Παναγιώτης Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

στον δρόμο με τα παλιά σπίτια

ενοικιάζονται ερείπια
στην Άγνωστη οδό
όσο-όσο

εδώ, οι πόρτες τρίζουν
κλάμα πείνας
ρίξε λάδι και ψωμί
και πάρ’ το

ουράνια θέα
όσο μπορείς μαστόρεψε
μ’ αγάπη κι αίμα σάλιου
της στέγης την ορφάνια

τρώγλης πρόσοψη
μισοσβησμένη πόρνης
άσε στο κατώφλι ένα φιλί
ντύσ’ το κορμί με πέτρα

σ’ αυτό, με χρώμα χήρας
πιες μόνο παρηγόρα
τα δάκρυα στον τοίχο
κι αγκάλιασε το με λευκό

ρυτιδιασμένος σκελετός
μα ταπεινός συνάμα
άχνα δεν βγάζει μήνες τώρα
μείνε λιγάκι συντροφιά
και θα το πάρεις έτσι

έμεινε κείνο το λιτό
με σκιάχτρο
ανάσκελα να ορίζει
ανατολή και δύση

αυτό είναι το στερνό
ξένε πεζοπόρε
χρόνια τη λησμόνησες
και δεν το δίνει πια

***

κατάνυξις

με μια πνοή θηλάζοντας τη μέθη του ανέμου
η πεταλούδα απάντησε με το κεντρί της σφίγγας
υψώθηκε ανάποδα χορεύοντας
στων κοχυλιών τη σβούρα
το νου σου Αλίκη στον νοθευμένο βάλτο
άκου τα κλαδιά ακύμα πώς τρικλίζουν
τον χαμύ των δούλων επιύρκων
που τρεμύπαιζαν στα χέρια
μελάνι για τροφή
μόνον η βροχή κομματιάστηκε σε δάκρυα
για τάφους-τρύπες, μαζικούς
που απλώς ρυτίδωσαν το χώμα

νεκρόφιλε με το πομπώδες βλέμμα
τι συγκίνηση να είσαι ξαπλωμένος
καταμεσής στο μάτι του τυφώνα
να κόβει βόλτες τριγύρω ο οίστρος να ρεμβάζεις
ακούγοντας κονσέρτο το δέος των θανάτων

όχι για χρυσό, ούτε για δόξα
μα για το κρίμα των καιρών
ψιθύρισα ‘Αλίκη’, να σε φυλάξω εδώ
στον θαυμαστό τον βάλτο
τον άνεμο θηλάζοντας με μια πνοή
την τελευταία

νύσσοντας τας χείρας με όπιο κώνειου
πόσες άραγε λέξεις θα γραφτούν
πόσες έκπτωτες πνοές
θα γίνουν πάλι λέξεις

*Από τη συλλογή “Ο φόνος του λευκού”, Εκδόσεις Θράκα, 2017

Μανώλης Αναγνωστάκης. Θά ’ρθει μια μέρα

Θά ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τί να πούμε

Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια

Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο να σ’ το πω

Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.

Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.

Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.

Απ’ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη·

είναι κάτι κι αυτό δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις.

Καπνίσαμε —θυμήσου— ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ

—Ξεχνώ πάνω σε τί— κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.
Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θά ’ρθεις και θα με ζητήσεις

Δεν μπορεί, Θε μου, να φύγει κανείς ποτέ μοναχός του.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Θυμητικό

Την παιδική εκείνη απλή
χριστουγεννιάτικη γιορτή
θυμάσαι ακόμα,
που το παιδάκι είσ’ εσύ
οι ρόλοι έχουν μοιραστεί―
δασκάλου στόμα.

Η φορεσιά σου είναι λευκή
και τα φτερά σου χρυσαφί,
γυρτό το σώμα.
Ψηλά, σ’ αχλή δοξαστική
χάρτινο άστρο σ’ οδηγεί·
σε πάει ακόμα.

Χρήστος Ντάλιας, Κάποιες ξαστεριές

Όταν με ρώτησες «γιατί τόσο σκοτεινός
ο κήπος;», έλπιζα να βρεις κάποτε
τη φωτεινή μουσική της αγάπης μου.
Και κάθε χρόνο με ξαναρωτούσες, ώσπου
βαρέθηκες. Ήταν φανερό ότι βαρέθηκες
κι ότι δεν είχα πια χαμόγελο αγωνίας
για σένα.
Τώρα μας κοροϊδεύει ο χειμώνας
και μερικές ξαστεριές.

*Από τη συλλογή Τα επόμενα (1986)

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2017/12/20/kapies-xasteries-christos-ntalias/

Γεωργία Τρούλη, Χλοοτάπητας

Υπήρξε μια φριχτή διαπίστωση της απουσίας
Κι ο χρόνος μεγάλωσε
Κι έφυγαν οι δυο τρεις στιγμές
Δεν ακολούθησαν ούτε βήμα-
Ούτε προορισμό είχαν.
Κι η ανάμνηση μένει στιλπνή
Εκείνη
Οι στιγμές
Που τα χέρια της δένουν τον λαιμό του
Κι εκείνος να μοιάζει με κορμό εκατόχρονου δέντρου
Που ποτέ δεν τού ‘λαχε να δει καφενείο στη σκιά του
Ν’ ακούει συζητήσεις άλυτων θεμάτων
Από ανθρώπους που ζουν στο μεταίχμιο μας κρίσιμης αναπνοής
Μικρή συμπύκνωση στα χείλη της που δεν ένιωσε ποτέ αρκετά
Τις σχισμές των δικών του

Έτσι αποφάσισαν να κουρέψουν το γρασίδι
Να δημιουργήσουν γκαζόν
Κι έπειτα πάνω να αφήσουν
Χλοοτάπητα ιστορίας
Έγιναν δύο σεισμοί
Οι ρωγμές σχηματίστηκαν
Κρακελάρει το σώμα μιας γης
Χαμόγελα θλιβερού κλόουν
Έδαφος που από μέσα λάβα καμιά δεν δημιουργεί
Και καμιά δυνατότητα να ενωθεί το ένα χάσμα με το άλλο

*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Νίκο Σφαμένος, Τρία ποιήματα

ε!

ποιητή!
τόση ώρα σε
παρατηρώ
-κάτι τρέχει με σένα ε;-
ίσως η νύχτα;
οι μοναχικοί περίπατοι;
οι μακρινές μελωδίες;
ξεκίνα λοιπόν
πες μου λίγη απ΄την
ιστορία σου
ποιητή!
κλόουν του ανέφικτου

***

άγιοι

δε θα ξεχαστούν ποτέ τα
λερωμένα όμορφα
πρόσωπα τους
οι γεμάτες αγωνία
ματιές
τα αιωρούμενα χέρια
και οι φωνές τους
καθώς καιγόντουσαν:
«πάρτε μας γρήγορα από εδώ!
Αυτός ο κόσμος είναι
για τους πετυχημένους!»

***

μια μικρή ιστορία

«δε μου βγαίνει πια»
του είπε
εκείνος πήγε να τρελαθεί
εκείνη έκλεισε το τηλέφωνο
εκείνος θυμήθηκε τις στιγμές τους
εκείνη μπήκε στο μπάνιο
εκείνος έπινε όλο το βράδυ
όλα τα άνθη
οι μέλισσες
οι θηλιές
τα κλειδιά
του κόσμου
εισέβαλαν στο κεφάλι
του
ούρλιαξε μα η πόλη είχε
ήδη κοιμηθεί
το επόμενο πρωί
οι φωνές του μανάβη
τον ξύπνησαν
σηκώθηκε
πλύθηκε
έγραψε άλλο ένα ποίημα
δάκρυσε λίγο
και η μικρή ιστορία
αυτού του κόσμου
συνεχιζόταν

*Από το “Αντιηρωικό”, Γενάρης 2016. Τα σκίτσα της ανάρτησης περιλαμβάνονται στην έκδοση του ποιητή

Μαρία Γερογιάνη, Τρία ποιήματα

Photo: Dimitri Troaditis


ΡΟΜΦΑΙΑ

Έρχεσαι από τα αθώα
μνήμη ανέγγιχτη

Η ζωή τρέμει
δίχως να φταίει του θανάτου ο άνεμος
Η ζωή τρέμει
όταν οι πέτρες ματώνουν
προπάντων,
όταν το φίδι αλλάζει φορεσιά

Η προδοσία.
Χάθηκε η άσπρη μαργαρίτα
Σφραγίστηκαν οι αγκαλιές
Σ’ ένα συρτάρι χώρεσε ο ουρανός
Βεντάλια πέτρινη ασήκωτη.

Η θλίψη ντύνεται Ρομφαία

***

ΠΙΚΡΟ ΜΕΙΔΙΑΜΑ

Γι’ αυτούς που κλαδεύουν φτερά.
Πουλιά στα κλουβιά που κλαίνε
Αυτοί θαρρούν πως κελαϊδούν

Για τις ευκαιρίες,
που τρέχουν
πριν από σένα για σένα

Για τους Ελεήμονες που προσδοκούν το έλεος

Γι’ αυτούς που υψώνουν ανάστημα,
σ’ αυτούς που αδυνατούν να υψώσουν

Για τα χαμόγελα από σινική μελάνη,
τα «ανεξίτηλα»

***

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΦΑΚΟΥ

Το απόφθεγμα του σώματος,
Το μαγνάδι της ψυχής σου

Με χαμόγελο,
η ορεινή ματιά σου
Πέταξε
μέσα από την χαραμάδα της ζωής

*Από τη συλλογή “Φωνή φωνηέντων”, Εκδόσεις Μελάνι, 2017.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης απεικονίζει τοιχογραφία στη γωνία των οδών Lygon και Blyth, στο Brunswick, βόρειο εσωτερικό προάστιο της Μελβούρνης.

Γρηγόρης Σακαλής, Διαίρεση

Artwork: Maya Abraham

Γιγάντιες μορφές
ψηλά στο βάθος του ορίζοντα
κινούν της γης τα νήματα
οι άνθρωποι τρομαγμένοι
κοιτούν με απορία
κάνουν θυσίες
για να τις εξευμενίσουν
γονατίζουν, κοιτάνε χαμηλά
κάποιοι θαρραλέοι
ξεκινάνε να τις συναντήσουν
κι έπειτα από καιρό
επιστρέφουν και φέρνουν νόμους
για τη ζωή των ανθρώπων
περνούν χιλιάδες χρόνια
τώρα κάποιοι άλλοι
επίσης θαρραλέοι
πλησιάζουν τις μορφές
βλέπουν πως είναι ζωγραφιές
φωτοσκιάσεις του ουρανού
το λένε στους άλλους
μα συναντούν κατάρες, ύβρεις
κι ένας ατέλειωτος αγώνας
διχάζει τον κόσμο
ίσα με σήμερα.

Μαρία Πανούτσου, The waltz

Βαλς σε τέσσερις χρόνους

σε αναζητώ, όπως οι πιγκουίνοι το ταίρι τους  
ο ήλιος δεν βγήκε απόψε με τόση συννεφιά
και τα λουλούδια ξέχασαν το άρωμά τους
δεν πίστευα πως ήσουν πλάι μου
καθώς μας έβλεπα μαζί στο τζάμι της βιτρίνας

με κάνεις και χαμογελώ με νόημα
ίσως και να γελώ ολόκληρη μέσα μου
είσαι το βουνό που έρχεται σε μένα
η θάλασσα που με επισκέπτεται νύχτα

σε θυμάμαι για το τέλος, σε κρατώ για το αύριο
είσαι το νήμα που ενώνει ζωή και θάνατο,
το πεύκο που γνώρισα εγώ είσαι,
το ξημέρωμα κάποιας μέρας, μιας χρονιάς είσαι

αφουγκράζομαι τον άνθρωπο
εκείνον που έφυγε χωρίς να ξέρει το γιατί
πλησιάζω το άγνωστο και σε βρίσκω
πλησιάζω το σίγουρο και σε βρίσκω

Υστερόγραφο.
Χθες, σε ένα τοίχο στην στροφή του δρόμου, καθώς διάβαινα, είδα την φωτογραφία σου, κολλημένη μισή ξεκολλημένη ν’ ανεμίζει στον αέρα. Πλησίασα και είδα καλύτερα, δεν ήσουν εσύ και βέβαια δεν ήσουν. Έχεις φύγει από καιρό, σε άλλα μέρη με μια κρύα και στυφή γεύση.

© Μαρία Πανούτσου

Πάνος Κουτρουμπούσης, Δύο ποιήματα

Ο Πάνος Κουτρουμπούσης

τ’ άεράκι, τ’ άπόγεμα

Καί πάντα τ’ άπόγεμα
όπως κάθε μέρα
τήν ίδια ώρα πού ό ήλιος
γλυκαίνει τόν ουρανό
έρχεται άνάλαφρος
ό μικρός άέρας
πού άπαλά χαϊδεύει
τίς έκθαμβωτικές πεδιάδες
τά σιωπηλά ποτάμια
τούς έγκαταλειμμένους καρβουνιασμένους λόφους,
σφυρίζει μέσα άπό σκελετωμένες πόλεις
φιλάει τό τοπίο…

Εκείνο τό άεράκι
πού ’χει άνακατεμένα μέσα του
δισεκατομμύρια μικρά θραύσματα
σά φωσφορίζοντα πράσινα ή κόκκινα δόντια
νά αντανακλούν τό φως,
όπως πέφτει άπάνω τους ό ήλιος,
νά στολίζουν τό Χέρι τής Ερημιάς

***

ή τροφή απ’ τόν ουρανό

Σέ σκονισμένα κανάλια
περιμένει τή Βροχή
καί τό χώμα
Τώρα πεφτει ή Βροχή σκοτάδι μεταλλικών ήχων
Ή Βροχή
άγγίζει σάν πεταλούδες σά νυφάδες
τά τοιχώματα γύρω,
γλιστράει,
άπ’ τό κεφάλι του κατεβαίνει στά μάτια

Μέ τή γλώσσα
γλύφει τίς πεταλούδες τίς νυφάδες
άπό πάνω του,
καθαρίζει γύρω του τά κανάλια
μαζεύει τήν τροφή άπ’ τόν ουρανό

*Από το βιβλίο “Η εποχή των ανακαλύψεων” (δίγλωσση έκδοση – αγγλικά και ελληνικά), Εκδόσεις futura, Αθήνα 2002.