Νίκος Σφαμένος, Καθώς παίζει η μουσική

αργά τη νύχτα
καθαρός ουρανός
και
πολύχρωμα
αστέρια
τα παιδιά
γυρίζουν
στα σπίτια τους
ενώ ονειρεύονται
λιβάδια
εκείνη
τον περιμένει
στη πόρτα
με το
νυχτικό της
ανεβαίνει τις
σκάλες
της δίνει
ένα φιλί και
την αγκαλιάζει
σφιχτά
καθώς ένας
άνδρας
γέρνει στους
τοίχους

Δανάη Σιώζιου, Το εργόχειρο

Χρόνια όσα και τα δικά μου
κεντούσε η γιαγιά μου
δαντέλα ολόλευκη
στο γάμο μου να τη φορέσω
και τώρα που στο τέλος πλησιάζει
παίρνει σιγά σιγά
κι αθόρυβα να τη χαλά
θα φτιάξει, μου λέει, άλλα μοτίβα
πιο όμορφα και τυχερά
κι όλο ξηλώνει και ξαναράβει
το φυλαχτό της ενάντια στο χρόνο.

Μαρία Ξενουδάκη, Δύο ποιήματα

Artwork: William Blake

Όταν βρίσκομαι με συντροφιά
νιώθω συντριμμένος
μόνος νιώθω συγκινημένος
κι η μάνα πέθανε,
πριν ακόμα γεννηθεί
τα κουρασμένα μάτια της
τεράστιο μότο
στην τσακισμένη μου καρδιά

***

Τα σκιάχτρα αναστημένα βαμπίρ
από ξεκοιλιασμένες φωλιές
τρυφερών πουλιών
βοηθούν την αναπαραγωγή των χτηνανθρώπων.
Τα πολικά βουνά
χάσανε το λαμπερό τους σχήμα,
γίνανε μια σκοτεινή τσιμεντένια μάζα.
Τις πλαστικές σάρκες τους,
τις πλαδαρές τους σκέψεις
εσύ τις προσπερνάς,
το βουητό της δυσοσμίας τους σε ακινητοποιεί,
σου αφαιρεί τους όγκους της χαράς.
Και κει στο επίκεντρο του γαληνεμένου λουλουδιού
που σε κοιτάζει μ’ απορία
χαράζεις έναν κατάμαυρο σταυρό.

*Από τη συλλογή “Αλτρουίτα”, Εκδόσεις Γκοβόστη, 1991.

Πελαγία Φυτοπούλου, Δύο ποιήματα



ΝΥΦΗ

«όταν θα γίνω νύφη θα ξέρω να καμαρώνω», είπε η γερόντισσα
μάγισσα και ολοι την κοιτάξαμε με το στόμα ανοιχτό
ορισμένοι δε από μας φέραμε το χέρι στο ύψος του αυτιού
και το κουνήσαμε μία δεξιά, μία αριστερά
σαν να στύβαμε στον αέρα πορτοκάλι

—ω, τι μοντέρνο πρώτος ο άνθρωπος
να καταγγέλλει τον αυτόχειρα της συνείδησης—

«τι εννοείς γιαγιάκα λέγοντας θα γίνεις νύφη;
θέλεις να παντρευτείς;»

«όχι ανόητη, στη χαρά πονάς και στον πόνο ζεις»
χρόνια αργότερα τα λόγια της ζωντάνεψαν στον αποχυμωτή,
έκοψα το χέρι μου «βρε ζώον», φώναξε ο πατέρας
«εντελώς άχρηστη είσαι; Πώς θ’ ανοίξεις σπιτικό;»

από τότε του στύβω
κάθε μέρα
δυο πορτοκάλια
δεν παντρεύτηκα
μου αρέσει τόσο
να βλέπω στο ποτήρι του
να κολυμπά μια κηλίδα
απ’ το αίμα μου

—ω, τι μοντέρνο πρώτος ο άνθρωπος
να πίνει το αίμα του παιδιού του—

***

ΗΤΑΝ ΝΤΡΟΠΑΛΟΣ

μέναμε απέναντι
δε μιλήσαμε ποτέ
σας είπα, ήταν ντροπαλός
είναι και το άλλο
όταν ήμασταν παιδιά
—εγώ τότε θα τρυπούσα τ’ αυτιά μου
ανέβηκε στην κερασιά μας
έπεσε, έσπασε το χέρι του
ο πατέρας του
του έσπασε και το άλλο
να μάθει να μην
ταπεινώνεται μπροστά σε γυναίκα
δε με συγχώρεσε ποτέ

σας είπα, ήταν ντροπαλός

χθες, κι όμως χθες, ήρθε σπίτι μας
κρατούσε μια χούφτα κεράσια
τα κρέμασε στα μαλλιά μου
χθες ήρθε
χθες παντρευόμουν
χθες με σκότωσε

σας είπα, ήταν ντροπαλός
μέναμε απέναντι
δε μιλήσαμε ποτέ
ούτε όταν η ανάσα μου
κατέρρευσε στη δική του

σας είπα,
χθες πήρε τα χέρια του πίσω.

*Από τη συλλογή “Κούκος”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Νάσος Δετζώρτζης (1911-2003), Ιώ της απουσίας (απόσπασμα)

Μου λείπεις, το ξέρεις;
Μου λείπουνε τα μάτια σου.
Μου λείπει η γραμμή των χειλιών σου,
η πολυφράδειά τους,
ο σηρικός τους ο πολφός,
το λαίμαργο φιλί τους.
Μου λείπει το μέτωπό σου μ’ εκείνα τα άταχτα μαλλιά,
η γλυκύτατη, αυστηρή και παιδιάτικη μαζί,
σφιχτοπερίπλοκη απόληξή τους,
ο λαιμός σου, να παραμερίζω τους πλοκαμούς σου,
να προσμένει τα χείλη μου, και να τον περπατούν,
ο διακαμός σου που στοιχειώνει το σπίτι μου,
το πώς το κατοικείς,
το φέγγος σου που το ιλαρώνει. […]
Μου λείπει το ιλαρόν φως να μας φωτίζει και τους δυο,
το αιδήμον σκότος ως εχεμυθεύει
το ξεκλείδωμά σου, την αυτάφεση,
το grand écart σου.
Κι ως χάνομαι μες στην επίκλησή σου “Μίλα μου!”
στο θρο των ονομάτων μας χείλη με χείλη,
μου λείπει
ο τιναγμός σου αψιά ως αψιδώνεσαι,
το βογκητό σου όταν,
η κραυγή σου όταν.

*Από το stigmalogou.blogspot.com

Θανάσης Γεωργιάδης, Ποιήματα

ΜΥΚΗΝΕΣ

Μα ποιος μες στου καιρού τ’ αλλάγματα
έκοψε έφερε στοίβαξε τόσ’ αγκωνάρια
πριν από την Περσεία, το Μέγαρο;

Ακούω τη σιωπή με παλλόμενες φλέβες·
το ανερμήνευτο πυρπολημένου τόπου
και το καρφί αναπόφευκτο του ήλιου

Μυκήνες 20. 7.1968

***

Βράδυ, θα φύγει η κρυφή
μνήμη θα φύγει η φανερή θα μείνει
τα σκοτεινά αναμοχλεύοντας
πάθη του παρελθόντος
ό,τι σαν πρώτ’ ακινητούσε υπάρχοντας

η σκοτεινιά δεν έχει συγγενείς

Ακτή Ντένια, 18 Ιουνίου 1968

***

ΕΠΑΝΟΔΟΣ

Γαλάζιο νερό στις κορυφές των εσβεσμένων
ηφαιστείων,
άνθιζε η λάβα παγωμένη χαμηλότερα σε σχήματα
πολλά
και της φωτιάς τα πλάσματα καθένα με τα μυστικά του
–άλλαζε χρώμα συνεχώς το βάρος του βασάλτη

Ισλανδία, 1η Σεπτεμβρίου του 1969

***

MAΪΑΜΙ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ

Ίχνη υποδημάτων στην άμμο εδώ
ενός πλανόδιου εμποράκου το χεράμαξο εκεί
πλατιές χειρονομίες κάποιων κυρίων παραπέρα
και πράγματ’ άλλα αυτού του κόσμου
πάντοτε στον ίδιο τόπο, ολοτρόγυρα

Έτσι συμβαίνει και κάτι μεγαλώνει μέσα μου
στα ξαφνικά
κάτι δεν εξηγείται με τα άραγε και με τα ίσως
Προχωρώντας, χάνομαι ολοένα βρίσκομαι αλλού
σε κάποιαν έρημο
που δεν είναι δική μου

Νορθ Μαϊάμι, 1η Οκτωβρίου του 1968

***

Ήχοι της πέτρας και βουή των λίγων φύλλων
θρόισμα
κάτι στεκούμενο που μες στον ήχο του τελειώνει

Σάντα Φε, 15 Οκτωβρίου του 1968

*Από τη συλλογή “το ημερολόγιο ενός ουρανοδρόμου”, Εκδόσεις δήγμα, Άνοιξη 2014.

Γιώργος Χουλιαράς, Ο Μπρεχτ στην Ελλάδα

Είναι τόσο διάσημος που τον καλούν αν και νεκρό

σε reality να σκηνοθετήσει την πραγματικότητα

πριν σπάσουν τις οθόνες πέτρινες λέξεις που έχουν

κληθεί να εκσφενδονίσουν παιδιά του δημοτικού.

Ευτυχώς έτσι γνωστός που είναι στους μεγάλους

θα αντιληφθούν ότι αφού δεν αλλάζουν οι ίδιοι

δεν μένει επομένως παρά να αλλάξουν παιδιά.

Φώτης Γερασίμου, Δύο ποιήματα

εκ των υστέρων

Τί πάλευα με τις φωτογραφίες; Ότι υπήρξα; Ότι θα υπάρχουν;
Μια πάλη ενάντια στο μηδέν με νικητή
τη μηδενικότητα του χαρτιού. Θα κιτρινίσουν,
θα ξεθωριάσουν… ούτε ’γω ούτε αυτές θα υπάρχουν.
Κοιτάζω ακόμα μια φορά τη θεία μου τη Λουκία
το θείο μου το συνονόματο με ψαθάκι
και παπιγιόν. Με κοιτάζουν. Χαμογελάμε.
Σώθηκε κανείς από τις φωτογραφίες του;
Αργά κατάλαβα, ότι νικώντας
την ιδέα φέρνουν πιο κοντά το γεγονός.
Αφού κοιτώντας τες είναι που γίνονται γραμματόσημα
για το συστημένο γράμμα προς το τέλος.

Πάντως, είναι ωραίες οι φωτογραφίες!… Ακόμα και τώρα
όταν τις κοιτώ μιλούν για μια ζωή που δεν θυμάμαι
να έζησα ποτέ. Μήπως αυτό ψάχνω;
Να μου λένε ότι έχω ζήσει μια άλλη ζωή
και να μην φοβάμαι… έχω ακόμα να ζήσω τη δική μου.
Έστω μόνος, μέσα στην έρημο του χρόνου
με τις φωτογραφίες να φτιάχνουν το τοπίο
της άλλης ζωής, όπου εγώ, εξόριστος από την δική μου,
θα συνεχίσω αμετανόητος να τρέφομαι
με παρατατικούς και αορίστους
και επιδεικτικά, αλλά με σπαραγμό

να αγνοώ τον τετελεσμένο μέλλοντα.

***

πάντως, όχι σοβαρά

Διαρκώς το ανέβαλα.Έβρισκα ημερομηνίες
εκ των πραγμάτων ασύμβατες. Κι όταν περνούσαν,
το μετέθετα γι’ αργότερα, για το φθινόπωρο,
μετά τις διακοπές ή την άνοιξη σαν σηματοδότηση εποχής.
Βέβαια, ήξερα ότι δεν θα ’δειχναν τίποτα. Γι’ αυτό και
η πολυτέλεια της αναβολής.
Βέβαια, υπήρχε κι ένας φόβος, ότι τ’ αποτελέσματα
θα μου χαλάσουν τις διακοπές ή την έξοδο με
μια νέα σχέση που -τυχαία- είχε προκόψει εκείνες τις μέρες.
Όπως και να ’χει σταθερά ξεχνούσα, σταθερά αγχωνόμουν
για το πότε θα κάνω, τέλος πάντων, εκείνες τις εξετάσεις.
Και σταθερά έγραφα ποιήματα για να βεβαιώνομαι
ότι έχω τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων μπροστά μου:
Λίγο άρρωστος από έρωτα, λίγο αδιάθετος από
σκέψεις, από αναμνήσεις. Υπογλυκαιμία από έλλειψη φιλιών.
Ενίοτε υψηλή αρτηριακή
πίεση από ηδονή… από φόβο…
Πάντως όχι σοβαρά, χωρίς κίνδυνο.
Ανάρρωνα, όχι πάντα γρήγορα, αλλά ανάρρωνα.
Κι αγνοούσα, σταθερά, ότι το σώμα που με
στήριζε κι έψαχνε διέξοδο στο τετελεσμένο
σώμα της γραφής

σμίλευε ήδη στο μνημείο
όνομα, τόπο, ημερομηνία.

*Από τη συλλογή “γεύμα στη χλόη”, Εκδόσεις Κουκούτσι, Μάιος 2012.

Νατάσα Χατζηδάκι, Επιστασία

Έργο Elmer Bischolft

Πρόσεξε

χωρίς δυνατότητες

χωρίς συμπάθεια

μπορείς να κτίσεις σ’ έναν καινούργιο κόσμο

με ή χωρίς ενστάσεις

άκουσέ με

δεν μπορείς να ξεκινήσεις για κάπου

μακρύτερα.

Αφήστε με λοιπόν

να περάσω

όλες οι ενστάσεις

είναι

καρφιτσωμένες

στο κορμί μου.

Τόλης Νικηφόρου, Για τον αναρχικό επαναστάτη Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι

Durruti vive! Γεννήθηκε Ισπανός
αν έχει η φλόγα εθνικότητα
ήταν ένας απλός εργάτης
που έζησε σε τρώγλες
σε τρύπες τοίχων
και πίσω από οδοφράγματα
δεν έμαθε πολλά
να μιλάει μοναχά με τον ήλιο
να μην φοβάται τα ερείπια
έτσι να χτίζει καλύτερα
γκρέμισε τον αρχιεπίσκοπο της σαραγκόσα
ο βίαιος
πυρπόλησε τις μητροπόλεις
ο κακοποιός
χτύπησε τον βασιλιά και τις τράπεζες
ο ληστής
περιπλανήθηκε στη νότια αμερική
ο αλήτης
τέσσερα κράτη τον καταδίκασαν σε θάνατο
όμως αυτός
είχε όλα τα κράτη καταδικάσει
όλες τις κυβερνήσεις
κλαίγοντας και γελώντας σαν παιδί
μπροστά στην οδύνη του ανθρώπου
στην Ισπανία γύρισε
να πολεμήσει για την επανάσταση
να κατακτήσει τη ζωή και το μέλλον
γνωρίζοντας πως θάνατος δεν υπάρχει
σκοτώθηκε στη Μαδρίτη
μπροστά στην υποδειγματική φυλακή
για να μην υπάρχουν φυλακισμένοι στον κόσμο
ο Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι
σαν φλόγα καυτή
άναψε πολλές καρδιές.