,
σαν βλήμα εισόρμησε και σκότωσέ με
ή μ’ ένα ζύγι ζύγωσε σαν έμπειρος ληστής
ή με του τύφου τον καπνό φαρμάκωσέ με.
Ή ως μύθος που ’χεις σοφιστεί και λες από καιρό
κι όλοι τον μάθαν πια μέχρι ναυτίας, μέχρι κόρου,
ώστε το μπλε πηλήκιο στην αυλή να δω
κι από τον τρόμο του χλωμό τον θυρωρό μου.
Το ίδιο πια μου κάνει. Ο Γιενισέι κυλάει μες στον αφρό,
το πολικό τ’ αστέρι φέγγει μες στην αμφιλύκη
και την γαλάζια λάμψη των αγαπημένων μου ματιών
η τελευταία την καλύπτει φρίκη.

*Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου.

Έρμα Βασιλείου, Τα νυφικά τα στέφανα

…έπρεπε να ‘ναι από ελιά
που δεν βλέπει στη θάλασσα
μα όλες οι ελιές
τη θάλασσα αγναντεύουν
στ ‘αγιονήσι μου
για κείνο κι έμεινα απάντρευτη
μέσα στο κύμα του λαούτου
κι ακόμα να βρεθεί τέτοια ελιά ακαμάρωτη
κι αν ακόμα με θέλεις τόσο
δεν πρέπει να μπεις με άλογο στο χωριό
να με ζητήσεις
αν με θέλεις δική σου θα πρέπει να τ’ αφήσεις έξω από το χωριό
να έρθεις με τα πόδια
γεμάτα φλουριά τρυπημένα στο παπούτσι
γιατί δεν τα λογαριάζει κανείς ούτε γρόσι
θα πρέπει να το αφήσεις έξω του χωριού
να έρθεις με τα πόδια
…σε προσκαλούν οι άλλοι
κι αν σου πάρουν το μουστάκι με σπαθί
πες τους πως είσαι χωρικός
και δεν τους ανταγωνίζεσαι
εκτός αν δεν είναι κι εκείνοι ίδια ασυναγώνιστοι
και βρες στην ελιά που δεν θωρεί τη θάλασσα
κρυμμένη στο καρτέρι
στο τραγούδι του αρχικλέφταρου
ονείρου
που στην πήρε στα θέλγητρά του
μια νύχτα που ζήλευες τον εαυτό σου

*Από τον Τόμο “Νηρηίδες”.

Φρανσίς Πικαμπιά, Από το Κανιβαλικό Μανιφέστο Νταντά

“Είστε όλοι κατηγορούμενοι, σηκωθείτε
Ο ομιλητής δεν μπορεί να σας μιλήσει παρά μόνο αν είστε όρθιοι
Όρθιοι όπως όταν ακούτε τον εθνικό ύμνο
Όρθιοι όπως όταν ακούτε την Διεθνή
Όρθιοι όπως όταν ακούτε το God Save the King
Όρθιοι όπως μπροστά στην σημαία.
Τέλος, όρθιοι μπροστά στο ΝΤΑΝΤΑ που αντιπροσωπεύει τη Ζωή
Και που σας κατηγορεί, ότι αγαπάτε τα πάντα από σνομπισμό,
Αρκεί να είναι ακριβά.

Μπα, τώρα ξανακαθίσατε;
Καλύτερα, έτσι θα με ακούτε με μεγαλύτερη προσοχή.
Μα τι κάνετε εδώ, στοιβαγμένοι σαν σοβαρά στρείδια
-γιατί είστε σοβαροί, έτσι δεν είναι;
Σοβαροί, σοβαροί, σοβαροί έως θανάτου.
Ο Θάνατος όμως είναι κάτι σοβαρό ε;
Πεθαίνουμε, σαν ήρωες ή σαν ηλίθιοι, το ίδιο είναι.
Η μόνη λέξη που δεν είναι εφήμερη, είναι η λέξη Θάνατος.
Αγαπάτε τον Θάνατο όταν αφορά τους άλλους.
Εις θάνατον, εις θάνατον.
Το μόνο αθάνατο είναι το χρήμα. Το χρήμα ταξιδεύει.
Εϊναι Θεός, το σεβόμαστε – αξιοσέβαστο, αγαπητό στις οικογένειες.
Τιμή, τιμή στο χρήμα: Ο άνθρωπος που έχει χρήμα, είναι άνθρωπος με κύρος.

Η τιμή πουλιέται κι αγοράζεται, σαν τον κώλο. Ο κώλος,
Ο κώλος αντιπροσωπεύει τη ζωή σαν τις τηγανιτές πατάτες
Και όλοι εσείς που είστε σοβαροί, θα βρωμάτε χειρότερα
Από σκατά αγελάδας.

Το ΝΤΑΝΤΑ όμως δεν αισθάνεται τίποτα,
δεν είναι τίποτα, τίποτα, τίποτα
Είναι σαν τις ελπίδες σας: τίποτα
Σαν τον παράδεισό σας: τίποτα
Σαν τα είδωλά σας: τίποτα
Σαν τους πολιτικούς σας: τίποτα
Σαν τους ήρωές σας: τίποτα
Σαν τους καλλιτέχνες σας: τίποτα
Σαν τις θρησκείες σας: τίποτα

Μπορείτε να γιουχάρετε, να ουρλιάξετε, να μου σπάσετε τα μούτρα: Και μετά; ΚΑΙ ΜΕΤΑ;
Θα σας φωνάξω ξανά και πάλι, ότι είστε όλοι σας κορόιδα.

Σε τρεις μήνες, εγώ και τα φιλαράκια μου, θα σας πουλάμε τους πίνακές μας για μερικά φράγκα.”

Κανιβαλικό Μανιφέστο Νταντά
Φρανσίς Πικαμπιά, 1920

Γιάννης Λειβαδάς, Σταθερή Αξία

Ξέρω εκείνες τις σκέψεις και την φορά ετούτη ίσως

Δεν μου θυμίζουν τίποτα

Στον θάνατο έχουμε τα μάτια κλειστά

Μα των ζωντανών τα μάτια είναι ορθάνοιχτα –

Κάνε τράκες

Παντού είναι πρωί μεσημέρι βράδυ

Και όλα μεταποιούνται

Είμαστε εμιγκρέδες

Σε βλέπω για πρώτη φορά

Γιατί δεν είχαμε ειδωθεί ποτέ

Σε κάποια συμφωνία που κρύβεται

Η σελίδα δεν είναι μεταδοτική σαν την μανία

Η νιρβάνα δεν έχει παιδική ηλικία

Οι λεωφόροι και τα στενά άνοιξαν

Επιστρέφουμε στα ίδια τετράγωνα

Ώσπου να καπνίσω αυτό το φτηνό πούρο

Ο καπνός γίνεται καπνός.

Γιώργος Μπλάνας, Αυτό δεν είναι ένα ποίημα

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς

ούτε δρεπάνι να θερίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή κουνάει το χέρι σταθερά

περνούν από το χέρι του πολλά.

Εννοείται: ο δεξιός πρωθυπουργός.

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς

ούτε σφυρί για να τσακίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή του έδωσε πιστόλι

εκείνος που έχει χέρι σταθερό,

πρέπει να δέχονται όλοι

τυφλά ένα τραύμα φανερό.

Εννοείται: ο κάθε μπάτσος

φασίστας, «Ελλην», «Χριστιανός».

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα˙ ευτυχώς.

Θα προτιμούσε να θερίζει, να τσακίζει.

Θανατηφόρα ευμάρεια δεν θέλει να μυρίζει

και είναι ανένταχτο γραμματολογικώς.

*Το πήραμε από εδώ: http://athinakisdimitris.wordpress.com/

Γιώργος Αλισάνογλου, Δύο ποιήματα

Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις
 
«Στα Ουράλια βροχή από φωτιές
Έπεφτε από τον ουρανό
Στα Ουράλια βροχή από φωτιές
Δεν ξύπνησαν
Οι φλόγες ήρθαν
Και τους τύλιξαν_»
Κι αν ακόμα δεν υπάρχει η αθανασία
Θυμήσου τα πτώματα των ποιητών
Που πλέουν στο ποτάμι
Πως οδεύουν γαλήνια προς την αιωνιότητα
Με στίγματα Άνοιξης χαραγμένα στους χαυλιόδοντες
Με σβόλους αίματος στο ρόδο των κροτάφων
Πια, αδυνατώ να πω πως μοιάζουν
Πολλές οι αμαρτίες που θα τους παρομοιάζουν
Με τις κουρούνες του Κώστα Καρυωτάκη
Με το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίη
Έτσι όπως η Σύλβια ξερνάει ένα Άριελ
Άγριος κρίνος της Δύσης το φαρμάκι
Δεν ξέρω τίποτα πια – δεν ξέρω με τι μοιάζουν
Όμως τη νύχτα αυτή – η οικογενειακή κατακόμβη
Υψώνεται προς κάποιον ουρανό γεμάτη χρέη
Και ίσως να είναι της γενιάς τους πράγματι οι τελευταίοι
Που φέρνουν τα μηνύματα σε λάθος πια καιρό
Και γίνομαι ποίηση – ανθός λέω κι εγώ
Έτσι όπως φυτρώνουν όλοι απ’ τα μάτια μου
Καθώς κάνω να κοιτάξω τον υστερόφημο ουρανό
Μάτια γαλάζια – ωσαννά – τα χείλη από λάβδανο
Κι εμβατήρια λαών – πώς να το πω
Ώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!

***

Η Διάφανη Προσευχή

«Αυτήν την φορά δεν θα σας πω για το κορίτσι
Θα σας μιλήσω για το αγόρι»

Το φως με διαπέρασε Ολόκληρο
εμένα τον Αειφανή τον Αμφιφανή τον Αφανή
τον Εμφανή τον Καταφανή τον Προφανή
όλο το φως του κόσμου
μέσ’ απ’ τα σωθικά μου πέρασε
σαν να μην υπήρχε άλλο φως
σαν να μην υπήρχε άλλο σώμα
σαν να μην υπήρχε άλλος κόσμος
αυτό το όλο φως
αυτό το τόσο σώμα
αυτός ο μόνος κόσμος
διάτρητος από Ιθάκη
με τις μακριές του λόγχες-δεσμίδες
να ζυγίζουν την βαρύτητα του κορμιού μου
ολόκληρο με διαπέρασε
το φως
καθάριο και διαυγές
φιλεύσπλαχνο και θελκτικό
η ζωή έπαιρνε ζωή
διαπερνώντας την δική μου ζωή
σαν να ήταν διάφανη η ζωή μου
κι από μέσα – και μέσα απ’ το σώμα μου
γεννιόταν μια άλλη·
η μετά την ζωή ζωή μου
η μελλοντική ζωή
και διαμέσου της
περνούσαν οι ζωές–
όλες οι ζωές των ανθρώπων
συνωστίζονταν κι έλαμπαν
αθόρυβες
αθωράκιστες
πρόσφορες
σαν να επέστρεφαν για να δώσουν
μια απάντηση στα περίπλοκα ερωτήματα
κι όμως δεν ζητούσα καμμιά απάντηση
καμιά ταυτολογία ή ετυμηγορία
μόνο το φως να με διαπερνά
κοιτώντας ψηλά στον θόλο τ’ ουρανού
διάφανος από νεογέννητο αστερισμό
να διακρίνεται στο επέκεινα
να φωτίζεται σχεδόν απατηλά
η μετά/ ζωή μου
με μια ανεξίτηλη δυνατότητα να υπάρχω
και όλες οι ζωές των ανθρώπων να είναι εκεί διπλές
και το φως
το οριστικό φως
να με σημαδεύει σθεναρά
και όλες οι ζωές να επιστρέφουν
στο κορμί μου
όλες οι ζωές των ανθρώπων
να ζούνε απ’ τη δική μου ζωή
και λίγο λίγο
να λιγοστεύει η ζωή μου
να εκλείπει
δύσκολα να περιγράφεται
να αδυνατίζει
να ξεφεύγει από κάθε ορισμό
να παραδίδεται ξανά
στην παιδική μου ηλικία
άπληστη και ρευστή
στις ρίζες των πρώτων μου αριθμών
στην πόρπη της λήθης
να γίνεται η ίδια
φως
το άνευ όρων
φως
το τελικό
φως

Περίτμητο Απερίτμητο Άτμητο Αδιάτμητο Κατάτμητο Ακατάτμητο
Αγάμητο Λιθόδμητο Νεόδμητο Εύδμητο Αθέμιτο Απολέμητο Δυσπολέμητο Αδιανέμητο Ακατανέμητο Ανευφήμητο Ακοίμητο Αμίμητο Αξιομίμητο Πολυφήμητο Δυσμίμητο Ατίμητο Αδιατίμητο Αξετίμητο Πολυτίμητο Ανεπιτίμητο Ανεκτίμητο Αβλαστήμητο Ανοικοδόμητο Αγηροκόμητο Αταξινόμητο Ανοικονόμητο Ακληρονόμητο Αταχυδρόμητο Αλατόμητο Ακαρατόμητο

[Οι λέξεις δεν κατ/ονομάζουν το Φως·
το σβήνουν–
και μετά πάλι εσύ]

*Από τη συλλογή “Ο θάνατος των Ποιητών”.