Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα
ΕΝΑΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΚΑΤΟ ΚΗΔΕΙΕΣ
Θα πρέπει αιώνες να κοιλοπονούνε οι πνιγμένοι
με τόσες αμοιβάδες στο κορμί τους
αυτές που πάντα κατατρώγουν τους ανάσκελους
μ’ αρθριτικά ακινητοποιώντας
όταν σιωπή πέφτει το σίδερο στη θάλασσα
κι η πόλη κελαηδά άλλες ειδήσεις
όσοι παλουκωμένοι κάθε αυγή με τις αψιμαχίες
κόβουν τον δρόμο λάσπη
άμα το θυμηθούν αλλάζουν λίγο θέση
σηκώνονται και ισιώνουν τις φωτογραφίες
τσιμπάνε από το φαγητό
γράφουνε δύο το πολύ τρεις στίχους
ρουφάνε σκόνη απ’ το ερμάριο του χολ
βυθίζονται σ’ αιθέρια μέθη
φραγή να βάλουνε στον χείμαρρο της θλίψης
έπειτα πάλι κρύβονται στ ’ αντίσκηνα της νύχτας
Εσύ ξυπνάς,
Τι στριμωξίδι στην αναπνοή του πεθαμένου.
***
ΕΝΑ ΚΟΜΜΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΔΥΟ
Υπάρχουν κάποιες παράξενες τροχιές
τυφλά εκτεθειμένες
Απ’ όταν ο Ίκαρος αγόρασε
δυο χέρια ξένα μες στις καταιγίδες
πάνω στου χελιδονιού το μάτι
κέντησε την ανάγκη σου.
Μάρτης ίσως ήταν, ίσως μήνας θαλασσινός
σταυρό που γέννησε ο ήλιος
και οι τουρίστες βιαστικά μιαν απεργία πείνας
φορτώσανε στην άσφαλτο.
Έκτοτε όλα βαίνουν κατά τας γραφάς επιεικώς: Η Εγνατία οδός
σχεδόν έχει τελειώσει, εγώ μεγάλωσα, αγόρασα έναν σκύλο, έκανα
τέσσερα παιδιά, μένω σε μονοκατοικία
Ολόκληρη κοπέλα θα ’λεγες εσύ
Δεν θα ’χες κι άδικο
Η ευτυχία δεν είναι ζήτημα ύψους
Κάθε που έφευγες ψήλωνα έναν πόνο.
*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2017.
Φεράν Φερνάντεθ, Έξι ποιήματα
ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ
Στην αρχή
δεν υπάρχει ανάγκη
να δημιουργήσουμε την αρχή
μήτε στο τέλος
είναι ανάγκη
να εφεύρουμε το τέλος
το τέλος πάντα επιβάλλεται
όμως είναι όντως αναγκαίο
να θέσουμε μια αρχή
μια αρχή
που να επιβεβαιώνει
ότι ζήσαμε
το μεσοδιάστημα
***
ΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ
θα ήθελα να απλοποιήσω τη ζωή μου
να την απλοποιήσω στο έπακρο
μέχρι να την αφήσω απλώς
αδιαίρετη
πρωταρχική
θέλω μια ευλύγιστη ζωή
χωρίς λίπος
καθαρή ίνα
μια ζωή γυμνή
χωρίς αμφίεση
όσο πιο μακρινή γίνεται από το θάνατο
***
ΑΤΙΤΛΟ
καθώς με περνά
για διανοούμενο
ο χαζός ο Έρως
μου ρίχνει τα βέλη
στο κεφάλι
***
ΜΟΙΡΑΙΟ
κάθε
αυτοκρατορία
έχει
ένα τέλος
(με παρηγορεί η σκέψη αυτή όταν σε κοιτάζω)
***
ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ
μόνο η αγάπη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο
το μίσος χαίρει άκρας υγείας
κυβερνά τα έθνη
ρυθμίζει τις αγορές
λιπαίνει τα γρανάζια της εξουσίας
μόνο η ανέλπιδη και φευγαλέα λάμψη της αγάπης
μπορεί να φωτίσει της ζωής μας τη σκοτεινή πλευρά
ανεξάρτητοι αγωνιστές της αγάπης
πυροβολήστε
πυροβολήστε
πυροβολήστε κι ας είναι στον αέρα
***
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΕΙΑ ΓΡΑΜΜΗ
Δε θ’ αντιταχθώ
στα μαθηματικά
πράγματι
η ευθεία γραμμή είναι η πιο σύντομη
απόσταση μεταξύ δυο σημείων
όμως δεν είναι πάντα καλό να την χαράσσουμε
σε κάποιες περιπτώσεις
μπορεί να έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον
να πλησιάσουμε σχηματίζοντας κύκλο
απ’ το ένα σημείο στ’ άλλο
δίνοντάς μας χρόνο να σιγουρευτούμε
αν είναι θεμιτό να τα ενώσουμε
ή αν αντίθετα
το καλύτερο είναι να τα αφήσουμε ασύνδετα επ’ άπειρον
καμιά φορά
το να χαράξεις μια απλή ευθεία γραμμή
ανάμεσα σε δυο σημεία προκαλεί καταστροφή
*Δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό ”Το Δέντρο” το χειμώνα του 2007-2008, σε μετάφραση Βίκυς Ρούσκα. Ο ποιητής Γιώργος Γκανέλης τα έβαλε στη σελίδα του στο από όπου τα πήραμε.
Αντώνης Γιανακός, Δύο ποιήματα
Οκτώβρης
Ψύχρα το βράδυ
Έκλεισαν πια τα μαγαζιά
Μόνο ο Πολωνός στη γωνία παίζει σαξόφωνο
Μπροστά σε μια φωτισμένη βιτρίνα
Οι μαθήτριες σχολάνε από το φροντιστήριο
Χαρούμενοι πρωτοετείς κινούν ν’ ανακαλύψουνε την πόλ”
Μόλις το περασμένο καλοκαίρι έχασαν την παρθενιά του<
Βροχή αρχίζει σιγά και μουσκεύει τ’ άπλυτα πεζοδρόμια
Το σκουπιδιάρικο μαζεύει τις μικρές μας αμαρτίες.
Οκτώβρης, ώρα για συμμάζεμα,
Ονείρων, προσδοκιών, επιθυμιών
Δεν έχεις πια την αντοχή να ελπίζεις
Οι έρωτες του καλοκαιριού τελείωσαν
Οι τίτλοι πέφτουν
Αυλαία στα όνειρα
Χειμέρια νάρκη στις επιθυμίες
Ομίχλη στις πτήσεις για το μέλλον.
Άναψαν τα καλοριφέρ
Οι μυστικοί μας έρωτες κρύβονται κάτω από τα σκεπάσματα
Αποφεύγουν τους φωτισμούς του νέου δημαρχείου
Τις δηλώσεις τιυν υποψηφίων αρχηγών
Των νέων κυβερνήσεων και των παλιών αρχόντων
Των υπουργών των νέων τεχνολογιών και των παλιών υποθέσεων.
Δεν θέλαμε αυτή την κατάληξη
Όμως, η πόλη αυτή αλλιώς ξεκίνησε,
Αλλού τη θέλαμε, εκείνη στάθηκε στον Οκτώβρη
Στο τέλος θα μείνουμε κρυμμένοι στα ερείπιά της
Να συλλογιόμαστε πού χάσαμε το δρόμο.
Η πόλη βυθίζεται αργά μα σταθερά
Κάθε Οκτώβρη η ίδια παράσταση για τα Δημήτρια
Ίδιες βιτρίνες, ίδια μαγαζιά,
Ενα ακόμη Zara άνοιξε στην Τσιμισκή
Ίδιοι άνθρωποι στην εξέδρα της παρέλασης
Η πόλη αλέθει πια τα όνειρά μας
Τα κάνει κιμά και τα φτύνει στις γωνίες
Φωνάζοντας συνθήματα για ονόματα κενά
H κατάρα της shoah στοιχειώνει τους δρόμους της
Οκτώβρη μήνα έχει η πόλη εδώ και χρόνια.
***
Καταραμένοι
Μα τα παιδιά μας δεν ξέρουν να γελούν
Και τα κορμάκια τους χοντρά
Δεν ξέρουν πια να τρέχουν
Και οι φωνές τους
—μα δεν υπάρχουνε φωνές-
Μόνο ένα κλάμα, βουβό, γεμάτο πίκρα.
Κι εμείς που δε μάθαμε το γέλιο
Και μεγαλώσαμε στην αφθονία
Δεν ξέρουμε τι ’ναι καλό και τι κακό
Μα οι φωνές μας, άφθογγες κραυγές,
Περνάνε μέσα απ’ τους τοίχους
Και σπάν τις τζαμαρίες.
Κι όλα αυτά που έχουμε
Δεν μας χρειάζονται, τ’ ακούτε,
Δεν θέλουμε τίποτε άλλο
Από το να μάθουμε ξανά το γέλιο.
*Από τη συλλογή “Η μνήμη του σώματος”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φλεβάρης 2010.
Λεωνίδας Πανόπουλος/ Σωτήρης Λυκουργιώτης, Από τα “Αστικά Λήμματα”
άχνιζε το τραπέζι αλκοόλ
στα μάτια σου καπνοτόπια,
και τις βαθυστόχαστες ερμηνείες
και τα λόγια
το γέλιο σου
θρύψαλα τα σκορπούσε
σκόνη ύστερα η θεωρία
πασπάλιζε ό,τι ανθρώπινο είχε μείνει:
“χαρούμενη επιστήμη” του Νίτσε
και Μάλλερ και το σπίτι του Χέγκελ.
μα σα χαζός κι ηλίθιος εγώ
πήγα κι έπεσα
μέσα
σε μία μικρή, αόρατη τρύπα
που τα δάχτυλά μου βρήκαν
στο καλσόν σου
*Λεωνίδας Πανόπουλος – Σωτήρης Λυκουργιώτης, Αστικά Λήμματα, εκδ. Anima Libri, Πάτρα 2017. (Από ανάρτηση φίλου).
Χρήστος Μαρτίνης, Από το “ξένο φως”
1.
τρίζει το σώμα σαν σάπια καρίνα
τρίζω τα δόντια μου φτύνω σκουριά
έχω δυο χέρια στο στρώμα ριγμένα
δυο τσακισμένα κομμένα σκοινιά
σώπασε κι έτσι κοιμήσου
τώρα τις σκέψεις η άμμος σκεπάζει
μέσα στα μάτια εισβάλλει βυθός
σώπασε’ ησύχασε κι έτσι κοιμήσου
καλό μου ναυάγιο
πάλι βαπτίσου στο χάλκινο φως
2.
τα σκαλιά κατεβαίνω με τον ήλιο στην πλάτη μου
μία άκρη του σέρνεται σαν κουβέρτα στο χώμα
το αλάτι στα χείλη μου η αδίστακτη θάλασσα
και το φως που ξοδεύεται στο λευκό αλουμίνιο
κατεβαίνω τυφλά τα σκαλιά με έναν ήλιο παράλυτο
οι στραβές του ακτίνες σκαλώνουν στα σύρματα
ένα βράχο —τον ήλιο— κουβαλάω στις πλάτες μου
κι ο καργιόλης γελάει ο ζεστός ουρανός
τον λευκό τον βαρύτατο ήλιο κουβαλάω στην πλάτη μου
να θαφτούμε βαθιά” στο σκοτάδι
*”το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Απρίλης 2017.
Γρηγόρης Σακαλής, Οδός ονείρου
Ο δρόμος που πήρες
είναι μακρύς, δύσκολος
μη κοιτάξεις πίσω να δεις
στο χθες μην κοιτάξεις
δεν θα βρεις τίποτα καλό
που να σου ταιριάζει
αλλιώς δεν θα ΄παιρνες
αυτό το δρόμο
που τον ανοίγεις εσύ
με τα δικά σου χέρια
όσα αγκάθια κι αν έχει
λακκούβες και παγίδες
μπορείς να τον βαδίσεις
φτάνει να μη φοβηθείς
φτάνει να είναι
το φρόνημα σου υψηλό.
Θα σε στοχεύσουν
θα σε πληγώσουν
μη σταματήσεις
συνέχισε αλύγιστος
έως το τέρμα.
Λουκάς Αξελός, Δύο ποιήματα
ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
ΑΚΟΜΑ κι όταν το βάρος
της φθοράς δεν μπορούσε να αποκρυβεί,
αυτή ήξερε να αιφνιδιάζει τον χρόνο
μ’ ένα αδιόρατα λεπτό ειρωνικό χαμόγελο,
που σε τίποτα δεν υπολειπόταν
από το κρυφό εκείνο μειδίαμα
που άνθιζε, πριν δεκαετίες,
στο πλήρες ομορφιάς νεανικό πρόσωπό της.
Ανεξήγητο ερώτημα παραμένει
πώς αποτυπώνεται η ομορφιά
πέρα από την πραγματικότητα και τον χρόνο.
Πώς ο καθρέφτης αυτοδιαψεύδεται
από μιαν όλο χάρη, κίνηση ή ματιά,
τέτοια που,
έστω και για λίγο,
τον αποσπά
από τα απαρέγκλιτα
καθήκοντά του,
κλείνοντας στιγμιαίο ραντεβού
με την αιωνιότητα.
Παρνασσός, Αύγουστος 2010
***
ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ ΣΧΗΜΑ
Στην Δάφνη
ΤΟΣΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ανάμεσά μας
χωρίς ένα όνομα να έχει πλήρως διασωθεί.
Γράμματα φαγωμένα·
κενά αιώνων
που άφησαν ως ίχνη τους
τρύπιες λέξεις
να βυθίζονται
στην σκόνη και τον χρόνο.
Κι όμως εκεί,
μες στα χαλάσματα,
εις πείσμα των επιδρομέων,
πληγωμένο επιζεί
το θραύσμα ενός γυναικείου προσώπου,
με την επιθυμία παρούσα
να διαπερνά
το φλογερό του μάγουλο.
Πώς, άραγε, επιβιώνει η ομορφιά
δίνοντας άλλο περιεχόμενο
στο εύθραυστο σχήμα του μύθου;
Σχοινούσα, Αύγουστος 2005
*Από τη συλλογή “Τελευταία πατρίδα”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα, Χειμώνας 2013-2014.
Jack Kerouac, Χαϊκού
Να πω όχι;
Η μύγα τρίβει
τα πίσω πόδια.
Κόντρα στο λουκέτο
οι γκαραζόπορτες
το μεσημέρι.
Δείλι: το πουλί
στο φράχτη
σύγχρονός μου.
Το φεγγάρι
είχε μουστάκια γάτας
για μια στιγμή.
Οι πάτοι μου
μούσκεμα απ’ τη
βόλτα στη βροχή.
Κανένα σήμα —
ξέρω ακριβώς
πού βρίσκομαι.
Τρίτη — μια σταγόνα
βροχής ακόμα
από τη στέγη.
Τηλεγράφημα
κανένα — μόνο κι άλλα
φύλλα πέφτουν.
Άστοχη η
κλωτσιά μα το
ψυγείο έκλεισε.
Η βροχή σχεδόν
έφτασε να πλυθεί
το πουλί.
Θα τα χάσεις αν
μάθεις πόσα λίγα
γνώριζα μόλις χθες.
Τα πεύκα
προχωρούν
μες στην ομίχλη.
Βραδιάζει —
δεν είναι το κενό
που αλλάζει.
Άλλος ένας μόνος
σαν εμένα στο
κενό σόμπαν.
Δείλι — αγόρι
τσακίζει πικραλίδες
μ’ ένα ραβδί.
Όλη μέρα πάνω
στο κεφάλι μου καπέλο
Που δεν φορούσα.
Το σκηνικό της χώρας
— δειλινός ήλιος
Σ’ εκείνα τα δέντρα.
Το νέο φεγγάρι
είναι του Θεού
Το νύχι.
Ξέρεις γιατί με λένε Τζακ;
Γιατί;
Γι’ αυτό.
Το όνειρο του Θεού
δεν είναι παρά
Ένα όνειρο.
*Από το βιβλίο ‘Τζακ Κέρουακ Ποιήματα”, σε εισαγωγή, επιλογή και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, Εκδόσεις Ηριδανός, Σεπτέμβρης 2007.
Αναστάσιος Γκόγκος, Σημειώσεις από έναν όμορφο αγώνα ενάντια στην ασχήμια του κόσμου
Άτιτλο
Σας είδα
αγοράζατε τις κυριακές
και αφήσατε πάνω μου
το βάρος μιας προσωρινής γλώσσας
Σαούλ όχι Παύλος
με ψεύτικες βλεφαρίδες, κροσέ και ρεβυθάλευρο
Η σπουδή μου
λειαίνει τη σκληρότητα της γης
με κρεμαστές φτέρες και αστρόφυτα
τρέχουν τα πληκτρολόγια
σ’ ένα βαρύ τσιμεντέρνιο ακρωτήρι
μέχρι το αύριο.
Άτιτλο
Τρέχουμε πιο γρήγορα
με τα παλιά μας κράνη φορεμένα
από τις μηχανές που επιμένουν σ αυτό τον κόσμο
Άτιτλο
Ζεσταίνω τη σάλτσα στην κατσαρόλα
και σκέφτομαι
τις αλυκές του αυγούστου
τους οργανωτικούς ηδονιστές
με εφεδρείες και ανάπαυση
καρφώθηκαν ναυτικές τα χρέη
βιοπορισμός – πλούτος – ενδοχώρα
*Απο την ποιητική συλλογή «Δρομολόγια».
**Αναδημοσίευση από εδώ: http://nowakult.blogspot.com.au/2017/09/nowa-kultura-6.html









