Λεωνίδας Γαλάζης, Δύο ποιήματα

ΚΥΜΒΑΛΑ ΧΡΥΣΑ

Με σταγόνες ύμνων την υγειά μας, είπαν, θα βρίσκαμε.
Μόνο ν’ ακολουθούσαμε τυφλά τη συνταγή τους.
Τι δόξα κι αυτή!
Ναυαγοί με ωσαννά στις ξέρες.

Δείχναμε τις πληγές μας στους ρήτορες
που βυθισμένοι σε θρόνους
τα λόγια των σειρήνων καμάρωναν.

Κι ούτε κουβέντα για τα σαπιοκάραβα των ναυαγών.

«Αφήστε πια τους πληρωμένους υμνωδούς και τα μπαλόνια,
κοιτάξτε τους ναυαγούς,
δείτε τους σπασμένους αρμούς του φρονήματός τους,
τα κουφάρια των παιδιών τους».

Μα κείνοι κύμβαλα τρελά,
ενώ σειρήνες ύμνους έμμισθες ανέπεμπαν…
Μέχρι την άβυσσο του νου κύμβαλα,
κύμβαλα χρυσά
κύμβαλα, κύμβαλα, κύμβαλα!

***

ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΕΡΕΙΠΙΩΝ

Χιλιάδες πέτρες σφηνωμένες
ανάμεσα στους ογκόλιθους
σχεδόν αδιόρατες
ως τη στιγμή που διολίσθησαν
απελπισμένες στο κενό.

Και πίσω τους οι πέτρες του σκανδάλου.

Κι όλοι ξαγρυπνούσαμε
και σπάζαμε τα κεφάλια μας
με τι δυνάμεις θα χτίσουμε πάλι το τείχος
με τι ψυχή θα σηκώσουμε στους ώμους τέτοιο βάρος

ξορκίζοντας το κακό που μας βρήκε
μ’ ονόματα σπανίων πετρωμάτων.

*Από τη συλλογη “Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Ποιήματα

ο Φραντς Κάφκα. στα Γιάννενα, στο Μέσα Συναγώγι. φορά λεπτό σακάκι, γύρω στα δέκα -τα μάτια του δυο λίμνες, κρατά σουγιά, σκαλίζει το μπροστινό στασίδι, έχει κάνει γούβα -τρεις οι λίμνες, έρχεται ο ραβίνος. ξυλοκέρατο, τον αρπάζει απ’ τ’ αυτί -πέντε οι λίμνες, ο Φραντς μπήγει τον σουγιά στο γόνατο του ραβίνου. τον στρίβει -έξι οι λίμνες, ο ραβίνος στο πάτωμα, ο Φραντς σηκώνεται, βγάζει μια μικρή αλεπού, απ’ το σακάκι -οκτώ οι λίμνες, την ξεσαρ-κώνει. φορά το δέρμα της. φεύγει στα τέσσερα, για Πράγα, όχι στη Βιέννη. είναι η σειρά του Πατέρα -δέκα οι λίμνες

υπήρχε κάποτε ασθενοφόρο
με το όνομα “Λακάν”

Eduard Hopper, Summer evening

ο Έντουαρντ Χόπερ και ο Ρέιμοντ Κάρβερ. στο αεροδρόμιο του’Ορεγκον. μεθυσμένοι, ο Ρέιμοντ κατηγορεί τονΈντουαρντ πως του ζωγραφίζει τα διηγήματα. οΈντουαρντ τον κατηγορεί για το αντίθετο, ο Ρέιμοντ βγάζει ένα μολύβι. οΈντουαρντ ένα πινέλο, τα καρφώνουν ο ένας στο συκώτι του άλλου. οΈντουαρντ πέφτει πρώτος -ένα αεροπλάνο απογειώνεται, ο Ρέιμοντ ακολουθεί -ένα αεροπλάνο προσγειώνεται, οι καθαρίστριες της πρώτης βάρδιας
-αναλαμβάνουν

*Από τη συλλογή “Στο σπίτι του κρεμασμένου”, Εκδόσεις Θράκα, 2015.

Andre Breton, Τα γραπτά μένουν

Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
για να βρέχει πάντοτε

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων

*Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

ατλάζι: μεταξωτό ύφασμα.

Κατερίνα Αγυιώτη, Ποιήματα

Δεν έχω άλλο μισό
είμαι ο ειδικός φρουρός της λύπης μου.

*

Χρειαζεται στο ποίημα μια θεοσκότεινη περιοχή
για κείνον που το έγραφε.
Οταν παιδί ψηνόμουνα στον πυρετό,
έλεγα μέσα μου ομοιοκαταληξίες.

*

Οι αληθινοί τύραννοι σε αποσιωπούν την ώρα που μιλούν μαζί σου.

*

Αν πρέπει να αποχαιρετησεις κάτι, θα το αποχαιρετήσεις τη
στιγμή που θα ξέρεις σωματικά
τί απ’ αυτό δεν αποχωρίζεσαι
Αντίο, μάτια μου / πατρίδα μου / πουλί μου.

*

Η σπάνια δικαιοσύνη που ασκούσα θριαμβευτικά σε
όλη μου τη νεότητα πονώντας ασυγχρόνιστη με τη
φαντασία των άλλων και φεύγοντας από δήθεν
γλίστρημα στον τρομερό γκρεμό, δεν ήταν παρά η
εφαρμογή πάνω μου των μεθόδων του εχθρού.

*

Δε φτάνει η ζωή για ελαφρότητα και αφοσίωση, μ αρέσουν
και τα δύο, έχω έναν χαλασμένο θερμοστάτη στο λαιμό.

*

Και τι με νοιάζει η αιτία, αγαπητέ μου; Αυτή μπορείς να
κάθεται στο σπίτι της πενήντα χρόνια. Η αφορμή είναι
που τινάζει τα μισοστεγνωμένα μαλλιά της και περνάει
σεινάμενη κουνάμενη μπροστά απ’ το καφενείο.

*

Θα υπομένω το χάος.
Θα υπομένω το χάος.
Θα υπομένω το χάος.
Θα υπομένω το χάος.
Θα υπομένω το χάος.

*Από τη συλλογή “Φρουρός”, εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2016.

Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Κάθε μέρα

Τακτοποιούσε συχνά.
Κάθε μέρα
με τον ίδιο τρόπο
την ίδια ώρα.

Έπλενε το πρωί τα πιάτα.
Έψηνε τον καφέ της.
Έστρωνε το ρεβάτι της.
Καθόταν στο γραφείο της.

Τα πράγματα, έλεγε, τα πράγματα
να μη χάσουμε τα πράγματα.
Τις λέξεις, να μη χάσουμε τις λέξεις.
Μην ξεχαστούμε στον καιρό.

Δεν ξέρω, έλεγε, οι άνθρωποι,
να μη χάσουμε τους ανθρώπους.
Τη ζωή μας να μη χάσουμε.
Τη χάσαμε*

Ο πόνος, έλεγε, ο πόνος
ο πόνος σφυρηλατεί την αγάη.
να μη χάσουμε την αγάπη.
Τη χάσαμε*

* Πόσο σας παρακαλεί,
να ξέρατε, η ποιήτρια.
Βάλτε ένα δεν.
Εκείνη τώρα δεν μπορεί.
Θέλει, μα δεν μπορεί.
Ίσως αργότερα.

***

Η νέα Πυθία

Μια μέρα
τα γυαλιστερά κοστούμια θα γίνουν κρεμάμενα ράκη
τα ψηλά τακούνια θα σπάσουν σε κομμάτια
οι ρήτορες θα πάψουν να ανακατεύονται στη σκέψη μας.

Μια μέρα
θα σε κοιτάω στα μάτια και θα σε βλέπω
κι ο γείτονας θα με σηκώνει όταν πέφτω.

Μια μέρα μασώντας τα φύλλα της δάφνης που μου χάρισες
θα κάνω εμετό τις ωραίες μου προσδοκίες
και θα αναληφθώ ήσυχα στην ολοκαίνουργια ελευθερία μου…

*Από το βιβλίο “Ένα γυμνό κρεμμύδι”, εκδοσεις των άλλων, Απρίλης 2016.

Γιώργος Αναγνώστου, Ποιήματα

Της Μετάφρασης

1.

Spring Break: Χαλασμένο ελατήριο (ρολοιού)

2. Ικαριώτικος στην Αμερική

Τρίπλα στον ατομικισμό

Της Διγλωσσίας

1.

Δυnasty!

2. Μνήμη Δραπέτευσης Ενός – Άλλου Απώλεια

τραίνο ραίνω αινώ ράγιες άγιες yes
απομένω πιωμένο οϊμέ κενό ενώ no

3.

Μα πώς το έπιασες ότι είμαι Ελληνοαμερικανός?

4.

εγγραφή γραφή ραφή αφή
αφή ταφή εκταφή
αφή βαφή
αφή σαφή
αφή ραφή

εγγραφή αφή εκταφή βαφή σαφή ραφή

εγγραφή κετ βσρ

εγγραφή ket VCR

5. Έλεος πια με τις Θεωρίες Συμωμοσίας!

Θαυμάcia…

6. Facebook Λυκοφιλίας

Like-ος
Λύκου
Leak-ov
Lick-ε

7.

βέρος eros
χορταstickόs

8. Greek Time, Προτεσταντικά

καθυστεrrηση

9. Μετανάστης

σύνορα
onerous όνειρα

10. Αγγελία

γλυκός@lycos.com

11. Έλξη

άπλα απαλή
apple πάλη
leap appeal
peel lips
έλα!

12. Language Leaps

πύλη στάζει
λύπη ήπιε
να λείπει, πάλη!

ύλη τάζει
λίπη είπε πάλι,
να λείπει.

13.

Τροχαίο στην εθνική οδό
ΤρΟχάιο στην Εθνική οδό

14. Υπεροψία

το κάλλος
του callous

15. Languages Flirt

Γλώσσες φλιρτ

φι λι ρο ταυ
φιλιού αρτ

Γλώσσες φιλιού τέχνη

16. Χάρος

πλωτό plot

17. Πυροβολισμός (φεμινιστικό)

Πολιτική ντε-colt-έ·
θεάτρου υπόκλιση
σφετερίστηκε

18.

Λήξη σεμέστερ
liksi semester
lise me ke
tssir
kai
zito
zoi kait

λύσε με
ζωή,
χαρταετός!

19. Οικειοποίηση

Κάπου στις υποσημειώσεις
αναγνωρίζει ο Κανόνας
τον ελάσσονα ποιητή,
μετριάζει τον τόνο
«έλα son»,
άντε κι εσύ
της «ελλάς όν»

*Από τη συλλογή «Γλώσσες Χ Επαφής Επιστολές εξ Αμερικής», εκδόσεις Ενδυμίων, Αθήνα 2016.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Άνω Τούμπα

Κάθε χρόνο
με κλάδο ελαίας
γαλάζια κορδέλα
και ποδήρη χιτώνα
την έντυναν Ελλάδα.
Βλοσυρές φάτσες
σημαιούλες χιαστί
λόγοι επετειακοί
κάδρα ηρώων του ‘21.
Ο πατέρας της
σχολικός επίτροπος
και ταγματασφαλίτης.

Γιώργος Γιαννόπουλος, Η τρυφερότητα του σημαίνοντος

Τις νύχτες ανοίγω την πόρτα
και μπαίνω στο σπίτι
δεν ξέρω πια
από πού το χέρι σου
μου έδινες
δεν ξέρω πια
πού να σε συναντήσω

Κι όμως τον χώρο όλο γνωρίζω
κι αυτή την εκκωφαντική του σιωπή
έτσι τουλάχιστον νόμιζα
είχα αφουγκραστεί τους ήχους
και τα βλέμματα όλα διάβασα
και τη γραφή του αίματος στις φλέβες
είχα μαντέψει όλες τις σκιές
και τα κορμιά μας γυμνά
στο πάτωμα ξάπλωνα

Πώς να σου πώ τώρα πια
ότι όλα ίδια είναι
θέλω να πω
ο ίδιος πόθος
κι η λαχτάρα ίδια
πώς φυλακίζεται ο άνθρωπος
στα ίδια του τα λόγια

Θέλω τώρα να σου πω
στη μέση της νύχτας στάθηκα
και την έκοψα στα δυό

βρήκα τα χέρια σου
βρήκα το κορμί σου
βρήκα τα μάτια σου
κι αυτή τη μυρουδιά
που πάντα χάνω

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Βίλλης Γούσιου και περιέχεται στο βιβλίο.

Βασίλης Βασιλειάδης, Δύο ποιήματα (αποσπάσματα)

Peter Kertis, Assymetries

ανοικονόμητα κι αταξινόμητα
ό πόθος καί τό πάθος
εκκεντρικότητες αυθεντικές
ολότελα ανάρμοστες
έχοντας φτύσει ή θυμηδία τους τά χρηστά ήθη καί τίς ηθικές
είδα
νά τούς δυναστεύουν απολαυστικά,
νά βιώνουν στιγμές τελείως καθαρές
πού απουσιάζουν οί κοστολογήσεις
καί οί αυτόχειρες μεταμέλειες
είδα
μέ τόλμη αφελή τά συναισθήματα
καί τρόπους ακραίους τίς επιθυμίες
τίς καυλωμένες αλήθειες τους
λιωμένες από τίς φλόγες τής ηδονής
τούς είδα 
καί σκέφθηκα
πώς είναι μεγαλοσύνη ανίκητη
νά βιώνονται ομορφιές καί αξίες μέγιστες
μόνο μέ τά ελάχιστα
αυτά τά τόσο δυσεύρετα
σχεδόν αφανισμένα από τά προγκρόμ τών δικτατοριών τής λογικοβλάβειας,
τόν πόθο,τό πάθος,
τό συναίσθημα,τή φαντασία
καί τό όνειρο,
αυτές τίς λίγες παλαβομάρες
πού σέ κάνουν νά μήν θέλεις ποτέ πιά
νά γυρίσεις πίσω στόν εαυτό σου 
καί στή ζωή πού έζησες 
χωρίς αυτές
τίς ελάχιστες καί τίς δυσεύρετες……

***

Όπως έζησα
όπως ζώ
ό,τι θά ζήσω 
σάν μικροσυνέχεια μέσα στή συνέχεια
καί σάν μικρόκοσμος κοινωνικοποιημένος 
μέσα στόν κόσμο τής τυχαιότητας καί τής αναγκαιότητας,
σάν  χρονική στιγμή ή ζωή μου
τής συγκυρίας τής ιστορικής καί κοινωνικής
όπως έζησα 
όπως ζώ
ό.τι θά ζήσω 
στόν κάθε τόπο 
τόν γεμάτο από τά κραταιά κομμάτια τής προύπαρξης του 
καί από τίς ταριχευμένες μυθοπλασίες του
πού ξεπιτούτου ή υστερία του μού επιβάλλει νά τίς δεχτώ σάν αξίες μου,
μέσα στήν απίστευτα μεγάλη φιλοσοφική βλακεία 
πού ή θεωρία τών ορισμών της προσπαθεί νά μέ περικυκλώσει 
μέ υποδείξεις διανοητικές 
γιά τό 
ποιά είναι ή ευτυχία μου
ή ελευθερία μου
τό δικό μου ευ ζείν 
όπως έζησα 
όπως ζώ 
ό,τι θά ζήσω 
σάν ερωτόσπερμα τού χάους 
τελείως άπιστο στίς βεβαιότητες 
ακροβατώντας στή σύρραξη μέ όλα αυτά 
πού μέ θέλουν ανάσκελο κανακάρη τους
ασκημένο στήν αποδοχή τών  νύν καί αείν στοιχίσεων 
τόσο πολύ βραχυκυκλωμένο 
πού νά μήν μπορεί τό “έτσι γουστάρω” μου
νά στουκάρει επάνω στήν αναμάρτητη ευγένεια τής Άννας 
αφήνοντας την νά αιμορραγεί σαστιμάρα 
γιά τήν ερωτοχαρή αναίδεια 
όπως έζησα 
όπως ζώ 
ό,τι θά  ζήσω 
έχει σκοπό τελικό 
νά κουβαλάω κάθε φορά 
μέρα μέ τή μέρα 
λίγο μεγαλύτερο βάρος ερωτευμένο μέ τήν αταξία μου καί τήν ελευθερία μου,
αυτό είναι τό δικό μου, τό καθημερινό, τό μικρό 
καί τό τόσο πεισματάρικο 
ευ ζείν
μέ αυτό σκοπεύω νά τελειώσω 
χαμογελώντας 
σάν μείγμα αντιθέσεων 
καί επιλογών ανεξήγητα αντιφατικών 
χωρίς νά ανακαλέσω τίποτε από αυτή μου τή σηματοδότηση 
μέχρι πού καί τό τελευταίο τών κυττάρων μου
θά ψελλίσει 
τό αντίο 

Γεωργία Τρούλη, Κάθε αφήγηση συμβαίνει

Δεν ταλαιπωρήθηκαν αφορμές και λέξεις
Έκρυψαν μάρμαρο σε χαρτί
Μαύρο σε ελάχιστο
Ελάχιστο σε άσπρο
Επιφάνεια που κάποτε καθρέφτης
ξεδιπλώθηκε δύο μέτρα
Ηλικία διαδρομή και ανάμνηση
Γεμίζουν οι χώροι κενό
Καταρρέει το σχήμα
Όταν αποκτά
Ένα κυβικό εκατοστό συναίσθημα
Γλιστράει το μελάνι στα χέρια κλεψύδρα
Κι όμως
Ξαναγίνεται χρόνος
Ενέργεια που συμπαθεί
Το πίσω από
Το μέσα σε
Το λίγο σε πολύ
Κ ανάστροφα
Όπως το μάτι το ένα που τις νύχτες το αφήνω στο πατάρι

Επιτακτικά συμμορφώνω σημεία που με διαλύουν
Θα διπλώσω την κοιλιά
Την ήβη
Την εικόνα στα δύο
Δεν θα συναντηθούν δύο κομμάτια στον ίδιο διάδρομο
Δεν θα ορίσουν ούτε θα οριστούν
Κάθε αφήγηση συμβαίνει τη στιγμή που κόβω το χαρτί
Με δόντια
Με νύχια
Με μάτια
Δυο ρέλια αυτοκινητόδρομο γεννά το κάθε πείσμα
Και βλέπω το πρίσμα σαν λίθο που μόλις έβγαλα από την θάλασσα

Δεν ξεγελιέμαι
Απατώ εμένα με εμένα
Όταν ξεμυτίζει
από τις ίνες
συγχώρεση
Χωράω- δηλαδή- μαζί
και πολλαπλασιάζω-
κοπάδια
τα βράδια
ενώ στο πατάρι το ένα μάτι ξαγρυπνά
το άλλο αποτυπώνει

Τον κάθε αμφιβληστροειδή τον χρειάζεσαι για να ζυγιάζεις
καλά το ανάστροφο.
——————————————————————————

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.