Patti Smith / Tom Verlaine, Η Νύχτα

i

η ψυχή μές στή μορφή τού νέου άντρα
ντυμένου μ/ ένα παλτό γάλατος…
η καρδιά μές στή μορφή τού γκόμενου του —
ένα ευαίσθητο αγόρι μ/ μπλε δέρμα…
η νύχτα μές στή μορφή τής νέγρας
πού ρίχνεται απροσδόκητα στά κοιμισμένα παιδιά
καί τά κάνει σκλάβους της.

ii
Μαγνητική ακαταστασία!
Βασανιστική εκπνοή! Αναπνέω καί αναπνέω
σάν ένα καμπαναριό πού καταρρέει! Τό παλιό Στύλ
μέ σκεπάζει σάν μιά κουβέρτα από βελόνες.

iii
νυχτερινό χιόνι, σμάλτινοι λόφοι πασαλειμμένοι μ/ αίμα.
τό θύμα γδύθηκε, στολίστηκε μ/ ρούχα από
χιλιοτρυπημένες πετσέτες, σκέτοι λόφοι διάσπαρτοι μ/ μωρά
πουλιών, παιδιά μ/ άτσαλα χέρια σκύβουνε καί
τ’ αρπάζουνε αλλά τά εύθραυστα κρανία σπάνε
σάν κρυστάλλινο σκαλιστό παλάτι, τό θύμα εξετάζει
λεπτά διχτυωτά από παγωμένες μεμβράνες τότε μ/
βουβή φρίκη χειρονομεί πρός τά παιδιά.

παιδιά, τόσο καταχθόνια είναι απόλυτα
γνώστες τής δύναμης τους. παιδιά, τόσο
εύχερα. βγάζουν εύκολα βολβούς ματιών απ’ τις
τρύπες τών νωπών’ ρόζ προσώπων τους καί τά στέλνουν
νά πετάξουν στόν αέρα σάν σέ μιά βεντέττα από μικροσκοπικές
χιονόμπαλλες…

iv
Ωχ όχι όχι πάλι αυτό
Κανένα πρότυπο. Καμιά θερμοκρασία.
Είναι τό ανικανοποίητο απελπισία;
Βιολιά στή νύχτα.

v
το θυμα ψηλαφεί αθόρυβα μέσα στην καρδιά τής χιονοθύελλας
τώρα τυφλωμένο απ τά χιόνια είναι απίθανο νά ξαναποκτήσει
το δερμάτινο σακκούλι πούχει μέσα αυτί καί γλώσσα.

vi
Η απόγνωση προσελκύει ιό υπερφυσικό. Ο γέρος πηδάει έξω απ’ τό
παράθυρο για νά βρει τόν εαυτό του αβαρή και γελαστό. Τό παράθυρο
είναι τώρα ένα πελώριο ζευγάρι χείλια που σφυράνε <“Αντε κουνήσου,
κάνε κάτι”. Ο γέρος δεν μπορεί να βρει το κορμί του αλλά αναγνωρίζει
τη φωνη του. Ο γέρος βρίσκει τέτοιες προσταγές ανιαρές
“Είχες την ευκαιρία σου”
Ο γέρος γέρνει έξω από τό παράθυρο καί απορεί.

vii
πυροτεχνήματα, παιδί στό περίγραμμα τού παραθύρου, τά νεύρα στό
πρόσωπο του τεντώνονται μέ κάθε θρόισμα καί τρίξιμο, τά ρουθούνια
του— τρίγωνα ζαρωμένα, τά μάτια του διασταλμένη μπλε φλόγα,
ένα άγριο κουνέλι στό παράθυρο, μπλαστρωμένο κεφάλι ψαριού πού
λικνίζεται, δάχτυλα καί πρόσωπα σκάνε στις φλόγες, ξέρει ότι τού
βάλανε μικρές φωτοβολίδες στά παπούτσια, τις νιώθει νά σκίζουνε
τήν ψύχα τών ποδιών του αλλά δέν σαλεύει, κάθεται στό περίγραμμα
τού παραθύρου παρατηρώντας τά παιδιά νά κομματιάζονται στις φλόγες.

viii
Εσωτερικά συμβάντα βάζουνε στό μάτι τόν πόθο του.
Οί χορδές δέν είχανε αρχίσει τό
μοιραίο τους χαλάρωμα.
Μ’ ένα σήκωμα τών ώμων
σπάει τό ποτήρι στά χέρια του.

*Patti Smith / Tom Verlaine, Η Νύχτα, Εκδόσεις: mu…

**Τα ποιήματα αυτά εκδόθηκαν σε “μετάφραση / εξώφυλλο / και υπεύθυνος / απ’
την ανάποδη Αντρέσς Μάχος – αγνώστου διαμονής”.

Κατερίνα Ζησάκη, Δύο ποιήματα


ΑΝΘΗ

ανθεί η Ανθή
στο ανθισμένο δάπεδο
μέσα απ’ τα δάκρυά της κλαίει
για τη λυπητερή συμφορά που
– σύμφωνα με έμπορους και μαστόρους –
τη βρήκε βρεγμένη
κατάβρεχτη
δηλαδή το βρακί της
ενώ “βρε βρε έαςάγγελος” φώναζαν όλοι
ανήγγειλαν τον ερχομό της
στο συρφετό των αρσενικών
που άρδην παλινδρομούσαν για χάρη της
– Χάρη – στον ξέπλεκο δρομο
δρούσαν ανάλογα κι οι κορασίδες
δεν πήγαιναν πίσω

αφηνιασμένα τα άλογα
και πώς να σου τα ζέψω
μες στη λαχτάρα που λαίμαργα
σε – κάτω από το λαιμό
τον αφαλό – καταβροχθίζει
εννοώ της Ανθής το παχύρρευστο δάκρυ
που όταν στάζει
σαν για να παρηγορηθεί
καβαλάει το κρεβάτι
καβαλάει το σεντόνι
το μαξιλάρι
το δάχτυλο
ανθεί η Ανθή
γλείφει το ανθισμένο δάπεδο
αν δεν την είδατε
δεν είδατε ποτέ σας τίποτα
κορίτσια και αγόρια
τι πάλη
τι έξαρση
τι παρηγόρια

***

Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

ο πεθαμένος ποιητής βρίσκεται ακόμα
μες στο συρτάρι του γραφείου του
πάνω απ’ τις κόλλες
πίσω απ’ τη φούντα (της ουράς της γάτας του)
και δίπλα απ’ το περίστροφο
που είχε ξεσκονίσει κάποτε ν’ αυτοκτονήσει
μα τον πρόλαβε το γήρας

τι λέτε ρε
ο πεθαμένος ποιητής χορεύει μες στο στόμα σου
κάθε που ουρλιάζεις
κάθε που “σύντροφοι”
κάθε που “κι άλλο κι άλλο κι άλλο”
ξαπλώνει μέσα στο δέρμα που γδέρνουν
τα νύχια σου γιορτάζοντας ή πενθώντας
σέρνει τις σόλες των παπουτσιών σου
κάθε που τριγυρνάς χαμένος

ο ποιητής
ο πεθαμένος
μια απούσα παρουσία ζωντανή
φάντασμα μες στο σώμα
και πού και πού σκουντάει τον γραφιά
που μέσα στο συρτάρι του γραφείου του
βρίσκεται ακόμα

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 8, Καλοκαίρι 2017, του περιοδικού “Θράκα”.

Πιερ Πάολο Παζολίνι, Ποιήματα

Μια απελπισμένη ζωντάνια

VIII

«Ήρθα στον κόσμο την εποχή
Της Αναλογικής.
Δούλεψα
Σ’ αυτό τον τομέα σαν μαθητευόμενος.
Ύστερα ήρθε η Αντίσταση
Κι εγώ
Αγωνίστηκα με τα όπλα της ποίησης.
Αποκατέστησα τη Λογική, και ήμουνα
Ένας πολιτικός ποιητής.
Τώρα είναι η εποχή
Της Ψυχαγωγικής.
Μπορώ να γράφω μόνο προφητεύοντας
Συνεπαρμένος με τη Μουσική
Από περίσσεμα σπόρου ή συμπόνιας».

«Αν τώρα επιβιώνει η Αναλογική
Κι έχει περάσει η μόδα της Λογικής
(μαζί κι η δικιά μου:
Κανείς δε μου ζητά πια ποίηση), υπάρχει
Η Ψυχαγωγική
(εις πείσμα της Δημαγωγίας
Που πάντα είναι περισσότερο κυρία
Της καταστάσεως).
Γι’ αυτό
Μπορώ να γράφω για Θέματα και Θρήνους
Ακόμη και Προφητείες
Σαν πολιτικός ποιητής, α, ναι, πάντα!».

«Όσο για το μέλλον, άκου:
Οι γιοι σου οι φασίστες
Θ’ απλώσουνε πανιά
Για τους κόσμους της Νέας Προϊστορίας.
Εγώ θα στέκομαι εκεί,
Σαν κάποιος που ονειρεύεται το χαμό του
Στις όχθες της θάλασσας
Απ’ όπου ξεκινά η ζωή.
Μόνος, ή σχεδόν μόνος, στην παλιά παραλία
Ανάμεσα σε χαλάσματα αρχαίων κοινωνιών,
Τη Ραβέννα
Την Όστια, ή την Βομβάη – είναι το ίδιο –
Με θεούς που ξεφλουδίζουν, προβλήματα παλιά
Όπως η πάλη των τάξεων –
Που
Διαλύονται…
Σαν ένας παρτιζάνος
Που πέθανε πριν το Μάη του ‘45
Θ’ αρχίσω σιγά σιγά ν’ αποσυντίθεμαι
Μέσα στο εκτυφλωτικό φως αυτής της θάλασσας,
Ποιητής και πολίτης ξεχασμένος».

ΙΧ

(επίλογος)
«Ω Θεέ μου, μα τότε τι έχετε στο ενεργητικό σας;…»
«Εγώ; – (ένα τραύλισμα, ο άθλιος δεν πήρα το ηρεμιστικό,
Τρέμει η φωνή μου σαν άρρωστου παιδιού) –
Εγώ; Μια απελπισμένη ζωντάνια».

*Από τη συλλογή “Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου”, Εκδόσεις Τυπωθήτω.

Κοινωνικό άσμα

Τα μάγουλά τους ήταν δροσερά και τρυφερά
Κι ίσως να τους τα είχαν φιλήσει για πρώτη φορά.
Αν τους έβλεπες τις πλάτες, όταν τις γύριζαν
Για να επιστρέψουν στο νεανική αγέλη, έδειχναν μεγαλύτεροι,
Με τα παλτά ριγμένα πάνω σε καλοκαιρινά παντελόνια.
Η φτώχεια τους έκανε να ξεχνάνε πως είναι βαρυχειμωνιά.
Οι γάμπες στραβές κι οι γιακάδες ξηλωμένοι, ίδιοι
Με τους μεγαλύτερους αδελφούς τους, κι ήδη απαξιωμένους
Πολίτες. Αυτοί ωστόσο θα παραμείνουν για κανά δυο χρονάκια
Εκτός συναγωνισμού. Τίποτα δεν μπορεί να σε προσβάλλει,
Σε όποιον δεν μπορείς να τον αποτιμήσεις. Όσο και να το κάνουν
Με τόση, απίστευτη φυσικότητα, άλλο τόσο προσφέρονται στη ζωή.
Και η ζωή με τη σειρά της τους αποζητάει. Φαίνονται και είναι έτοιμοι!
Ανταποδίδουν τα φιλιά, γεύονται το καινούριο.
Φεύγουν μετά, ατσαλάκωτοι όπως ήρθαν.
Επειδή όμως εμπιστεύονται απόλυτα αυτή τη ζωή
Που τους αγαπάει όλους,
Δίνουν όρκους γεμάτους ειλικρίνεια, υπόσχονται
Ένα προσεχές μέλλον γεμάτο αγκαλιές αν όχι και φιλιά.
Ποιος θα κάνει την επανάσταση-αν είναι να γίνει-
Εκτός από αυτά τα παιδιά; Πέστε το: είναι
Έτοιμα,
Όλα με τον ίδιο τρόπο, έτσι όπως σε αγκαλιάζουν,
Έτσι όπως σε φιλούν, με την ίδια μυρωδιά στα μάγουλα.
Το πιστεύω τους όμως δεν θα θριαμβεύσει στον κόσμο.
Ο κόσμος το έχει ήδη καταδικάσει στην αφάνεια.

Οι στάχτες του Γκράμσι

III

Ένα κομμάτι κόκκινο πανί, όπως αυτό
που έδεναν στον λαιμό τους οι παρτιζάνοι
και κοντά στο δοχείο της στάχτης, στην κερωμένη γη

το διαφορετικό κόκκινο δυο γερανιών.
Εκεί κείτεσαι, παράνομος, καταγεγραμμένος με άτεγκτη κομψότητα
μη καθολική, ανάμεσα σε ξένους

νεκρούς. Οι στάχτες του Γκράμσι…Ανάμεσα στην ελπίδα
και την παλιά μου επιφυλακτικότητα, σε πλησιάζω
πέφτοντας σ’ αυτό το αποψιλωμένο θερμοκήπιο, μπροστά

στον τάφο σου, μπροστά στο πνεύμα σου, ζωντανό ακόμα
εδώ κάτω, ανάμεσα στους λεύτερους. (Ή είναι κάτι
άλλο, ίσως πιο εκστατικό

ακόμα και πιο ταπεινό: μια μεθυσμένη,
εφηβική συμβίωση του σεξ και του θανάτου..)
Και στην γη αυτή όπου το πάθος σου ποτέ

δεν έχασε την έντασή του, νιώθω πόσο εσφαλμένος
–εδώ, ανάμεσα στην ησυχία τούτων των τάφων–
αλλά και πόσο σωστός –στην ανήσυχή μας μοίρα–

υπήρξες, καθώς έγραφες τις τελευταίες σου
σελίδες τις μέρες της δολοφονίας σου.
Εδώ, μαρτυρώντας για τους σπόρους,

ασκόρπιστους ακόμα, της αρχαίας τους κυριαρχίας
κείτονται αυτοί οι νεκροί, παραδομένοι σε μια απληστία
που μες στους αιώνες θάβει την αισχύνη της

και το μεγαλείο της· και την ίδια ώρα
μαρτυρά το τέλος της: αφιονισμένο χτύπημα
των αμονιών, πνιγμένο, θρηνώντας

απαλά, έρχεται από τις φτωχογειτονιές.
Και εδώ στέκομαι εγώ…φτωχός, ντυμένος
ρούχα που οι φτωχοί θαυμάζουν στις βιτρίνες

για το χοντροκομμένο τους αστράφτισμα
και που τα βρώμικα σοκάκια και τα καθίσματα
των τραμ (που τη μέρα μου θαμπώνουν) ξεθώριασαν

Ενώ, όλο και λιγότερο συχνά
αυτές οι στιγμές έρχονται να διακόψουν το βάσανο
του να είμαι ζωντανός· και αν τύχει

να αγαπώ τον κόσμο, είναι μια αφελής
βίαια, αισθησιακή αγάπη, όπως
όταν ήμουν ένας έφηβος συγχυσμένος

τον μισούσα, και τα μπουρζουάδικα κακά του
πλήγωναν τον μπουρζουά εαυτό μου: και τώρα, διχασμένος
μαζί σου, δεν μοιάζει ο κόσμος

άξιος μόνο εχθρότητας και μιας μυστικιστικής
σχεδόν περιφρόνησης;
Όμως χωρίς την στιβαρότητά σου επιβιώνω γιατί

δεν διαλέγω. Ζω στην μη-θέληση
των νεκρών μεταπολεμικών χρόνων: αγαπώντας
τον κόσμο που μισώ, περιφρονώντας τον, χαμένος

στη μιζέρια του –σε ένα θολό σκάνδαλο
συνείδησης…

IV

Το σκάνδαλο της αυτοαναίρεσής μου, του ότι είμαι
μαζί σου και εναντίον σου· με σένα στην καρδιά
στο φως, αλλά εναντίον σου στα σκοτεινά σπλάχνα

προδότης της πατρικής μου τάξης
–στη σκέψη μου, στις σκιές της δράσης–
ξέρω πως είμαι δεμένος πάνω της, στη ζέση

των ενστίκτων, του αισθητικού πάθους
συνεπαρμένος απ’ την προλεταριακή ζωή
που προηγείται εσού· για μένα είναι θρησκεία

η χαρά της, όχι η χιλιαστική της πάλη·
η φύση της, όχι
η συνείδησή της. Μόνο η γεννεσιουργός δύναμη

του ανθρώπου, που την έχασε για να γίνει άνθρωπος
θα μπορούσε να της δώσει αυτή την μεθυστική νοσταλγία
αυτό το ποιητικό φως· και περισσότερα

δεν ξέρω πως να πω από ό,τι
είναι δίκαιο μα όχι ειλικρινές, αφηρημένη
αγάπη, όχι θρηνητικό συμπάσχειν

Φτωχός όπως οι φτωχοί κρέμομαι,
όπως και αυτοί, από εξευτελιστικές ελπίδες
όπως και αυτοί, για να ζήσω αυτοκτονώ

κάθε μέρα. Αλλά αν και είμαι ορφανεμένος,
απόκληρος,
κατέχω (και είναι η πιο υψιπετής

από τις αστικές κτήσεις), την πιο απόλυτη
κατάσταση. Αλλά και αν κατέχω την ιστορία
με κατέχει κι αυτή. Φωτίζομαι απ’ αυτή:

μα σε τι χρησιμεύει τέτοιο φως;

*Σχετικός σύνδεσμος: https://atexnos.gr

Στρατής Φάβρος, Δεν έβρισκε νόημα σε τίποτε

Δεν έβρισκε νόημα σε τίποτε
κι η πιο ταπεινή ελπίδα
θάμπωνε από το βάρος
της ματαιότητας
γι αυτό και με μιαν απόφαση
σώπαινε
κοιτούσε καμιά φορά στολίδια
που κρέμονταν
γυαλάκια που λαμποκοπούσαν
στο σκοτάδι
μια λευκή αθωότητα με μιαν έλξη
βρούτη αλλά φυλακισμένη
για να μυρίζει παράδεισο
ήταν οι απόηχοι πράξεων
που δεν θα γίνονταν
γιατί είχαν χάσει τoν ορίζοντα ομορφιάς
κινούνταν από μιαν ανάμνηση λαγνείας
που δίκαια φιμώθηκε
Κρύβαν ένα νόημα που
δεν εννοούσε να παραιτηθεί
Κρύβαν ένα νόημα
που υπήρχε ως καθ’αυτό;

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, No 79 (ψυχεδελικό μοντάζ)

~
(Χαρούμενες
πόλεις από λύπη,
με drone που πετούν σαν μεγάλα
πουλιά
από κεφάλι σε κεφάλι,
με δρόμους φτιαγμένους από καλλιτέχνες εργολάβους,
με τα ψυχαναλυτικά σχήματα
μανάδων,
να πουτανιάζουν
σε αυτοκίνητα που γυαλίζουν,
με τους άνδρες
να ρυθμίζουν το βάρος τους
σε διαδικτυακά
διακυβεύματα
με φρέσκα λαχανικά από το μαγικό χωριό τους)
~
κι ένα
φωτεινό παραθυράκι τουαλέτας κάπου,
ένα βράδυ
με τις τρύπες του,
με τα μεγάλα μάτια που αναστενάζουν κατουρώντας,
που περιμένουν ήσυχα
τον έρωτα,
με διάθεση από τη δίψα της ηλικίας,
να αδειάσουν
την πολύτιμη ήττα τους
για να δουν
αν είναι ζωντανοί,
αν μπορούν να κρατήσουν στο λαιμό,
τη γεύση
από το τελευταίο
μεταμοντέρνο
θηλασμό τους.
~
(alexmil)
~
καλό βράδυ έρωτες ~α
με στίχους στον εξπρεσσιονισμό της φωτογραφiας, στη μαγεία του Hoyem.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Προς όνειρα

Όνειρα: Δώστε μου χέρια να κρατήσω·
χέρια που κάποτε είχα κρατήσει.

Δώστε μου τα χέρια που θα έπρεπε να κρατάω απόψε·
αν μου τα δώσετε, θα τα κρατάω απόψε.

Αν κάνετε καλά τη δουλειά σας και κρύψετε την ησυχία
αν μου θυμίσετε ποιο δαχτυλίδι ήταν σε ποιο δάχτυλο
και σε ποιο χέρι ήταν το βραχιόλι

αν κάνετε καλά τη δουλειά σας
ποιος θα μπορεί ν’ αρνηθεί ότι απόψε κράτησα τα χέρια·
τα χέρια που κάποτε κρατούσα;

Θα θυμηθώ το κάθε κόσμημα.
Την ανάσα της όταν ερχόταν ο ύπνος.
Και όποιος κι αν έβλεπε μαζί μου απόψε
εκείνα που απόψε θα μου δείξετε

όποιος κι αν έβλεπε μαζί μου απόψε
εκείνα που θα δω
δεν θα μπορούσε παρά να ομολογήσει πως

Είναι αληθινό. Σας τ’ ορκίζομαι, είναι αληθινό.

Dorothy Parker, Δύο ποιήματα

Τραγούδι αγάπης

Ο έρωτάς μου ο αγαπημένος, είναι τολμηρός και δυνατός
Και δε νοιάζεται για ό,τι έρχεται μετά.
Των λόγων του ο ήχος, όπως από χρυσές καμπάνες είναι γλυκός,
Και φωτίζεται από γέλιο η δική του η ματιά.
Πανηγυρίζει σαν σημαία ξεδιπλωμένος —
Ω, ένα κορίτσι δεν θα τον λησμονήσει.
Είναι ο κόσμος μου όλος, ο έρωτάς μου ο αγαπημένος —
Κι αχ! μακάρι ποτέ να μην τον είχα συναντήσει!

Ο αγαπημένος μου είναι τρελός, κι ο αγαπημένος μου είναι ταχύς,
Και τον γέννησε μια άγρια νύμφη νεαρή!
Οι τρόποι του είναι έντιμοι στα φτερωτά του πόδια,
Κι ηλιόλουστοι είναι γι αυτόν οι ουρανοί.
Τόσο άγρια γλυκός φαίνεται στην καρδιά μου
Όσο το άρωμα από ακακία.
Ο δικός μου αγαπημένος έρωτας, είναι όλα τα όνειρά μου —
Κι αχ! μακάρι να ήταν στην Ασία.

Ο έρωτάς μου σαν ημέρα του Ιούνη περνά,
Και δεν κάνει φίλους των καημών.
Στου ζωηρού χορού τον καλπασμό θα περπατά
Το μονοπάτι των επομένων ημερών.
Εκεί που οι ηλιαχτίδες ξεκινούν τις μέρες του θα ζήσει
Μηδέ από καταιγίδα ή άνεμο θα μπορούσε να ξεριζωθεί.
Ο δικός μου αγαπημένος έρωτας, είναι η καρδιά μου όλη —
Κι εύχομαι από κάποιον νάχε πυροβοληθεί.

***

Ένα τέλειο ρόδο

Από τη στιγμή που γνωριστήκαμε, ένα μου έστειλε
λουλούδι απλό.
Τον αγγελιοφόρο του διάλεξε προσεκτικά·
Ένα τριαντάφυλλο τέλειο, αγνό-
Βαθύκαρδο, υγρό, βρεγμένο ακόμη από δροσιά.

Του μικρού λουλουδιού ήξερα τη λαλιά·
«Τα εύθραυστα φύλλα», έλεγε, «κλείνουν τη δική του καρδιά»
Η αγάπη έχει πάρει από καιρό
Ένα ρόδο τέλειο, για δικό της φυλακτό.

Γιατί όμως κανείς, υποθέτεις, μου έστειλε σπανίως
Μια τέλεια λιμουζίνα; Α όχι!
Ένα τέλειο ρόδο να παίρνω αιωνίως
Η τύχη μου τόχει!

*Από το βιβλίο “Ντόροθι Πάρκερ Ποιήματα”. Σε μετάφραση Ασημίνας Λαμπράκου. Ψηφιακή έκδοση, Οκτώβρης 2017.

Τάσος Ρούσσος, Η νύχτα

I

Νύχτα, νύχτα, βάθος του έβένου
πίκρα μοναχή σαν κυπαρίσσι
κολυμπάει στις φλέβες μας ό κόσμος,
φεύγει καί γυρίζει γύρω άπό ’να
σκοτεινό κι άκίνητο μαγνήτη.

Όμως πάντα υπάρχει μες στο αίμα
μια φωνή τυφλή πού μάς ορίζει.
Τήν άκοΰς για λίγο, μά ύστερα τό ψέμα:
τα κομμένα χέρια μας πού ψάχνουν
άετούς γιγάντιους στον άγέρα.

Αγρυπνούμε στά βιβλία καί διαβαίνουν
τ’άστρα γυμνωμένα, ό κόσμος όλος
λαμπερός σά βότσαλο στον ήλιο.
Ένα φως σκληρό πού μεγαλώνει
καί μάς κρύβει τ’ άστρα καί τον κόσμο.

Δεν υπάρχει φως όπως τό βλέπουν
τά θαμπά μας μάτια. Είναι καθρέφτης
όπου άποδημούνε σαν πουλιά
οί αισθήσεις διψασμένες καί γυρίζουν
φορτωμένες μια πορφύρα μαύρη.

Έχουμε τά χέρια μας κι ύπάρχουν
δέντρα καί καρποί, κορμιά στον ήλιο.
Σέ σκιές άπλώνουμε τά χέρια,
δίνουμε τό σώμα μας στήν πίκρα.
Δεν υπάρχει φως. Αύτό πού λάμπει
καί σηκώνεται στα μάτια μας σά δέντρο,
σά βουνό καί σάρκα, είναι ό καιρός.
Ξέφυγε άπ’τά βάθη μας καί τώρα,
θήκες τού κακού, παραπατάμε
μες στις ίδιες μας στιγμές μονάχοι.

II
…………………………………………….
Σάρκα καί ψυχή. Σά γεννηθούμε,
μίσος άξεδιάλυτον ορίζει
κατοικία τής γής τον ούρανό.
Τό κακό περνάει σαν καβαλάρης
μες στις φλέβες πού άρχισαν να φέγγουν.
Παίρνει φως ή νύχτα, ξημερώνει
έρωτας, άγάπη καί καημός.
Οί άνθοί γεννιούνται όπως απλώνει
φλογισμένη ό ίλιγγος παλάμη,
δέρμα τής ζωής καί τού θανάτου.
Ξενυχτάει στά χέρια μας ή πλάση
λάμπουνε τα δέντρα σαν άστέρια
τα πουλιά βαστούνε τήν καρδιά μας.
Ύστερα χορεύει, σκοτεινός
με τά σάπια φύλλα ενας άγέρας.
Πέφτει ό ήλιος, ξίφος τροχισμένο,
στα κορμιά πού λάμπουν σά γυαλί.
Ίσκιος δεν υπάρχει να σωθούμε,
ζωντανοί νά γίνουν οί καθρέφτες.

Νύχτα, τής ψυχής βαθύ νερό,
θρόμβοι των άστερισμών άνοίγουν
τις πλατιές άκτές των ουρανών,
έρχονται πουλιά σά φλόγες κι όλο πέφτουν,
πέφτουνε στο γήινο χιόνι.

III

Θέλεις νά φωνάξεις, μά ή κραυγή σου
στο νερό βυθίζει πού θηλάζει
τον παλμό τής πλάσης καί τού ονείρου,
σκοτεινό κι άμίλητο νερό.

Ποιός ύπάρχει μέσα στο κορμί μας;
Ποιός μέσα στις πράξεις μας κι άνάβει
την πικρή φωτιά στο πρόσωπό μας;
Βλέπουμε κι άγγίζουμε τά πάντα,
ήλιε, σκοτεινέ γρανίτη πού είσαι;

Είμαστε κλεισμένοι, μες στη φρίκη
δεν μπορούμε, δεν την ξέρουμε, γιατί ’ναι
χέρι φωτεινό καί μας προσφέρει
λαμπερούς καρπούς, κορμιά πού θέλουν
ποταμούς αισθήσεων να χορτάσουν.

Νύχτα, ή νύχτα πρόσωπο τού χρόνου
κατοικία τού χρόνου κι ή καρδιά μας
πέφτει σά γεράκι σ’ ό,τι άγγίζει.
Είμαστε μονάχοι μες στή νύχτα
κι ό,τι ’ναι δικό μας μας χωρίζει
άπό μάς τούς ίδιους. Δεν άργεί
κάρβουνο να γίνει ή κάθε πράξη.

Κάποτε ξαφνιάζει την ψυχή μας
μια σοφή σιωπή πού σβήνει άμέσως.
Λάμπουμε για λίγο, μά καί πάλι
ό εγκόσμιος ρόχθος κι ή καρδιά μας.

IV

Σιωπηλά τά δέντρα καί βαραίνουν
οί καρποί, σταγόνες τού καιρού,
μες στο κούφιο σώμα πού σωριάζει
πλήθος τις στιγμές σά σταλαχτίτες.

Προτομές του χρόνου στή σειρά
τούς άνθούς κοιτάμε νά περνούν,
τά πουλιά νά σβήνουν στον άγέρα.
Ένα μαύρο ρούχο θά σφουγγίσει
το σκαμμένο μάρμαρο καί πάλι
στο θαμπό γρανίτη θά χαθούμε.
…………………………………………….
Φύλλωμα τού χρόνου ή νύχτα φτάνει
στά κλαδιά της φτερουγίζουν οί ποιητές
καί ραμφίζουνε το άσήμι καί το άλάτι.

*Από τη συλλογή “Ο ξεναγός και η νύχτα”, Εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1981.

Τάσος Π. Καραντής, Δύο ποιήματα

Απώλειες

Ας το παραδεχτούμε.
Χάσαμε τον εαυτό μας
κι απομείναμε
υπόδουλες σκιές.
Κόπηκαν οι λέξεις μας στα δύο
κι αιμορραγούμε
απ’ το στόμα.
Κόλλησε το όνειρο
στο μυαλό μας,
μες στη λάσπη μιας χημικής βροχής·
Πέσαμε στα γόνατα
γιατί δεν μάθαμε φαίνεται ακόμα
να ζούμε εικονικά.
Φιμωθήκαμε μ ένα χαμόγελο
και κλαίμε στα κρυφά
μη τυχόν και μας καταγράψουν
οι κάμερες.
Εξόριστοι είμαστε
από τη μνήμη μας
σε κατάσταση αφασίας
κι εγκωμιάζουμε
τη σήψη που μας κυβερνά
χαζεύοντας μ ένα τηλεκοντρόλ στο χέρι.

***

Παιδικά φαντάσματα

Γέμισε ο ουρανός
παιδιά.
Κλαμένα περπατάνε
μ’ ένα αστέρι στο χέρι τους.
Φωνή δεν έχουν,
την άφησαν
κάτω στη γη
κλειδωμένη
πίσω από τα παγωμένα τους χειλάκια.
Άδειασε ο κόσμος από τα λαμπερά τους βλέμματα.
δίχως φως
θα ’ναι πια
οι μέρες μας,
χωρίς χαμόγελα
θα σέρνεται
η ζωή μας
βουτηγμένη στη σκιά
ενός μαχαιρωμένου απ’ τα χέρια μας
ήλιου
βουλιαγμένου
σε μια λίμνη από αίμα.
Τυφλές θα ’ναι οι νύχτες μας
χωρίς όνειρα
και το αύριο.
ανέλπιδο
θαμμένο
κάτω απ’ τα ερείπια
της ανελέητα βομβαρδισμένης
ψυχής μας.
Τώρα θα φοβόμαστε
μέρα και νύχτα
τα φαντάσματα
γιατί θα φορούν σαν μάσκα
το δικό μας παιδικό πρόσωπο
καταματωμένο
και θα κλεινόμαστε
ερμητικά
στα διαμερίσματά μας
προσπαθώντας
να γλυτώσουμε
απ’ τα ίδια μας τ’ αβάσταχτα βογκητά
βάζοντας τις τηλεοράσεις μας
στην διαπασών.
Νέοι ήχοι
από πολεμικά αεροπλάνα
θα κατακλύζουν τώρα
τ’ αυτιά μας.

*Από τη συλλογή “Υπήκοοι”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2008.

Jacques Dupin, Le prisonnier – και ένα ποίημα της Ερμας Βασιλείου

Πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, στην αγαπημένη μορφή, στο Γάλλο ποιητή Ζακ Ντυπέν.

Terre mal étreinte, terre aride.

Je partage avec toi l’eau glacée de la jarre,

l.’air de la grille et le grabat.

Seul le chant insurgé

S’alourdit encore de tes gerbes,

Le chant qui est à soi-même sa faux.


Par une brèche dans le mur, 

La rosée d’une seule branche 

Nous rendra tout l’espace vivant,

Etoiles,

Si vous tirez à l’autre bout.

Ζακ Ντυπέν, Ο φυλακισμένος

Γη που δύσκολα αγκαλιάζεσαι, άγονη γη
μοιράζομαι μαζί σου το παγωμένο νερό της στάμνας
τον αέρα από τα σίδερα της φυλακής
και του κραβατιού.
Μόνο το επαναστατημένο τραγούδι
βαραίνει ακόμα απ’ τα κλωνάρια σου
το τραγούδι που ‘ναι στον εαυτό του το λάθος του

Από μια τρύπα στον τοίχο
Η δρόσος ενός μονάχα κλώνου
θα μας δώσει πίσω όλο το ζωντανό διάστημα
Αστέρια,
αν σύρετε στην άλλη άκρη.

*Μετάφραση: Έρμα Βασιλείου

***

Έρμα Βασιλείου, Δικιό

Δεν θα έπρεπε να ‘χα επίθετο…
όχι δικό, στην περίπτωση
θα ‘πρεπε να ‘χα ένα επίθετο
που θα ‘τανε δικιό
το δικιό δεν το παίρνεις με ταυτότητες γέννας
ή μ’ ένορκες δηλώσεις
είναι δώρο, εσωτερική περίπτωση
όρος που έπλασες επαναστατημένα
κι όχι από κοινωνική μονομεριά
πατέρα, άλλη αιτία ή σκοπό
γιατί ν’ ανήκεις εκεί που ανήκουν τόσοι όσοι το αξίζουν αλλιώς ένα όνομα;
Ν’ ανήκεις εκεί που ελπίζεις περισσότερο
πως αξίζει να σε ονομάζει, να σε θέλει τ’ όνομά σου,
στο σύνολο των αξιών που σε προικίσαν
διαλέγεις ό,τι το δυνατό σε καρτέρησε
που είν’ πιο μεγάλο ακόμα κι απ’ τη γέννα

…και στο βουνό θυσίασα ένα πρωινό τα πάντα
το αίμα έτρεξε πλαγιά-πλαγιά στα ζωηρά τα χρώματα
τα μάγουλα είχαν δόξες προηγούμενες
από φωνές που δεν ανήκαν σ’ άλλους
και τώρα εδώ, αγαπημένε μου, στείλε στον ουρανό
κάτι να λέγεται όσο
όσο να δώσει όνομα στη γλώσσα στίχου
που το βαθύ το σκότος το περνά σε φως, στο βάθος
του δικιού, ενός δικού μας ήλιου