Βασίλης Βασιλειάδης, Ποιήματα

………………….

Πέρα στόν ορίζοντα τής θάλασσας 
είδα τό μεγαλείο τής γύμνιας της νά λούζεται στόν ήλιο καί στήν αλμύρα, 
έβαλε τό αγέρι  νά μέ γνέψει,
έκοψα τίς δέστρες πού μέ κρατούσαν ακίνητο καί ασφαλή στό χέρσο 
πήρα τό θαλασσένιο κυματοτρόχαλο ποδαρόδρομο καί βρέθηκα κοντά της,
σέ ορθοστασία αιρετική 
δυνάστευε τό τάλαντο τής αράγιστης λογικής της
κρατώντας το σκυμμένο μέ ευλάβεια επάνω σέ φόρμουλες ακατανόητες, 
μού χαμογέλασε
έλα νά δείς ονειροπεισματάρη μου
πώς ανύποπτοι κατεδαφιζόμαστε σέ αυτόχειρες,
διάβασε αυτή τήν συνάρτηση,
όταν τό τελείωμα τών αποθεμάτων τής ουτοπίας 
τό αναμίξεις μέ τόν αφανισμό τής ποίησης τού μυαλού σου
τότε αυτό τό εκρηκτικό μείγμα ανατινάζει τά όνειρα 
κι έτσι μέ τά όνειρα ανατιναγμένα 
διαγράφεις κάθε φαντασία,δέν έχεις ιδέα γιά τό πώς θά είναι τό μέλλον 

Τή ζωή μου 
τήν ζώ περπατώντας την μπροστά 
καί τήν μαθαίνω κοιτώντας την πίσω. Αμφισβητώ μέ καχυποψία 
μέ ετοιμότητα ακύρωσης τους
τούς λογής λογής απελευθερωτές μου.
Ή απελευθέρωση από μία κατάσταση
φέρνει μαζί της μία καινούργια υποταγή στίς νέες νόρμες καί ντιρεκτίβες τής ίδιας τής απελευθέρωσης.
Γι αυτό είμαι πάντα έτοιμος καί ετοιμοπόλεμος, πάλι καί πάλι καί πάλι, 
νά απελευθερώνομαι από τούς απελευθερωτές μου…

Τά υγρά της μάτια  τόν κοιτούσαν μ’ ένα χαμόγελο γλυκό
νομίζεις πώς φοβάμαι τόν θάνατο?
άν έχεις ζήσει δύο πολύ οδυνηρούς σχεδόν άγριους θάνατους,
αυτόν πού βλέπεις τόν χρόνο νά σού αρπάζει τήν Ομορφιά
καί τόν άλλον πού πονάει ακόμη περισσότερο
νά σ έχει γυρίσει τήν πλάτη του ό Ερωτας 
όχι,μονολόγησε,δέν φοβάμαι καθόλου αυτόν τόν μικρό κι ασήμαντο
τόν φυσικό μου θάνατο…

(Ριπές ιδρωμένης ποίησης μέσα στήν πανσέληνη νύχτα.)

…………..

Ντυμένος μέ τή μυρωδιά τού γυμνού κορμιού της,
ή ερωτευμένη ματιά βλέπει τήν ωραιότητα αρχέγονη στή γύμνια τού άλλου,
χορτάτος από τούς απανωτούς θηλασμούς τής ρόγας καί τής κλειτορίδας,
τό στύλ του οργασμοδίαιτο κατηφόριζε σφυρίζοντας τήν ευτυχία του,
ή πρόσληψη τών πάντων καί ή ενεργετική συμμετοχή μας στά πάντα πρέπει νά γίνονται μέ στύλ
τό τονίζει αδιαπραγμάτευτα όταν είναι συνομιλητικός
ευλαβής στά όνειρα τά μικρά
καί ευσεβής στόν έρωτα
αθλούμενος καθημερινά στή παραλογία
πού δέν αφήνει ούτε μιά μέρα νά φύγει ακατοίκητη
από βίωμα ή έστω ενατένιση ζωής αληθινής,
τόσο αμετάκλητα τσιγκούνης έχει γίνει μέ τόν χρόνο
πού σιχαίνεται τίς ώρες τίς παράλυτες
αλλά καί τόσο ευχάριστα σπαταλημένος ό ερωτομάχος στίς ουτοπίες πού τόν σπαράζουν,
ζεί αυτοκαταταγμένος σάν απολειφάδι τής smartυστερίας
πού υπόσχεται ολικό μόσχευμα smart μυαλού
καταργώντας τίς ατέλειες τής ευφυίας τής κρεάτινης
καί σέ μεταλλάσσει σέ ταλαντούχο smartόφρονα
τσακάλι μέ επιδόσεις δυνατές,
στά smart γαμήσια
στίς smart αγάπες
στούς smart έρωτες
στίς smart σχέσεις
στούς smart οργασμούς
στίς smart πράξεις
στούς smart τρόπους σκέψης
στή smart γλώσσα
στή smart πολιτική
στά smart χρήματα
στά smart συναισθήματα
στά smart φιλιά
στίς smart συμπεριφορές
στίς smart αγκαλιές
στή smart ζωή
στόν smart θάνατο,
αφού ή ζωή τού κάθε ανθρώπου καί ό άνθρωπος πού τήν ζεί είναι μεγέθη ιστορικά,
μονολόγησε
πώς μπορεί νά υπάρξουν απλάνιστα καί ανευνούχιστα 
μέσα σ αυτή τή νέα smart τάξη; …

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Τρία ποιήματα

Είπε η φωνή…

(Όνειρο με τα μάτια ολάνοιχτα)
“Ταξίδεψε ξανά στις Μέσα Κάμαρες”, μελωδούσε γλυκά
ήλιος χρυσός κρεμασμένος στα σύννεφα.
Στις κόκκινες στέγες, πουλιά πετάριζαν τα βλέφαρα
στο μισοΰπνι τους.
Ωχρή βροχή ζωγράφιζε τα πρόσωπα με χίλια
φύλλα φθινοπωρινά.
Στάλαζε γύρω μου ζεστή κι ως ξεχυνότανε
ποτάμι βουερό στη γης, πήρα και ήπια
νίφτηκα και ευθύς τα μάτια άνοιξαν να δω
για να θαυμάσω απ`την αρχή τον κόσμο
τον απέραντο.
“Γράψε ό,τι δεις-είπε η φωνή- μη λησμονήσεις
ότι παρήλθε ο καιρός της πρώτης θλίψης σου.
Νερό δεν είναι, μα το δάκρυ το βαρύτιμο
ανέγγιχτος να βγεις ξανά μπροστά στον ήλιο.
Αν η καρδιά σπλαχνίστηκε βαθιά, αν ίσως πόνεσε,
αν έχει μάθει ν`αγαπά, ας τραγουδήσει”.
Ανίδεος παντοτινά με το`να χέρι μου
χάραξα τις γραμμές τις πρώτες μου στο χώμα
πριν να μπορέσω με το στόμα
να συλλαβίσω του χρησμού τα λόγια τα ανερμήνευτα.

***

Στοές

Κάποτε τα μικρά, τα τόσο ασήμαντα
όπως μια τοσοδά λεπτή κλωστή μπορεί να είναι
ο μίτος που σε φέρνει στη ζωή μες απ΄την άβυσσο
βήμα το βήμα προς το φως, έξω στον κόσμο.
Μα αν σου δοθεί η χάρη ξαφνικά και τόσο ανέλπιστα
βιάση δε θέλει στη χαρά σου τη μεγάλη.
Εύκολα μπλέκει το κουβάρι με μια κίνηση
εύκολα σπάει η κλωστή και τότε μόνος
κι ανήμπορος θα τριγυρνάς δίχως ελπίδα πια
χρόνια και χρόνια στις στοές που σε γνωρίζουν.

***

Επιστροφή

Σπατάλησα το έχει μου μακριά στην ξενιτιά
είκοσι χρόνους δούλεψα σ`άλλα χωράφια.
Τα πατρικά τα πήραν αξιότεροι κι εγώ
χοίρους βοσκούσα για το ξεροκόμματο.
Ίσως γιατί το ήξερα πως στην επιστροφή,
στους πρώτους λόφους πλησιάζοντας στο σπίτι,
θα`βλεπα τη γνωστή φιγούρα του πατέρα μου
να καρτερά ακουμπώντας στο ραβδί του
να ξεφωνίζει, να χοροπηδά,
τους υπηρέτες του να κράζει να προφτάσουν
αρχοντικό να στρώσουνε το δείπνο μου
και πως μονάχος του θα έπεφτε μπροστά μου
για να μου πλύνει με τα δάκρυα τα πόδια μου
λες κι ήταν απ`τους δυο, αυτός ο φταίχτης.
Είκοσι χρόνους δούλεψα μακριά.
Τώρα το βλέπω που τα νιάτα μου σπατάλησα.
Κυλήσανε νερό στις χούφτες μου και τα`χασα
και πιο φτωχός κι απ`τους φτωχούς γυρίζω πίσω.
Αν ήμουν Οδυσσέας, θα`λεγα χαλάλι τους
είχα πολλά να δω, πολλά να μάθω
σε τόσες θάλασσες παλεύοντας με τον Θεό
με τόσα τέρατα φρικτά που με στοιχειώναν.
Όμως δεν ήμουν και το ήξερα καλά
πως στη δική μου Τροία, δίχως σκέψη,
ρίχνουνε πάντα στη φωτιά τα ξύλινα άλογα
και ασφαλείς χασκογελούν από τα τείχη.

*Από τη συλλογή “Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος”, 2016

Νίκος Σταμπάκης, Από το “Άλας των Ηφαιστείων”

Artwork: Lynn Skordal

Το μήνυμα τραυλίζει και κατόπιν σταματά
Ορυμαγδός των τυπογραφικών στοιχείων
Η μέλισσα έχασε το κωνικό της καπέλο
Στα δόντια από καλλιγραφικές ψείρες
Κι έβαλε στόχο να το ξαναβρεί
Κατέρχεται αργά στα κελλάρια όπου ο μούστος υπνώττει
Κι αδειάζει αδίσταχτα των αρουραίων τις τζέπες
Σκάβει την κόγχη από καμίνι που κοχλάζει
Κι οσμή χρυσού ραπίζει το κουβούκλιο
Λίγο προτού εκφυλισθεί σε άρμη λιγνίτου
Διακρίνει κατακάθια άνευ ειρμού
Το στόμα της εθίζεται στο σχήμα κρατιδίου
Δυόσμοι και πικραγκάθια αλαφιάζονται στις παρηχήσεις
Χαλαροί κλυδωνισμοί κυμβάλων
Ως η τελεία στύσις προηγείται του αμόρφου σπασμού
Κόστος προσωρινής νηνεμίας
Και το ψύχος του μόλις νεκρού προαγγέλλει την αέναη μεταλλαγή των κυττάρων
Το μήνυμα τραυλίζει και κατόπιν σταματά Χρυσαλλίς ανυπόμονων σπινθήρων.

***

Της αμφιβολίας σπλήνα βιολετιά
Και σπαρταριστά της χολής νύχια
Ιδέτε το νηφάλιο μέτωπό μου
Πλυμένο σε μετάξια λυρικά
Μες σ’ ένα σύννεφο μεστό από κανάρια
Που σκοτεινιάζει με κεντριά μετεωριτών
Βάι του θανάτου μαραμένες λεύγες
Και συριγμός από τρελλά φυσίγγια
Της καταιγίδας φρύδια αιματηρά
Ουρλιαχτά στις δαγκάνες σπινθηρίζουν
Ο πυρετός σχισμένη καλτσοδέττα
Με νεραντζιών παρασιτεί κουδούνια
Έρωτα με τη φλούδα από κεχρί
Με τη σκουριά του κεραυνού στα χνώτα
Είν’ από σπέρμα ο μίτος που τυλίγει
Η ώχρα στα ροδαλά της δάχτυλα
Όμοια σκαμμένη δίεση στο στήθος
Και φλέβα όπου χαράζει η ιγκουάνα
Σκόρπια καλώδια στο δίχτυ του ήλιου
Το μεσημέρι κρεμαστό κοντάρι
Σκαλίζει το αίμα στο ακρόχειλο
Κι αναπηδούν στο έαρ κοκοβιοί
Ως νηνεμία κεντημένη δήγματα
Σε μνήμα από πηχτή μαρέγκα αργοσαλεύει.

*“Το Άλας των Ηφαιστείων”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2010.

Richard M. Berlin, Δύο ποιήματα

Εκφοβισμός

Σταματά την πορεία μου προς την πόρτα
με το κορμί του και με τη μυρωδιά του τζιν,
η γυναίκα του είναι ντυμένη ακόμα με τη ρόμπα του νοσοκομείου
μια ξερή μαύρη κρούστα στα χείλια της.
Υψώνει τη φωνή του σαν το μαύρο σύννεφο
της καταιγίδας που ξεσπά ένα αποπνικτικό απόγευμα
και το βουλώνω, σταγόνες ιδρώτα σχηματίζονται
στις μασχάλες μου.
Μου κουνά την γροθιά του γιατί την κρατώ φυλακισμένη
στο νοσοκομείο, ξαφνικά χώνει το χέρι
μες στο μπουφάν του -είμαι σίγουρος ότι θα βγάλει όπλο.
Μακάρι να μπορούσα να πω ότι αντέδρασα
σαν ένας βαθύς γνώστης των πολεμικών τεχνών,
μα πάγωσα όπως ένας επιβάτης σε μια αεροπειρατεία
βλέποντας με τη φαντασία μου τον τέλειο μαύρο κύκλο
να σκοπεύει το πρόσωπό μου, την έκρηξη
του γκρίζου καπνού, τη μυρωδιά του μαύρου μπαρουτιού,
και μπορούσα να δω τα περιγεγραμμένα όρια
της πύλης εισόδου της σφαίρας, τη φαιά ουσία
που πιτσίλισε τους τοίχους, το αίμα σε μια λιμνούλα
στο πάτωμα. Αλλά το χέρι του τραβά απότομα
μια φωτογραφία των δύο τους στην ακτή,
μ αυτόν να ξύνει με τα νύχια του τον ηλιοκαμένο ώμο της:
Έρχεται σπίτι τώρα.

***

Ένας ψυχίατρος αναμένει τον ασθενή του για το ραντεβού των 10, και φαντασιώνεται ότι είναι ο Han Shan 1

Η κόρη έφυγε,
τα μαλλιά χάθηκαν, ο πατέρας μου
πεθαμένος τη μισή μου ζωή.
Οι ασθενείς που έσωσα απ’ την αυτοκτονία
έζησαν μέχρι τα γεράματα,
και αντ’ αυτού πέθαναν από καρκίνο!
Τριάντα χρόνια στα νοσοκομεία.
Τριάντα χρόνια κλαδεύοντας μηλιές
στη δυτική πλαγιά του Χρυσού Βουνού.
Στην αρχή ήταν κλαδάκια.
Τώρα τα κλαδιά γέρνουν απ’ τα ώριμα φρούτα.
Ένας ανεπαίσθητος αέρας τα κάνει να λικνίζονται.
Θα μοιραστώ ένα φόρτωμα μήλα 2 με τα κοράκια,
κι ένα άλλο με τα σκουλήκια!

1. Han Shan. Ταόϊστής, βουδιστης ερημίτητας που έζησε πριν 12000 χρόνια στα κινέζικα βουνά Tentai.
2. Bushel είναι το παλιό αμερικανικό μέτρο βάρυς ισοδύναμο σήμερα με το βάρος μήλων 18,4 κιλών.

*Από το βιβλίο Richard M. Berlin, Εγχειρίδιο ποίησης, σε μετάφραση Μίλτου Αρβανιτάκη, Εκδόσεις λΕνεκεν, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2017.

Γιώργος Δάγλας, Από τη “μέρα των φωταγωγών”

Σαν βουνά που καταλήγουνε τη νύχτα άνθρωποι
γραμμές ορισμένες κι επικίνδυνες μ’ αντίβαρο τα μακρινά
πλοιάρια
που ποτέ δεν έρχονται…
ανοίγουν τον χορό των διαδρομών, αμετανόητοι
εγκληματίες
με ψηλά το κεφάλι, ψιλό στριμμένο μουστάκι:
ανοίγουν τις φυλακές και τα σύνορα,
ανοίγουν τα παράθυρα οι πουτάνες
με μια όμορφη λύπη
και κοιτάζουν τελευταία φορά
τους φωτισμένους, μελαγχολικούς εραστές της πρώτης
αμαξοστοιχίας
που με μάτια μαχαιριές
βυθίζοντ’ ολοένα στην αγάπη και στην ουτοπία.

***

Πέφτοντας το γκρίζο στα προάστια
στα ψηλά σπίτια με τους φαγωμένους σοβάδες
και τους κάθετους δρόμους
στρατιές σκυφτών ανθρώπων κατεβαίνουν το σαράκι
της νύχτας
μπαίνουν στο ξύλο
αποβιβάζονται σε ρημαγμένες παραλίες
φαγωμένοι απ’ την αγρυπνία που ξημέρωσε οργή
χωρίς αρχηγό
χέρια στις τσέπες χοντρών παλτών
χαϊδεύουν το παράπονο
και τοποθετούν παντού, ήρεμα κι αθόρυβα
βόμβες, βόμβες στις φτηνές επιθεωρήσεις
βόμβες στα βρώμικα σουβλατζίδικα
βόμβες στα συνδικάτα ηθοποιών
βόμβες στην ημερήσια διαταγή του κόμματος
βόμβες παντού βόμβες γι’ άπειρα χρόνια
μέχρι την ανάσταση.

***

Στο γήπεδο
κι ύστερα στα σεντόνια του νεκροτομείου
να κυλιόμαστε
Και να ‘ρχονται απ’ ολούθε φορτηγά
παροξυσμοί και τα παιδικά μας χρόνια
μ’ ακανόνιστα βήματα, με ντροπή
κρατώντας το πιο αγαπημένο
να μας προσφέρουν στα κρυφά
την ώρα που
θα μας ξεσκίζουν μ’ ένα ήρεμο μίσος
σίγουροι πως θα βρουν την αιτία.
Αν είναι ποτέ δυνατό
οι μπακάληδες του έρωτα
να μπορέσουν να λογαριάσουν.
Αν είναι ποτέ δυνατό τα επικήρυγμένα μάτια
να κολάσουν απόσπασμα.
Αν είναι ποτέ δυνατό.
Αν είναι…

***

Άνοιξη
Σκοτεινιάζει στα δέντρα
και περνάνε γρήγορα μηχανάκια.
Είναι η γη.
Είναι φωτορεπόρτερ ριγμένοι στα πηγάδια
και τα σαρκοβόρα τασάκια των αντλιωρών.
Είναι πουλιά με πατερίτσες
και το θρόισμα των νυχτικών.
Είναι που ξημερώνει
με το φιλί και το νερό.
Ησυχάστε.

*”Η μέρα των φωταγωγών”, β΄ έκδοση, Εκδόσεις “Φίλντισι”, Άνοιξη 2017.

Ηλίας Τσέχος, Δύο ποιήματα

Ραφεία μνήμης

Τίποτα δε θυμάμαι
Από ό,τι φόραγες
Πόσες φορές χτενιζόσουν
Πόντους στα τακούνια σου πόνους
Πείνες όσο κακομαγείρευες
Ξηλώματα φιλιά
Στα μαντήλια
Τίποτα από τους όρκους
Τα σιδερώματα
Καφέδες που δεν χύθηκαν
Ελιές πικραμένες
Θυμάμαι τα χιλιόμετρα
Χαμόγελα ναυάγια
Χίλια βυζιά σεντόνια
Μουρμουρογάργαρα
Που τώρα αδίψαστα
Ας πιώ τους ήχους
Να γκρεμιστώ
Μες στις φωτογραφίες

***

Αιγιάλεια φραγμένα

Πάρτε το δείλι από
Το πιάτο
Ρίξτε σκουπίδια
Βρωμήστε
Λερώστε εικόνες
Ρίξτε φόλες στα σκυλιά
Στις γάτες
Στις μάνες σας
Να τρελαθείτε
Ουδείς να σας ακολουθεί
Κανένας ψίθυρος
Να σας ταΐζουν σύμβολα
Πράσινες γελάδες
Βόδια βάτα
Το χάλι σας χαλί
Παράλια οι μαρμελάδες
Και βουνά οι
Πεδιάδες σας
Άρρωστα μερτικά σας
Σκουπιδοτενεκεδαπλώστρες
Εξεγέρσεις ανάπηρες.

*Από τη συλλογή “Αγριόχορτο στόμα”, Εκδόσεις Ενδυμίων 2015.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Ποταμός Υδάσπης 326 π.Χ.

Για να περάσεις τον Υδάσπη
πρέπει να ‘σαι αποφασισμένος
πως η απέναντι όχθη
μπορεί να αποδειχθεί τελικά
ένα νησί ενδιάμεσο
Κι ακόμα πρέπει
να είσαι έτοιμος για πόλεμο
με κάποιον που κι αν νικήσεις
ίσως φανεί άξιος
της μεγαθυμίας σου
Για να περάσεις τον Υδάσπη
πρέπει να ‘σαι χορτασμένος τόσο
που να μη νοιάζεσαι καθόλου
για τους πυρετούς που λιμνάζουν
στο αίμα των κουνουπιών
και τις ζαλάδες που γλυκά
προμηνύουν το θάνατο.

Κώστας Ρεούσης, Αντιμικρομανιφέστο

απ’ τους αφανείς υπό νόμους της έσχατης ράτσας έως την ασυγκράτητη διάβρωση των επιφανειακών συνειδήσεων η παγκόσμια ανοησία βρίσκει χωράφι να πολλαπλασιάσει τους μονοκυττάρους παθογόνους οργανισμούς της κεραίες επί δορυφορικών συνδέσεων σημαίες επί σχιζοφρενικών εγκλημάτων μία άτσαλα δομημένη ανατολίτικη κακία εισχωρεί στη δυτικότροπη απάτη των χυδαίων συναλλακτικών πρακτικών οι κλειδαριές αφανίζονται ένας ατάλαντος στιχοπλόκος αποκαλύπτει το βραχυκυκλωματικό λόγο καταργούνται οι κλειδαρότρυπες το μάτι καταβροχθίζει τον ηδονοβλεψία τα κλειδιά αναιρούνται το αντικλείδι προσφωνεί την ουτοπία των κωδικοποιημένων αυτουργών οξειδωμένοι τενεκέδες καπηλεύονται σε φιλανθρωποφαγικά απογεύματα την άγρια βλάστηση αιδοία πιράνχας εμφανίζουν τη γυναίκα κίναιδοι πέη κονιορτοποιούν τον άνδρα το ερμαφρόδιτο λιμοκτονεί ορίζοντας τη σφαγή του ουδέτερου γένους επιστρέφει ουρλιάζοντας την στην κενό καινή αναμέτρηση το αποτύπωμα της σκόνης σκοτώνεις δείχνει τη θέση των αντί κειμένων το φλαμίνγκο η νυχτερίδα το περιστέρι το κοράκι το κουνούπι η πεταλούδα κι ο χαμαιλέοντας οδηγούν τη στρατιά του Αρχιλόχου το ό,τι ναρκοθετεί τους μηχανισμούς της σύγχυσης ένα καράβι οργώνει με την καρίνα του ψυχές να διαβάζετε ορθόδοξα ερμηνεύοντας αιρετικά

*Από τη συλλογή “Ο κρατήρας του γέλιου μου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Οκτώβρης 2009.

Γεράσιμος Λυκιαρδιόπουλος, από τα “Ποιήματα του μανδαρίνου”

II

0 Captain, my Captain!

Όταν μας έβρεχε το κύμα δεν είχαμε άλλη έγνοια από το σκάφος.
Φάγαμε τόσες θάλασσες στην πλάτη σκυφτοί αλλά τραγουδώντας
στον άνεμο. Κι αν έτριζε η ψυχή μας δεν λασκάρισε. Γιατί Αυτός
μας φώναζε απ’ τη γέφυρα: «Η πίστις σώζει λεβέντες μου! Αλλά
χρειάζεται κι ένα γερό χέρι στό τιμόνι!».

Το σκάφος το γλυτώσαμε. Και τότε σε πήρε τό μάτι μου. Κατέβαινες
προς το βυθό σαν ξίφος χλευάζοντας με τη λάμψη σου κάθε
μιζέρια. Εγώ κυνηγημένος από μέσα μου όρμησα στα κύματα
χωρίς σωσίβιο. Ύστερα μ’ άρπαξαν οι λέξεις — άλλο ναρκωτικό
δεν γνώρισα. Είδα την Πρέβεζα να σβήνει στης Φλάντρας τις ομίχλες,
στης Μάγχης τα νερά.

Δεν τα κατάφερα νά πνιγώ. Είδα μονάχα πώς πνίγονται άλλοι στ’
ανοιχτά του μέλλοντος και γύρισα πάλι στα δικά μου. Στενεμένος
βλαστήμαγα κάπου-κάπου μά κανένας θεός δεν με πίστεψε.

Εσύ που κουβεντιάζεις τώρα με τον Καπετάνιο, θύμισέ του τά □
λόγια του. Πες του τι μας χρωστάει. Φάγαμε τόσες θάλασσες
στην πλάτη για πάρτη του. Γιά μιαν υπόσχεση, για ένα κέρασμα
ένα μπάρ που είχε ήδη κλείσει από τότε.

Πάντως τό σκάφος το γλυτώσαμε. Το ραντεβού ισχύει πες του.
Κι ας μην υπάρχουν μάρτυρες

— επικαλούμαι τώρα το άρωμα μιάς ανάμνησης στις βιαστικές
πωλήτριες των κεντρικών αρωματοπωλείων. Επί ματαίω; Επί
ματαίω έστω. Αλβανός. Αλβανός στό Κολωνάκι. πρίγκηπας στο Μεξικό.

* “Τα Ποιήματα του μανδαρίνου”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2002.

Octavio Paz, Τρία ποιήματα

ΕΔΩ

Τα βήματά μου σ’ αυτό το δρόμο
Αντηχούν
Σ’ άλλο δρόμο
Όπου
Ακούω τά βήματά μου
Να διαβαίνουν σ’ αύτό τό δρόμο
Όπου

Μόνη αληθινή είν’ η ομίχλη.

***

ΧΡΗΣΜΟΣ

Τα κρύα χείλη τής νύχτας
Αρθρώνουν μιά λεξη
Κολώνα οδύνης
Λιθάρι κι όχι λέξη
Ίσκιος κι όχι λιθάρι
Στοχασμός από αί’&αλη
Νερό αληθινό για τα χείλη μου από αιθάλη
Λέξη από άλήθεια
Λόγος των λαθών μου
Αν είναι θάνατος μόνο για τούτον ζω
Αν είναι μοναξιά μιλώ για κείνην
Είναι η μνήμη και δε θυμάμαι τίποτα
Δεν ξέρω τι λέει και την εμπιστεύομαι
Πώς νά έχουμε τη γνώση ότι ζωντανοί
Πώς νά ξεχώσουμε πως το γνωρίζουμε
Χρόνος που μισανοίγει τά ματόφυλλα
Κι αφήνεται νά φαίνεται και μας θωρεί.

***

ΦΙΛΙΑ

Είναι η αναμενόμενη ώρα
Πάνω στο τραπέζι πέφτει
Ατελείωτα
Η κώμη της λάμπας
Η νύχτα κάνει πελώριο τοό παράθυρο
Δεν υπάρχει κανείς
Η δίχως όνομα παρουσία με τυλίγει.

*Από το βιβλίο “Οκτάβιο Πας, Ποιήματα”, μετάφραση Μάγια Μαρία Ρούσσου, Εκδόσεις Ηριδανός, Οκτώβρης 1986.