Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πέντε ποιήματα

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Είδε το άλυκο τριντάφυλλο,
στη μέση του κήπου ανθισμένο.
τόσο τον θάμπωσε η ομορφιά του
που χαϊδευοντάς το
τσιμπήθηκε.
Τ’ αγκάθια χώθηκαν στο δέρμα του.
Πέρασαν χρόνια.
Το τριαντάφυλλο το ξέχασε.
Τ’ αγκάθια ακόμα τριβελίζουν το μυαλό του.
Έξυπνος πια και προνοητικός,
φοράει γάντια όταν θέλει να τα χαιδέψει.

***

ΑΔΕΙΕΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ

Άδειες καρέκλες,
η μια δίπλα στην άλλη,
η μια ίδια με την άλλη,
Μέσα τους κρύβουν τόσες ιστορίες.
Στη μια κάθισε μυριόπλουτος εφοπλιστής,
στην άλλη βρώμικος αλήτης.
Να έχουν τάχα διαφορά;
Αφού, σαν έρχεται το σούρουπο
-το σούρουπο που πάντα φτάνει-
αδειάζουν, κάθονται βουβές
και μένουν ίδιες.

***

ΦΩΤΑ

Γύρω μου φώτα,
φώτα μεγάλα,
λάμπουν εκτυφλωτικά,
μάταια προσπαθώντας
να φωτίσουν το διάβα μου.
μα εγώ βαδίζω τρεκλίζοντας
στης μοναξιάς μου τα σκοτάδια.

***

ΟΝΕΙΡΟ

Ανοίγεις τα παράθυρα του νου
να μπει αέρας καθαρός,
να μπει το φως της μέρας.
Βγαίνεις στην αυλή.
Ο ηλιος σε φωτίζει λαμπερός.
Δεκάδες δέντρα απλώνονται στο βάθος,
μύρισε ο άνεμος πεύκο και θυμάρι.
Ξυπνάς, ο ουρανός θολός,
τσιμέντο γύρω σου και σκόνη.

***

ΝΥΣΤΑ

Τις μέρες
τα μάτια σου κλείνουν
εκπιλαρώντας τ’ όνειρο
κι ας τρέμεις τη φωνή του διευθυντή.
Μια και τις νύχτες
ο ύπνος δεν έρχεται
κι η θύμησή της
το νου σου αγκυλώνει.

*Από τη συλλογή “Ερείπια”, Εκδόσεις Ρέω, Αθήνα 2010.

Χρίστος Ε. Παλαιοπάνος, Από το «…ύστερα θα καούν τα σάλια»

Ι
Θα ζύγωνε να μ’ απαντήσει στ’ αντίφως μεθυσμένος μάρτυρας

ξεσπώντας: κι ο ερχόμενός μου στην αναρχία της γείωσης
και η θηλή στην αναστημένη θηλή
κι η θάλασσα ξανανιωσμένη στη θάλασσα καταμεσής…
σώπα…

στο βάζο
τα λουλούδια
προσμένουν την ασπιρίνη
οίκοι
λευκοί
μαίνονται
τα ψηφία
οι ομοιόμορφες σάλπιγγες

«έκσταση»

αγαλλιάζουν οι μήτρες:
καταβολάδες σε παιγμένα χέρια:
της όρθιας γραφής

κράτη και ήρωες
και κειμένων
ιερείς καταφτάνουν
με την ελπίδα
και την ελπίδα
φτάνουν
τρεχούμενα
τα σάλια
πέρα τους — σώνονται κει μεταμοντέρνα

στη διψασμένη γης. Ο παιάνας φυσικά
ολούθε παιάνας
ξεχύνεται
με χαρτιά διψασμένα

πληγωμένα — θα ζύγωνε (αντράλα στη φωνή) τραγουδώντας:
σαν του πλανώμενου μουσκεύει το γεφύρι
φουσκονεριά το είναι είσαι κύρη

κι ένα νερό να μη ρωτιέται…

στη θάλασσα
σώπα…

θα ζύγωνε
κοίτα…

πανήγυρος της νίκης ποιος άραγε
παίκτης διαιτητεύει;
Ο ήρωας συμφωνεί ξεσπώντας: «ωραίος καθρέφτης»
κι αψίδες με χάρη σηκωμένες με τον τρόπο του τέλους
φυσικά
να περάσει
να μην περάσει δικέ μου

πού ο Augustus κεντρικώτερα στου αφηγητή του το νόμισμα;
στου τόπου του την άφεση
(στο Πένθος του)
«αχ τόσο μη αρσενικό — ά
χα στον έρωτα»

κι η υπόληψη της άνοιξης θεσμοθετημένη

έχοντας όλα τα δικαιώματα των άντρων του
(και της μαδημένης μαργαρίτας το όνειρο)

ζόρια στα χέρια εκεί
μα εδώ κοντά

στα χέρια
απόμακρα σαλεύουν
γραπώνουν και σαλεύουν δίνοντας ψυχή
«μπόλικη ψυχή»

σε γραπωμένο μάγο

*Από τη συλλογή «…ύστερα θα καούν τα σάλια», Εκδόσεις Ηριδανός, Μάης 2010.

Γιάζρα, Δύο ποιήματα

Προειδοποίηση

Κάθε πρωί τ’ αφεντικά σκοτώνουν ό,τι ονειρεύομαι
γι’ αυτό κι εγώ ανδρώνω όνειρα γκάνγκστερ.
Δε βρίσκω τίποτα απ’ τον εαυτό μου στην εργασία,
μόνο βία, βία, βία, καρτεσιανή και εμπράγματη.
Προλετάριος μ’ αξιόπιστο κούτελο,
αχ, αυτή η μετωπιαία αγωνιστικότητά μου
πόσο με συγκινεί!
οι εργάτες, αυτοί οι στυλοβάτες της κοινωνίας,
τρέφονται απ’ το χέρι των διευθυντών τους
χωρίς ποτέ να το δαγκώνουν (πόσο τους συμπονώ
όλους αυτούς τους ανθρώπους δίχως δόντια).
Γυρίζουν σπίτι μισοκοιμισμένοι,
με λίγη φιλανθρωπία τυλιγμένη σε αλουμινόχαρτο,
σώματα μπαταρισμένα, αδειανοί ουροσυλλέκτες,
ηττημένοι χωρίς καν να έχουν δώσει μάχη.
Δε θέλω να τους βλέπω,
θα ουρλιάζω μέχρι αυτοί να με δουν.
Σκοτώστε τη μισθωτή σκλαβιά νεκρή,
σπάστε της τα χέρια, κρεμάστε τη σ’ ένα κλαδί.

Αυτό το ποίημα είναι μια προειδοποίηση προς τ’ αφεντικά:
Να φοβάστε
εκείνη που δακρύζει εκτός ώρας,
εκείνη που έχασε τα χείλη της σ’ έναν λόξιγκα,
εκείνη που δεν ξέρει μέλλοντα χρόνο, την άχρονη μάνα,
τη γυναίκα δίχως ωροδείκτες και λεπτοδείκτες,
τη γυναίκα που απασφαλίζει ενεστώτες.
Τη μάνα που δίνει στο παιδί της λαλιά αντί για όνομα,
την ποιήτρια που προσεύχεται στα ποιήματά της,
την ποιήτρια που κρύβει στα ρήματα ξυράφια,
τη γυναίκα που δεν έχει διφθόγγους να χορτάσει τις αρνήσεις της
ούτε αλφαβήτες να ξεδιψάσει τον πόλεμό της.
Εκείνη που βρήκε το γέλιο της σε μια οδομαχία,
εκείνη που κατοικεί στα σώματα άλλων χωρίς να κόβει αποδείξεις,
εκείνη που αγαπά δίχως να κοιτάξει πάνω απ’ τον ώμο της.
Κάθε μέρα θερίζω μίσος εννιά με πέντε.
Μέχρι να μιλήσει η τίγρη
θ’ ακούμε τις αφηγήσεις των κυνηγών,
μέχρι να βρούμε τη φωνή να τραγουδήσουμε
θ’ ακούμε το τερέτισμα των ξυπνητηριών.
Τι είναι ένας MC χωρίς μικρόφωνο;
Ένας ποιητής χωρίς ωοθήκες;
Δε θέλω να σας ακούω,
θα ουρλιάζω μέχρι εσείς να με ακούσετε:
Σκοτώστε τη μισθωτή σκλαβιά νεκρή,
κόψτε της το λαιμό, θάψτε τη βαθιά στη γη.

***

Σ’ αυτή τη χώρα δεν χωράνε μανιφέστα

Σ’ αυτή τη χώρα δεν χωράνε μανιφέστα
εδώ σφάζουμε τη ζωή στη λαμαρίνα,
εδώ κάνουμε τις πράξεις λόγια,
εδώ παράγουμε τις λέξεις με τη μέθοδο Φίσερ-Τροπς:
αν τις διυλίσεις με το ζόρι βγάζεις ένα μπουκάλι βενζίνη.
Σ’ αυτή τη χώρα δεν χωράνε μανιφέστα
οι άνθρωποι έχουν στερέψει,
πρέπει να τους στύψεις
για να γεμίσεις μια σακούλα πέτρες.

Το μανιφέστο είναι ένα αντικείμενο
όπως το τραπέζι ή το κρεβάτι,
έχει συγκεκριμένες διαστάσεις
το μανιφέστο δεν είναι διακήρυξη,
έχει μήκος και πλάτος,
στερεώνεται στον τοίχο με βίδες Allen M12x30.
Το μανιφέστο δεν προσφέρει κάποια γνώση,
δεν είναι πολιτική εκδήλωση σε κατάληψη
ή γκραφίτι σε σχολείο,
έχει καθαρά χρηστική αξία.
Ξέρουμε πολύ καλά τι είναι το μανιφέστο
αλλά δεν καταφέρνουμε ποτέ να το χωρέσουμε
εδώ μέσα, όπως και να το στρίψουμε

Σ’ αυτή τη χώρα οι δρόμοι είναι χαρακώματα,
οι πλατείες επιφάνειες κοπής
στο μαχαίρι του ψωμιού γυαλίζει η πίσσα.
Εδώ τίποτα δεν φυτρώνει, τίποτα δεν ανθίζει,
κι ας σπέρνουμε και κοπρίζουμε
κάθε φθινόπωρο το τσιμέντο.
Είναι η μοίρα μας κληρονομική,
οι πτώσεις των σωμάτων μας καθημερινές,
κι απ’ το αίμα μας δεν έχει μείνει πια τίποτα
όοπου να καίγεται
που ν’ αξίζει.

Σ’ αυτή τη χώρα δεν χωράνε μανιφέστα
οι φιλόσοφοι είναι κρατικοί υπάλληλοι
οι ποιητές μικροαστοί,
οι επαναστάτες περιμένουν το εφάπαξ.
Εδώ όσοι έχουν σφαίρες
τις κρατάνε για την πάρτη τους,
όσοι φοράνε τρύπια παπούτσια
κλωτσάνε κάθε πρωί την τύχη τους,
όσοι δανείζονται ρήματα
επιστρέφουν μόνο τους χρόνους.
εδώ οι άνθρωποι κρύβονται μες στον εαυτό τους
η εποχή της ξύλευσης κρατάει δεκαετίες.

Σ’ αυτή τη χώρα δεν χωράμε ξαπλωτοί,
γι’ αυτό πεθαίνουμε πάντα όρθιοι.
Σ αυτή τη χώρα δεν χωράνε μανιφέστα.

*Από τη συλλογή “Γκρόζνι”, εκδόσεις Υποκείμενο, Απρίλης 2016.

Γιώργος Γιαννόπουλος, Η βάρκα

Τώρα που σου γνέφει
ο θάνατος
άσε με να σου μιλώ
για την αγάπη

Να θυμηθείς τον κήπο
με τα ρόδα
τις πασχαλιές
μιας ασπρόμαυρης
άνοιξης

Άσε με να σου μιλώ
για το ποτάμι
και το γαλάζιο
της χαράς
κι ένα κορίτσι
που λάτρευε το σώμα μου

Άσε με να σου μιλώ
για το βλέμμα των ανθρώπων
που σπάζει τη σιωπή
και το πάτημα
στο αναπόδραστο

Άσε με να σου μιλώ
πώς σκάει η θάλασσα
και κατέρχεσαι
με τον χαρμόσυνο
όλεθρο

Άσε με να σου μιλώ
για τα παιδιά
μιας άδειας μήτρας
και την αγάπη
για το κορμί
του άντρα

Άσε με να σου μιλώ
για το τρυφερό
της σάρκας
στην σκιά
των άλλων
για τη βάρκα
που θάχει
κύματα
το χώμα

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015.

Λουκάς Αξελός, Πέντε ποιήματα

ΓΡΑΦΟΥΜΕ

ΓΡΑΦΟΥΜΕ όταν έρχεται η νύχτα.
Τις ώρες της λευκής μοναξιάς,
όταν μια λέξη ανώνυμη
τονίζει την σιωπή της.

Γράφουμε όταν ο εκηβόλος στοχεύει
τις μεγάλες διακηρύξεις στον έρωτα
ή τους λίγους γυμνούς μας στίχους.

Ειδ’ άλλως σωπαίνουμε.

Αθήνα, Ιανουάριος 1981

***

ΦΥΣΙΣ ΝΕΚΡΑ

ΠΑΡΑΞΕΝΟ στ’ αλήθεια
να μην μπορώ να γράψω έτσι απλά.
πώς γέμισε το στόμα μας
πέτρες αιχμηρές
και μιλάμε αδιάφορα νεκρές γλώσσες;

Μή και υπέρ μοίραν δόμον Άϊδος εισαφίκηαι;

Ξερός φυσάει ο αέρας
στα στενά της λιπόθυμης πόλης.

Αθήνα, Απρίλιος 1982

***

ΣΤΑΘΗΚΑ ΔΙΠΛΑ

ΕΤΣΙ είπα
και στάθηκα δίπλα
στις απατηλές μεταστροφές της θάλασσας,
μέσα στην φθινοπωρινή θλίψη του Οκτώβρη,
να κοιτάζω
τα καράβια που μπαινοβγαίναν στο λιμάνι
και ν’ αφουγκράζομαι
το βουβό κλάμα
του αποχαιρετισμού.

Θεσσαλονίκη, Οκτωβριος 1969

***

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

ΚΑΘΕ προσγείωση εγκυμονεί μια θλίψη.
Η Ιθάκη ανέχεται απλώς
αυτούς που φτάνουν ένα θλιβερό απόγευμα,
αποκαμωμένοι,
με μόνες τους αποσκευές
μιαν ασήκωτη βαλίτσα
από μνήμες και λείψανα
προσεκτικά σφραγισμένα με την ημερομηνία
της τελευταίας αναχωρήσεως.

Αθήνα, Μάρτιος 1983

***

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 1983

Η ΣΕΛΙΔΑ αυτή έχει ξαναδιαβαστεί.
Την μουσική αυτή την ξανακούσαμε.
Νέοι λόγοι, παλιά επιχειρήματα.
Νέα εμβατήρια, παλιές οι μουσικές.

Πίνω και χάνομαι.

Παράξενο αυτό, μα το έχω ξαναδεί.
Παράξνεο πολύ, μα το έχω ξανακούσει.

Πόλη, Ιούλιος 1983.

*Από τη συλλογή “Ταξίδι στη νύχτα”, εκδόσεις Στοχαστής, χειμώνας 2013-2014.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Πέντε ποιήματα

ΠΡΟΣΗΜΟ ΝΤΑΟΥ ΤΖΟΟΥΝΣ

Εμείς με ρέζους αρνητικό
Όταν η υποψία του ανέφικτου βουλιάζει βράδυ στις επτά
Φοράμε ουτοπίες σαν σανδάλια παιδικά
Πετάμε απ’ το μπακόνι γλάρους
Αιωρούμαστε διά παντός όπως οι φανοστάτες
Εμείς πετάμε εμάς
Μια δύση πεινασμένοι αιματοκρίτες
Εκλιπαρούμε για γλωσσόφιλα
Τους οδηγούς των πλοίων

***

CORTADERIA SELLOANA

Και τι σε νοιάζει αν πίσω από τα παράθυρα κόβουν τις φλέβες τους οι λέξεις

Χωρίς εγκαύματα και εγκεφαλικά
Πάμπα Ουρουγουανή
Κεντάνε σε μανσέτες χόρτα
Πεθαίνουν απαλά
Πουκάμισα, φρούτα γεμάτα οξύληκτα εποχής
Γιατί δεν τους φοβήθηκαν ποτέ τους μύθους

***

ΛΑΘΟΣ ΗΛΙΚΙΑ

Βγάλε τον Αύγουστο από το αυτί μου
Ο άκμονας κλωθογυρνάει προπέλα
Στις έξι κάθε μέρα με πιάνει σκοτοδίνη
Βάλε τρεις μέρες του Φλεβάρη
Δεν ξέρω από κοχύλια
Ανάμεσα στις κόρνες των ειδήσεων
σε ποιας ταινίας τίτλους βρίσκομαι,
δεν ξέρω
Θα πήγαινα για ψάρεμα
Μα μόλις δίχτυα ρίξω
Το κόκκινο ανάβει

Είμαι σε ηλικία ασυρματίστριας;

***

Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ

Ιωσήφ,
καμιά φορά θαρρώ πως είσαι ράφτης στο επάγγελμα. Πως δένεις μαντίλι στον λαιμό της καλής σου, ´κείνο που υφαίνουνε στους αργαλειούς του κόσμου με δίστιχα υφάδια κι ύστερα το κεντάς στα φλάμπουρα του πρωινού δίχως χρυσό, φαρέτρα, βέλη, δίχως σμύρνα και κύματα, έρχεσαι ή σε φέρνει, κατηφορίζετε στην πόλη για καφέ, όπως τον συνηθίζουμε της λες, μην λογαριάζεις έτσι τα μνημόσυνα.

Ο Ιωσήφ είναι χαρταετός πάνω απ´ τις λίμνες του ύπνου
Ένα άσπρο άλογο με ασάλευτο καλπασμό
Ο Ιωσήφ είναι τρυφερός
Σαν τα οροπέδια της αγρύπνιας
Σαν σκουλαρίκι στο αυτί της Μαίρης.

***

ΕΝΤΟΣ ΕΔΡΑΣ

Συνήθως, λένε, οι νεκροί
Έρχονται απρόοπτα
Αν σκάβεις νύχτα θάλασσα με δάχτυλα
Όταν μισοξεχνάς το όνομά τους, Τη μάρκα των τσιγάρων,
Το χρώμα των ματιών τους
Αν η χωρίστρα ήταν απ´ την δεξιά μεριά, όταν μισοξεχνάς το σκορ εκείνου του αγώνα
Δόξα Δράμας-Λεβαδειακός, την γεύση απ´ το παστέλι, το γυάλινο μπουκάλι με χυμό ώριμου βύσσινου – 232ml γυάλινη συσκευασία μιας χρήσης και επιστρεφόμενη –
Όλες αυτές τις λεπτομέρειες
Τότε, λένε, έρχονται
Όπως ο δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος
να πάρει πίσω το μαχαίρι
Μαζεύουν τα σουσάμια που τους έπεσαν στην πάλη
Την ώρα δεν την ξέρω
Συνήθως, λένε, έρχονται απρόοπτα
όταν διαβάζεις γράμματα σταλμένα από καιρό
Χωρίς φωνές
Χωρίς νερό
Χωρίς εσένα.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Θραύσμα

φευγαλέα αντίληψη του χρόνου
παίρνει τα όνειρα από το μαξιλάρι,
τα απαριθμεί,
και τα στοιβάζει
στο ράφι της αέναης αναβλητικότητας

παίζω κρυφτό με το χρόνο
και ζωγραφίζω το πρόσωπό μου.
χάνω.
η μοναξιά αντανακλάται στα πεζοδρόμια
και κοινωνεί με τους διαβάτες

διαβαίνω το μονοπάτι με τις υπόκωφες παρτιτούρες.
βγάζω από την τσέπη το ποίημα,
μου το παίρνει η νύχτα και το στοιβάζει ψηλά στο συρτάρι της.
οι καθρέπτες μου δεν υπακούν το πρέπει και σπάνε

παίρνω ξανά τα πινέλα
και πουλώ βιασμένα χαμόγελα στο μαύρο ουρανό

(η μουσική στειρώθηκε μέσα μου)
τώρα περπατώ στο μονοπάτι της σιωπής
κι εκείνη μιλά με τον ήχο της επόμενης απώλειας

αντικρίζω ξανά το γέρο Πρωτέα
– τον παρακαλώ να μου δώσει μια όψη ιδεατή –
μου δίνει ως συντροφιά τη σιωπή
να δυναμώσω τα ασθενικά σημάδια στην καρδιά
και να πάψω να τρέμω,
να θέλω να ψελλίσω

οι λέξεις βουίζουν απόκοσμα
γενναιόδωρα μοιράζω ταμπέλες
σε ό,τι γύρω μου
δημιουργεί θόρυβο και υποκρισία,
σε όσους απαξιωτικά τρέμουν ν’ αγγίξουν
να νιώσουν μες τον καθρέπτη

τώρα που η ναυαγισμένη ξενοιασιά της νιότης
συνευρέθηκε με την απάνθρωπη παράνοια,
τώρα που ο χρόνος
με καταδικάζει να μην ψελλίσω
και σπάω
γίνομαι θραύσμα

Νέττα

Βύρων Λεοντάρης, Ζωή – χωρίς να ζούμε / Ψυχοστασία

Τόσα φιλιά- μα δίχως χείλη/ τόσες αφές- μα δίχως χέρια
τόσοι φρουροί- μα δίχως πύλη/ τόσες ειδήσεις- δίχως περιστέρια
τόσοι αγώνες- δίχως μάχη/ τόσες μαγείες- δίχως θάμα.
Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει/ αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας…
Έρωτας- δίχως ν’ αγαπάμε./ Ζωή- χωρίς ποτέ να ζούμε.
Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.
Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…/- Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία
δική σου ή άλλη… Τι σκαλίζεις/ τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;
Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει/ σάπια βροχή και τιποτένια.
Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,/ το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου.
-Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω,/ ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε
λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…