Γιάννης Κοντός, Τρία ποιήματα

Ό ταξιδιώτης μέ τό μαύρο κουτί

Αύτό τό άσπρο πρόσωπο,
το βαμμένο μέ στουπέτσι,
σάν φεγγάρι, σαν παπούτσι,
έρχεται από μακρια.
Περπάτησε δρόμους καί δρόμους
γιά νά φτάσει στά μέρη μας.
Περπάτησε ποιήματα,
δάση καί θάλασσες
γιά νά έρθει κοντά μας.

Τά σκούρα μάτια του,
μπάλες μπιλιάρδου.
Ό χρόνος, στέκα
μέ άκμή τή συγκεκριμένη
στιγμή, καί τό παιχνίδι
παίζεται παντού με επιτυχία.

Καί όπως τό φως πέφτει
άπαλά στίς λεμονιές, εμείς
τρώμε σοκολάτες γελώντας
καί ξέροντας τί μάς περιμένει.

***

Εύοσμη μέρα άρχίζει

Τί προπονητής θανάτου
είναι αυτή ή θάλασσα,
όπως τήν παρατηρώ από το σπίτι μου,
κάθε πρωί, καθώς βάζω τό πουλόβερ
το μαύρο, τό χθεσινό.
Καί ενώ τό κεφάλι μου
είναι στή λαιμόκοψη-στή λαιμητόμο,
σκέπτομαι οτι δεν ύπάρχει τίποτα
γύρω μου — ας έπιμένουν άνθρωποι,
αισθήματα καί άντικείμενα –
Θάλασσα δε βλέπω
γιατί μένω σέ βουνό
καί γύρω είναι λαγκάδια τα σκοτάδια.
Μπορεί τό χυμένο μολύβι και ο ουρανός
νά κάνουν αύτόν τόν άντικατοπτρισμό
τού φόβου καί νά ξεγιελιέμαι.

***

Λανθασμένες ταυτίσεις

στη Νατάσα Χατζηδάκι

Δύο κορίτσια μέ κοιτάνε επίμονα
καί μού μιλούν
μέ πυκνά επίθετα.
Φοράνε άσπρα καπέλα
καί από τό στόμα τους
τρέχουν λουλούδια
οπως στόν πίνακα τοΰ Μποτιτσέλι.
Τραβάω τήν καρέκλα
πρός τό μέρος τους
καί άκούγεται ό θόρυβος
μέχρι τήν Αγγλία.
Γιατί ήτανε Άγγλίδες
μέ κόκκινα μαλλιά,
μέ φακίδες στήν πλάτη
καί ήτανε σάν πνιγμένες
στό νερό, ακίνητες, ωραίες.
Έκεί όμως πού φώναζα
«έεε… τί γίνεται έκεί κάτω;»,
άπλωσαν τά μικρά τους χέρια
καί μέ παρέσυραν στήν ύγρή ήσυχία,
νομίζοντας πιθανώς οτι είμαι
ό Έντγκαρ Άλλαν Πόε.

*Από τη συλλογή “Στο γύρισμα της μέρας”, Εκδόσεις Κέδρος, Σεπτέμβρης 1992.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποιήματα

Τα σύννεφα ενώνονται
Γίνονται σκάλες
Διάφανες μπάλες
Αναπηδούν στον ορίζοντα.

***

Ανταλλακτήρια χρυσού κατά μήκος της Εγνατίας
Η ροή των αυτοκινήτων με το σταγονόμετρο
Σε κάθε φανάρι ναρκωμένα παιδιά, άδειες βιτρίνες, ενοικιαστήρια.
Μέρος της ασφάλτου, σ’ αδιάκοπα μονά ζυγά
Εναλλασσόμενα στους χρόνους, χωρίς υπόμνηση ονόματος
Γλιστρώ ανάμεσα στις χαραμάδες.
Είμαι η αιώνια σκόνη των καταθλιπτικών κτιρίων.

***

Το ελληνικό σχολείο…
Των εξουθενωμένων μαθητών
Όπου κι εσύ θα συλλαβίσεις
Στίχους μεγάλων μας Σαλαμοποιητών…

***

Παραγιός άλλου Θεού
Κρύο φως πλοίου φορτηγού
Σε ομίχλη λιμανιού
Είδωλο ίου Θερμαϊκού.

Τεφρή σκόνη του καιρού
Σε τιμόνι καραβιού Γύρω,
θάνατος παντού
Και μια πόρνη πασπαρτού.

Στήθη στρογγυλά, μεστά
Ήβη, άσβεστη πυρά!
Τρεις σπονδές για επιστροφή
Μεσοχείμωνο, γιορτή.

***

Ξαμολημένοι, απολυμένοι…
Είμαστε λεύτεροι να τρέξουμε!
Εκεί που θάνατος μας περιμένει…
Κι ο κυνηγός, για να τον τέρφουμε!

***

Ξάπλωσε πια στη χλόη, καπετάνιο
Δεν πρόκειται να ξαναπροδοθείς
Φόρα το σκούφο σου, για να δεξιωθείς
Κι όλους τους φίλους εκεί πάνω…

Πάει και το επίδομα!
Μόνο έμεινε το βίδωμα…

Κερνούσες μπύρες
Όταν πέρασες…

Πήρες χαρτί!
Μ’ Αγίου μορφή
Μα κακογέρασες.

***

Θα ‘ναι βροχή…
Θα ‘ναι υγρασία κι ομίχλη.
Οι σκίουροι θα ξεμυτίζουν
Πίσω απ’ τα δέντρα.
Οι καμινάδες θα καπνίζουν
Στα αγροτόσπιτα.
Ατάραχα οροπέδια θα ποτίζονται
Και θα μουσκεύουν.
Κάπου, η γιαγιά θα αφηγείται
Ιστορίες απ’ τα νιάτα.
Δίπλα της, ο παππούς σκυφτός
Θα μου χαμογελά καλοσυνάτα.

*Από τη συλλογή “Ευλύγιστες μελαγχολίες”, Εκδόσεις Vakxikon, Μάιος 2014.

Τζούτζη Μαντζουράνη, Τρία ποιήματα

“ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΑΝΑΡΙ.”

Σταματημένη στο φανάρι

Στην κίνηση της Κηφισίας.

Άλλη μια μέρα χωρίς αποτέλεσμα,

ακόμα μια μέρα 

σαν τη χτεσινή
ή μήπως χειρότερη;

Ανάβει το πράσινο μα κανείς δεν κουνιέται

όλα έχουν μείνει παγωμένα 
στην ίδια θέση.

Πλησιάζεις το παράθυρό μου

με το χέρι σου 
δειλά προτεταμένο.

Μη μου ζητάς ελεημοσύνη ρε φίλε,

μόνο απελπισία έχω πια

να σου δώσω…

***

ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ…

Κάποια μέρα θα φύγεις πάλι.
Έτσι ξαφνικά,
όπως μπήκες στη ζωή μου,
θα χαθείς…
Θα μου μείνει η γεύση του φιλιού σου
στα χείλη μου
και η θολή ανάμνηση
από τα βράδυνά μας γέλια
πάνω στο κρεβάτι…
Κάποια μέρα θα φύγεις.
Δεν θα το ’χεις θελήσει εσύ,
Εγώ θα σε διώξω…

***

“ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ”…

Οι Λέξεις πρώτα,

τα Μάτια ύστερα

μετά, τα Χείλια…

όλα ένα μεγάλο χαμόγελο.

Και τέλος,

το Άγγιγμα.

Ενός κορμιού,
που είχε ήδη παραδώσει τη ψυχή του…

*Από τη συλλογή “Καφές και τσιγάρα”, Εκδόσεις Φίλντισι. Η ποιήτρια διαχειρίζεται το ιστολόγιο https://pitsiloti.blogspot.com

Γιώργος Αναγνώστου, Δύο ποιήματα



Διασποράς Νοήματα

Τόνους αέρα εκτοπίζει
η απογείωση
-αγαπή
βαρύ το κενό
-φιλια
έκκεντρης πλέον γλώσσας.

Σύμφωνα με νόμους βαρύτητας
απομακρύνουν το Ε1.
Βενιζέλος, σύννεφα μεταφοράς
αραιώνουν μιλιά ανά
defteroleπto.

Air vacuum
αναφωνήματα ααα όι ωχ! συνωστισμός
φωτάκια στις 5 Η, 7Ν,
12Ε, 8S-όσο μπορώ
να διακρίνω-φωτίζουν γαλόνια
διεσπαρμένου αλφαβήτου στροφές
στροβίλων άπληστα
γέρνουν γλώσσα.

-Αγάπη ακούς;
Φιλιά
χθεσινής νύχτας δαγκώστε
διασποράς συναρμολόγηση:

«Soi ΝΕα Ηχώ, α!α»cou p-
εράσματα
σύνορα διασχίζεις
συνόνειρα φορειν
for reign
αντίβαρα κανονικότητας
-πρόσφερε
αγάπη μου βροχή
προφορές!

***

Της Διγλωσσίας. Της Γλώσσας.

1.
Ένα ακόμα μπερδεμένο παιδί της
Διασποράς… Φορτώθηκε έτσι το
μεγάλο μπελά (για ένα συγγραφέα)
της διγλωσσίας. . .

-Καίη Τσιτσέλη (αυτοβιογραφούμενη)

Διγλωσσία,
άντε τώρα τα τρυγίσεις
τα… ορυχεία σου

2. «πως πέρασα τρελή στην ξενιτιά»
-Β. Τσιτσάνης

Ξενιτιά: τρέλα alert

3.
στου λεξικού τον οίκο
βρήκα μέθη βρήκα οίνο
βρήκα κι ένα γιώτα
που αν το είχα φανταστεί
μ’ ένα όμικρον και πρόσθετα το χι
θα μαρσάριζα με γιόταχι
πρόζα και ποιητική
υπογεγραμμένες χιαστή!

*Από τη συλλογή “Γλώσσες Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής”, Εκδόσεις Ενδυμίων, Απρίλιος 2016.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Κλαρίτες πάντα

Τι κι αν
ο εφιάλτης κολυμπά στο αίμα μας
αλύπητα μας ξεσκίζει ο καιρός
και λιώνουμε ως το μεδούλι

αργά ξεφυτρώνουμε
σαν τον υδράργυρο
όπως το σπίθισμα της λάμπας
στον έρημο δρόμο

ακροβατώντας πάνω σε ίνες λεπτές
διαβάζοντας φύλλα κατάξερα
μέσα σε ρωγμές
και χαραμάδες

γυμνοί
θεόγυμνοι

για μια ανάσα
για ένα τράνταγμα
για ένα φιλί

κλαρίτες πάντα.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και το βλέμμα εκείνης της γάτας

Ήταν εκείνο το πρωινό, όταν δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι κι ας ήταν το σώμα του ακόμα γερό, που ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Ξαπλωμένος, σκεπτόμενος όλα όσα τον περιμένουν εκεί έξω, σκεπτόμενος πως θα πρέπει και πάλι να σφίξει τις παλάμες του και την έκφραση στο πρόσωπο του πριν βγει από το σπίτι (προσπαθούσε και τώρα να σφίξει την έκφραση στο πρόσωπο του, μα του ήταν αδύνατον· ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσε να σηκωθεί), θυμήθηκε εκείνη την αδέσποτη γάτα: Tόσο άρρωστη που είχε φοβηθεί να την αγγίξει. Η γάτα είχε βρεθεί αναπάντεχα μπροστά του δυο μέρες πριν, σε κάποιον έρημο δρόμο – ακίνητη, ζωντανή, καθιστή. H γλώσσα της κρεμόταν έξω από το στόμα, και ο κύριος Παπαδημητρίου δεν είχε κανέναν τρόπο να ξέρει ότι με ένα του άγγιγμα το ζώο δεν θα ξεψυχούσε. Μα ακόμα κι αν η γάτα ήθελε το άγγιγμα· ο κύριος Παπαδημητρίου δεν ήξερε πώς ν’ αγγίξει τον θάνατο, ο κύριος Παπαδημητρίου μόλις που μπορούσε να στοχαστεί τον θάνατο.

Εκείνο το πρωινό, η γλώσσα του κύριου Παπαδημητρίου δεν ήταν έξω από το στόμα, οπότε υπήρχαν σημαντικές διαφορές ακόμα ανάμεσα σ’ εκείνον και τη γάτα. Το βλέμμα του, όμως, ήταν ολόιδιο. Το ήξερε χωρίς να χρειαστεί καθρέφτη. Ναι, δεν είχε μόνο εκείνο το πρωινό το ίδιο βλέμμα – το είχε συνέχεια αν δεν έσφιγγε την έκφραση στο πρόσωπο του, αν έστω για λίγο ξεχνιόταν.

Κι έτσι, θυμήθηκε τη γάτα, θυμήθηκε την ντροπή του σαν έφυγε χωρίς να τη βοηθήσει, και θύμωσε με τη γάτα – αφού η γάτα ήταν καλά. Εκείνο το πρωινό, ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Η γάτα ήταν καλά. Η γάτα είχε αποκτήσει αυτήν την έκφραση για να τον κοροϊδέψει. Τον είχε δει να περπατά πριν τη δει, και είχε αποφασίσει να τον μιμηθεί για να τον κοροϊδέψει. Εκείνο το πρωινό, ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Ήταν το βλέμμα του στο βλέμμα της γάτας· ήταν αυτός ο λόγος που φοβόταν να την αγγίξει.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Νικόλας Ευαντινός, Από το ανοιχτό κρανίο της Γένοβα στο ανοιχτό στέρνο των Εξαρχείων και πάει καίγοντας…

Ανάμεσα από τις στιλβωμένες μπότες
του αόμματου Νόμου,
περνά το βλέμμα του Χρόνου…
μια κόκκινη λίμνη
ξεχυμένη από κρανίο ανοιγμένο, φωσφορίζει.
Εκεί βουτούνε τα πουλιά το ράμφος τους
για να λαμπαδιάσουν για πάντα
σε κάποια γωνιά τ’ ουρανού.
Στάχτη η βροχή μας καλέ μου….
Μια μάνα με δαύτη ραντίζει το κεφάλι της
βουβή και λυγισμένη.
Κοιτάζει τις σκοτεινές φοράδες μέρες
να καλπάζουν προς τα παιδιά
– μην πλησιάζετε, θα σας καταξεσκίσουν!
Εκείνα δεν ακούν, παιδιά είναι σαν τον άτριχο Gregory
με τα δεκαπέντε διαφορετικά χαμόγελα,
τα δεκαπέντε “χαίρε” στον ξεδοντιάρη ήλιο,
τις δεκαπέντε ντρίπλες με την πορτοκαλί μπάλα της τρέλας
τα δεκαπέντε ορθογραφικά λάθη σε μια έκθεση
τις δεκαπέντε πρόβες για το πρώτο φιλί.

Νίκος Βαρδάκας, Tα δαχτυλίδια του Κρόνου

Ταξιδεύω ώρες μονάχος, ασυγκράτητος απ΄ τα γήινα σύνορα.
Ανακάλυψα πλανήτες μικρούς και μεγάλους, κομήτες να περνάνε
στο πλάι μου. Τα ποτάμια του Άρη στεγνά από ζωή, την Σελήνη να
προβάλλει στο βήμα μου αντίκρισα με τα μάτια μισάνοιχτα.
Μια κοπέλα μου φώναξε ξαφνικά. Κάθεται στον Ιάπετο, σε έναν
βράχο της θάλασσας. Μου ζητάει τραγούδια, η σιωπή του μυαλού
την φοβίζει αρκετά. Μου ζητάει ένα αστέρι απ΄τον έναστρο θόλο, αν
μπορώ να τραβήξω.
Ήταν πριγκίπισσα σε μια πόλη και αγάπησε. Τον κόσμο των δρόμων, των
πάρκων. Πριν λίγες ώρες αποφάσισε την κοσμική απόδραση.
«Φέρε τα δαχτυλίδια του Κρόνου» μου χαμογέλασε. «Θέλω να δώσουμε
όρκους αγάπης για πάντα». Ήταν τα τελευταία λόγια της.
Χάθηκε και δεν την ξαναείδα ποτέ. Τα δαχτυλίδια του Κρόνου
είναι ο όρκος, για όλες τις πριγκίπισσες του κόσμου.

Γεωργία Τρούλη, Απ΄ την καλή και απ’ την ανάποδη

Σε αγάπησα
Εκείνη τη νύχτα
Που το σχήμα των φρυδιών σου
Ακούμπησε το δέρμα των δαχτύλων μου
Κι έμεινε ίδιο
Σ’ αγαπώ για εκείνη τη νύχτα
Που διστακτικά γράπωσα
Το πόδι σου κι ελάχιστα
Άπλωσα προσμονή

Άπλωσα προσμονή
Στο πόδι σου ελάχιστα
Όταν διστακτικά
Γράπωσα εκείνη τη νύχτα.
Σ΄αγαπώ
Κι αυτό έμεινε ίδιο
Όταν το δέρμα των δαχτύλων μου
Ακούμπησε το σχήμα
Των φρυδιών σου.
Εκείνη τη νύχτα
Σε αγάπησα.

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Τρία ποιήματα

Ο Τρόμος

(Τη νύχτα που τα φώτα έσβησαν στην “Πόλη του Φωτός”…)
Αόρατος, ασώματος σχεδόν, ο Τρόμος έβγαινε
μ`εκείνα τα φρικτά παπούτσια του που τρίζαν
στο κάθε βήμα του στης πόλης τα στενά
στα πεζοδρόμια τ`αδειανά και στις πλατείες.
Σίμωνε τους περαστικούς μ`άγρια χαρά
κάγχαζε που σκυφτοί με τον γιακά τους σηκωμένο,
μήτε που έστρεφαν ποτέ ψηλά τα μάτια τους
όταν τους άγγιζε με χέρια παγωμένα.
Χωνότανε μετά μέσα στα σπίτια τους
σε κάθε σκοτεινή γωνιά, σε κάθε ήχο
μόλυνε το ψωμί τους, να μην τρώγεται
κι έπειτα στο κρεβάτι τους, κρυφά, μες στο σκοτάδι,
όνειρα έφερνε βαριά γεμάτα αίματα
γεμάτα πόνο δάκρυα και θλίψη.
Ασώματος, σαν άνεμος σχεδόν, ο Τρόμος έβγαινε
μ`εκείνα τα φρικτά παπούτσια του που τρίζαν
δεν είχε φίλους ή γονείς, δεν είχε πρόσωπο,
αισθήματα δεν είχε και γελούσε.

***

Κεντρικό δελτίο

Την ώρα που γλυκιά, κύματα-κύματα
μεθυστική μια ρέμβη σου ποτίζει το κορμί
νωχελικά, κι αφήνεσαι αργά να σε βυθίσει
και πια δε νιώθεις ούτε την ανάσα σου
και με μισόκλειστα τα μάτια ταξιδεύεις,
μες στη μικρή οθόνη χαμηλόφωνα
μετά τα σπορ τα κοσμικά τις διαφημίσεις
για τα καινούρια απορρυπαντικά, ξανά η θάλασσα
άσπρη μαβιά γεμάτη από κραυγές,
γεμάτη χέρια ανοιχτά, γεμάτη μάτια
και τα παιδάκια μπρούμυτα κι ασάλευτα
που πάνε κι έρχονται στα κύματα σαν τόπια,
λες και τα νοιάστηκε ο θάνατος και τ`άφησε,
ανέμελα να παίξουν πριν τα πάρει.

***

Στην έρημη πλατεία

Σαν πέσει η νύχτα και το σύνθημα δοθεί
πολύχρωμο πολύβουο ποτάμι
σκορπά στις στάσεις του μετρό με τα πανό,
με τις σημαίες και τα λάβαρα στα χέρια.
Και πίσω στην πλατεία που ερήμωσε,
δυο-τρία απορριμματοφόρα
σωροί μπουκάλια πλαστικά, σκυλιά αδέσποτα
και σκόρπιες λασπωμένες προκηρύξεις.
Μα σκύβοντας κανείς πιο χαμηλά,
αν γονατίσει μια στιγμή στα πεζοδρόμια
θα δει να λάμπει ακόμα ο ιδρώτας τους
στο λίγο φως, κι ίσως κρατώντας την ανάσα,
ν`ακούσει το στερνό τραγούδι σα βροντή
σαν καταιγίδα μακρινή, κι ίσως να νιώσει,
μέσα από τους πυκνούς καπνούς, τα χημικά,
μιαν ανεξήγητη οσμή που σε μεθάει,
γιατί η άνοιξη θα`ρθεί, όσο κι αν άργησε,
να λιώσουνε οι πάγοι και τα χιόνια.

*Από τη συλλογή “Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος”, Εκδόσεις “Πηγή”.