Χλόη Κουτσουμπέλη, Δύο ποιήματα


ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Έναν μήνα πριν από τον θάνατο
είχες ήδη προετοιμάσει την κηδεία
Ύστερα πήγαμε στο εξοχικό
να θάψουμε τον παππού που ζούσε ακόμα
Στην αυλή τα περιττώματα του σκύλου κέρβερου
σάπια ξεκοιλιασμένα πορτοκάλια
ξανθές κατσαρίδες κήπου
που έβγαιναν τούφες απ’ τις υδρορροές
και στο δωμάτιο σκνίπες από σκόνη
Έπρεπε να το είχα φανταστεί
Το μαύρο μου φουστάνι, το βέλος
τα γάντια που μου φόρεσες με ζόρι
ο επικήδειος που επέμεινες να μάθω απέξω
όση ώρα εσύ κοιμόσουν θυμωμένος
ενώ έκλαιγα μόνη και γυμνή
σε μία μοναδική καρέκλα σκηνοθέτη
Έπρεπε λέω τώρα
να το είχα τότε φανταστεί

***

Η ΑΛΙΚΗ ΚΕΡΔΙΖΕΙ

Αφοΰ έχασε το Α η αλίκη
για μέρες ένιωθε λειψή
έχασε τις χώρες και τα θαύματα
τους πλουμιστούς λαγούς με τα ρολόγια
τα μανιτάρια που άλλοτε γίνονταν ομπρέλες
κι άλλοτε μικρές λακκούβες στην βροχή
Τώρα ποιος άντρας θα την προσφωνήσει
ποιος θα την χρησιμοποιήσει ηρωίδα
σε ιστορίες με κουνέλια
και τραπουλόχαρτα στρατιώτες
αθόρυβη ανύπαρκτη θα μείνει η ζωή της
αυτά σκεφτόταν η αλίκη
με το μικρό ανυπεράσπιστό της α
ώσπου έζαφνα μια αγρια λυτρωτική χαρά
φούσκωσε μες στο λάμδα της
και για πρώτη φορά
κυλίστηκε στη γνώση της ελευθερίας της

*Από τη συλλογή “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

HT(T)A

Σε χάρτες σε γυρεύω
στις χιονοθύελλες της μνήμης
και σε σπασμένους καθρέφτες
όταν το φεγγάρι απλώνει τις παρομοιώσεις του
κι η σιωπή επιστρέφει στα σπάργανά της
πάντα μισός
πάντα βουβός
παντέρημος
στη χλαπαταγή απ’ τις πανοπλίες των ημερών

να σου πω ένα τραγούδι
που να μοιάζει με φιλί
να σου χαρίσω ένα ποίημα
που να τελειώνει σε ήτ(τ)α
να σου πω τέλος πάντων
πως βαρέθηκα τα όνειρα
οι ελπίδες μου τρίζουν
κατακρημνίζονται
μια περιδίνηση πολεμά να με καταπιεί

χωρίς αέρα
τι άλλο θέλεις πια να σου πω;

***

ΑΝ ΠΛΗΣΙΑΣΕΙΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Αν πλησιάσεις τα παιδιά
την ανάσα θα νιώσεις
και το χνότο του φυλακισμένου
να ψάχνει με γυαλισμένο μάτι τον ύπνο του φρουρού
θα νιώσεις το στρατιώτη
να καίει τα χείλη του με το τσιγάρο
καθώς παραδίνεται στη σκέψη της απόλυσης.

Θα βρεις την έμφυτη ανορθογραφία
να γεννά τις πιθανότητες του άλλου
τα βήματα θ’ ακούσεις της αντίδρασης
σ’ έναν κόσμο που δεν είναι ο δικός τους.

Θα δεις τα μάτια τους να ονειρεύονται
σε περιθώρια τετραδίων και κάλπικων βιβλίων
άλλους πόθους θα βρεις
κι άλλες διαδρομές
με άλλη πυξίδα.

***

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΜΑΣ

Καθώς επιστρέφουμε στο άδειο δωμάτιο
και κουβεντιάζουμε με τους φίλους
που τους πήραν άλλοι δρόμοι
με τα παγωμένα παιδικά παιχνίδια
με τους γείτονες που χάθηκαν ψάχνοντας την ψυχή τους
με όσα δεν μπορούμε να ξεχάσουμε
όπως τα παλιά ανένδοτα τραγούδια
τις ζωγραφιές στους τοίχους
τους σχεδιασμούς
τις ολονυχτίες
ανοίγει η πόρτα της αυλής
και μπαίνουν θριαμβευτικά οι αγαπημένοι νεκροί μας
με μαύρα χιτώνια και δίκοπα βλέμματα
αναμαλλιάρηδες
εωθινοί
κι άσκιαχτοι και νέοι
φορτωμένοι λυγμούς
όνειρα σύννεφα πουλιά
εκλάμψεις λέξεων
και σημαίες.

*Από τη συλλογή “Τα μπλουζ είναι κόκκινα”, Εκδόσεις “Επύλλιον” (Πνοές Λόγου και Τέχνης), Νοέμβρης 2015.

Θ. Δ. Τυπάλδος, Αποκεφαλισμός του ποιητή

Άγνωστες οι λέξεις στην περγαμηνή
Σαν το μουρόχρωμα που αντανακλάται πάνω
Στη στέγη της ροδακινιάς
Το ψάρι δάγκωσε το αγκίστρι
Και το αγκίστρι δάγκωσε την γκραβούρα
Με τα θολωμένα μάτια
Της Στίλβης
Το σώμα της νιαούρισε στη συντριβή
Του συντριβανιού
Αυξάνοντας το πρόσχαρο σύμβολο της πεμπτουσίας
Εθεάθη στο κρεματόριο του παροξυσμού
Αγέλαστος πέτρα
Μυρίων τόσων γκρεμνών
Κι ακόμα πόσων σκοπών
Η σύναξις του πολεμάρχου
Το καμπαναριό που κοιμάται
Σιρόπι στο ασανσέρ που κλειδώνει το γέλιο
Της σφιγγός και το δάκρυ του κώνωπος
Φωνήεντα του αλατιού
Πορεία σκελετωμένων παραφωνιών
Σύμπληξη του απείρου με τη χρυσή μέθη
Των νεανικών απόντων χρόνων
Στα μάτια των αλόγων που χλιμιντρίζουν
Πριν βυθιστούν στις κόρες των δικών μας
Ματιών όπου ευθύς θ’ αναγεννηθούν
Ως οβίδες και περίστροφα
Κάπου ακούστηκε ένας κρότος κι εγώ
Αφαιρώ το γιατί
Προσθέτοντας το όχι
Διαιρώ το ναι
Πολλαπλασιάζω το κατόπιν
Αναθέρμανση των κυττάρων
Το κουκούτσι κατάπιε το επίκαιρο πρόγευμα
Των μισθοφόρων της παραχάραξης
Μιας υποθρώσκουσας τσουκνίδας
Καθώς εκείνη άρχισε να συναγελάζεται
Και να ερωτοτροπεί
Με το γαλάζιο σκαθάρι
Ένα παράτολμο θρόισμα
Ορθώνει ανάστημα χαμογελά
Και φεύγει
Το σκυλόψαρο αποκοιμήθηκε
Πάνω στου σκύλου την κόμη
Το κορίτσι άρπαξε το φανάρι του δρόμου
Και το κράτησε πάνω από το σύννεφο
Και η όμιχλη της έκλεισε πονηρά το μάτι
Πηγαίνοντας να θάψει στο πίσω μέρος της αυλής
Την ανεπάρκεια
Ανατίναξε την κατάθλιψη του πεύκου
Κι έφυγαν οι στόχοι του αύριο
Στου χθες τους διακόπτες

*Από τη συλλογή “Τα θολωμένα μάτια της Στίλβης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς (στη σειρά Λοξή Γραφή/10), Αθήνα 2016.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Διαπίστωσις

Ἀπὸ τὸ πρῶτο τραγούδι μέχρις ἐδῶ
ἔκλεισε ὁ καιρὸς τὰ περάσματα
ἔγιναν οἱ περιουσίες
χτίστηκαν οἱ ἀγάπες καὶ οἱ προδοσίες.
Πόσος πόνος
ποὺ σοῦ ἄφησα τὸ χέρι!
Σοῦ ἄφησα τὸ χέρι
κι ἔχασα μέσα στὸν κόσμο
τὸ βλέμμα σου.
Τώρα
γράφω ποιήματα ποὺ δὲν τὰ ξέρεις·
σὲ στοχάζομαι πάλι μὲ τὸν δικό μου τρόπο.
Ἕνα τσιγάρο δρόμος εἶναι ἡ συγγνώμη.
Μέχρι τὴ Θήβα.
Κι ὅμως,
δὲν ἔχει νόημα ἡ συγγνώμη·
σὰν μαύρη βουὴ έρχεται τώρα ὁ καιρὸς
κι ὅλα τὰ καταπίνει
ἡ κάθοδος πρὸς τὶς ὁμίχλες τῆς ἀνυπαρξίας.

* Από τη συλλογή “Τὸ Φράγμα τῆς Μνήμης”, ἐκδόσεις Οροπέδιο, 2017.

William Butler Yeats, Τρία ποιήματα

Νανούρισμα

Οι άγγελοι γέρνουν
Πάνω από το κρεβάτι σου.
Κουρασμένοι μαζεύουν
Των νεκρών τους λυγμούς.

Ο Θεός στον ουρανό χαμογελά
Που σε βλέπει τόσο καλά,
Και οι εφτά πλανήτες πλέουν
Χαρούμενοι μες στη χαρά του.

Στα φιλιά που σου δίνω, κρύβω αναφιλητά
Μιας και το ξέρω καλά
Πόσο πρόκειται να μου λείψεις βαριά
Σαν μεγαλώσεις.

(Το ρόδο, 1893 – Μετάφραση: Θωμάς Τσαλαπάτης)

***

Οι παντοτινές φωνές

Ω, εσείς φωνές παντοτινές, σταθείτε.
Στους ποιμένες πηγαίνετε του ουράνιου κοπαδιού
Την τροχιά του ταξιδιού τους ορίστε κατά τη θέλησή σας
Φλόγα μέσα στη φλόγα μέχρι ο καιρός να σβήσει.

Δεν έχετε ακούσει πως οι καρδιές μας έχουνε γεράσει;
Και πως εσείς καλείτε τα πουλιά, στου βουνού τον αέρα,
Στα τρεμάμενα κλαδιά, στην παλίρροια της ακτής;
Ω, εσείς φωνές παντοτινές, σταθείτε.

(Ο άνεμος στις καλαμιές, 1899 – Μετάφραση: Θωμάς Τσαλαπάτης)

***

Μην αγαπάς για πολύ καιρό

Μην αγαπάς, γλυκιά μου, για πολύ καιρό:
Εγώ γέρασα -χρόνια και χρόνια- αγαπώντας
Και κατάντησα εκτός μόδας,
Σαν τραγούδι παλιό.

Τα χρόνια της νιότης, κανένας μας
Δεν ξεχώριζε τη σκέψη του
Από του άλλου τη σκέψη·
Κοινή και αδιαίρετη η ύπαρξή μας κρινόταν.

Μα κάτι σ’ εκείνη άλλαξε ξαφνικά –
Μην αγαπάς για πολύ καιρό,
Ειδάλλως καταντάς -γερνώντας-
Εκτός μόδας, σαν τραγούδι παλιό.

(Στα επτά δάση, 1903 – Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος)

*Από το βιβλίο ”Ποιήματα του William Butler Yeats”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2011.

Ελένη Παπάζογλου, Τρία ποιήματα

ΘΑ ΓΡΑΦΩ

Πού να τολμήσω να σταθώ;
Ένα μικρό απολειφάδι
ένα μύδι
μια ασήμαντη σκιά.
Το βάρος του χρέους βαρύ για τους μικρούς μου
ώμους
οι εξομολογήσεις μου ημερολογιακές
οι λέξεις μου αδύναμες
σαν το κούφιο στάχυ το άκαρπο.
Κοιτάζω πίσω μου τους Ποιητές και ριγώ.
Όσα έχω μέσα μου με πνίγουν.
Λίγο αέρα καθαρό αποζητώ.
Λίγο γλυκό αίμα απ’ τη χρυσή τους φλέβα την
αστείρευτη
και την αρνούνται.
Πώς τολμάς εσύ μια ζητιάνα των λέξεων
να ψωμολυσσάς και να διψάς εις τον αιώνα
για δυο ψίχουλα ποίησης
για δυο σταγόνες λέξεις;
Σαν τον πιστό γέρικο Άργο
που καρτερά τον κύρη του
μέσα οι μνηστήρες σκυλεύουν την ψυχή
ως περιουσία τους
κι εσύ αναμένεις το γέρο με το τόξο
που τάξη θα φέρει και φονικό.
Κόψε το περιλαίμιο!
Δάγκωσέ τους το πόδι να λυσσάξουν
κι αφού σκοτώσεις τα φαντάσματα του φόβου,
πήγαινε στάσου δίπλα σ’ αυτούς,
που στα γρανάζια της ζωής είναι η άμμος.

10/5/2005

***

ANDREW

Πάλι γκρεμίζεται μέσα μου μια πόλη
για να χτιστεί από τις στάχτες της.
Ο φόρος βαρύΰς μα τα τείχη μπροστά μας
φράζουν το μέλι του γιου της Αφροδίτης
που ο Διγενής τον Πενταδάκτυλο αγγίζοντας
άνοιξε πληγή αγιάτρευτη.
Το σπουργίτι που ’χει φωλιάσει μέσα μου
Φτεροκοπάει σκορπώντας αστερόσκονη
ματώνεται στ’ αγκάθια καημών ανέκφραστων.
Ω! πώς ποθώ την Ανάσα ενός αγγέλου
καυτή πάνω στα χείλη μου να πυρπολεί το θάνατο
και τ’ όνειρο να παίρνει φλόγα πνοής αιώνιας.

23/3/2007

***

ΔΕΝ ΘΑ ΔΑΚΡΥΣΩ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΡΟ ΠΟΥ ΚΥΛΗΣΕ

Απόψε δεν θα ξενυχτήσω
στο γλυκό ψίθυρο της ανάσας των Ερώτων.
Η αγκαλιά μου είναι άδεια.
Αυτός με αγαπά μονάχα ως ιδέα
και δεν τολμά να πει τη Λέξη
κρατώντας το σώμα και την ψυχή Κλειστά.
Μα άλλο δεν μπορώ να περιμένω,
ο Χρόνος γδέρνει Αλύπητα και δε λογάει από έρωτες
και πόθους της ψυχής.
Το ασήμι του νου χλομιάζει
μπρος στα Ασύλληπτα και τα Παράλογα.
Τον πόνο από πάνω μου πετώ
σαν λιγδιασμένο παλιό βρώμικο ρούχο ξεσκονόπανο
να τρίψω τα όνειρά μου να γυαλίσουν.

16/1/2005

*Από τη συλλογή “Ονειράκατος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2009.

Θοδωρής Σαρηγκιόλης, Εννέα ποιήματα

ΔΙΚΟΠΗ ΛΑΛΙΑ

στον Μάρκο Μέσκο

Η πατρίδα μου γλώσσα δεν έχει·
λουλούδια άχρωμα, δέντρα άοσμα,
πέτρες που μουλιάζουν στον καιρό
στην υγρασία των αιώνων.
Μια δίκοπη λαλιά,
ένας γενναιόδωρος αντικατοπτρισμός
την πόρτα θ’ άνοιγε στο φως της ιστορίας.
Η άνοιξη, ανυπόμονη,
θα ’βάζε στην τράπεζα των συναλλαγών
και των υποτιμήσεων
την ανιδιοτελή της ανθοφορία,
το βλέμμα περιμένοντας
και το χέρι που θα διέτρεχε τον κυμάτισμά
του ενθουσιασμού.
Η γλώσσα μου πατρίδα δεν έχει·
με κουπιά λιμνάζει σπασμένα,
με τα όνειρα δεμένα πλαγιάζει.

***

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΑΕΝΑΟ

Στη θάλασσα μπροστά
το μπλε στα μάτια σου.
Βυθίζομαι και χάνω το φως,
ούτε αχτίνα ούτε κλωστή κόκκινη
να με κρατά στο δρόμο.
Ποιο δρόμο θα μου πεις εσύ,
που ξεστρατίζεις, χάνεσαι
κι αναζητάς αφετηρίες,
πάλι και πάλι απ’ την αρχή
το τέλος να νοσταλγείς
που θα ’θελες να ζήσεις.
Αλλά η ζωή παιχνίδι για σένα είναι,
παιχνίδι αέναο και πάντα νέο,
να σου δίνει την έκπληξη και τη χαρά
κάθε φορά σε κάθε αρχή,
να μη θυμάσαι πως υπάρχει πάντα
ένα τέλος.

***

ΣΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΑΛΙΟ

Στου έρωτα φαινόσουνα το βάθος
μ’ ένα φτερό για άνθος στο κεφάλι,
θαμπή φιγούρα μέσα στο μπουκάλι,
της νύχτας όνειρο ή πάλι λάθος;
Της νύχτας με οδηγεί μια φωταψία
σ’ ένα σοκάκι μέσα στην αιθάλη
κι έτσι γλυκιά που έρχεται μια ζάλη
σαν αναπάντεχη είναι χειραψία.

***

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

[1993]

Χειρουργός ή πλαστουργός;
Σ έναν κόσμο που θέλει αφαίρεση
τι να προσθέσει ένας ποιητής;

***

ΣΑΝ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΕΝΘΕΙ

Δεν ήρθε η ώρα να ειπωθεί
της νύχτας το άδειο κοχύλι,
τους ψίθυρους να σκορπίσει
στη διεύθυνση του χιονιού.
Ο κράχτης πωλητής
στη σιωπή απεργεί.
Η νύχτα κάτασπρη
σε απελπίζει.
Κι εγώ θα ’ρθω τότε που θα ’χεις πάψει
να ελπίζεις στο γυρισμό μου,
ολόκληρος βαμμένος στα μαύρα
σαν μέρα που πενθεί το θάνατό μου.

***

ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΚΥΡΙΑΡΧΟ

Θροΐζουν τα φύλλα της καρδιάς
σαν της λεύκας αναστρέφονται
για να αναδείξουν το λευκό
κυρίαρχο του φθινοπώρου.
Η νύχτα, έξαλλη με την επιμονή του κύκνου,
ταξιδεύει στον ουρανό
κόντρα στη βάρδια των εναέριων ελεγκτών.

***

ΤΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τις άρρωστες νύχτες
με τον ορό της ελπίδας στο χέρι
τα δρομολόγια προσθαφαιρείς
των υπεραστικών ονείρων.
Κι εγώ να σου κρατάω το ρυθμό
και να σταλάζω μέσα σου
την προοπτική του απείρου.

***

ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ

Παλεύω με τις λέξεις τη νύχτα,
τη μέρα σκαλίζω ό,τι απόμεινε
ρακοσυλλέκτης σε χωματερή
λίθους πολύτιμους γυρεύω.

***

ΣΤΗ ΘΥΡΙΔΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μετά τον καταιγισμό των τιμών
οι ήρωες επιστρέφουν τα παράσημα
στη θυρίδα της μνήμης.
Να οπισθοχωρήσουν δεν μπορούν
με τόσες άδειες λέξεις φορτωμένοι,
μόνο βάζουν το δάκτυλο στο στόμα
και ξερνούν
την αλλαγμένη ιστορία.

*Από την ποιητική συλλογή “Το δέρμα του χρόνου”. εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.
Δημοσίευσησε : http://journeyinpoetry.blogspot.gr/2017/08/blog-post.html?spref=fb
και http://selidestexnis.blogspot.com.au/2017/08/blog-post_88.html#more

Πάνος Ιωαννίδης, Ποιήματα της Στιγμής και Άλλες Ουτοπικές Ιστορίες

Η τέχνη είναι μαγεία απαλλαγμένη από το ψέμα ότι είναι αλήθεια
(T.W. Adorno, Minima Moralia)

Πρωινή Ομίχλη

Μαθαίνεις να γράφεις γράφοντας
Μαθαίνεις να ζεις χάνοντας
Ελπίζεις να ζεις γράφοντας

***

Λέξεις

Μοιάζει με βόλτα στην άδεια πόλη μετά τη καταιγίδα
γι αυτό σου αρέσει
το σύνθημα στον τοίχο
που χάθηκε ο τρελός λαγός
διαδέχεται εικόνα ρακοσυλλέκτριας
να ψάχνει στα θερμοκήπια

οι λέξεις είναι σαν τα σύνορα
τη νύχτα ορατές
τη μέρα δυσκίνητες
πρόσωπα ερωτευμένων
κορμιά αλλοτριωμένων
σταγόνες επίμονες στην άμμο του χρόνου

με βρίσκουν απροετοίμαστο
υπνωτισμένο από ψαλμούς της μονότονης ζωής
δένουν τα χέρια μου στις ουρές τους
φέρνουν στα βλέμματα μου
μοτίβα με τις κρυψώνες του

λέξεις προσφέρονται
στις υπεραγορές του πνεύματος
ανταλλαγές σε λίγο αίμα
επιστροφές με περίσσια δάκρυα
φθαρμένοι ρόλοι με την οκά

λέξεων κύηση στις ράγες του τρένου

***

Τρένα της Φυγής

θυμίζει αυγή
το απόγευμα ο ορίζοντας
καστανιές περνούν με ορμή καταρράκτη
κρύβουν τα πρόσωπα στο τζάμι
λίγο πιο κάτω από
το δέρμα του καιρού

ένα μολύβι και ένα σύννεφο
το χέρι
θυμίζει κάννη
νυχτερινό βλέμμα
όταν σταθμεύει σε αόρατες πόλεις
που ζητούν πίσω το αίμα τους
από τις κάμερες του κλεμμένου χρόνου

λίγο αίμα
στου φιλιού την άκρη

δείχνει σαν όνειρο
το πρωί στο τούνελ
όταν το τρένο βγαίνει
από την αγκαλιά του
παιδί που ζητάει
τις χαμένες μητέρες

***

Κόρη Ανδρομέδας

έρχεσαι όταν δεν σε θέλω
ήσυχο πυρρόξανθο φως τα φθινοπωρινά μεσημέρια
με κάνει να νοσταλγώ ότι ξέχασα να ζήσω

φεύγεις όταν σε χρειαζόμαστε
καλοκαιρινή μπόρα στη ξερή γη
που δεν προλάβαμε να πούμε πατρίδα

κόκκινη θάλασσα στις μαύρες αχτίδες της ιστορίας
η πνοή σου
τα μονοπάτια σου
εκτός γραμμικού βλέμματος
αόρατοι οι τόποι σου
όπως ο χρόνος τον Αύγουστο

είσαι η άλλη πλευρά του φεγγαριού
γράφουν οι φωνές στα εσώτερα βιβλία
μυστική Θεά που διαφεντεύει
απαγορευμένα νεκροταφεία του πνεύματος

εκεί γεννάται η αλλιώτικη ζωή

θέλουμε ένα πρωινό να σε βρούμε
να λαγοκοιμάσαι μοιραία σαν τον θάνατο
στο τρένο που μας πάει στη δουλειά
και να χαθούμε στις μυστικές στοές
ενός ατέρμονου θαύματος

***

Τα Μωρά της Αθηνάς

χοντρές σταγόνες στάζουν από τη βρύση
διάφανες ματιές στον αόριστο πόνο
μπερδεύουν τα βήματα
από τις λέξεις στα πράγματα

γεννηθήκαμε στα πρώτα χρόνια της Αθηνάς
τότε που η αγουρίδα έδινε μέλι και τα δέντρα πίκρα
ο άνεμος σήκωνε τις μυθολογίες
στέλνοντας τες σε μυστικές σπηλιές
μουσικές γραφόταν για αόρατες γιορτές
γέροι μεγάλωναν νέους που τους έμοιαζαν
τα πεφταστέρια περισσότερα από τους χειμώνες
λιγότερες οι θάλασσες από τα βουνά
πουλιά που ζούσαν σε σπηλιές
φίλτραραν τις πένες μας

ανεπίδεκτα αμυνόμενοι
καθώς γυρεύαμε την άλλη πλευρά του φεγγαριού
στα βλέμματα του διαρκώς αναβαλλόμενου καλοκαιριού
γεννούσαμε ψευδαισθήσεις σε άδεια μπαλκόνια
κοιμόμασταν σε ξεχασμένα από τον Τειρεσία κείμενα
συνθέτοντας ν.υ.χ.τ.α.
(νέο υπερηχητικό χτύπημα ταξικού αγώνα)

τώρα τραγουδάμε ακόμη πιο μόνοι όλοι μαζί
σε τυφλούς που έχασαν τους μονόφθαλμους
φωνές στην ομίχλη
σκιές σε αόρατες πόλεις
και γράφουμε στις πλάτες του χρόνου
στίχους ονειροπόλας ζωής

εμείς που μάθαμε να χάνουμε θα σας διδάξουμε στη μάχη

Μαρία Γερογιάννη, Πέντε ποιήματα

Μαζί

΄Εγινε πεταλούδα και αυτός έκλαψε
΄Εγινε μέλισσα και αυτός πόνεσε
΄Εγινε αράχνη και την πλησίασε
΄Εγινε μυρμήγκι και την πρόσεξε
Φόρεσε τη δική της στολή και έμεινε μόνη της
`
****

Σε είδα, γη, πολύχρωμη βιτρίνα

Μες απ΄του ήλιου τις περασάδες
τ΄ άβροχα βότσαλα θαλασσινής αυλής
τους ψιθύρους των δέντρων που σκορπίζουν τη γύρη
τον ξέγνοιαστο ορίζοντα που αστράφτει την αιωνιότητα
το βλέμμα της δύσης που κλείνει το χορό
Σε είδα, Αρετούσα, με τ΄απελπισμένα σου δάκρυα
κι εσένα, τεθλιμμένε γέροντα, με τα στεγνά σου μάτια
Σε είδα, γη, πολύχρωμη βιτρίνα
`
***

Γυναίκα στο μπαλκόνι

Κάθε πρωί
με το σεντόνι
τινάζει τα όνειρά της
`
***

Εικόνα

Λεπτό χαμόγελο
Ματιά ανέμου
Και τα μικρά σου δάκτυλα, μια μονοκοντυλιά
Ξεφυλλίζω χρώματα
Τα προσπερνώ
`
***

Το Πέρασμα

Ζωή και Θάνατος
Κλείνουν το μάτι και σε προσπερνούν
Κι εσύ νόμιζες πως έχουν μάτια μόνο για σένα

*Από τη συλλογή «Άδειοι στίχοι», εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012.

Dylan Thomas, Ποίημα του Οκτώβρη

Ήταν το τριακοστό μου έτος στον ουρανό
Σαν ξύπνησα στο άκουσμα του λιμανιού και του γειτονικού δάσους
Και τη συναγωγή των μυδιών και του ερωδιού
Την ιερωμένη ακτή
Το πρωινό νεύμα
Με την υδάτινη προσευχή και το κάλεσμα του γλάρου και του κόρακα
Και τον χτύπο των ιστιοφόρων πάνω στον μεμβρανώδη τοίχο
Έτοιμος εγώ να πατήσω το πόδι μου
Τη στιγμή εκείνη
Στην κοιμωμένη πόλη και το ταξίδι μου να ξεκινήσει.
Τα γενέθλιά μου ξεκίνησαν με το νερό –
Πετούμενα κι όλα τα πετούμενα των φτερωτών δέντρων ταξίδευαν το όνομά μου
Πάνω από τις φάρμες και τα λευκά άλογα
Κι εγώ ξύπνησα
Ένα βροχερό φθινόπωρο
Και περπάτησα έξω στην μπόρα όλων των ημερών μου
Πλημμυρίδα κι ο ερωδιός βούτηξε σαν πήρα τον δρόμο
Πέρα από την επικράτεια
Ενώ οι πύλες
Της πόλης έκλειναν καθώς η πόλη ξυπνούσε.
Ένα σμάρι κορυδαλλοί σ’ ένα σύννεφο
Που κυλούσε κι οι θάμνοι στην άκρη του δρόμου γεμάτοι τιτιβίσματα
Κοτσυφιών κι ο ήλιος του Οκτώβρη
Καλοκαιρινός
Στον ώμο του λόφου,
Εδώ το κλίμα ήταν ήπιο κι οι τραγουδιστές γλυκείς όταν ξάφνου
Φάνηκαν το πρωί εκεί που τριγυρνούσα κι άκουγα
Τη βροχή να στίβει
Τον άνεμο τη ριπή το κρύο
Στο δάσος πέρα εκεί κάτω.
Ξεπλυμένη βροχή πάνω στο λιμάνι που αχνόσβηνε
Και στη θαλασσόβρεχτη εκκλησία στο μέγεθος σαλιγκαριού
Με τις κεραίες ορθωμένες μες στην ομίχλη και το κάστρο
Καφετί σαν κουκουβάγια
Μα όλοι οι κήποι
Της άνοιξης και του καλοκαιριού άνθιζαν ανάμεσα σε φανταστικές ιστορίες
Πέρα από την επικράτεια και κάτω από το σύννεφο γεμάτο κορυδαλλούς.
Εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω
Τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε.
Τράβηξε μακριά από τη χαρμόσυνη πατρίδα
Κι ο άλλος αγέρας κι ο γαλανός αλλαγμένος ουρανός
Άφησαν να κυλήσει ξανά εκεί κάτω ένα θαύμα καλοκαιριού
Με μήλα
Αχλάδια και κόκκινα μούρα
Κι είδα στην αλλαγή τόσο καθαρά ενός παιδιού
Τα ξεχασμένα πρωινά σαν περπατούσε με τη μητέρα του
Ανάμεσα στις παραβολές
Του ηλιόφωτου
Και τους θρύλους των πράσινων παρεκκλησιών
Και τους διπλοειπωμένους αγρούς της νηπιακής ηλικίας
Που τα δάκρυά του έκαψαν τα μάγουλά μου κι η καρδιά του σκίρτησε στη δική μου.
Τούτα ήταν τα δάση ο ποταμός κι η θάλασσα
Εκεί που ένα αγόρι
Στο φιλήκοο
Καλοκαίρι των νεκρών ψιθύρισε την αλήθεια της χαράς του
Στα δέντρα και τις πέτρες και τα ψάρια του αλμυρού νερού.
Και το μυστήριο
Τραγουδούσε ολοζώντανο
Ακόμα μες στο νερό και το τιτίβισμα των πουλιών.
Κι εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε. Κι η αληθινή
Χαρά του πολύχρονου νεκρού παιδιού τραγουδούσε φλεγόμενη
Στον ήλιο.
Ήταν το τριακοστό μου
Έτος στον ουρανό κι εγώ στεκόμουν εκεί στο καλοκαιρινό μεσημέρι
Παρ’ όλο που η πόλη κάτω κειτόταν φυλλοσκεπής με το αίμα του Οκτώβρη.
Είθε η αλήθεια της καρδιάς μου
να τραγουδηθεί ξανά
Σε τούτον εδώ τον ψηλό λόφο και του χρόνου” .