Τάκης Άκος, 1968

Tη μέρα που μου έκοψαν το μουρουνόλαδο
Αρχισα να τρώω γύρη από χρυσάνθεμα
Μυρίζοντας το μωβ των αγκαθιών
Χορεύοντας γύρω από φωτιές χορό ινδιάνικο
Στο αφιονισμένο ’68.

Αεροπλανοφόρα στο λιμάνι σκιές στο φεγγάρι
Σφαγμένα περιστέρια στο Ανόι
Κόκκινη αρκούδα μαδάει ευκάλυπτο
Κάμπιες στα πεύκα δέσμες φωτός στο βράδυ
Υφαίνουν το πολύχρωμο ’68.

Ονειρα από σελυλόιντ χαράζουν σχήματα
Εύθραυστα διαγαλαξιακά
Με ανεξίτηλη μεσοαστρική σκόνη
Αμυδρό φως στη βεράντα ξεθωριάζει
Η γαλάζια νεράιδα εξαφανίζεται…

‘’Σήκω μικρέ να πας σχολείο!’’

*Από το βιβλίο “Γλυκά από Εντελβάις”, Αθήνα 2015, σελ.42.

Το τελευταίο ποίημα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι

Τέρμα θα δώσω στη ζωή μου
με μια σφαίρα απάνω στο κρανίο μου
και θα είναι εκείνη η σφαίρα
εκείνη, η πρώτη
που μπολσεβίκο εργάτη
τραυμάτισε στη μάχη,
τέρμα θα δώσω στη ζωή μου
με μια σφαίρα στου καθωσπρεπισμού το μάτι
και θα είναι εκείνη η σφαίρα
εκείνη, η πρώτη
που την άγνοιά σας, ανθρωπάκηδες
έκανε σκόνη, έκανε στάχτη.
Ναι! όπως σας τα λέω
έτσι είναι κι έτσι θα γίνει
θέλετε – δεν θέλετε
σεισμούς θα προκαλέσει
η αποδημία μου,
χίλιες εννιακόσιες δεκαεφτά
θα φέρει αναταράξεις
στο σκεβρωμένο το σαρκίο σας
στα σύννεφα θα υψωθεί
αγνοώντας την αδιαφορία
τις περίτεχνες, όλο χάρη
οσφυοκαμψίες σας
ναι! όπως σας το λέω
έτσι είναι κι έτσι θα γίνει
θέλετε – δεν θέλετε
για πάντα στη μνήμη
των φτωχών, των εξαθλιωμένων
εγώ, ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι
αιώνιος θα μείνω
χέρι με χέρι
στο αίμα βαφτισμένος
της Προδομένης Επανάστασης
μακάριος θα υψωθώ
πάνω από την ποίηση
και τις κυβερνήσεις!

Ειρηναίος Μαράκης

Francois Villon, Μπαλλάντα (Μπαλλάντα των ψιλών αθιβολών)

Villon escamotant un broc de vin dessin Gustave Janet illustration extraite du livre “Musee de Familles” 1853 1954

Γνωρίζω εγώ καλά μύγες σε γάλα,
Γνωρίζω από την ντυμασιά τον άνθρωπο,
Γνωρίζω τον καλό καιρό απ’ τον κακό,
Γνωρίζω απ’ τη μηλιά το μήλο,
Γνωρίζω το δέντρο να ιδώ το κόμμι,
Γνωρίζω πότε όλα είν’ απ’ το ίδιο,
Γνωρίζω ποιος μοχθεί ή ποιος σκολάζει,
Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα.

Γνωρίζω το ζιπούνι απ’ την τραχηλιά,
Γνωρίζω τον καλόγερο απ’ το ράσο,
Γνωρίζω τον κύριο από το δούλο.
Γνωρίζω απ’ την κουκούλα την καλογριά,
Γνωρίζω πότε κορακίζει ο κομπωτής,
Γνωρίζω τρελούς με αθόγαλο θρεμμένους,
Γνωρίζω απ’ το βαρέλι το κρασί,
Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα.

Γνωρίζω το άλογο και το μουλάρι,
Γνωρίζω το φορτίο τους και το γομάρι τους,
Γνωρίζω την Bietris και την Belet,
Γνωρίζω τη φίσα που αριθμεί κι αθροίζει,
Γνωρίζω όραμα και ύπνο,
Γνωρίζω το παράπτωμα των Βοημών,
Γνωρίζω τήν έξουσία τής Ρώμης,
Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα.

Πρίγκηψ, γνωρίζω εγώ κοντολογίς τα πάντα,
Γνωρίζω τους ροδόχροους και τους χλωμούς,
Γνωρίζω το Θάνατο που όλα τ’ άναλώνει,
Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα.

*Από το βιβλίο «Francois Villon, Ποιήματα», σε επιλογή και μετάφραση Τρύφωνα Β. Νικολάου, Εκδόσεις ‘Ελεύθερος Τύπος”.

Οράσιο Καστίγιο, Δύο ποιήματα


Ο Αντριαν Μάρβελ στην ντροπαλή τον αγαπημένη

Αν είχαμε αρκετό χρόνο, θα καθόμασταν, εσύ
Όπου κατοικείς δίπλα στον ποταμό του Παραδείσου,
Κι εγώ στις όχθες του Γάγγη όπου πλένω
Τις πληγές μου, να περιμένω τη μέρα της Κρίσεως.
Διότι εκείνος που αγαπάει πριν ακόμα κι απ’ τον Κατακλυσμό
Μπορεί να απορριφθεί ως τον Προσηλυτισμό των Εβραίων,
Καθώς μιλάμε τριάντα χρόνια για τη Φύση των Αγγέλων,
Πενήντα αιώνες για την Αρετή και την Τιμή,
Εκατό χιλιετίες για την Ευκαιρία και άλλες μάσκες
της Επιθυμίας και του Πάθους.
Αλλα πάντοτε ακούω να τσιρίζει πίσω από τις πλάτες μου
Το Κάρο του Χρόνου και βλέπω πιο πέρα από μας
Ερήμους Απέραντης Αιωνιότητας, την Πατρίδα του Σκουληκιού που,
Πιο ευτυχές από μένα, όχι τόσο πιστό ίσως, θα ξεσκεπάσει
Τη Φίνα Μεμβράνη που χωρίζει τον Ουρανό από τη Γη.
Τι θα πει τότε, εκεί ψηλά, η Ψυχή σου,
Βλέποντας παρόμοιο θέαμα; Θα σκεφτεί
Ό,τι απομενει ακόμα η Ανάσταση; Θα κατανοήσει
Την Εχθρό της Σαρκός που δεν υπάρχει αν δεν μπορεί να δώσει ευχαρίστηση;
Φυλάξου, αν θέλεις, για τη Σκόνη, για τους Γάμους του Τίποτα.
Ο Τάφος είναι ένα μέρος στενό και ιδιωτικό
Αλλά, πιστεύω, κανείς εκεί δεν αγκαλιάζεται.

***

Επίγραμμα

Εγώ, ο Ευστάθιος, ποιητής μιας επαρχιακής πόλης,
γεννήθηκα, έζησα και πέθανα όπως όλοι οι άνθρωποι,
καθώς έχει γραφτεί σε αυτό το μνημείο
δίπλα στο οποίο έχεις σταματήσει για να ουρήσεις.
Αν ξέρεις να διαβάζεις, διάβασε, αλλά μην περιμένεις τίποτα ασυνήθιστο,
διότι απέρριψα τη μοίρα των σπουδαίων, όχι τόσο
από έλλειψη θάρρους ή περιπετειώδους πνεύματος
αλλά από μια έμφυτη ροπή προς τη μαλθακότητα
κι εκείνο τον αρρωστημένο σκεπτικισμό, χαρακτηριστικό του γνωστικού.
Διότι υπήρξα γνωστικός, κι αν κάτι έμαθα -περισσότερο από τη ζωή
παρά απ’ τα βιβλία- ήταν να φοβάμαι
τα απρόοπτα και να αποφεύγω, όσο είναι δυνατόν,
το κακό που παραμονεύει τον φιλόδοξο.
Υπέμεινα όλα όσα είναι δυνατό να υπομείνει κανείς,
κομπορρημοσύνες από το στόμα και τη δύναμη των γεγονότων,
την αιώνια ανακύκλωση αιτίων και αποτελεσμάτων,
οδυνηρή για ένα χαρακτήρα ως ένα σημείο μικρόψυχο.
Απλός ανάμεσα στους απλούς, κυνικός ανάμεσα στους κυνικούς
σεβάστηκα την επισφαλή ανθρώπινη φύση,
γνωρίζοντας ότι μόνο μπορεί να θεωρηθεί όλβιος
εκείνος που μπορεί να αποδιώχνει μέρα με τη μέρα τη δυστυχία.
Μοναχά με επαινώ επειδή έγραψα μερικούς στίχους,
για τους οποίους μου αφιέρωσαν οι συμπολίτες μου
αυτό το παράμερο μνημείο, κοντά σε μια σπηλιά,
όπου νέα παιδιά έρχονται για να αγαπηθούν στα κρυφά
και πού και πού ξεκολλάνε και κανένα γράμμα απ’ το όνομά μου.
Είμαι ο Ευστάθιος, ποιητής μιας επαρχιακής πόλης:
γεννήθηκα, έζησα και πέθανα όπως όλοι οι άνθρωποι.

*Από το βιβλίο “Οι γάτοι της Ακρόπολης και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα, Β’ έκδοση 2012.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

ΕΝΑΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΚΑΤΟ ΚΗΔΕΙΕΣ

Θα πρέπει αιώνες να κοιλοπονούνε οι πνιγμένοι
με τόσες αμοιβάδες στο κορμί τους
αυτές που πάντα κατατρώγουν τους ανάσκελους
μ’ αρθριτικά ακινητοποιώντας
όταν σιωπή πέφτει το σίδερο στη θάλασσα
κι η πόλη κελαηδά άλλες ειδήσεις
όσοι παλουκωμένοι κάθε αυγή με τις αψιμαχίες
κόβουν τον δρόμο λάσπη
άμα το θυμηθούν αλλάζουν λίγο θέση
σηκώνονται και ισιώνουν τις φωτογραφίες
τσιμπάνε από το φαγητό
γράφουνε δύο το πολύ τρεις στίχους
ρουφάνε σκόνη απ’ το ερμάριο του χολ
βυθίζονται σ’ αιθέρια μέθη
φραγή να βάλουνε στον χείμαρρο της θλίψης
έπειτα πάλι κρύβονται στ ’ αντίσκηνα της νύχτας
Εσύ ξυπνάς,
Τι στριμωξίδι στην αναπνοή του πεθαμένου.

***

ΕΝΑ ΚΟΜΜΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΔΥΟ

Υπάρχουν κάποιες παράξενες τροχιές
τυφλά εκτεθειμένες
Απ’ όταν ο Ίκαρος αγόρασε
δυο χέρια ξένα μες στις καταιγίδες
πάνω στου χελιδονιού το μάτι
κέντησε την ανάγκη σου.
Μάρτης ίσως ήταν, ίσως μήνας θαλασσινός
σταυρό που γέννησε ο ήλιος
και οι τουρίστες βιαστικά μιαν απεργία πείνας
φορτώσανε στην άσφαλτο.

Έκτοτε όλα βαίνουν κατά τας γραφάς επιεικώς: Η Εγνατία οδός
σχεδόν έχει τελειώσει, εγώ μεγάλωσα, αγόρασα έναν σκύλο, έκανα
τέσσερα παιδιά, μένω σε μονοκατοικία
Ολόκληρη κοπέλα θα ’λεγες εσύ
Δεν θα ’χες κι άδικο
Η ευτυχία δεν είναι ζήτημα ύψους
Κάθε που έφευγες ψήλωνα έναν πόνο.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2017.

Φεράν Φερνάντεθ, Έξι ποιήματα

ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ

Στην αρχή
δεν υπάρχει ανάγκη
να δημιουργήσουμε την αρχή
μήτε στο τέλος
είναι ανάγκη
να εφεύρουμε το τέλος
το τέλος πάντα επιβάλλεται
όμως είναι όντως αναγκαίο
να θέσουμε μια αρχή
μια αρχή
που να επιβεβαιώνει
ότι ζήσαμε
το μεσοδιάστημα

***

ΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ

θα ήθελα να απλοποιήσω τη ζωή μου
να την απλοποιήσω στο έπακρο
μέχρι να την αφήσω απλώς
αδιαίρετη
πρωταρχική
θέλω μια ευλύγιστη ζωή
χωρίς λίπος
καθαρή ίνα
μια ζωή γυμνή
χωρίς αμφίεση
όσο πιο μακρινή γίνεται από το θάνατο

***

ΑΤΙΤΛΟ

καθώς με περνά
για διανοούμενο
ο χαζός ο Έρως
μου ρίχνει τα βέλη
στο κεφάλι

***

ΜΟΙΡΑΙΟ

κάθε
αυτοκρατορία
έχει
ένα τέλος
(με παρηγορεί η σκέψη αυτή όταν σε κοιτάζω)

***

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ

μόνο η αγάπη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο
το μίσος χαίρει άκρας υγείας
κυβερνά τα έθνη
ρυθμίζει τις αγορές
λιπαίνει τα γρανάζια της εξουσίας
μόνο η ανέλπιδη και φευγαλέα λάμψη της αγάπης
μπορεί να φωτίσει της ζωής μας τη σκοτεινή πλευρά
ανεξάρτητοι αγωνιστές της αγάπης
πυροβολήστε
πυροβολήστε
πυροβολήστε κι ας είναι στον αέρα

***

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΕΙΑ ΓΡΑΜΜΗ

Δε θ’ αντιταχθώ
στα μαθηματικά
πράγματι
η ευθεία γραμμή είναι η πιο σύντομη
απόσταση μεταξύ δυο σημείων
όμως δεν είναι πάντα καλό να την χαράσσουμε
σε κάποιες περιπτώσεις
μπορεί να έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον
να πλησιάσουμε σχηματίζοντας κύκλο
απ’ το ένα σημείο στ’ άλλο
δίνοντάς μας χρόνο να σιγουρευτούμε
αν είναι θεμιτό να τα ενώσουμε
ή αν αντίθετα
το καλύτερο είναι να τα αφήσουμε ασύνδετα επ’ άπειρον
καμιά φορά
το να χαράξεις μια απλή ευθεία γραμμή
ανάμεσα σε δυο σημεία προκαλεί καταστροφή


*Δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό ”Το Δέντρο” το χειμώνα του 2007-2008, σε μετάφραση Βίκυς Ρούσκα. Ο ποιητής Γιώργος Γκανέλης τα έβαλε στη σελίδα του στο από όπου τα πήραμε.

Αντώνης Γιανακός, Δύο ποιήματα

Οκτώβρης

Ψύχρα το βράδυ
Έκλεισαν πια τα μαγαζιά
Μόνο ο Πολωνός στη γωνία παίζει σαξόφωνο
Μπροστά σε μια φωτισμένη βιτρίνα
Οι μαθήτριες σχολάνε από το φροντιστήριο
Χαρούμενοι πρωτοετείς κινούν ν’ ανακαλύψουνε την πόλ”
Μόλις το περασμένο καλοκαίρι έχασαν την παρθενιά του<
Βροχή αρχίζει σιγά και μουσκεύει τ’ άπλυτα πεζοδρόμια
Το σκουπιδιάρικο μαζεύει τις μικρές μας αμαρτίες.

Οκτώβρης, ώρα για συμμάζεμα,
Ονείρων, προσδοκιών, επιθυμιών
Δεν έχεις πια την αντοχή να ελπίζεις
Οι έρωτες του καλοκαιριού τελείωσαν
Οι τίτλοι πέφτουν
Αυλαία στα όνειρα
Χειμέρια νάρκη στις επιθυμίες
Ομίχλη στις πτήσεις για το μέλλον.

Άναψαν τα καλοριφέρ
Οι μυστικοί μας έρωτες κρύβονται κάτω από τα σκεπάσματα
Αποφεύγουν τους φωτισμούς του νέου δημαρχείου
Τις δηλώσεις τιυν υποψηφίων αρχηγών
Των νέων κυβερνήσεων και των παλιών αρχόντων
Των υπουργών των νέων τεχνολογιών και των παλιών υποθέσεων.

Δεν θέλαμε αυτή την κατάληξη
Όμως, η πόλη αυτή αλλιώς ξεκίνησε,
Αλλού τη θέλαμε, εκείνη στάθηκε στον Οκτώβρη
Στο τέλος θα μείνουμε κρυμμένοι στα ερείπιά της
Να συλλογιόμαστε πού χάσαμε το δρόμο.

Η πόλη βυθίζεται αργά μα σταθερά
Κάθε Οκτώβρη η ίδια παράσταση για τα Δημήτρια
Ίδιες βιτρίνες, ίδια μαγαζιά,
Ενα ακόμη Zara άνοιξε στην Τσιμισκή
Ίδιοι άνθρωποι στην εξέδρα της παρέλασης
Η πόλη αλέθει πια τα όνειρά μας
Τα κάνει κιμά και τα φτύνει στις γωνίες
Φωνάζοντας συνθήματα για ονόματα κενά
H κατάρα της shoah στοιχειώνει τους δρόμους της
Οκτώβρη μήνα έχει η πόλη εδώ και χρόνια.

***

Καταραμένοι

Μα τα παιδιά μας δεν ξέρουν να γελούν
Και τα κορμάκια τους χοντρά
Δεν ξέρουν πια να τρέχουν
Και οι φωνές τους
—μα δεν υπάρχουνε φωνές-
Μόνο ένα κλάμα, βουβό, γεμάτο πίκρα.

Κι εμείς που δε μάθαμε το γέλιο
Και μεγαλώσαμε στην αφθονία
Δεν ξέρουμε τι ’ναι καλό και τι κακό
Μα οι φωνές μας, άφθογγες κραυγές,
Περνάνε μέσα απ’ τους τοίχους
Και σπάν τις τζαμαρίες.
Κι όλα αυτά που έχουμε
Δεν μας χρειάζονται, τ’ ακούτε,
Δεν θέλουμε τίποτε άλλο
Από το να μάθουμε ξανά το γέλιο.

*Από τη συλλογή “Η μνήμη του σώματος”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φλεβάρης 2010.

Λεωνίδας Πανόπουλος/ Σωτήρης Λυκουργιώτης, Από τα “Αστικά Λήμματα”

άχνιζε το τραπέζι αλκοόλ
στα μάτια σου καπνοτόπια,
και τις βαθυστόχαστες ερμηνείες
και τα λόγια
το γέλιο σου
θρύψαλα τα σκορπούσε

σκόνη ύστερα η θεωρία
πασπάλιζε ό,τι ανθρώπινο είχε μείνει:
“χαρούμενη επιστήμη” του Νίτσε
και Μάλλερ και το σπίτι του Χέγκελ.

μα σα χαζός κι ηλίθιος εγώ
πήγα κι έπεσα
μέσα
σε μία μικρή, αόρατη τρύπα
που τα δάχτυλά μου βρήκαν
στο καλσόν σου

*Λεωνίδας Πανόπουλος – Σωτήρης Λυκουργιώτης, Αστικά Λήμματα, εκδ. Anima Libri, Πάτρα 2017. (Από ανάρτηση φίλου).