Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η ανορεξία της ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

*Από τη συλλογή “Η ανορεξία της ύπαρξης”, 2011.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

*Από τη συλλογή “Μεταπλάσματα”, που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

ΔΙΠΛΗ ΑΝΑΣΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΝΙΓΜΟ

Το βράδυ μετατοπίστηκε ο άξονας της γης
κοιμόμουν όνειρα γλυκά και μου διέφυγε
‘Ίσως καταφέρουμε τελικά να κάμψουμε το χρόνο
Να αντιστρέψουμε το στερητικό σύνδρομο της φαντασίωσης
Μέσα στα μάτια των δυο που κοιτάζονται βαθιά
Αυτός που την σηκώνει στην αγκαλιά του
Κι εκείνη που σηκώνει τα χείλη από την άβυσσο
Με τη γυαλάδα του ψαριού στο βλέμμα
Αυτή δεν έχει ουρά ανάμεσα στα σκέλια
Μόνο βρεγμένους ουρανούς και διάτρητα σύννεφα
κι ένα νωπό χαρτί μνήμη στα σκισμένα ρούχα.
Μόλις την έσωσε από πνιγμό, δεν ήταν ναύτης
μόνο κάποιος από τους ντόπιους διασώστες στο νησί
γνώριζε καλά τι σημαίνει να σφραγίζεται ο λαιμός
ο τόπος του βουλιαγμένος με δίχως νερό
Οι συντεταγμένες έχουν οριστεί από αιώνες πριν
Η πυροδότηση θα γίνει στο απώτερο διάστημα
Στον καταυλισμό κατεγράφησαν παιδιά με φάλαινας ουρά

****

ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΤΕ ΤΙΣ ΑΚΤΕΣ

Μεταγλωττίστε τις ακτές
και τα λιμάνια και τα αστέρια
είπε,
για έναν γενναίο καινούριο κόσμο
για να χαράξει ένας νέος ήλιος πάνω
απ΄ τα περιφραγμένα χωράφια της γης
Διαψεύστηκαν τα υποκείμενα μεταμφιεσμένα σε αντικείμενα
γι’ αυτό και παραφέρθηκε η κρίση μας
και μοιραία διέφυγε στην αθώα ενοχή μας
ότι η αυγή χρύσιζε υποδόρια πάνω σε ξυρισμένα κεφάλια
και η σελήνη μισή στην καταβύθισή της στο υπόγειο μετρό
ξεχείλιζε αίμα πορφυρό
Βλέπεις, κανείς δεν είχε υπολογίσει με μέτρα και σταθμά
και τα μελάνια που ‘χυναν οι σουπιές
στο πέρασμά τους στο Αιγαίο.
Η πρόταση στη γλώσσα ήταν διαρκής και αμετάκλητη.
****
ΥΓΡΟ ΟΝΕΙΡΟ
Ένας άγγελος στις παρυφές της τρίτης πόλης
Με την αγωνία της πολιτείας της δεύτερης
Σε ομφάλιο κλοιό της χαμένης πρώτης
Ανα/Μασώντας άμμους και σάλιο
απ’ τη θάλασσα του ύπνου του
Δακρύζοντας δάκρυα αλμυρά
Εκχύοντας σταγόνες παλιού ρετσινιού
Φτύνοντας ασθενικά ριπές άπνοιας
Κρατά σφιχτά στα δάχτυλα το λουλούδι τ’ ουρανού.
Ακόμα και στα όνειρά του αψίδα δεν υφίσταται
Μια έρημος μονάχα που ονειρεύεται.
Στεγνή και η ονείρωξη.

Επανέκδοση: Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Έκαστος εφ’ ω ετάφη

1η έκδοση: εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007
Επανέκδοση: Εκδόσεις Θράκα, 2017
σελίδες 54
διαστάσεις 21 χ 14 εκ.
τιμή 4,5 χωρίς Φ.Π.Α.

Βιογραφικό συγγραφέα:
Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου γεννήθηκε το 1983 στη Δράμα, όπου και ζει.

Βιβλία του ιδίου:
Έκαστος εφ’ ω ετάφη
εκδ. Γαβριηλίδη, 2007
 (επανέκδοση εκδ. Θράκα, 2017)

Μισές αλήθειες
 εκδ. Μελάνι, 2012

Με ύφος Ινδιάνου
 εκδ. Μελάνι, 2014

Στο σπίτι του κρεμασμένου
 εκδ. Θράκα, 2015
 (Βραβείο Ποίησης Περιοδικού «Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ» 2016) 



απόσπασμα:

6.

«Εξ ακανθών»

λοιπόν

βρίζοντας μέσα σε ιδρώτα καλοκαιρινό

να κολλάει το φανελάκι – τα στόρια

γέμισα την παγοθήκη με νερό

περπάτησα δυο βράδια

κουζίνα – χολ – Σταδίου – χολ – μπάνιο
νεύρα κι ένας πόνος στο κεφάλι

συλλαλητήριο για έναν Σύριο σκύλο αγωνιστή

της παραδιπλανής ταράτσας

μετακινώ διαρκώς την κεραία

μήπως και φύγουνε τα χιόνια

το βράδυ θα κατέβω στην αποθήκη

– μη μαγειρεύεις

θα συγυρίσω λίγο τα εργαλεία

λέω να μαστορέψω την μετάστασή μου

Μιχάλης Τάτσης (1977-2010), από το βιβλίο “Με το καδρόνι στα χέρια”

Πολιτεία πολύτροπη, θα γλιστρήσω μια βραδιά κάτω από τα σεντόνια σου σκληρός και θα σε γλείψω αργά με τη βο’ιδόγλωσσά μου ίσαμε να γιομίσει ο κόλπος σου υγρά και αγωνία η καρδιά σου. Οξύνει λένε η σφαγή το αίμα. Τότε είναι που θα σε σφάξω κι εγώ με την καρδιά γιομάτη αίμα και θα σε διαπεράσω. Και θα σφαδάζει αίμα το κορμί στο νυφικό κρεβάτι. Και δεν θα χύσω ούτ’ ένα δάκρυ επάνω απ’ το κουφάρι σου. Θα σκουπίσω στο παντελόνι τα χέρια και θα γλιστρήσω απ’ το παράθυρο στη νύχτα σα κλέφτης. Θα ξαποστάσω στη μετάλλινη γέφυρα που σε γνώρισα και θα κρεμάσω τα κανιά μου στο κενό. Θα κρεμάσω τον έναν έναν σπόνδυλο ώς τη στήλη στην ιτιά και θα περνά από μέσα τους συρίζοντας η γλώσσα. Από κάτω θα βυσσοδομεί τη μοναξιά του το ποτάμι. Θα κάτσω και θα κλάψω. Θα κλάψω γοερά για όλα τα νεκρά, αγέννητα παιδιά σου. Μακάριος ός κρατήσει και άντρειωθεϊ τα νήπιά σου προς την πέτραν.

Ανοίγεις τα πόδια, πολιτεία ξεδιάντροπη, ξανά, και με ξερνάς γυμνό στον κόσμο. Κι έπειτα μου τα παίρνεις όλα ώς το ένα. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, να σου φιλώ τα πόδια. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, μια σφαίρα στο κεφάλι. Δε θα σε προσκυνήσω. Θα στυλωθώ και θα σε σπάσω.

*“Με το καδρόνι στα χέρια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούλης 2011.

Νικόλας Αλ. Σεβαστάκης, Κερκίνη

I
Ένας κάτασπρος βούρκος που τον είπαν λίμνη
κι όμως τον λάτρεψαν
αρχοντικοί ερωδιοί και κορμοράνοι της προϊστορία
την πνιγηρή επίπεδη γαλήνη αναταράζοντας
πλάσματα μιας δεντρόβιας λύπης

II
Το Μπέλες κατασκότεινο
σαν κάτι να μοιράζει
περάσματα κρυφά
ή χώρες – αδιάφορο
Κρατά όλο το μυστήριο
στις δροσερές κατεβασιές του

III
Να επιθυμείς τα ορεινά
που δεν τα έζησες
όπως το νήπιο
αφηνιασμένο στα γιατί του
της γλώσσας άγρια τινάζει
πανάρχαιες φλοκάτες

IV
Αθέατη πολυκοσμία στις ρίζες
στα φυλλώματα
αγελαδίσια τεμπελιά
σε ένα λιβάδι παπαρούνες και τρελές χρυσόμυγες
απρόσμενα το ρίγος της γαλήνης
μακρόθυμος ο ίσκιος του Στρυμώνα

*Από τη συλλογή “Οι χειμώνες της μνήμης”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2010.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Δύο ποιήματα


ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Έναν μήνα πριν από τον θάνατο
είχες ήδη προετοιμάσει την κηδεία
Ύστερα πήγαμε στο εξοχικό
να θάψουμε τον παππού που ζούσε ακόμα
Στην αυλή τα περιττώματα του σκύλου κέρβερου
σάπια ξεκοιλιασμένα πορτοκάλια
ξανθές κατσαρίδες κήπου
που έβγαιναν τούφες απ’ τις υδρορροές
και στο δωμάτιο σκνίπες από σκόνη
Έπρεπε να το είχα φανταστεί
Το μαύρο μου φουστάνι, το βέλος
τα γάντια που μου φόρεσες με ζόρι
ο επικήδειος που επέμεινες να μάθω απέξω
όση ώρα εσύ κοιμόσουν θυμωμένος
ενώ έκλαιγα μόνη και γυμνή
σε μία μοναδική καρέκλα σκηνοθέτη
Έπρεπε λέω τώρα
να το είχα τότε φανταστεί

***

Η ΑΛΙΚΗ ΚΕΡΔΙΖΕΙ

Αφοΰ έχασε το Α η αλίκη
για μέρες ένιωθε λειψή
έχασε τις χώρες και τα θαύματα
τους πλουμιστούς λαγούς με τα ρολόγια
τα μανιτάρια που άλλοτε γίνονταν ομπρέλες
κι άλλοτε μικρές λακκούβες στην βροχή
Τώρα ποιος άντρας θα την προσφωνήσει
ποιος θα την χρησιμοποιήσει ηρωίδα
σε ιστορίες με κουνέλια
και τραπουλόχαρτα στρατιώτες
αθόρυβη ανύπαρκτη θα μείνει η ζωή της
αυτά σκεφτόταν η αλίκη
με το μικρό ανυπεράσπιστό της α
ώσπου έζαφνα μια αγρια λυτρωτική χαρά
φούσκωσε μες στο λάμδα της
και για πρώτη φορά
κυλίστηκε στη γνώση της ελευθερίας της

*Από τη συλλογή “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

HT(T)A

Σε χάρτες σε γυρεύω
στις χιονοθύελλες της μνήμης
και σε σπασμένους καθρέφτες
όταν το φεγγάρι απλώνει τις παρομοιώσεις του
κι η σιωπή επιστρέφει στα σπάργανά της
πάντα μισός
πάντα βουβός
παντέρημος
στη χλαπαταγή απ’ τις πανοπλίες των ημερών

να σου πω ένα τραγούδι
που να μοιάζει με φιλί
να σου χαρίσω ένα ποίημα
που να τελειώνει σε ήτ(τ)α
να σου πω τέλος πάντων
πως βαρέθηκα τα όνειρα
οι ελπίδες μου τρίζουν
κατακρημνίζονται
μια περιδίνηση πολεμά να με καταπιεί

χωρίς αέρα
τι άλλο θέλεις πια να σου πω;

***

ΑΝ ΠΛΗΣΙΑΣΕΙΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Αν πλησιάσεις τα παιδιά
την ανάσα θα νιώσεις
και το χνότο του φυλακισμένου
να ψάχνει με γυαλισμένο μάτι τον ύπνο του φρουρού
θα νιώσεις το στρατιώτη
να καίει τα χείλη του με το τσιγάρο
καθώς παραδίνεται στη σκέψη της απόλυσης.

Θα βρεις την έμφυτη ανορθογραφία
να γεννά τις πιθανότητες του άλλου
τα βήματα θ’ ακούσεις της αντίδρασης
σ’ έναν κόσμο που δεν είναι ο δικός τους.

Θα δεις τα μάτια τους να ονειρεύονται
σε περιθώρια τετραδίων και κάλπικων βιβλίων
άλλους πόθους θα βρεις
κι άλλες διαδρομές
με άλλη πυξίδα.

***

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΜΑΣ

Καθώς επιστρέφουμε στο άδειο δωμάτιο
και κουβεντιάζουμε με τους φίλους
που τους πήραν άλλοι δρόμοι
με τα παγωμένα παιδικά παιχνίδια
με τους γείτονες που χάθηκαν ψάχνοντας την ψυχή τους
με όσα δεν μπορούμε να ξεχάσουμε
όπως τα παλιά ανένδοτα τραγούδια
τις ζωγραφιές στους τοίχους
τους σχεδιασμούς
τις ολονυχτίες
ανοίγει η πόρτα της αυλής
και μπαίνουν θριαμβευτικά οι αγαπημένοι νεκροί μας
με μαύρα χιτώνια και δίκοπα βλέμματα
αναμαλλιάρηδες
εωθινοί
κι άσκιαχτοι και νέοι
φορτωμένοι λυγμούς
όνειρα σύννεφα πουλιά
εκλάμψεις λέξεων
και σημαίες.

*Από τη συλλογή “Τα μπλουζ είναι κόκκινα”, Εκδόσεις “Επύλλιον” (Πνοές Λόγου και Τέχνης), Νοέμβρης 2015.

Θ. Δ. Τυπάλδος, Αποκεφαλισμός του ποιητή

Άγνωστες οι λέξεις στην περγαμηνή
Σαν το μουρόχρωμα που αντανακλάται πάνω
Στη στέγη της ροδακινιάς
Το ψάρι δάγκωσε το αγκίστρι
Και το αγκίστρι δάγκωσε την γκραβούρα
Με τα θολωμένα μάτια
Της Στίλβης
Το σώμα της νιαούρισε στη συντριβή
Του συντριβανιού
Αυξάνοντας το πρόσχαρο σύμβολο της πεμπτουσίας
Εθεάθη στο κρεματόριο του παροξυσμού
Αγέλαστος πέτρα
Μυρίων τόσων γκρεμνών
Κι ακόμα πόσων σκοπών
Η σύναξις του πολεμάρχου
Το καμπαναριό που κοιμάται
Σιρόπι στο ασανσέρ που κλειδώνει το γέλιο
Της σφιγγός και το δάκρυ του κώνωπος
Φωνήεντα του αλατιού
Πορεία σκελετωμένων παραφωνιών
Σύμπληξη του απείρου με τη χρυσή μέθη
Των νεανικών απόντων χρόνων
Στα μάτια των αλόγων που χλιμιντρίζουν
Πριν βυθιστούν στις κόρες των δικών μας
Ματιών όπου ευθύς θ’ αναγεννηθούν
Ως οβίδες και περίστροφα
Κάπου ακούστηκε ένας κρότος κι εγώ
Αφαιρώ το γιατί
Προσθέτοντας το όχι
Διαιρώ το ναι
Πολλαπλασιάζω το κατόπιν
Αναθέρμανση των κυττάρων
Το κουκούτσι κατάπιε το επίκαιρο πρόγευμα
Των μισθοφόρων της παραχάραξης
Μιας υποθρώσκουσας τσουκνίδας
Καθώς εκείνη άρχισε να συναγελάζεται
Και να ερωτοτροπεί
Με το γαλάζιο σκαθάρι
Ένα παράτολμο θρόισμα
Ορθώνει ανάστημα χαμογελά
Και φεύγει
Το σκυλόψαρο αποκοιμήθηκε
Πάνω στου σκύλου την κόμη
Το κορίτσι άρπαξε το φανάρι του δρόμου
Και το κράτησε πάνω από το σύννεφο
Και η όμιχλη της έκλεισε πονηρά το μάτι
Πηγαίνοντας να θάψει στο πίσω μέρος της αυλής
Την ανεπάρκεια
Ανατίναξε την κατάθλιψη του πεύκου
Κι έφυγαν οι στόχοι του αύριο
Στου χθες τους διακόπτες

*Από τη συλλογή “Τα θολωμένα μάτια της Στίλβης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς (στη σειρά Λοξή Γραφή/10), Αθήνα 2016.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Διαπίστωσις

Ἀπὸ τὸ πρῶτο τραγούδι μέχρις ἐδῶ
ἔκλεισε ὁ καιρὸς τὰ περάσματα
ἔγιναν οἱ περιουσίες
χτίστηκαν οἱ ἀγάπες καὶ οἱ προδοσίες.
Πόσος πόνος
ποὺ σοῦ ἄφησα τὸ χέρι!
Σοῦ ἄφησα τὸ χέρι
κι ἔχασα μέσα στὸν κόσμο
τὸ βλέμμα σου.
Τώρα
γράφω ποιήματα ποὺ δὲν τὰ ξέρεις·
σὲ στοχάζομαι πάλι μὲ τὸν δικό μου τρόπο.
Ἕνα τσιγάρο δρόμος εἶναι ἡ συγγνώμη.
Μέχρι τὴ Θήβα.
Κι ὅμως,
δὲν ἔχει νόημα ἡ συγγνώμη·
σὰν μαύρη βουὴ έρχεται τώρα ὁ καιρὸς
κι ὅλα τὰ καταπίνει
ἡ κάθοδος πρὸς τὶς ὁμίχλες τῆς ἀνυπαρξίας.

* Από τη συλλογή “Τὸ Φράγμα τῆς Μνήμης”, ἐκδόσεις Οροπέδιο, 2017.

William Butler Yeats, Τρία ποιήματα

Νανούρισμα

Οι άγγελοι γέρνουν
Πάνω από το κρεβάτι σου.
Κουρασμένοι μαζεύουν
Των νεκρών τους λυγμούς.

Ο Θεός στον ουρανό χαμογελά
Που σε βλέπει τόσο καλά,
Και οι εφτά πλανήτες πλέουν
Χαρούμενοι μες στη χαρά του.

Στα φιλιά που σου δίνω, κρύβω αναφιλητά
Μιας και το ξέρω καλά
Πόσο πρόκειται να μου λείψεις βαριά
Σαν μεγαλώσεις.

(Το ρόδο, 1893 – Μετάφραση: Θωμάς Τσαλαπάτης)

***

Οι παντοτινές φωνές

Ω, εσείς φωνές παντοτινές, σταθείτε.
Στους ποιμένες πηγαίνετε του ουράνιου κοπαδιού
Την τροχιά του ταξιδιού τους ορίστε κατά τη θέλησή σας
Φλόγα μέσα στη φλόγα μέχρι ο καιρός να σβήσει.

Δεν έχετε ακούσει πως οι καρδιές μας έχουνε γεράσει;
Και πως εσείς καλείτε τα πουλιά, στου βουνού τον αέρα,
Στα τρεμάμενα κλαδιά, στην παλίρροια της ακτής;
Ω, εσείς φωνές παντοτινές, σταθείτε.

(Ο άνεμος στις καλαμιές, 1899 – Μετάφραση: Θωμάς Τσαλαπάτης)

***

Μην αγαπάς για πολύ καιρό

Μην αγαπάς, γλυκιά μου, για πολύ καιρό:
Εγώ γέρασα -χρόνια και χρόνια- αγαπώντας
Και κατάντησα εκτός μόδας,
Σαν τραγούδι παλιό.

Τα χρόνια της νιότης, κανένας μας
Δεν ξεχώριζε τη σκέψη του
Από του άλλου τη σκέψη·
Κοινή και αδιαίρετη η ύπαρξή μας κρινόταν.

Μα κάτι σ’ εκείνη άλλαξε ξαφνικά –
Μην αγαπάς για πολύ καιρό,
Ειδάλλως καταντάς -γερνώντας-
Εκτός μόδας, σαν τραγούδι παλιό.

(Στα επτά δάση, 1903 – Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος)

*Από το βιβλίο ”Ποιήματα του William Butler Yeats”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2011.