Ηλίας, Tης Oυτοπίας το σκίρτημα

Σε όλες τις εποχές ήταν εκεί
μαζί με τους υπόλοιπους
ήταν εκεί ακόμα και μονάχος.

Συντρόφεψε τους Εσσαίους, μα και τους πρώτους χριστιανούς
σήκωσε το βλέμμα του προς τον Αριστόνικο και τον Σπάρτακο
Μακεδόνες και Ρωμαίους αψήφησε
τον Μεσαίωνα διαπέρασε με πύρινο βήμα
δρόσισε τις πυρωμένες μάγισσες
φτωχούς χωρικούς εξέγειρε με τον Χριστό στα όπλα τους.
Και πάλι αλλού βρέθηκε
λαχανιασμένος να προλάβει τους αιώνες
που στην εναλλαγή τους συνέτριβαν τα χτυπημένα πόδια του
μα τα χέρια του ολοένα δυνάμωναν
στα μιρ και των παλιών τα σοβιέτ
στην Άνδρο και τη Θεσσαλονίκη
στα παρισινά οδοφράγματα και το Μεξικό
όταν χτυπούσε η καρδιά της Ιταλίας
εκεί που η Γερμανία έπνεε πια τα λοίσθια
στην Ισπανία υψώνοντας σημαίες μαυροκόκκινες
έτρεχε ακόμα πιο γρήγορα να προλάβει, να δει, να νιώσει
πολεμώντας τον εαυτό του πάνω από όλα.
Παντού…

Ο τόπος του, ου-τόπος
δύσκολος και τραχύς
και σήμερα, εδώ είναι ακόμα
εκεί που τα πόδια πετούν και το βλέμμα ανοίγεται
όταν οι ορίζοντες ξεθαρρεύουν
και ξάφνου τα μερόνυχτα τιθασεύονται στο ανθρώπινο καρδιοχτύπι.
Ο ύπνος του λιγοστός
το ίδιο και το φαγητό του
μα τα ποδοβολητά των συντρόφων του
στους αιώνες θα αντηχούνε
τις αλυσίδες που σπάνε
το νερό που παγώνει.

Όλη εκείνη η τεθλασμένη γραμμή
υπέροχα καμωμένη από ανθρώπινα χέρια
στις ιστορίας τις παρυφές
της ουτοπίας το σκίρτημα είναι.

*Αναδημοσίευση απο εδώ: http://skotadikaifws.blogspot.com.au/2017/10/t-o-t_3.html

Κώστας Μπραβάκης, Ποιήματα

Αδικαιολογήτως παρών

Σ’ ακούω και γράφω
με το ’να χέρι ανήμπορο και τ’ άλλο πεινασμένο
μ’ ένα σωρό τρελούς να με σηκώνουν στα χέρια
από αγάπη ή οργή πράγμα αδιάφορο
σ’ ένα σώμα δαρμένο και χιλιοφιλημένο η κατοικία μου
με τα πολλά μικρά παράθυρα απουσίας
και τη φθαρμένη σκεπή

θα μπορούσα να ζω αναπνέοντας τα συνήθη
ή να πεθαίνω κάθε φορά που απελευθερώνω πελαργούς
μα πώς να ζεις με ελάσσονα βαθμό δυσκολίας
στη νυχτερινή αναφορά των φαντασμάτων
αδικαιολογήτως παρών;

και το κορμί μου κρεμασμένο στο κενό
πώς να χρεωθεί τόση ανάγκη σε μια στιγμή ανυπαρξίας
αυτή η αδιαπραγμάτευτη εξουσία των ειδώλων
οι άλλοι μέσα μου οι ορεσίβιοι αντάρτες
να διαμαρτύρονται
για μια εξέγερση που πνίγηκε σε αφρώδη οίνο
και στων βουβώνων τους ιριδισμούς

σ’ ακούω κι αντιγράφω απ’ τους τοίχους
τα ωραία ασήμαντα
με κρυφακούς εντοπίζω τις ιδιοφωνίες
αναπνέω τα συνήθη
σ’ ακούω και γράφω λες και δε χόρτασα
λευκές σημαίες
με γλωσσικούς ερματισμούς και ξέφτια ηλιογραφίας
προσανάμματα κατάλληλα
για θαλπωρή οικογενειακής εστίας
ομολογώ το ανειδίκευτο θάρρος
σε έργα υψηλής οδύνης
και πέφτω σαλπιγκτής στο πεδίο της μάχης
ανέραστος του αίματος

σ’ ακούω και ζωγραφίζω την κλίμακα του λευκού
με πορφυρές επισημάνσεις
από μια μύτη μολυβιού
που δε χωρατεύει όταν πληγώνει
αναγνώστης εμπύρετων στίχων
απρόσκλητος επισκέπτης σε δείπνο ασκητικής
και μαύρο ασυμβίβαστο μελάνι

σ’ ακούω και ξοδεύω
τους κόκκινους σηματοδότες
αδέσποτη σφαίρα με λυμένο χειρόφρενο
και την κατάρα της χοντρής περιπτερούς
κουβαλώ μαζί μου τον τροχονόμο
μια υστερική σπίντο σοπράνο
ένα βουλευτή με το σωφέρ του
και ίσως μια ροδακινιά

σ’ ακούω και υπογράφω βεβαιότητες
έχασα όλες τις μικρές εμπειρίες θανάτου
αν μπορείς να αναποδογυρίσεις μια χελώνα
ή να δώσεις σ’ ένα ζητιάνο
είναι και τα δυο μικρές στιγμιαίες
αναστολές της αναπνοής

γέμισε ο κόσμος κυνηγότοπους
κάποιος θα σημαδέψει και σένα
μαζί με τον τροχονόμο
την υστερική σπίντο σοπράνο
το βουλευτή και το σωφέρ του
και ίσως τη ροδακινιά

***

Το όνειρο

Ακόμα αλυχτούν τα σκυλιά
ο δασονόμος ήρθε στην ώρα του
μέτρησε ένα-ένα τα κομμένα ποδάρια
και σημείωσε στο μπλοκάκι
εννέα στρατιώτες, δώδεκα αξιωματικοί
και τρία άγνωστα ποδάρια χαμηλών ανθρώπων

η ορχήστρα των Ανέμων έπαιζε την Ηρωική

Ακούστηκαν φτερουγίσματα
θ’ απογειώθηκαν τα περιστέρια να μοιράσουν
τηλεγραφήματα θανάτου

έξω ο παπάς άρχισε ν’ απαγγέλλει Ρεμπώ

ύστερα βρήκα τη μάνα μου στο κατώι
να μαδάει έναν κόκορα

όπως με κοιτούσε θυμήθηκα ότι βρέχει

***

Η καρδιά του ποιητή

Έχω ένα φίλο απ’ τον καιρό των ελαφιών
Γεμάτο το πηγάδι του μ’ ανέμους
Γεμάτη η ψυχή του μ’ αφρισμένα κύματα
Κι η κατηφόρα του απότομη
Κι η ανηφόρα του ολόδρωτη
Μα η καρδιά του λίμνη
Γεμάτη φεγγάρια
Έχω ένα φίλο ακριβό σαν φύλλο
Που αιωρείται
Ψάχνοντας επί ματαίω
Τοποθεσία προσεδάφισης
Έτσι θαρρώ κι οι ποιητές
Χαμηλώνουν για μια γουλιά νερό
Κι ύστερα αποφεύγουν
Έχω ένα φίλο
Σαν καλαμιά που καίει
Και σαν κερί

*Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια, δώδεκα σπουδές και εφτά πικρά τραγούδια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Μάης 2009.

Lawrence Ferlinghetti, Λαϊκό μανιφέστο (Για τους ποιητές με αγάπη)

Ποιητές, βγείτε απ’ τα ντουλάπια σας,
ανοίξτε τα παράθυρα, τις θύρες σας ανοίξτε,
πολύ καιρό απομείνατε χωμένοι
στους κόσμους των ντουλαπιών σας.
Κατεβείτε, κατεβείτε
από τους Ρωσικούς λόφους σας
και τους τηλεγραφικούς σας λόφους,
τους υψιπετείς και εκκλησιαστικούς λόφους,
τα βουνίσια αναλόγια και τα Μοντπαρνάς.
Κατεβείτε απ’ τις πλαγιές και τα βουνά σας.
Βγείτε απ’ τις γιούτες και τους θόλους σας.
Τα δέντρα πέφτουν ακόμη
κι εμείς δε θα μαστέ στα δάση πια.
Δεν είναι ώρα να μένουμε εντός τους
σαν κι εκείνον που βάζει φωτιά στο σπίτι του
για να ψήσει το γουρούνι του.
Τέρμα οι ψαλμοί Χάρε Κρίσνα
την ώρα που η Ρώμη καίγεται.
Το Σαν Φρανσίσκο,
η Μόσχα του Μαγιακόβσκι καίνε
τους λιθάνθρακες της ζωής.
Νύχτα και τ’ Άλογο έρχεται
βόσκοντας φως, ζέστη και δύναμη,
τα σύννεφα έχουν παντελόνια.
Δεν είναι ώρα να κρύβεται ο καλλιτέχνης
πάνω, πέρα, πίσω απ’ τις σκηνές,
αδιάφορος, μασουλώντας τα νύχια του,
καθοριζόμενος από το υπαρκτό.
Δεν είναι ώρα για τα μικρά φιλολογικά παιχνίδια μας,
ούτε για παράνοιες και υποχονδρίες,
για φόβους κι απαλλαγές.
Ώρα για αγάπη και φως είναι τώρα.
Έχουμε δει τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς μας
τσακισμένα από τη βαρεμάρα σε ποιητικές εκδηλώσεις.
Η ποίηση δεν είναι μια κρυφή κοινωνία ούτε εκκλησία.
Λέξεις κρυφές και ψαλμοί ας μένουν πια.
Ήρθε ο καιρός του Προφητεύειν
ο καιρός του θρηνείν
του θρηνείν και χαίρεσθαι
το ερχόμενο τέλος
του μηχανικού πολιτισμού:
άχρηστος για ανθρώπους και γη.
Ώρα να κοιτάξετε προς τα έξω,
προς τη μεστή θέση του Λωτού,
με μάτια ορθάνοιχτα.
Ώρα να ανοίξετε τα στόματά σας
σ’ ένα νέο λόγο, ανοιχτό.
Ώρα να ενωθείτε μ’ όλες τις αισθηματικές υπάρξεις
εσείς, ποιητές των Πόλεων,
κρεμασμένοι σε μουσεία, κι εγώ μαζί,
εσείς ποιητές των ποιητών, που γράφετε
πτοίηση για την ποίηση,
εσείς ποιητές του ποιητικού εργαστηρίου
στην αχαμνή καρδιά της Αμερικής,
κλεισοσπίτηδες Έζρα Πάουντ,
μη μου άπτου ποιητές,
καλοδεμένοι, συνεκτικοί ποιητές,
γλωσσοπλάστες,
τουαλετάκηδες που μουγκρίζετε με Γκράφιτι
και κουνιέστε στα τρένα όχι όμως σε σημύδες,
δάσκαλοι του πριονιστηρίου Χαϊκού
στις Σιβηρίες της Αμερικής
αόματοι αντιρεαλιστές
μυστήριοι υπερσουρρεαλιστές
οραματιστές της κρεβατοκάμαρας
ταραχοποιοί του ντουλαπιού
Γκρουτσομαρξιστές ποιητές
και σύντροφοι της αργόσχολης τάξης
που αράζετε όλη μέρα
και μιλάτε για το προλεταριάτο,
καθολικοί αναρχικοί της ποίησης
μαύροι βουνίσιοι της ποίησης,
Βοστωνέζοι Βραχμάνοι και βουκολιστές της Μπολίνα,
όλοι εσείς μαμάκες της ποίησης,
όλοι εσείς αδελφοί Ζενιστές της ποίησης,
ποιητικοί αναθεωρητές
που πίνετε το αίμα του ποιητή,
μπάτσοι της ποίησης —
πού είναι το άγριο παιδί του Ουίτμαν;
Πού είναι οι τεράστιες φωνές να κραυγάσουν
με μιαν αίσθηση γλυκύτητας και μεγαλείου,
πού είναι το μεγάλο όραμα,
η μεγάλη κοσμοαντίληψη,
το υψηλό προφητικό τραγούδι
της αχανούς γης
κι ό,τι μέσα του τραγουδά κι η αναφορά μας σ’ αυτό;
Ποιητές, κατεβείτε
για άλλη μια φορά στο δρόμο του κόσμου
κι ανοίξτε μάτια και μυαλά
με την παλιά οραματική έκλαμψη,
καθαρίστε το λαρύγγι σας και βγάλτε —
η ποιηση είναι νεκρή — μια αχανή, ζωντανή ποίηση
με φοβερά μάτια και βουβαλίσια δύναμη.
Μην περιμένετε την επανάσταση
ή μήπως θα γίνει δίχως εσάς.
Πάψτε να μουρμουρίζετε και μιλήστε
με μια ορθάνοιχτη ποίηση,
μ’ ένα “δημόσιο πρόσωπο”,
σε άλλα υποκειμενικά επίπεδα
ή άλλα ανατρεπτικά επίπεδα
κι έναν χρονομέτρη στο εσωτερικό αυτί
να χτυπά κάτω από το πρόσωπο.
Γι’ αυτόν το γλυκό σας εαυτό μονάχα τραγουδήστε,
αρθρώστε ακόμη το Λαϊκό Κόσμο —
Ποίηση: ο κοινός φορέας
για την προώθηση του λαού
σε τόπους υψηλότερους
απ’ αυτούς που κατορθώνει οποιοδήποτε άλλο μέσο.
Η ποίηση ακόμη πέφτει από τις σκιές
στους ακόμη ανοιχτούς μας δρόμους.
Τα φράγματα δεν υψώθηκαν ακόμη.
Οι δρόμοι ζωντανεύουν ακόμη με πρόσωπα,
ερωτικοί άντρες και γυναίκες περπατούν ακόμη εδώ,
παντού απλώς ερωτικά πλάσματα
και στα μάτια τους το μυστικό τους
θαμμένο ακόμη.
Το άγριο παιδί του Ουίτμαν κοιμάται ακόμη εδώ.
Ξυπνήστε και βγείτε στον ελεύθερο αέρα.

(1975)

*Από το βιβλίο “Λαϊκά Μανιφέστα”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα, Εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος”, Σεπτέμβρης 1988.

Μαρία Γερογιάννη, Δύο ποιήματα

GRIECHENLAND

Μονοπάτια στην πανσέληνο,
το σώμα σου
Μαζεύουν οι παλάμες σου,
τον ουρανό

Οι θάμνοι σου,
καρποί μέσ τα μαλλιά σου

Τα πάθη σου,
στο έλεος των θαλασσών.

Φυτρώνεις λιμνοθάλασσες
Τους ίσκιους των βουνών ορίζεις

Ξεμοναχιάζεις πράσινες νιφάδες,
μυστήρια πουλιών

Πίνεις στα μισοφέγγαρα
Φιλήδονη Ανατολή
Σαγήνη αρωμάτων

Άφθαρτα όνειρα νερού,
σχίζονται πέτρες να τα δεις

Αγαλμάτινη,

Στον απόηχο οροειράς βλεμματων
Κορυφογραμμή,
Βαθειά σκαμένα μονοπάτια
Σπλάχνα ψυχής
Λυγμοί καμπάνας
Στάχτες σιωπών στους ανέμους των χαλασμών

Αγαλμάτινη,

Στον απόηχο των κρότων της φωτιάς
Λάγνος αφρός στα πέλματα των προσδοκιών
Απόσταγμα ορφάνιας των πουλιών
Ρυάκι από χείμαρρο που σβήνει

***

Η ΑΚΛΑΔΕΥΤΗ ΜΥΡΤΙΑ

Μονάχη απ’ το δρομάκι ξεπρόβαλε
Από τις στέγες κυλούν κόκκινα μήλα
στην καρδιά της νύχτας
Αναγνωρίζεται η ακλάδευτη μυρτιά

Η σιωπή ακούμπησε στο σώμα-
Μόνο η ανάσα του φεγγαριού
Μόνο το φέγγος της ευωδίας
Μόνο τ’ ανθίσματα των ήχων
Μόνο το κέντημα της Ίριδας

Μόνο ένα χάδι στη θλίψη
Μόνο της γης η παρηγοριά

*Από τη συλλογή “Φωνή φωνηέντων”, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2017.

Άρης Τσιούμας, Άγνωστο Πώς

η ανθρωπότητα ακολουθεί την κομμένη ρίζα της
ανακαλύπτει ξανά το Μηδέν
αποστοιχίζει το άπειρο
κουρνιάζει εξαντλημένη στα ζαρωμένα μέτωπα
λησμονημένων μαχών
παστρικά ξεσκονίζει τις σκουριασμένες επωμίδες
κάποιου αναίτιου θανάτου της

απορώντας σηκώνει ευθυτενώς το χέρι της
χαιρετά ερωτηματικά ένα γκρίζο πηλήκιο
αναμασά έπειτα την εντολή […]

σαν παιδάκι κοροϊδεύει τον εαυτό της στον
καθρέφτη
μεταμορφώνεται
αδέξια μπαλαρίνα σκέφτεται:
«αυτήν τη φορά θα τα καταφέρω»
-μετά-
αποσύρεται στην εξέδρα του αμφιθεάτρου
χειροκροτεί στην πρεμιέρα την ίδια τραγωδία

άλλοτε καθαρίστρια που αφήνει τη δουλειά της στη μέση
χάνει το χρόνο της γυαλίζοντας
τις μπρούτζινες επιφάνειες των κανονιών
προγραμματίζει εύτακτα
με λογιστική ευδαιμονία
νέους εκπατρισμούς
αύριο,
κάποτε,
θα ξεκουραστεί για ν’ ανασάνουν
όσοι την αγάπησαν.
Οι αφοσιωμένοι είναι νεκροί

κι αυτός που ονόμασε «19ο»
ήταν ο τελευταίος της αιώνας
η δίχως συνέχεια έκφραση μιας ανθρωπινότητας
που έχει μετρηθεί
σε ψεύτρα ζυγαριά
με σκάρτο ζύγι
-πάντα λειψή-
κι ό,τι λείπει, λείπει

ο εαυτός, ατίθασος, αλαζονικός και φίλαυτος
τζογάρει ποντάροντας όλο το είναι του… στον
εαυτό του
προβλέποντας την επερχόμενη συντριβή του
την αναπόδραστη εκμηδένισή του
αναλογίζεται την υπόσχεση για ένα ασφαλές
καταφύγιο
όταν ο πόλεμος θα έχει οριστικά χαθεί.
Το επόμενο πρωί της ολικής καταστροφής της,
η συντριβή θα υμνήσει την ειρήνη.

*Από το βιβλίο “σπαράγματα φόνων”, Εκδόσεις Ναυτίλος, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2017.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Οι ένοικοι

James Abbott-McNeil, Whistler

Στον Δημήτρη Τ.

Οι ένοικοι της πολυκατοικίας
κλειδώνουν νωρίς το βράδυ
πίνουν καφέ ή τσάι νωρίς το πρωί
αποπληρώνουν διακανονισμούς
συμπληρώνουν λαχεία ή στοιχήματα
συγκεντρώνουν κουπόνια σούπερ-μάρκετ
χαμηλώνουν ομόφωνα την κεντρική θέρμανση
μένουν μακριά από μπλεξίματα και φασαρίες
κάθε Τρίτη ψωνίζουν στη λαϊκή
κάθε Κυριακή εκκλησιάζονται ―
πηγαίνουν βόλτα ή γήπεδο
και κάθε δεύτερο χρόνο
εκλέγουν το διαχειριστή τους.

Λουκάς Λιάκος, Από τη “Στροφορμή”

Έργο του Jörg Heidenberger

Γεωγραφία απλών ονομάτων

Κάποτε ο τρόμος προκαλεί να ‘σαι σαράντα χρονών κι ο ήλιος να είναι πίσω σου και να περνάει χωρίς ενθουσιασμό από τις κούφιες γειτονιές στο Παρίσι στο Μοντεβιδέο στην Κουάλα Λουμπούρ να σε έχει συνεπάρει ο ρόλος του το να μην έχει προορισμό όπως εσύ γεμάτες σελίδες πτώματα παντογνώστες εσύ έψαξες για τα πρόσωπά τους εσύ ως συγγραφέας για να τους πετάξεις στο λάκκο σ’ αυτό το ευτύχημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στην καρδιά του φαραγγιού επτά χρόνια μετά την καταστροφική πυρκαγιά του Ξ από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ εσύ πια το αγκάθι κι αυτό δεν είναι προσποιητό να διαλέγουν την αγωνία και τη γιατρειά ένα βήμα από το Ξ να μην παραμένουν στη θέση τους εσύ να τους λες θέλω να φτάσω ψάχνοντας για τη σκέψη πως δεν έχω τίποτα να κάνω να τους λες δεν μ’ αρέσει αυτή η ώρα αυτή η στιγμή εσείς δεν μ’ αρέσετε εσείς κι η πόλη όπως έχει χτιστεί δεν μ’ αρέσει και ξέρεις πως θα προσβληθούν γιατί αυτή είναι η ντροπή που μάχονται έντονα όταν λένε να ο αιώνιος φίλος μας είναι σπουδαίο να μας περιγράφει σαν τα λεμόνια μες στη ζέστη και εσύ να κλαις κλαίω-κλαίω μπρος στα ανοιχτά σας στόματα και τους χρειάζεται να νιώσουν τους χρειάζεται να σωθούν μα χαμήλωσαν τα μάτια, χαμήλωσαν το κεφάλι και έραψαν φύλλα συκής και εκρύβην.

***

Στο βρώμικο πάτωμα

Τελειώνουμε με μικρούς πόνους, ώστε η ανταλλαγή τους να μας γίνει συνήθεια. Όμως απόψε δεν έρχομαι να δώσω μα να πάρω τα πάντα. Άνοιξε το στόμα των νοικοκυριών. Τα θέλω θα στα πω με την ευκρίνεια πίνακα που βγάζει σ’ αδιέξοδο. Να με ακούς για την αυταπάρνηση και το δηλητήριο να είναι ταυτόχρονο.
Στα ξεκάθαρα θέλω, μου συμβαίνουν σιχαμένα κάποιοι στις ρουφηξιές, να έχουν το χείλος του γκρεμού, το τέρμα του διαδρόμου. Η δική σου περίπτωση είναι ζωντανή, μα εγώ σφυρίζω απ’ έξω. Ας μιλήσουμε σκούρα και πράσινα, με τον εξοπλισμό ενός δαίμονα. Θέλω να ‘χω καταβληθεί. Ξαπλώνοντας σ’ αυτό το δωμάτιο που έχει τόσο ήλιο, που έχει μια φούστα και μια κυψέλη να με μαραίνει. Που έχει κουμπιά στα οποία βουτά αποκλειστικά η αφεντιά μου. Κι ακόμα, ένα κομμάτι σου για όργωμα, ένα τσιγάρο. Αφήνοντάς με έτσι να με αφήσεις, μια μέρα, δυο μέρες, να ασελγήσω πάνω στην αγία σου τράπεζα. Θα γονατίσουν τότε πλάι μας δυο κτήνη. Στη θρησκεία μιας συναλλαγής θα γονατίσουν. Στα κλινοσκεπάσματα. Το πρωί, το άλλο πρωί, δεν θα ζητήσω τίποτε άλλο, παρά τη φιλία σας.

μα η γυμνότητα σου μεταμορφώνεται
αλλάζει σε ένα κενό που μου είναι οικείο
αιώνια κι αιώνια
εκεί που δεν συμβαίνεις

*“Στροφορμή”, Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία 2016.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πρόσφυγες στην άμμο

Νύχτωσε στην Ελ Μίνα και πυκνή
σιωπή ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο∙ ολημερίς
ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό
σα μουδιασμένο ζώο

Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο
που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο

Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος
χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε
μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή και όλο ικέτευε
για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση
στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε

Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά
τα χρόνια που έφυγαν με είχανε ποτίσει

*Από τη συλλογή ‘Ο θάνατος του Μύρωνα’, 1960.

Ντίνος Σιώτης, 
Εφεύρεση

Να εφεύρουμε άλλες λέξεις να εφεύρουμε

λέξεις μολότωφ που ν’ αντιστέκονται στα

δελτία των ειδήσεων που να μιλάνε τη

γλώσσα των καταφρονεμένων που να

μιλάνε στον άμαχο πληθυσμό για τη

χειμαζόμενη πείνα να εφεύρουμε μια

άλλη μνήμη που να ανακαλεί μιαν

άλλη αυγή χωρίς ακρωτηριασμούς

ηλίου και παρεξηγημένες καταιγίδες

να εφεύρουμε έναν χτύπο ρολογιού

που κάτι να μας λέει πεσμένος κάτω

στο πάτωμα ή μέσα σε σπασμένο

κομοδίνο ζάλης έναν θάνατο που να

μην κολλάει πάνω μας σαν βδέλα ένα

λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ’ την ποίηση

*Από εδώ: http://athinakisdimitris.wordpress.com/

Νίκος Βουτυρόπουλος, Από την “Ίδια όψη των πραγμάτων”

Έργο: Jörg Heidenberger

Όταν στις φυλακές των λέξεων βρούμε το ξοδεμένο
μας πρόσωπο. Όταν μουσκέψουν οι μουσικές
κι απλώσουμε τα χέρια στην προοπτική του ήλιου.
Όταν όλα τα μονοπάτια μας οδηγήσουν
εκεί που θα ’ναι άχρηστες οι εξηγήσεις.
Τότε θα συμβεί το άπαν και μεμιάς θα σβήσει.
Με την ανάσα δίφθογγη θα χαϊδέψουμε
το παρόν της θάλασσας και μοίρα θα γίνει η ύλη μας
χωρίς προσχήματα δικαιολογίες
μορφασμούς και ημίφωτα δάκρυα.

Μια περιπέτεια ξεκινά τώρα που τελειώνουν
οι χθεσινές μυρωδιές και τ’ αποδημητικά μας χέρια
ανακατέψουνε μνήμες. Στο νέο φτάνουμε σενάριο
της μέρας βουβοί μέχρι τα ψιλιά μας νηστικοί
ως τα σύννεφα. Σ’ αρχαία ψάχνουμε αμπέλια
σε κείνα τα κοχΰλια των παιδιών
σχήματα και συνθήματα.
Όσο ένα χαμόγελο διαρκεί η άνοιξη που χάνεται
στην ερημιά του κόσμου και τ’ αστέρια θαμμένα
στης αγωνίας την κάθοδο.
Μαγεμένοι λες από χάδια νεκρών τριγυρνάμε
στη βροχή που μας είναι αδιάφορη.
Γοητευτήκαμε φόβους. Μηρυκάζει η γλώσσα μας.
Καλοκαιριάσαμε πάλι μιλώντας
για τα ένδοξα άλφα όλα κείνα της απουσίας.
Κοιμόμαστε δίπλα στα σπλάχνα μας
προφέροντας λέξεις πελασγικές.

Παράλογες που ‘ναι αυτό το σκοτάδι
και τα μάτια αινίγματα στην απέραντη
καμπύλη του χρόνου. Μια μικρή Αμφιτρίτη
ζαλισμένη απ’ του φεγγαριού την απόστροφο
σε ποσειδώνιο βράδυ ετοιμάζει τον έξοδο ύπνο.
Η αυγή θανατώνεται στης διάρκειας το πάθος
και να ’μαι τώρα δω της μνήμης διώκτης καταστρώνω
αλχημείες για τους πόνους του μέλλοντος.

Τα μεσημέρια ο ήλιος τσιμπά σαν τη μέλισσα
και περιστέρια οργώνουν πεζόδρομους.
Γλυκά αινίγματα που ’ναι τα μάτια.
Ανέξοδα που ’ναι τα λόγια.

Προικισμένοι με της συνείδησης τις μάσκες
και φώτα πυκνά παραμένουν τα πράγματα ίδια
στου πεπρωμένου τη στάχτη.
Τδια παραμένει η όψη των πραγμάτων.
Ας αγαπήσουμε αυτή την περιπλάνηση.

*“Η ίδια όψη των πραγμάτων”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.