Άννα Νιαράκη, Δεν ήμουν εγώ

Τα μαύρα ρούχα περίμεναν
στην ντουλάπα, υπομονετικά
να τα ξαναφορέσω
Ντύθηκα τον παλιό μου εαυτό
και πήγα στα παλιά στέκια,
στην παλιά δουλειά
στις παλιές συνήθειες
αλλά δεν ήμουν εγώ
κι ας με αναγνώριζαν όλοι
κι ας με αγκάλιαζαν κι ας με φιλούσαν
δεν ήμουν εγώ
Γύρισα και φόρεσα το νυχτικό της μάνας μου
κοιμήθηκα στον καναπέ, κάπνισα στο μπαλκόνι
περιεργάστηκα τις φωτογραφίες στο σαλόνι
δεν ήμουν εγώ
κι ας μου έμοιαζα καταπληκτικά, κι ας είχα
την ίδια όψη
δεν ήμουν εγώ σας λέω
η απουσία ήταν που
με φορούσε κατάσαρκα

*Από τη συλλογή “Ιχθυόφωνο”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015 (εξώφυλλο Antonis Tsakiris).

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα


Μια φυλακή στα μάτια σου

το άδειο σου
το γέμισμά μου
παλίρροια ανάγκης
σηκώνει το ξεφύλλισμά τους
…στα μάτια σου,
δεν είπες τίποτε απόψε
πυρακτώνεσαι
γεύεσαι αγαπάς
χωρίς να τα ρωτάς
αγαπάς χωρίς να τα γνωρίζεις
πως ξέρουν τι είδαν
πως ξέρουν τι δεν θεν
φεύγεις και γυρνάς, όλα μαζί
βλαστάρι της αγέραστης γης
γίνε μια ρίζα μέσα μου…
δεν είπες τίποτε
σπαρτά κι αν φύτρωσαν στα μάτια σου
…κι απαρνιέσαι

***

Τι γυρεύεις εδώ
 
Στη γειτονιά των σκαλιστών ανθρώπων
Που ξεσκονίζει η μέρα το πρωί
Και τους αφήνει στα σιδερένια κουτιά να τρέχουν
Να βρουν το βιος την πάλη για ένα ύπνο;
Τι ψάχνεις στο στενό το δρόμο
Όπου έχουν όλα ένα αριθμό οικίας;
Πρωί σε βάφτισαν στο σπίτι του Δεμέτη
Και σε φέραν χίλια μάτια με τα μάτια τους…
Σε γυροφέρνει η ευτυχία
Στη γη του αντίλαλου
Σε πιστεύουν τα βουνά που δρασκέλισες
Πίστεψε τελικά κι εσύ πως άγιασες
Άϊντε και  σε φορτώσαν όλοι τάματα
Στο φετινό το πανηγύρι του Άι Περπάτη

*Από τη συλλογή “Αγίου Ηλίου του Νοτίου” (2016).

Ρομπέρτο Χουαρόθ, από την “Κατακόρυφη Ποίηση”

Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι
Ο παράδεισος είναι κάτι που χάνεται καθημερνά
Όπως καθημερνά χάνονται η ζωή
Η αιωνιότητα κι ο έρωτας.
Έτσι επίσης χάνουμε την ηλικία
Που, ενώ φαίνεται ν’ αυξάνει
Λιγοστεύει κάθε μέρα
Γιατί ειν’ αντίστροφη η μέτρηση
Ή έτσι χάνεται το χρώμα κάθε όντος, σα γυμνασμένο ζώο κατεβαίνοντας
Σκαλί σκαλί
Ώσπου να μείνουμε άχρωμοι
Και αφού ξέρουμε εξάλλου
Πως δεν υπάρχουνε ούτε μελλοντικοί παράδεισοι
Δεν απομένει πλέον άλλη σωτηρία
Απ’ το να γίνει ο καθένας μας παράδεισος.

*Ρομπέρτο Χουαρόθ, “Κατακόρυφη Ποίηση”. Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης. Εκδόσεις “Τα Τραμάκια”.

Μίλτος Σαχτούρης, Ο πυρετός της χαράς

Ηλεχτρικές κουρτίνες σ’ άλλη εποχή
ηλεχτρικοί πολυέλαιοι
δυο πρωινά παράθυρα
δυο μάτια φωτισμένα
η σκιά τ’ ανθρώπου διαβαίνει
μέρα να ’ναι για νύχτα
κι η φωνή: Μην τρέχεις μη φεύγεις
σ’ αγαπώ
La voix du rêve

*Από τη συλλογή “Η Λησμονημένη” (1945).

Σταύρος Ζαφειρίου, 
Ενοχικό

Artwork: Anna Noelle Rockwell

Τι γυρεύεις, του είπα, ανάμεσα

στον ερπετώδη νου του πλήθους;

Του όχλου του αλαλάζοντος,

του εξαθλιωμένου,

του τρελαμένου από τα σκέλια της πυράς

και την οσμή της θηλυκής της σάρκας;

Αν δεις στα μάτια, λένε, τη φωτιά,

κατάματα κι αυτή θα σε κοιτάξει.

Ο φοβερός εκτελεστής καλεί την άβυσσο

στη βιβλική της γλώσσα

και οι πεπτωκότες άγγελοι το βιβλικό του μένος

από τις φλόγες της αβύσσου τού επιστρέφουν.

Τι γυρεύεις σε τούτο το θέατρο;

Ούτε ο μονόλογός σου θ’ ακουστεί ούτε η σιωπή σου.

Ποιος παίρνει πια στα σοβαρά των τραγωδών τον ρόλο;

Τις παραβάσεις του χορού ποιος επωμίζεται;

Ποιος αμαρτάνει και πιστεύοντας στα λόγια των τυφλών

τυφλώνεται απ’ το ίδιο του το χέρι;

Στον άδειο τόπο της ανήλεης σκηνής,

χωρίς τον οίστρο και τις λάμψεις των θριάμβων,

σε μιαν ακρόαση κουφών,

ποια τέχνη από τις τέχνες σου θα υποδυθεί την ύβρη;

Γεωργία Τρούλη, Ένα (άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου)

Έργο: Γεωργία Τρούλη

Ένιωσαν τα χέρια να κρατούν αυταπάτες
Τα έβγαλαν από την θέση τους
Τα έβαλαν μια έλξη μια λέξη πιο κάτω από τον ώμο τους
Έπειτα έστρεψαν το βλέμμα στον καθρέφτη
Πόσο αταίριαστη ένωση
Πόσο βαθιά αυτονόητη κι επινοημένη
Κι εμποτισμένη με πείσμα και εμμονή
Πόσο εκ του μηδενός εκπορευόμενη
Άκουσαν έπειτα δύο τρία λαικά άσματα
Λίγο ένιωσαν παλμό
Και γύρισαν
Τον καθρέφτη από την ανάποδη
Το σώμα από την άλλη μεριά
Το άσμα από την αρχή
Και τερμάτισαν συνεύρεση
Και συνομιλία
Μέχρι εκεί ακουμπούσε η πρώτη το μπράτσο
Ο δεύτερος τον κώλο
Και οι δυο μαζί τα χέρια
Σε μια έλξη μια λέξη
Πιο κάτω από τον ώμο τους

Δύο (οι εραστές του απόλυτου τίποτα)

Ο μόνος λόγος που άντεξαν ακόμη
Ήταν ότι ακόμη άντεχαν
Κι είχαν περιέργεια
Κι έτσι αφέθηκαν
Απρόθυμα να βαδίσουν
Μέχρι που ήρθε η δύναμη να ορίζουν το βήμα
Το ένα πόδι πίσω από το άλλο
Και μια εποχή πίσω από την ιστορία
Έναν άνθρωπο
Δίπλα σε ένα άλλο σώμα
Όταν ανακάλυψαν
Τον χάρτη
Την ήπειρο
Έκοψαν το σχήμα
Κι έδωσαν άλλο όνομα
Καθώς έκαναν γεωτρήσεις νερού

Κάποια στιγμή δίψας είδαν ότι ακόμη αντέχουν
Κι έφτυσαν στη γη δυο φορές το όνομά τους
Ξεκοίλιασαν την διαδρομή
Την πορεία
Η περιέργεια για προορισμό
Όλο μεγάλωνε
Μαζί με την εποχή
Το σώμα τους
Και τον χρόνο.

Σπύρος Δόικας, Λόγια Τυχάρπαστα, Αποσπασματικά, Για Να Ειπωθεί Το Ανείπωτο

1
Αν και μου έρχεται αυθόρμητα να σ’ το πω
Αν σου πω «σ’ αγαπώ» θα σου πω ψέματα
Γιατί η αγάπη μου είναι πολύ πιο βαθιά
Από μια πρόσκαιρη ατομικότητα
Από ένα συνονθύλευμα επιθυμιών,
συναισθημάτων και αναγκών.
Αυτή η αγάπη πηγάζει από την ίδια ενέργεια
Που κάνει το ρόδο ν’ ανθίζει
Και το γιασεμί να μοσχοβολάει περήφανα
Τις γαλήνιες του θέρους νύχτες
Κι όμως, παρόλ’ αυτά, είναι όσο το δυνατόν
Και περισσότερο από όσο ποτέ
Ένα καράβι, που αρμενίζει στο τώρα
Ένα καράβι που δεν σάλπαρε από πουθενά
Και δεν έχει κανέναν προορισμό
Πέρα από το άγγιγμα αυτού εδώ του κύματος
Με την καρίνα του.

2.
Γιατί δεν είμαι «εγώ» που αγαπώ «εσένα»
Ούτε φυσικά είσαι «εσύ» που αγαπάς «εμένα»
Ή που εισπράττεις την αγάπη «μου»
Ή που εισπράττω τη δική «σου»:
Είναι η ενέργεια της αγάπης
Η οποία όμορφα περνά
Από εμένα κι από εσένα
Χωρίς να ανήκει σε κανέναν
Χωρίς κανείς να μπορεί
Να την κάνει δικιά του
Ή –καθ’ οιονδήποτε τρόπο–
να την ιδιοποιηθεί
Είναι μια ενέργεια καθαρή και ελεύθερη
Που δεν γνωρίζει παρελθόν ή μέλλον
Και δεν κάνει σχέδια, ούτε συγκρίσεις
Ούτε μπορεί να σε απογοητεύσει
Καθώς ουδέποτε είχε στόχο να σε γοητεύσει:
Κάθε στιγμή της είναι απόλυτη
Πληρότητα και τελειότητα
Σ’ ένα αέναο παρόν.

3.
Δεν είναι μια αγάπη που διαψεύδεται
Ή που μπορεί να πληγωθεί
Δεν είναι καν μια αγάπη
Που μπορεί να ευοδωθεί
Γιατί υπάρχει μόνο στο τώρα,
στο τώρα και στο τώρα.
Και φυσικά δεν είναι μια αγάπη
Που θα έχει τέλος
Γιατί είναι μια αγάπη
Που δεν είχε ποτέ αρχή.

4.
Και μη νομίζεις
Δεν είναι μια ρομαντική αγάπη
Γιατί ο ρομαντισμός ξεπηδάει
Από έννοιες του νου και του χρόνου:
Είναι μια αγάπη που εκτυλίσσεται
Πέρα κι έξω από τον χρόνο.
Δεν είναι αιώνια, γιατί είναι
Κάτι παραπάνω από αιώνια:
Είναι άχρονη από γεννησιμιού της.
Η «αιωνιότητα» και το «πάντα»
Είναι ρομαντικές ψευδαισθήσεις
Που ως τροφή έχουν έναν καλά ορισμένο
Γραμμικό χρόνο:
Σίγουρα μια άχρονη στιγμή Παρουσίας
Αξίζει όσο χίλιες νοητές αιωνιότητες.

5.
Τόσα λόγια λοιπόν, για να ειπωθεί,
Το ανείπωτο, κλείσε τα μάτια και φαντάσου
Απλά, ένα άγγιγμα στην ψυχή.

6.
Σ’ το ξαναείπα
Αυτή η αγάπη δεν είναι ρομαντική
Δεν επιζητά τη διαιώνιση του είδους
Ούτε καν την ηδονική κορύφωση
Η κορύφωση έχει χάσει πλέον κάθε νόημα:
Όταν ήδη πετάς ψηλά στα σύννεφα
Και μόλις μετά βίας διακρίνεις
Από κάτω την κορυφή
Αν μου μιλούσες για κορύφωση
Θα ήταν σαν να μου μιλούσες
για καταβύθιση.

7.
Όσο κι αν θέλω να σου πω «σ’ αγαπώ»
Αυτή η αγάπη δεν είναι προσωπική
Γιατί αν ήταν προσωπική
Θα κατέστρεφε διά μιας το αρραγές
Και το άχρονο, μέσα σου και μέσα μου
Θα ήταν μια ιεροσυλία στον βωμό
Ενός άνθους, αμάραντου.

8.
Η δική «μας» αγάπη δεν είναι ρομαντική
Δεν έχει μέλλον, καθώς δεν είχε ποτέ παρελθόν
Δεν έχει παρελθόν, καθώς δεν θα έχει ποτέ μέλλον
Ο ρομαντισμός είναι γεμάτος σχέδια
Που εκτυλίσσονται στο μέλλον, και ακουμπούν
Σε εξιδανικευμένες στιγμές του παρελθόντος.

9.
Τίποτε από όλα αυτά μην το πάρεις σοβαρά
Ούτε καν αστεία: δεν είναι παρά λόγια τυχάρπαστα
Λόγια τυχαία, λόγια που δεν μου ανήκουν,
παρμένα από το πουθενά, για να ειπωθεί το ανείπωτο.

*Από εδώ: BIBLIOTHEQUE 4-9-2017
**Artworks: Louis Treserras

Στέλιος Ροΐδης, Η μεγάλη ησυχία

Είμαι αλληλουχία σε χειμερία νάρκη
Το γνωρισμά μου είσοδος στο μουσείο
Χορεύω βαλς με τα βατραχοπέδιλα των άλλων
Είμαι ο ωκεανός
Στον βυθό το φυλακτό
Το ασταμάτητο πρόσωπο
Που κάνει οικονομία, ο πυρσός, το αλλεργικό δόντι του αστείου
Θα μπορούσα να έχω κάποια σχέση με την αλήθεια
Απλά αν με μεταφέρατε κάπου αλλού από εδώ
Είμαι παγωμένος, σαν κάθε ερέθισμα του χαζού σκύλου του ονείρου
Είμαι επικύνδυνος σαν τον φόβο
Σαν τον θάλαμο με το πυκνό παρελθόν
Δεν θα χρησιμεύσω σε τίποτα, αν με πειράζει η όχι δεν έχει σημασία
Ακίνητο φτιασίδι, αυτός είναι ο κόσμος μου
Μια λέξη στην θέση μου μια ανακοίνωση ένας επόμενος σταθμός
Που στην ηλικία που έχω ξέρεις πως μόνο εσύ θα ξεχάσεις
Πως ο χρόνος είναι χρυσός σε θυρίδα
Πως αύριο θα χαιδεύεις τον φαλλό σου προσπαθώντας να ανοίξεις
μια τράπεζα
Όταν όλοι πέσουν στο πάτωμα και προχωρήσεις ανενόχλητος
Φτιάχνοντας ένα κόσμο με τον ίδιο συναγερμό
Που τον θυμάσαι απέξω
Ποιός θα είσαι αύριο
Όταν μπεις στο μυαλό σου και το βρεις άδειο εντελώς
Πιστεύοντας στην εικόνα
Μπροστά στον όλο προηγμένο σχηματισμό
Αυτό είναι από σάρκα, και εσύ το ξέρεις,
Κάτω από το σώμα σου υπάρχει ένα φίδι
Είναι ένα σύνολο μορφασμών
Ποτέ δεν βγήκαμε από το αδιέξοδο-
Δεν έχει δόντια η λογική
Μια ευκαιρία είναι μόνο, μόνο
Πιστεύοντας στην εικόνα
Τα βήματα του πολιτισμού, μέσα σε ένα στοιχειωμένο σπίτι
Αφήνοντας ένα σημείωμα, εδώ, μαθαίνεις ποιός θα είσαι αύριο
Όλα είναι πολύ αληθινά, πολύ αληθινά για εμάς πλεόν
Για ποιόν λόγο πρέπει κάποιος να ρθει να σε πιστέψει
Οι αντίθετοι άνθρωποι πρέπει να συναντηθούνε πρέπει
Καθένας με το όπλο του άλλου στο χέρι
Μέσα στο μυαλό σου που είναι άδειο εντελώς
Μιλάς για αγάπη και η θέση σου είναι αυτή
Αναγραμματίζεις παρά την θελησή σου το κακό
Και είσαι ο ίδιος όπως πάντα
Οι ποιητές είναι ένας θάνατος στην θέση του ποιήματος
Πρέπει να αλλάξεις το πάντα
Τα δάχτυλα του ενός ανθρώπου μετράνε την ανθρωπότητα
Υπάρχει όμως ένας κίνδυνος που τον θυμάται μόνο αυτός
Μόνο αυτός.
Πρέπει να αλλάξεις το πάντα.

Γιώργος Δουατζής, 
Το μικρό αγόρι

Ξέρω, θα πεις,

ποιος νοιάζεται για τη θλίψη σου

και πόσο έχει δικαίωμα να θλίβεται ένας συνεργός;

Διότι το ξέρω κι εγώ

ότι η σφαίρα που σκότωσε το μικρό αγόρι

έχει ένα μόριο από τον εαυτό μου.

Ναι, είναι το ένα δεκάκις εκατομμυριοστό,

αλλά αυτό δεν αναιρεί τη δολοφονική τροχιά του

ούτε την ευθύνη μου.

Είναι το μόριο που γέννησε

η ανοχή μου στην προϊούσα σήψη.

Είναι το μόριο που δημιούργησε

η ελλειμματική μου αντίσταση στην αδράνεια

την οποία επιζητούσαν για να οικοδομήσουν

τον κτηνώδη κόσμο τους.

Είναι το μόριο που υπήρξε από την αδυναμία μου

να πολεμήσω τα κυρίαρχα όπλα τους,

τον φόβο και την ανασφάλεια.

Είναι το μόριο που οικοδόμησε αυτό το περιβάλλον,

του οποίου δημιουργήματα είναι οι θύτες,

τα θύματα σημερινά κι αυριανά,

τα μικρά αγόρια και κορίτσια,

οι χιλιάδες άνεργοι, οι αδύναμοι,

οι μη έχοντες, μη περιθαλπόμενοι,

οι γέροντες, οι άρρωστοι, οι ανασφαλείς,

οι καταθλιπτικοί, οι ανεχόμενοι

και κυρίως απέλπιδες.

Μην αναρωτηθείς τι ζητούν αυτά

τα πανέμορφα παιδιά στους δρόμους

τώρα που δεν έχουν νόημα συγγνώμες

και ενοχικά βουρκωμένα μάτια.

Άκουσα παιδικές φωνές σε ώριμα τραγούδια

σαρωτικά που διαπερνούν τη θλίψη.

Οι γροθιές διεκδίκησης

οι ανάσες ζωογόνες

οι δρόμοι φωτεινοί

και κυρίως ανθρώπινοι.

Και μην με συμπονέσεις.

Απλά πάρε τα λόγια μου στο δισάκι σου

κι εξαργύρωσε την πείρα μου

στους αγώνες των αυριανών ημερών.

Νάνος Βαλαωρίτης, Το χτύπημα

Το χτύπημα στην πόρτα

προκαλούσε πανικό

ο χτύπος της καρδιάς

στην βαρυχειμωνιά

χτυπήματα του βούρδουλα

στη ράχη του τιμωρημένου

το χτύπημα του χάρακα

σε χέρι ανοιγμένο

στου Πάσχα τη γιορτή

χτυπούσαν οι καμπάνες

δράματα και κωμωδίες

απ’ τα πέτρινα καθίσματα

περιμέναμε απάντηση

από κάποιον τηλεφωνικώς

για μια στιγμή ξεχάσαμε

ποιά ήταν η ερώτηση

ποιος είσαι κι από πού

πώς λέγεσαι επισήμως

πώς σε φωνάζουν οι δικοί σου

τι δηλώνεις στην αστυνομία

βγήκαμε στις λεωφόρους

σε πορείες διαμαρτυρίας

με συνθήματα αυτοδυναμίας

για την κοσμοθεωρία μας

πέσαμε άδικα μαχόμενοι

χτυπημένοι κατακέφαλα

από σύγκρουση μετωπική

με εγχειρίδιο ιστορίας