Ελένη Παπάζογλου, Τρία ποιήματα

ΘΑ ΓΡΑΦΩ

Πού να τολμήσω να σταθώ;
Ένα μικρό απολειφάδι
ένα μύδι
μια ασήμαντη σκιά.
Το βάρος του χρέους βαρύ για τους μικρούς μου
ώμους
οι εξομολογήσεις μου ημερολογιακές
οι λέξεις μου αδύναμες
σαν το κούφιο στάχυ το άκαρπο.
Κοιτάζω πίσω μου τους Ποιητές και ριγώ.
Όσα έχω μέσα μου με πνίγουν.
Λίγο αέρα καθαρό αποζητώ.
Λίγο γλυκό αίμα απ’ τη χρυσή τους φλέβα την
αστείρευτη
και την αρνούνται.
Πώς τολμάς εσύ μια ζητιάνα των λέξεων
να ψωμολυσσάς και να διψάς εις τον αιώνα
για δυο ψίχουλα ποίησης
για δυο σταγόνες λέξεις;
Σαν τον πιστό γέρικο Άργο
που καρτερά τον κύρη του
μέσα οι μνηστήρες σκυλεύουν την ψυχή
ως περιουσία τους
κι εσύ αναμένεις το γέρο με το τόξο
που τάξη θα φέρει και φονικό.
Κόψε το περιλαίμιο!
Δάγκωσέ τους το πόδι να λυσσάξουν
κι αφού σκοτώσεις τα φαντάσματα του φόβου,
πήγαινε στάσου δίπλα σ’ αυτούς,
που στα γρανάζια της ζωής είναι η άμμος.

10/5/2005

***

ANDREW

Πάλι γκρεμίζεται μέσα μου μια πόλη
για να χτιστεί από τις στάχτες της.
Ο φόρος βαρύΰς μα τα τείχη μπροστά μας
φράζουν το μέλι του γιου της Αφροδίτης
που ο Διγενής τον Πενταδάκτυλο αγγίζοντας
άνοιξε πληγή αγιάτρευτη.
Το σπουργίτι που ’χει φωλιάσει μέσα μου
Φτεροκοπάει σκορπώντας αστερόσκονη
ματώνεται στ’ αγκάθια καημών ανέκφραστων.
Ω! πώς ποθώ την Ανάσα ενός αγγέλου
καυτή πάνω στα χείλη μου να πυρπολεί το θάνατο
και τ’ όνειρο να παίρνει φλόγα πνοής αιώνιας.

23/3/2007

***

ΔΕΝ ΘΑ ΔΑΚΡΥΣΩ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΡΟ ΠΟΥ ΚΥΛΗΣΕ

Απόψε δεν θα ξενυχτήσω
στο γλυκό ψίθυρο της ανάσας των Ερώτων.
Η αγκαλιά μου είναι άδεια.
Αυτός με αγαπά μονάχα ως ιδέα
και δεν τολμά να πει τη Λέξη
κρατώντας το σώμα και την ψυχή Κλειστά.
Μα άλλο δεν μπορώ να περιμένω,
ο Χρόνος γδέρνει Αλύπητα και δε λογάει από έρωτες
και πόθους της ψυχής.
Το ασήμι του νου χλομιάζει
μπρος στα Ασύλληπτα και τα Παράλογα.
Τον πόνο από πάνω μου πετώ
σαν λιγδιασμένο παλιό βρώμικο ρούχο ξεσκονόπανο
να τρίψω τα όνειρά μου να γυαλίσουν.

16/1/2005

*Από τη συλλογή “Ονειράκατος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2009.

Θοδωρής Σαρηγκιόλης, Εννέα ποιήματα

ΔΙΚΟΠΗ ΛΑΛΙΑ

στον Μάρκο Μέσκο

Η πατρίδα μου γλώσσα δεν έχει·
λουλούδια άχρωμα, δέντρα άοσμα,
πέτρες που μουλιάζουν στον καιρό
στην υγρασία των αιώνων.
Μια δίκοπη λαλιά,
ένας γενναιόδωρος αντικατοπτρισμός
την πόρτα θ’ άνοιγε στο φως της ιστορίας.
Η άνοιξη, ανυπόμονη,
θα ’βάζε στην τράπεζα των συναλλαγών
και των υποτιμήσεων
την ανιδιοτελή της ανθοφορία,
το βλέμμα περιμένοντας
και το χέρι που θα διέτρεχε τον κυμάτισμά
του ενθουσιασμού.
Η γλώσσα μου πατρίδα δεν έχει·
με κουπιά λιμνάζει σπασμένα,
με τα όνειρα δεμένα πλαγιάζει.

***

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΑΕΝΑΟ

Στη θάλασσα μπροστά
το μπλε στα μάτια σου.
Βυθίζομαι και χάνω το φως,
ούτε αχτίνα ούτε κλωστή κόκκινη
να με κρατά στο δρόμο.
Ποιο δρόμο θα μου πεις εσύ,
που ξεστρατίζεις, χάνεσαι
κι αναζητάς αφετηρίες,
πάλι και πάλι απ’ την αρχή
το τέλος να νοσταλγείς
που θα ’θελες να ζήσεις.
Αλλά η ζωή παιχνίδι για σένα είναι,
παιχνίδι αέναο και πάντα νέο,
να σου δίνει την έκπληξη και τη χαρά
κάθε φορά σε κάθε αρχή,
να μη θυμάσαι πως υπάρχει πάντα
ένα τέλος.

***

ΣΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΑΛΙΟ

Στου έρωτα φαινόσουνα το βάθος
μ’ ένα φτερό για άνθος στο κεφάλι,
θαμπή φιγούρα μέσα στο μπουκάλι,
της νύχτας όνειρο ή πάλι λάθος;
Της νύχτας με οδηγεί μια φωταψία
σ’ ένα σοκάκι μέσα στην αιθάλη
κι έτσι γλυκιά που έρχεται μια ζάλη
σαν αναπάντεχη είναι χειραψία.

***

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

[1993]

Χειρουργός ή πλαστουργός;
Σ έναν κόσμο που θέλει αφαίρεση
τι να προσθέσει ένας ποιητής;

***

ΣΑΝ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΕΝΘΕΙ

Δεν ήρθε η ώρα να ειπωθεί
της νύχτας το άδειο κοχύλι,
τους ψίθυρους να σκορπίσει
στη διεύθυνση του χιονιού.
Ο κράχτης πωλητής
στη σιωπή απεργεί.
Η νύχτα κάτασπρη
σε απελπίζει.
Κι εγώ θα ’ρθω τότε που θα ’χεις πάψει
να ελπίζεις στο γυρισμό μου,
ολόκληρος βαμμένος στα μαύρα
σαν μέρα που πενθεί το θάνατό μου.

***

ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΚΥΡΙΑΡΧΟ

Θροΐζουν τα φύλλα της καρδιάς
σαν της λεύκας αναστρέφονται
για να αναδείξουν το λευκό
κυρίαρχο του φθινοπώρου.
Η νύχτα, έξαλλη με την επιμονή του κύκνου,
ταξιδεύει στον ουρανό
κόντρα στη βάρδια των εναέριων ελεγκτών.

***

ΤΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ

Τις άρρωστες νύχτες
με τον ορό της ελπίδας στο χέρι
τα δρομολόγια προσθαφαιρείς
των υπεραστικών ονείρων.
Κι εγώ να σου κρατάω το ρυθμό
και να σταλάζω μέσα σου
την προοπτική του απείρου.

***

ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ

Παλεύω με τις λέξεις τη νύχτα,
τη μέρα σκαλίζω ό,τι απόμεινε
ρακοσυλλέκτης σε χωματερή
λίθους πολύτιμους γυρεύω.

***

ΣΤΗ ΘΥΡΙΔΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μετά τον καταιγισμό των τιμών
οι ήρωες επιστρέφουν τα παράσημα
στη θυρίδα της μνήμης.
Να οπισθοχωρήσουν δεν μπορούν
με τόσες άδειες λέξεις φορτωμένοι,
μόνο βάζουν το δάκτυλο στο στόμα
και ξερνούν
την αλλαγμένη ιστορία.

*Από την ποιητική συλλογή “Το δέρμα του χρόνου”. εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.
Δημοσίευσησε : http://journeyinpoetry.blogspot.gr/2017/08/blog-post.html?spref=fb
και http://selidestexnis.blogspot.com.au/2017/08/blog-post_88.html#more

Πάνος Ιωαννίδης, Ποιήματα της Στιγμής και Άλλες Ουτοπικές Ιστορίες

Η τέχνη είναι μαγεία απαλλαγμένη από το ψέμα ότι είναι αλήθεια
(T.W. Adorno, Minima Moralia)

Πρωινή Ομίχλη

Μαθαίνεις να γράφεις γράφοντας
Μαθαίνεις να ζεις χάνοντας
Ελπίζεις να ζεις γράφοντας

***

Λέξεις

Μοιάζει με βόλτα στην άδεια πόλη μετά τη καταιγίδα
γι αυτό σου αρέσει
το σύνθημα στον τοίχο
που χάθηκε ο τρελός λαγός
διαδέχεται εικόνα ρακοσυλλέκτριας
να ψάχνει στα θερμοκήπια

οι λέξεις είναι σαν τα σύνορα
τη νύχτα ορατές
τη μέρα δυσκίνητες
πρόσωπα ερωτευμένων
κορμιά αλλοτριωμένων
σταγόνες επίμονες στην άμμο του χρόνου

με βρίσκουν απροετοίμαστο
υπνωτισμένο από ψαλμούς της μονότονης ζωής
δένουν τα χέρια μου στις ουρές τους
φέρνουν στα βλέμματα μου
μοτίβα με τις κρυψώνες του

λέξεις προσφέρονται
στις υπεραγορές του πνεύματος
ανταλλαγές σε λίγο αίμα
επιστροφές με περίσσια δάκρυα
φθαρμένοι ρόλοι με την οκά

λέξεων κύηση στις ράγες του τρένου

***

Τρένα της Φυγής

θυμίζει αυγή
το απόγευμα ο ορίζοντας
καστανιές περνούν με ορμή καταρράκτη
κρύβουν τα πρόσωπα στο τζάμι
λίγο πιο κάτω από
το δέρμα του καιρού

ένα μολύβι και ένα σύννεφο
το χέρι
θυμίζει κάννη
νυχτερινό βλέμμα
όταν σταθμεύει σε αόρατες πόλεις
που ζητούν πίσω το αίμα τους
από τις κάμερες του κλεμμένου χρόνου

λίγο αίμα
στου φιλιού την άκρη

δείχνει σαν όνειρο
το πρωί στο τούνελ
όταν το τρένο βγαίνει
από την αγκαλιά του
παιδί που ζητάει
τις χαμένες μητέρες

***

Κόρη Ανδρομέδας

έρχεσαι όταν δεν σε θέλω
ήσυχο πυρρόξανθο φως τα φθινοπωρινά μεσημέρια
με κάνει να νοσταλγώ ότι ξέχασα να ζήσω

φεύγεις όταν σε χρειαζόμαστε
καλοκαιρινή μπόρα στη ξερή γη
που δεν προλάβαμε να πούμε πατρίδα

κόκκινη θάλασσα στις μαύρες αχτίδες της ιστορίας
η πνοή σου
τα μονοπάτια σου
εκτός γραμμικού βλέμματος
αόρατοι οι τόποι σου
όπως ο χρόνος τον Αύγουστο

είσαι η άλλη πλευρά του φεγγαριού
γράφουν οι φωνές στα εσώτερα βιβλία
μυστική Θεά που διαφεντεύει
απαγορευμένα νεκροταφεία του πνεύματος

εκεί γεννάται η αλλιώτικη ζωή

θέλουμε ένα πρωινό να σε βρούμε
να λαγοκοιμάσαι μοιραία σαν τον θάνατο
στο τρένο που μας πάει στη δουλειά
και να χαθούμε στις μυστικές στοές
ενός ατέρμονου θαύματος

***

Τα Μωρά της Αθηνάς

χοντρές σταγόνες στάζουν από τη βρύση
διάφανες ματιές στον αόριστο πόνο
μπερδεύουν τα βήματα
από τις λέξεις στα πράγματα

γεννηθήκαμε στα πρώτα χρόνια της Αθηνάς
τότε που η αγουρίδα έδινε μέλι και τα δέντρα πίκρα
ο άνεμος σήκωνε τις μυθολογίες
στέλνοντας τες σε μυστικές σπηλιές
μουσικές γραφόταν για αόρατες γιορτές
γέροι μεγάλωναν νέους που τους έμοιαζαν
τα πεφταστέρια περισσότερα από τους χειμώνες
λιγότερες οι θάλασσες από τα βουνά
πουλιά που ζούσαν σε σπηλιές
φίλτραραν τις πένες μας

ανεπίδεκτα αμυνόμενοι
καθώς γυρεύαμε την άλλη πλευρά του φεγγαριού
στα βλέμματα του διαρκώς αναβαλλόμενου καλοκαιριού
γεννούσαμε ψευδαισθήσεις σε άδεια μπαλκόνια
κοιμόμασταν σε ξεχασμένα από τον Τειρεσία κείμενα
συνθέτοντας ν.υ.χ.τ.α.
(νέο υπερηχητικό χτύπημα ταξικού αγώνα)

τώρα τραγουδάμε ακόμη πιο μόνοι όλοι μαζί
σε τυφλούς που έχασαν τους μονόφθαλμους
φωνές στην ομίχλη
σκιές σε αόρατες πόλεις
και γράφουμε στις πλάτες του χρόνου
στίχους ονειροπόλας ζωής

εμείς που μάθαμε να χάνουμε θα σας διδάξουμε στη μάχη

Μαρία Γερογιάννη, Πέντε ποιήματα

Μαζί

΄Εγινε πεταλούδα και αυτός έκλαψε
΄Εγινε μέλισσα και αυτός πόνεσε
΄Εγινε αράχνη και την πλησίασε
΄Εγινε μυρμήγκι και την πρόσεξε
Φόρεσε τη δική της στολή και έμεινε μόνη της
`
****

Σε είδα, γη, πολύχρωμη βιτρίνα

Μες απ΄του ήλιου τις περασάδες
τ΄ άβροχα βότσαλα θαλασσινής αυλής
τους ψιθύρους των δέντρων που σκορπίζουν τη γύρη
τον ξέγνοιαστο ορίζοντα που αστράφτει την αιωνιότητα
το βλέμμα της δύσης που κλείνει το χορό
Σε είδα, Αρετούσα, με τ΄απελπισμένα σου δάκρυα
κι εσένα, τεθλιμμένε γέροντα, με τα στεγνά σου μάτια
Σε είδα, γη, πολύχρωμη βιτρίνα
`
***

Γυναίκα στο μπαλκόνι

Κάθε πρωί
με το σεντόνι
τινάζει τα όνειρά της
`
***

Εικόνα

Λεπτό χαμόγελο
Ματιά ανέμου
Και τα μικρά σου δάκτυλα, μια μονοκοντυλιά
Ξεφυλλίζω χρώματα
Τα προσπερνώ
`
***

Το Πέρασμα

Ζωή και Θάνατος
Κλείνουν το μάτι και σε προσπερνούν
Κι εσύ νόμιζες πως έχουν μάτια μόνο για σένα

*Από τη συλλογή «Άδειοι στίχοι», εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012.

Dylan Thomas, Ποίημα του Οκτώβρη

Ήταν το τριακοστό μου έτος στον ουρανό
Σαν ξύπνησα στο άκουσμα του λιμανιού και του γειτονικού δάσους
Και τη συναγωγή των μυδιών και του ερωδιού
Την ιερωμένη ακτή
Το πρωινό νεύμα
Με την υδάτινη προσευχή και το κάλεσμα του γλάρου και του κόρακα
Και τον χτύπο των ιστιοφόρων πάνω στον μεμβρανώδη τοίχο
Έτοιμος εγώ να πατήσω το πόδι μου
Τη στιγμή εκείνη
Στην κοιμωμένη πόλη και το ταξίδι μου να ξεκινήσει.
Τα γενέθλιά μου ξεκίνησαν με το νερό –
Πετούμενα κι όλα τα πετούμενα των φτερωτών δέντρων ταξίδευαν το όνομά μου
Πάνω από τις φάρμες και τα λευκά άλογα
Κι εγώ ξύπνησα
Ένα βροχερό φθινόπωρο
Και περπάτησα έξω στην μπόρα όλων των ημερών μου
Πλημμυρίδα κι ο ερωδιός βούτηξε σαν πήρα τον δρόμο
Πέρα από την επικράτεια
Ενώ οι πύλες
Της πόλης έκλειναν καθώς η πόλη ξυπνούσε.
Ένα σμάρι κορυδαλλοί σ’ ένα σύννεφο
Που κυλούσε κι οι θάμνοι στην άκρη του δρόμου γεμάτοι τιτιβίσματα
Κοτσυφιών κι ο ήλιος του Οκτώβρη
Καλοκαιρινός
Στον ώμο του λόφου,
Εδώ το κλίμα ήταν ήπιο κι οι τραγουδιστές γλυκείς όταν ξάφνου
Φάνηκαν το πρωί εκεί που τριγυρνούσα κι άκουγα
Τη βροχή να στίβει
Τον άνεμο τη ριπή το κρύο
Στο δάσος πέρα εκεί κάτω.
Ξεπλυμένη βροχή πάνω στο λιμάνι που αχνόσβηνε
Και στη θαλασσόβρεχτη εκκλησία στο μέγεθος σαλιγκαριού
Με τις κεραίες ορθωμένες μες στην ομίχλη και το κάστρο
Καφετί σαν κουκουβάγια
Μα όλοι οι κήποι
Της άνοιξης και του καλοκαιριού άνθιζαν ανάμεσα σε φανταστικές ιστορίες
Πέρα από την επικράτεια και κάτω από το σύννεφο γεμάτο κορυδαλλούς.
Εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω
Τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε.
Τράβηξε μακριά από τη χαρμόσυνη πατρίδα
Κι ο άλλος αγέρας κι ο γαλανός αλλαγμένος ουρανός
Άφησαν να κυλήσει ξανά εκεί κάτω ένα θαύμα καλοκαιριού
Με μήλα
Αχλάδια και κόκκινα μούρα
Κι είδα στην αλλαγή τόσο καθαρά ενός παιδιού
Τα ξεχασμένα πρωινά σαν περπατούσε με τη μητέρα του
Ανάμεσα στις παραβολές
Του ηλιόφωτου
Και τους θρύλους των πράσινων παρεκκλησιών
Και τους διπλοειπωμένους αγρούς της νηπιακής ηλικίας
Που τα δάκρυά του έκαψαν τα μάγουλά μου κι η καρδιά του σκίρτησε στη δική μου.
Τούτα ήταν τα δάση ο ποταμός κι η θάλασσα
Εκεί που ένα αγόρι
Στο φιλήκοο
Καλοκαίρι των νεκρών ψιθύρισε την αλήθεια της χαράς του
Στα δέντρα και τις πέτρες και τα ψάρια του αλμυρού νερού.
Και το μυστήριο
Τραγουδούσε ολοζώντανο
Ακόμα μες στο νερό και το τιτίβισμα των πουλιών.
Κι εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε. Κι η αληθινή
Χαρά του πολύχρονου νεκρού παιδιού τραγουδούσε φλεγόμενη
Στον ήλιο.
Ήταν το τριακοστό μου
Έτος στον ουρανό κι εγώ στεκόμουν εκεί στο καλοκαιρινό μεσημέρι
Παρ’ όλο που η πόλη κάτω κειτόταν φυλλοσκεπής με το αίμα του Οκτώβρη.
Είθε η αλήθεια της καρδιάς μου
να τραγουδηθεί ξανά
Σε τούτον εδώ τον ψηλό λόφο και του χρόνου” .

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ο Ανθρωπος με το ένα μάτι και το ένα πόδι: Σταθείτε! Σταθείτε!

Στούς δρόμους, όπου τα πρόσωπα σαν βάρος περιττό ΄ναι, τα πρόσωπα λές κι είναι ίδια μοιάζουν, κι ο γέρο -χρόνος μόλις γέννησε, ένα λαγό μεγάλο σα σκαντζόχοιρο: Ανυπόταχτο!
Για γέλια είναι! Μπρός στο πρόσωπο των χρόνων
πού βγήκανε με χέρια και με πόδια,
ο κάθε κάτοικος της γής βουβάθηκε
και η εκδίκηση εφούσκωνε τίς φλέβες,
στα πρόσωπα τών πόλεων,
ποταμια πού ξεχείλιζαν στούς λόφους.
Κι αργά του λεπτοδείχτη
με φρίκη σηκωνότανε η τρίχα
στο φαλακρό τών εποχών κρανίο
και ξαφνικά αρχίσαν μανιασμένα,
ουρλιάζοντας ,πνιγμένα από το βήχα
όλα τα πράματα:να γδύνονται
και να πετάνε τα κουρέλια
τών ονομάτων πού πολύ φορέσαν.
Οι βιτρίνες μιάς ταβέρνας ,
σα νά΄βαλαν το χέρι τους διαβόλοι,
χτυπήσανε στούς πάτους τα μπουκάλια.
Ενός ράφτη πεθαμένου:τα παντελόνια
κίνησαν κι αρχίσανε να περπατούν-
μοναχά τους στούς δρόμους,
χωρίς ποδάρια ανθρώπινα!
Μεθυσμένο,
με στόμα μαύρο ανοιχτό,
τρεκλίζοντας πετάχτηκε
το κομοδίνο έξω.
Ενας κορσές σαν διάβολος
κατέβαινε προσεχτικά μήν πέσει
απ΄την επιγραφή”Robes et modes”.
Οι μπότες αυστηρές καμαρωτές ,
κοκέτες κάλτsες κάνουν νάζια
κλείνοντας το μάτι.
Εγώ πετούσα σαν βρισιά,
με το΄να πόδι στο σοκάκι
να τρέχει πίσω μου για να με φτάσει.
Γιατί με μένανε γελάτε,
γιατί φωνάζετε
σακάτη λεγοντάς με?!-
Εχθροί μου είσαστε,
εσείς οι αποβλακωμένοι,
πού στάζει η φαλάκρα σας
ξύγκι και λίπος!
Σήμερα
σ΄ολόκληρο τόν κόσμο δέν θα βρείτε
κανένα άνθρωπο
με δυό ίδια
κάτω άκρα!

Μαρία Ξενουδάκη, στίχοι

I
Κάνω διάγνωση καθαρή και απροσδόκητη,
ακουμπώ τη ράχη στο τυφλό σύμπαν,
στο μεγάλο φινάλε
τραβώ μαύρη γραμμή αίματος
και ξαναρχίζω να χαιρετώ
το απόλυτο τίποτα.

II
Εφαρμόζω χωρίς επιείκεια
το μέτρο της κριτικής
και θυσιάζω τη ζωή
στο φως και την αλήθεια.

III
Καθορίζω εγώ τον εαυτό μου,
θετικιστής-πεσσιμιστής,
στον ύποπτο ιδεαλισμό στοχεύω,
δραπετεύω απ’ τη ζωη,
εξαπατώ τους φανατικούς
και οπαδούς μου έχω το ευγλωτο τίποτα
και την ερημιά του αγώνα.

*Από τη συλλογή “Αλτρουίτα”, Εκδόσεις Γκοβόστη, 1991.

Γρηγόρης Σακαλής, Θα πεταχτεί σαν βέλος

Μέρες της φωτιάς
είναι οι μέρες μας
όποιος αδρανεί καίγεται
έρχονται νύχτες εξέγερσης
όποιος δεν το βλέπει
είναι τυφλός
ή έχει συμφέρον
από την ακινησία
ο Χρόνος θα συμπυκνωθεί
μέρες θα μοιάζουν με αιώνες
και το καινούργιο
θα σπάσει το τσόφλι του
θα πεταχτεί σαν βέλος
χωρίς πόνους γέννας
δίχως μεταβατικές περιόδους
που γεννάνε τέρατα
οι άνθρωποι
θα ωριμάσουν με μιας
νέοι θα προπορεύονται
οι προνομιούχοι θα λουφάξουν
στα σπίτια τους
ευχόμενοι την αποτυχία
μα θα ΄ναι αργά γι΄αυτούς
και την κοσμοθεωρία τους.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το Πρώτο Θαύμα

Ούτε από γάμους ξεκίνησαν
ούτε για περισσότερο κρασί ξεκίνησαν.

Από οργή ξεκίνησαν.
Από τι άλλο να είχαν ξεκινήσει;
Από τους λυγμούς ενός που δεν φοβόταν
να σταθεί οργισμένος μπροστά σ’ έναν θεό.

Και ανάμεσα στα ίδια του τα δάκρυα
έντεκα λέξεις χώρεσε ο λεπρός:

Όχι να μην μπορούν να με αγγίξουν.
Μόνο εκεί Σε βρίσκω.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Νότης Γέροντας (1953-2007), Στο μπαλκόνι

Κιγκλιδωτό εσωτερικό μπαλκόνι
Με ζωγραφιές στους ασβεστωμένους τοίχους
Μέσα από το κρυσταλλένιο τζάμι
Βλέπει τη θάλασσα με καρχαρίες γαρύφαλλο στο στόμα
Τον ουρανό ν’ ανεβαίνει από το πάτωμα
Τα σύννεφα να ξεπετιούνται απ’ τις ρωγμές των ξύλων
Μπαλκόνι που η χειρονομία το γεμισε χιλιάδες αποτσίγαρα

Χτίσμα που μετακινείται σε ρόδες απο αρχαία βοϊδάμαξα
Να βρει οικόπεδο κενό και να σταθεί στη θέα
Να δει παιδί κουτσό που παίζει μπίλιες η κουτσό
Νa δει τη μπάλα μόνη της να μπαινοβγαίνει στα δίκτυα
Στημένα πάνω σε κοράλλια που τα βόσκουν ερίφια
Και μύγες να γεμίζουν τα σωθικά του
Σέρνοντας καρφιτσωμένο χαρτί στα φτερά τους

Πεπτικό σύστημα γεμάτο εμετούς απ’ αστέρια
Μέσα τους πλοία φορτηγά
Που τους φουσκώνει τα πανιά
Ηλεκτρικός ανεμιστήρας στημένος στο βυθό
Παλμικά κορίτσια γύρω απο μια κεντρική φιγούρα
Ιμπρεσσιονιστική μανα με μάτια στα μάγουλα
Κόγχες απ’ όπου αναβλύζει αίμα γεμάτο χαρά

Δόντια που πετιούνται εξω από τα κάγκελα
Και τα ταξιδεύουν τα σύννεφα τα σπέρνει η βροχή
Ήλιος στρογγυλό κεφαλοτύρι κολλημένο στο τζάμι
Που σιγά σιγά ανεβαίνει κολλημένος στην εκλειπτική
Περιδιαβαίνοντας όλα τα μπαλκόνια μέχρι την ταράτσα
Όπου λευκές μπλούζες έχουν δέσει πισθάγκωνα
Την ακτινογραφία

Ούρα που τα καταπίνει η σελήνη
Κίτρινος σκορπιός στη χαραμάδα
Περιδιαβαίνοντας όλες τις χαραμάδες
Μέχρι να γίνει ολοστρόγγυλο δηλητήριο
Λεκές πάνω στο άσπρο
Να συρθεί πάνω στην ακτινογραφία
Στημένη σαν πίνακας δίπλα στον υπαίθριο ανελκυστήρα

Κρανίο όπου έχει φωλιάσει
Το μυστηριώδες αιλουροειδές
Πάνω στο πράσινο τέλμα
Και γύρα-γύρα γλάστρες με φυτεμένες γαρίδες
Απέραντες εκτάσεις από σχισμένα φύλλα
Περγαμηνών και δέντρων
Φωσφορίζοντα οστά που αναβοσβήνουν
Τελείες και παύλες

Αλάθητη δημιουργία
Χώμα που κράτησε ο θεός σφιχτά μέσα στη φούχτα του
Αιώνες τώρα από το τέλος
Αιώνες τώρα το κορίτσι στα κάγκελα
Πηγαινοφέρνει έγχρωμα όνειρα με τον υπόγειο σιδηρόδρομο
Και γρατζουνά τα τζάμια
Να αρπάξει το γαρύφαλλο του καρχαρία.

*Από τη συλλογή ‘Ωδές” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Στον ύπνο του Ποιητή”, Εκδόσεις Ηριδανός 2008.