Σταύρος Μίχας, από τη συλλογή “Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”

Η νύχτα άρρωστη και βρώμικη
πλάγιασε στη σάπια πόλη
κι εμείς κοιμόμαστε υπνωτισμένοι
κλεισμένοι στον ζωολογικό μας κήπο

***

Μια δροσοσταλιά
σ’ ένα τριαντάφυλλο
ένα καινούργιο αστέρι
στην άκρη του σύμπαντος
κι ο θάνατος πάντα κοντά.

***

Ο θάνατος τους κοίταζε
με το μάτι της κάμερας
χαμογελούσε.

***

Όλη του τη ζωή πάλευε με τις σκιές
έψαχνε για μυστικές πόρτες
που δε βρέθηκαν ποτέ
τον υποχρέωσαν να ζήσει
με εικόνες που δεν τις θέλησε
και τώρα νεκρός πια
πρέπει να πλαγιάσει
στη λαμπερή σκόνη των άστρων
σε μια χυδαία αιωνιότητα.

***

Πύρινος αετός
σκεπάζει με τις φτερούγες του τη γη
και οι Άγγελοι φοράνε
τις αρχαίες μάσκες του θανάτου.

***

Αστέρια
μυστηριακό φεγγάρι
ο γλυκός ήχος του αυλού
οι αδερφοί κι οι αδερφές του δάσους
χορεύουν στη βροχή
ζεστό χώμα
πρωτόγονοι έρωτες
παιχνίδια στην άκρη της νύχτας
η σοφή αγνωσία των παιδιών
γλυκά τραγούδια στο πράσινο ποτάμι
άνθη του λωτού και της καμέλιας
στροβίλισμα αρωμάτων
χαμένοι παραδεισένιοι κόσμοι
θα τους βρω

***

Η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
κρύβει θλιβερά φαντάσματα
το αίμα των κεραυνών
θα μας ενώσει
στο τέλος της μεγάλης νύχτας.

***

Ερωτεύθηκε τη θάλασσα
κι ο άνεμος ζητούσε να τον πνίξει
ερωτεύθηκε τον ουρανό
και τ’ άστρα του πήραν το μυαλό
ερωτεύθηκε τη ζωή
κι οι άνθρωποι θέλαν να τον σταυρώσουν
Αγάπησε το θάνατο
κι όλα του χαμογελούν.

***

Όταν οπλοφορήσουν οι Άγγελοι
τότε θα πεθάνω ήσυχος.

***

Καρφωμένοι σ’ έναν πέτρινο κόσμο
εμείς ο Προμηθέας
πάνω στο σώμα μας
τρύπησαν τα σκοτεινά πηγαδια
μα απ’ την καρδιά μας
αναβλύζει
μια θάλασσα φωτός που ευωδιάζει.

***

Ρύθμισε το βήμα σου στον ήλιο
χόρεψε στην καρδιά του ανέμου
πάιξε στην άκρη της νύχτας
επαναγεννημένος μέσα στ’ αθώο σου μυα.

*Από τη συλλογή “Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”, Σειρός Ανοιχτή Πόλη, Αθήνα 1988.

**Οι προηγούμενες δύο αναρτήσεις με ποιήματα του Σταύρου Μίχα από την ίδια συλλογή είναι εδώ:

Σταύρος Μίχας, Ποιήματα

https://tokoskino.me/2016/08/18/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%AF%CF%87%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE-%CE%B7-%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CF%87/

Ισμήνη Λιόση, Δύο ποιήματα

ΦΟΒΑΜΑΙ
φοβάμαι το χαλάζι και τις αστραπές
όπως εσταυρωμένο χιαστί
στέκω στο σχοινί κι αθώο
δαγκωμένο από την αγωνία του νερού
αποκαρωμένο πονηρό
άπληστο και λάγνο

αχ ας προλάβω
την έκλειψη της σελήνης
μέσα στην λαμπρή νύχτα της μήτρας
όπως θα την ανάβει ένα δάκτυλο Θεού

φοβάμαι τα αντρικά χέρια
και την θηριωδία τους
καθώς πλάθουν μικρούς θανάτους
στο γυναικείο σώμα
και τους θρηνούν μετά με φωνές
που τις γνωρίζουν μόνον
ένα ανήκουστο τύμπανο
και τα αθέατα θλιμμένα ντουντούκ
μίας απαγορευμένης ποιήσεως

***
Ο ΑΝΤΡΑΣ-ΨΑΡΙ

κάποτε ένας άντρας – ψάρι
χαϊδεύτηκε στα πόδια μας
κι αποκοιμήθηκε
στα καστανά χαμομήλια της ήβης

είπαν πως ήταν η ναυαγός ποίηση
πιασμένη στα δίκτυα μας
από όταν γίναμε αλιείς μοναξιάς
κι εκείνος χάθηκε
στα μπλε χρυσάνθεμα του θυμού μας

οι γόβες μας έκτοτε αποτελέσανε τα ποτήρια
που ήπιαν κονιάκ οι δήμιοι
και περπατήσανε μόνες
με τακούνια ψηλά
στην άβυσσο της συγχώρεσης

τώρα περιμένουμε ένα τραίνο
γεμάτο από βελούδινα καπέλα και παλαιά φιλιά
να διαπεράσει την μοίρα μας
να φυγαδευτούμε επιτέλους
προς το δεδικασμένο των πραγμάτων
που ορίζει

πως ανθρώπινο ριζικό είναι μόνο
η ερωτευμένη σάρκα
και ο ερωτευμένος θάνατος

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, Εκδόσεις ‘Τύρφη”, Απρίλης 2016.

Έκτωρ Κακναβάτος, Τρία ποιήματα

ΑΥΤΟ ΝΑ ΠΕΙΣ

Εμείς κατά τους Φιλισταίους οι διεφθαρμένοι
για μερικούς οι φωνακλάδες
και γι’ άλλους πολυεδρικοί
σ’ εποχή εκπτώσεων αλλάζαμε το νου μας
και το δέρμα του παίρναμε τους ίσκιους
απ’ τα δένδρα, ντυνόμαστε κι όλο τέτοια
κρούσματα κι επεισόδια με τα φωνήεντα.
Το εκκρεμές αόμματο μια εκεί μια εδώ
σφάζοντας τη γενιά μας τον ένα τον άλλο,
μετά που μετρηθήκαμε είμαστε πάλι δυο,
εσύ, εγώ
μα τώρα μόνο για σένα λένε οι σατανάδες.
Λοιπόν, σα θα γράφεις τη μερίδα μου,
σε πινακίδες υποθέτω λεωφόρων,
μην ξεχνάς που τον ρεζίλεψα τον ήλιο τους
κάτω απ’ τα τείχη να τον σέρνω τσίτσιδο
πίσω από ’να δίτροχο
εγώ, που μου πήρανε την Βρισηίδα.
Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ’παιξα όλα
πες για το τίποτα στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να δω που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαγε ίσα πάνου
μόνο σα ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.

*Από τη συλλογή “Οδός Λαιστρυγόνων” (1978)

***

ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΡΑΤΣΑ ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΥ

Πρώτον: σε θέλουν ακίνδυνη και να ξεχνάς
και ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.
Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
από τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μεσ’ στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις φτύσ’ τους.
Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

***

ΤΕΣΣΕΡΑ ΦΟΝΙΚΑ

Ι.
Πριν ο λίθος
Πριν γίνει πέτρα ο λίθος
Μη έχοντας ακόμα πει απεταξάμην
Μη ακόμα τρίχωμα πάνω του η θάλασσα
Πριν να γίνει
Θυμήσου τί αστροφεγγιά η μήτρα
τί αράγιστος ο ζόφος της ως αλεκτρύων
σαν που ήτανε να πέσει πάνω στο σπαθί του
ο Αίαντας ή μετά που μιναρέδες
υμνούσανε ισλαμιστί το ύψος
Η φωνή σου
επωάζονταν που την άγγιζε ο ίσκιος του
ή που άκουε το μήκος του του άνεμου
ακάθεκτο εντός της κι ελόγου της ν’ αναπηδά
όροφος πάνω σε όροφο μ’ ορθωμένη τρίχα
ή γάλα που είδε φίδι.

ΙΙ.
Θυμήσου της γαληνοτάτης λογικής τα ιστία
Τα ρίγη των κολπώσεών της οχιές και μπουγαρίνια
Θυμήσου τις δρομάδες του νερού
ανεύθυνες για τη θυμηδία των καμπύλων
τη γεωμετρία καβάλα σε ελέφαντα
να κατεβαίνει τ’ Απέννινα τα παράθυρά της άδεια
θυμήσου ακόμα τον αυτόχειρα εξώστη εμένα
να σωριάζομαι σε ορθοστασίες ή καπνός
ν’ ανεβαίνω από κρεματόρια ονείρων
να διανοούμαι της ευθείας την ευλάβεια χίλια τόσα μίλια
ή το αμπέχονο που πέταξα ακούγοντας τη σιωπή μου
να σχίζει τον αγέρα στο Ελ Πάσο
ή της σαρκοφάγου σου κόντε Διονύσιε την δρόσον.

ΙΙΙ.
Θυμήσου οι τέσσερις
πάνω στις σέλες τους στητοί κι αξούριστοι
Τα καπέλα τους ριχτά χαμηλά ώς τη μύτη
Μόνο τα καπούλια των φοράδων τους να σειούνται
Τα πιστόλια τους ζεστά
έχοντας μόλις καθαρίσει με τον βόιβοντα
δώδεκα μολύβια φυτεμένα στην κοιλιά του
πάνω στις σέλες τους οι τέσσερις:
Ιωάννης του Σταυρού
Σαιν Ζυστ της Λαιμητόμου
Παπαφλέσσας της Παραφοράς
Βλαντίμιρ Ίλιτς του Σμόλνυ
Τραβώντας δυτικά καταπάνω του του ήλιου
Δρόμοι που άγιασε ο λύκος.

IV.
Πριν ο λίθος
Πριν γίνει πέτρα ο λίθος
πάτα γκάζι τιμόνι όλο αριστερά
μπαίνομε στις πολύχρυσες Μυκήνες
κάποιες πέτρες που περίσσεψαν του Δευκαλίωνα
τώρα οι ξεναγοί
τις δείχνουν· φρίκη…
Ο ουρανός το γύρισε αιμομίχτης
Οι κρόκοι μούσκεμα του κυανού ιδρώτα
ξοδεύουνε το τάλαντο της συνουσίας
Ευδαίμων κροταλίας κακαρίζει κάτω απ’ τα χαλίκια
Όλες οι γενιές είναι του λίθου
και μόνο ο οίνος όχι
καθότι περιστέρι.

*Από τη συλλογή “Κιβώτιο ταχυτήτων” (1987)

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δέκα χαϊκού

Artwork: Susan Omand

Φωνάζοντας γκολ
ξεχνάω τη φτώχεια μου
που μεγαλώνει.

***

Ματαιότητες.
Με ολόχρυσους σταυρούς
στολίζουν τάφους.

***

Τους βαρέθηκα
τόσο πολύ να μιλούν
χωρίς ν’ ακούνε.

***

Είναι δωρεάν.
Τζάμπα πράμα σου λέω.
Το λένε ζωή.

***

Φυλακίστηκε
με ισόβια δεσμά
στη μοναξιά του.

***

Σε αμφισβητώ,
μου είπε θυμωμένος
ο καθρέφτης μου.

***

Τι πιο τραγικό;
Να κάνω διάλογο
με τη σιωπή σου.

***

Καλοκαιράκι
μα το πάει για βροχή
λες και με νιώθει.

***

Ήρεμο κύμα
κι εγώ περίμενα να
πνίγεις καημούς

***

Ένα κορίτσι
στον ηλιο αφήνεται.
Εγώ ιδρώνω.

*Από τη συλλογή “Έξυπνες βόμβες”, Εκδόσεις “Μανδραγόρας”, Φεβρουάριος 2016.

Διονύσης Καρατζάς, Πέντε ποιήματα

ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ

Χειμώνιασε μάτια μου,
έλα να στρώσουμε τα φιλιά
μη μας μείνουν οι νύχτες γυμνές
και κρυώσουν τα όνειρα.

***

ΟΤΑΝ ΝΥΧΤΩΝΕΙ

Όταν νυχτώνει,
αλλάζουν δρόμο τα ποτάμια
και, ανάμεσα απ’ τα μάτια σου,
περνάνε στα τραγούδια.
Μονο να βρέχει,
να σ’ ακούω που θα ποτίζεις
τους ανέμους και τα όνειρα.

***

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Τα μάτια σου
μια πουλιά μια παιδιά,
γυρευε από τί ταξίδια
κρατάνε ουρανό.

***

ΣΕ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Σε ξέρω από τη βροχή,
στα ίδια δέντρα ξενυχτήσαμε,
στα ίδια μάτια ονειρευτήκαμε,
στην ίδια θάλασσα χυθήκαμε.

***

ΑΠΟΡΙΑ

Πες μου,
πού εμαθες τον ουρανό
και λάμπεις σαν τη νύχτα;
Πώς ξέρεις να μιλάς
και τα νερά ν’ ανθίζουν;
Κι όταν εγώ παίζω στα πουλιά,
εσυ γιατί σωπαίνεις;

*Από τη συλλογή “Πότε μίλα πότε φίλα”, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Δεκέμβριος 2003.

Νίκος Πριόβολος, Με Λένε Ηριάννα

Το όνομά μου είναι Ηριάννα
είμαι η κόρη των μνημονίων
είμαι το παιδί των τρομονόμων
είμαι το μισό ενός κατ’ εξακολούθηση έρωτα
είμαι η αλληλεγγύη που επιδεικνύετε
ελεύθερη θα τελέσω κι άλλα όμοια νέα αδικήματα
θα καταδικάζομαι αιώνια για συμμετοχή στους πυρήνες του έρωτα
θα είμαι για πάντα η ποινική ενσάρκωση του απόλυτου έρωτα

είμαι η μερική ταυτοποίηση απειροστού γενετικού υλικού
– είμαστε το γενετικό υλικό ενός άλλου γαλαξία –
ονειρεύομαι μαζί σας έναν άλλο κόσμο
– χτίζουμε μαζί έναν άλλο κόσμο –
είμαι η δασκάλα του τελευταίου θρανίου
είμαι η αδελφή των προσφύγων
η συγκρατούμενη στον Ελεώνα
το ανθισμένο πλάσμα στον υδροβιότοπο της καρδιάς σας
το ξεχασμένο χάδι για πέντε χρόνια στη φυλακή του Θεοφίλου
η καφκική ηρωίδα συνοδεία στρατιωτών με πλήρη εξάρτηση
η καταδικασμένη ανεξαρτήτως στοιχείων
η φυλακισμένη σας κόρη του άρθρου 187Α
η προαφαίρεση της ζωής δίχως καμιά εξαίρεση
αθώα και δύσπιστη στα μάτια των νόμων τους
στις δακτυλογραφημένες σελίδες των δικογράφων τους
– το φίδι της δικαιοσύνης δαγκώνει μονάχα ξυπόλυτους
αλλά εγώ περπατώ όρθια στα δικά σας λαβωμένα πέλματα –
είμαι βέβαιη πως είμαι αθώα
– ξέρω ποια ειν’ η αλήθεια –
ξέρω πως τίποτα όσο είμαστε ζωντανοί δε χάνεται
είμαι το τεκμήριο ενοχής της ελπίδας στον μυχό της ύπαρξής σας

είμαι η Ηριάννα που στέκει όρθια στο επαναλαμβανόμενο απλήρωτο δωδεκάωρο
είμαι η Ηριάννα και είμαι άνεργη τρία χρόνια, οκτώ μήνες και δεκατρείς μέρες
είμαι η Ηριάννα που μένω στα προσφυγικά της κάτω πόλης
στις εργατικές πολυκατοικίες της Δραπετσώνας
στις παρυφές της Κυψέλης προς τα δικαστήριά τους
φυτεύω δάκρυα στην καμμένη στο διάβα τους γη
στέκομαι όρθια στον ερειπωμένο μου τόπο
κατοικώ στις μνήμες σας, στις θύμησες
στο πρώτο σας ερωτικό σκίρτημα
στα καλοκαίρια με ψωμί, ντομάτα και ρίγανη στα ορεινά της ψυχής σας

είμαι η εικοσιεννιάχρονη Ηριάννα που μεταναστεύει
στο παιδικό της δωμάτιο κοιτάζοντας τ’ άστρα

περπατώ μες τη νύχτα κρατώντας το χέρι σου
αντικρύζω τη μορφή σου π’ ανακλάται στα κύματα
τυλίγω τα δάχτυλα στα ξέπλεκα μαλλιά π’ αγκαλιάζουν τον κόσμο μου
χάνομαι στα στήθη που ξετυλίγουν το χαμένο μου νήμα
το γυμνό σου δέρμα ερωτοτροπεί με τον άνεμο
παιχνιδίζει με τις αλμυρές στάλες απ’ τα μάτια σου

κλείνω τα βλέφαρα

μου ψιθυρίζεις πως τα καλοκαίρια μας λιγοστεύουν
είμαι η εικοσιεννιάχρονη Ηριάννα που μεταναστεύει
στο παιδικό της δωμάτιο κυνηγώντας τα άστρα

το όνομά μου είναι Ηριάννα
είμαι η κόρη των μνημονίων
είμαι το παιδί των τρομονόμων
είμαι η εγγονή του ιδιώνυμου
είμαι το δέσμιο μισό ενός κατ’ εξακολούθηση έρωτα
είμαι η αλληλεγγύη χωρίς όρια που επιδεικνύετε
η έγκλειστη δασκάλα του τελευταίου θρανίου
η φυλακισμένη αδελφή των προσφύγων
ελεύθερη θα τελέσω κι άλλα όμοια νέα αδικήματα

το όνομά μου
είναι
Ηριάννα

*Δημοσιεύτηκε στις 17 Οκτωβρίου 2017 στη BIBLIOTHEQUE/ Περισσότερα: http://www.bibliotheque.gr/article/65533

Βασίλης Βασιλειάδης, από το Fuck Off long poem

…….
θυμήσου εκείνη τή νύχτα στήν Πολωνία τών πιστών καί τών εκλεκτών
ή ψευδονείρωξη τού μπάφου
μάς οδήγησε στό πέρασμα πού μάς έβγαλε στό μοναστήρι
ανύποπτοι γιά τά συμβάντα βιώσαμε ξενύχτι αισθησιακό,
θυμάσαι τά λόγια τής μαχαιρωμένης από τήν ηρωίνη άγιας ηγουμένης
ενώ γδυνόταν τήν ιεροσύνη της μέ λαγνεία νωχελική
ό έρωτας, λέει
προκαλεί απόκρημνες αταξίες στά πράγματα
αυτός είναι ό λόγος
πού γιά τό σακάτεμα ή τήν σφαγή του
πληρώνονται αδρά ή λογική καί οί νόρμες,
δέν υπάρχουν πιό στυγνοί ερωτοκτόνοι από αυτές τίς αθλιότητες,
κι εγώ σέ αυτά τά κελιά τής αγιοσύνης
διακονώ τήν αντινομία πρός αυτές μέ ορμονικές παρακαμπτήριους,
αυτά μάς είχε πεί
τά θυμάσαι?
λίγο πρίν γαμήσει τίς ασκούμενες μοναχές
βυζαίνοντας μέ τή γλώσσα της τά τρυφερά βυζιά τών κοριτσιών
καί βυθίζοντας μέ κάβλα παλίνδρομη
τό κάθετο μακρύ σκέλος τού μεγάλου σταυρού στά καυλωμένα τους μουνάκια,
ήταν τότε
πού ζήτησε τή συνδρομή τού φαλλού σου
σ αυτή τήν λειτουργία τών θηλυκών οργασμών
νά χαιδεύεται υγρή ή βάλανος ανάμεσα στούς μηρούς
νά φιλά ολόσωμα τίς κλειτορίδες στητές
καί μέ φούρια ή αρσενική ευθυτένεια
νά σχίζει εναλλάξ τά αναμάρτητα μουνάκια τους
πού φρένιαζαν νά καταχυθεί ή σπερματόρροια στά σπλάχνα τους,
ανάστα ή ευταξία τού Κανόνα από τά ανασκελωμένα βογγητά,
δικανικοί οί άγιοι εγκλωβισμένοι σέ φόρμες αγαλματένιες
άφριζαν τήν ήττα τής εγκράτειας τους από τό πάθος
καί παρόλο πού ούρλιαζαν τήν παρότρυνση τής νομοτέλειας μέ ερωτηματικό
απετάξατω τόν σατανά τής σάρκας?
τήν απάντηση απεταξάμην δέν τήν άρθρωνε ή μουσκεμένη από τόν ιδρώτα αγία συνουσία,
μονάχα οί οργασμοί πού έσκουζαν ακουγόταν σάν απόκριση
στή δήθεν ανίδεη γιά τήν αλήθεια αγιότητα
πώς ή σάρκα δέν έχει μπέσα ,
μόλις ξημέρωσε
αφού μάς ευλόγησε ή αγία ηγουμένη
μουρμουρίζοντας προσευχές ακατάληπτες
καί προσκύνησε μπροστά στόν εσταυρωμένο ζητώντας επείγουσα άφεση αμαρτιών
αναχώρησε μέ καθαρή τήν συνείδηση καί αναμάρτητη γιά τόν πρωινό όρθρο,
εσύ μέ πήρες από τό χέρι
νά περιπλανηθούμε στήν κανονικότητα τής πόλης,
μέ χάχανα κατέβηκα με στά καταγώγια τού μετρό
άδειες οί πλατφόρμες τών τραίνων
εμείς καί μερικοί άραβες γκέι καί τραβεστί
στημένοι στίς τουαλέτες
σέ πόζες ευδιάκριτης ομοφυλοφιλικής σημειολογίας,
ό μελοδραματισμός τους έμφυτος βύζαινε μέ παρακμιακή δεξιοτεχνία τό μεγάλο δάχτυλο στό στόμα
έτοιμοι ν αρπάξουν τό λάφυρο
τόν πούτσο τού φορτγατζή πού μόλις είχε κατουρήσει ,
στό μεταξύ
ο παπάς μέ διακριτικότητα διάλεξε τόν έφηβο
τού χάιδεψε τρυφερά τά πυκνά μαύρα μαλλιά
καί κρατώντας τον από τό χέρι προχώρησαν στά ενδότερα
γιά νά ασκήσει τήν εγκληματική διαστροφή τής παιδοφιλίας
στό βάθος
οί μπάτσοι σακατεμένοι κερδομανείς
μοιράζονται μέ τούς ντά κάπο τής κοκαίνης τά λάφυρα από τή διακίνηση
μετά τή μοιρασιά
ακράτητοι δήθεν γιά εφαρμογή τής νομιμότητας οί αλήτες
περνούσαν τίς χειροπέδες σ έναν τρομαγμένο χρήστη
πού δεχόταν άφωνος τίς κλωτσιές στό στομάχι καί στό πρόσωπο
βουλιαγμένος στήν ενδοφλέβια εξάρτηση,
ξάφνου
ενώ τόν έσερναν ξυπόλητο
σπαρτάρισε ή αιμοδυναμική στά αγγεία του
καί ό ρόγχος του άρθρωσε
“μεθαδόνη…..δέν μού δίνουν μεθαδόνη”,
τότε ό μπάτσος γαυγίζοντας παραλογισμό
άφησε τήν παράσημοφορεμένη βλοσυρότητα νά χυμήξει
σακατεύοντας μέ τό γκλόπ τό κεφάλι
“άκου τής πουτάνας τό παιδί τί λέει
θέλει μεθαδόνη ό μπάσταρδος
νά τόν χάσουμε από πελάτη δηλαδή
νά πεινάσουμε θέλεις χθεσινό ψωλόχυμα ”
“σεβαστείτε τά δικαιώματα μου” ψέλλισε ό χρήστης αιμόφυρτος
τότε χωρίς νά χάσει στιγμή ή αφρισμένη βία τών μπάτσων
τόν έσπρωξε στό δάπεδο
καί πατώντας τον στό κεφάλι
τόν έφτυνε καί τόν κατουρούσε γελώντας μέ ηδονή
πώς αλλοιώς μπορούσε νά είναι
αφού ή άσκηση εξουσίας είναι μία κιτς
φαλλοκρατική επίδειξη,
όσο συνέβαιναν αυτά τά συνηθισμένα
τόσο πολύ συνηθισμένα
πού τά μάτια τού μυαλού αρνούνται νά τά δούν,
ή ρεπόρτερ τής τηλεόρασης
αυθεντικό αρπακτικό τής επικαιρότητας
σέ στιγμή ερωτικού μαγνητισμού μέ τήν κάμερα
μεταδίδει μέ ισχυρισμένη αντικειμενικότητα τά γεγονότα
επαινώντας παρατεταμένα τή σύλληψη τού τόσο επικίνδυνου γιά τήν κοινωνία ναρκομανή,
γράφτηκε σέ σκοτάδι άπατο ή συναλλαγή τής μοιρασιάς
αφού είχαν σβήσει επιλεκτικά καί μιλημένα οί μπαταρίες τής κάμερας,
έχει γίνει βούκινο πιά
πώς ή κερδοφορία δέν μένει αφύλαχτη
πάντα καρφώνει τήν αλήθεια πισώπλατα
τήν κάνει νά σωπάσει,
θυμάμαι
στάθηκα δίπλα στόν εραστή
ακουμπούσε τό κεφάλι του στή κολόνα τής πλατφόρμας
ξοδεμένος σέ βραδυνό γαμήσι
ή ορθοστασία του παραμιλούσε δυνατά
“μέ κακογάμησε ή καριόλα
κι εγώ περίμενα να μέ κουρσέψει,
αλλά γυναίκα ανδρική
αλλοτροιωμένη
ματαιόδοξη καί γραφική,
τί παθαίνουν οί μαλακισμένες καί ακυρώνουν τή θηλυκή γυναίκα μέσα τους
τήν καθαρόαιμη καί αυθεντική μαγεία στόν κόσμο?
τό μουνί, τό βυζί καί τό τάλαντο στίς πίπες
δέν φτάνουν από μόνα τους γιά νά είσαι γυναίκα
πού σημαίνει νά έχεις τή γυναίκα ξεκλείδωτη μέσα σου.
όχι……δέν φτάνουν
είσαι θηλυκή, πές το γυναικεία βιολογία
αλλά όχι Γυναίκα. ..”
τό τραίνο δέν άργησε νά έρθει
ξεμακραίναμε
είχε αγριέψει τό μυαλό
τόσο πολύ
πού άφαντες οί λέξεις,
μονάχα τήν αγκαλιά σου θυμάμαι
πού μέ γλυκοφιλούσε,
κατεβήκαμε στό τέρμα
στήν υγρή ερημιά τής Πολωνίας
από τό παράθυρο τής βίλας είδαμε τόν δικαστή
αυτόν μέ τή φήμη τού αδέκαστου καί ανεξάρτητου
πού ή τιμή του δέν πατήθηκε ποτέ ώς τώρα δημόσια
εκεί πίσω από τίς μισόκλειστες κουρτίνες
ή κατρακύλα τού δοξασμένου νά ασελγεί διακριτικά επάνω στή νομιμότητα
-αυτός πάντα μιλάει γιά δικαιοσύνη-
σπρώχνοντας χωρίς τούς δισταγμούς τού νεοσύλλεκτου
μέ κινήσεις λεπτές καί γρήγορες βαθειά στή τσέπη του
τό γενναίο αντίτιμο γιά τήν αυριανή δίκη,
έχει οικογένεια νά θρέψει ό δικαστής
ή επιθυμία του θέλει κι ένα εξοχικό,
επικαλείται δικαίωμα κατοχής αυτοδίκαιης
αυτών τών λίγων
μετά τήν τόσα χρόνια παγίδευσης στήν αφιλοκέρδεια,
κι άς πάει νά λένε πώς δέν κάνει αθλιότητες ή υπεροψία μετά τούς όρκους της,
είναι φορές πού δέν μπορείς νά μάθεις
κανείς δέν μαθαίνει
τήν αιτιότητα γιά τό πώς γίνονται τά πράγματα καί ή αγριότητα τους,
τό ξέρει καλά αυτό ή Αλεξάνδρα εδώ στήν Πολωνία
πού τό πείσμα της ξοδεύεται στά κακουργοδικεία
έχοντας φορτώσει από βραδίς τή δικανική της διάνοια μέ ποίηση
τή φλόγωση πού άκόμη κι άν είναι αμίλητη
δέν τήν αφήνει νά κουρνιάξει
ακούγοντας από τήν έδρα τήν ετυμηγορία
αθώος παρότι ένοχος
ένοχος παρότι αθώος,
λένε πώς κάποιος τή ρώτησε
πού τήν σφάζουν τήν δικαιοσύνη
αυτή βουβαμένη τόν έδειξε μονάχα
τήν αίθουσα μέ τήν έδρα
κι έφυγε βιαστική
νά προλάβει τόν θρόμβο πρίν χτυπήσει τούς λοβούς τού εγκεφάλου
πέσαμε μπρούμυτα φοβισμένοι
νά μήν μάς δούν οί φονικές περίπολοι
πού κρατούν μέ ζήλο τό άβατο στά εσώτερα
εκεί πού πορνεύεται τό λειτούργημα,
ή εντολή είναι επιτελική
μέ κάθε θυσία πρέπει πρός τά έξω νά δεσπόζουν ή οσιότητα τού λειτουργήματος καί ή αγιογραφία τής βιογραφίας,
κατεβήκαμε σαίτες τά σκαλιά στό πίσω μέρος τής βίλας τού δικαστή
ξάφνου ένα τούνελ
πέρασμα υπόγειο καί μυστικό πού μάς οδήγησε στήν έπαυλη,
μάς αποσβώλοσε ό ζόφος τής πορνογραφίας
είδαμε
τόν πολιτικό τής Πολωνίας στά τέσσερα επάνω στό μάρμαρο πού γυαλοκοπούσε
νά παίρνει πίπες καί νά χαστουκίζεται αυστηρά από τήν όρθια πλουτοκρατική αλαζονεία
καί από πίσω τόν γαμούσε στόν κώλο μαστιγώνοντας μέ μανία τά κωλομέρια του
βοηθός πληρωμένος τού τιμωρητικού βιασμού ό διάσημος δημοσιογράφος,
μυξοκλαίει γιά νά κρατήσει τά προσχήματα ό κοινοβουλευτικός
δέν τό πολυπίστευε ώς τώρα
πώς οί ανυπακοή στίς εντολές
ματώνει τό μυαλό μέχρι νά εμπεδωθεί ό κώδικας διόρθωσης
πού δέν είναι τίποτε άλλο
παρά μία απλή τροχιοδρόμηση επάνω στίς ράγες τής νομοτέλειας
νά μήν μιλάει χωρίς πρώτα νά ρωτάει γιά τίς λέξεις
γιατί δέν τήν χαλάς,τήν γενεές τών γενεών τάξη ,γιά χάρη τής ανοησίας
παρορμήσου ακάθεκτος καί μέ ό,τι κόστος στήν ευθύτητα
εκτός κι άν είσαι κόπανος
καί θέλεις νά καταλήξεις αυτόχειρας επιδεικνύοντας συμπεριφορά μειοψηφικής εντιμότητας
καί τέλος
πάνω από όλα ή ομερτά
δέν είναι νά τά ξέρει αυτά ό κοσμάκης,
αμέσως μετά τίς εκσπερματώσεις στό πρόσωπο καί στήν κωλοτρυπίδα,
διορθωμένο πιά καί υπάκουο
τόν πήραν σηκωτό οί βαστάζοι
τόν έριξαν στό πίσω κάθισμα τής κρατικής λιμουζίνας
καί διέταξαν τόν οδηγό ντουγρού γιά τό κοινοβούλιο,
νά τόν αμολήσει στήν αίθουσα γιά νά ψηφίσει τό νομοσχέδιο
από τά πρίν
τόν είχαν βάλει νά ορκιστεί μέ ενέχυρο τή καριέρα του
ότι δέν θά ξαναπεί από τό βήμα τήν ασυναρτησία
πώς τό αυγό τού φιδιού εκκολάπτεται μέσα στή μήτρα δημοκρατίας διεφθαρμένης
εν γνώσει της καί μέ ευθύνη δική της,
μόνο πού ξεχνάει ή έρμη
πώς τό φίδι αυτό είναι μητροκτόνο
καί κάθε φορά
πληρώνει τή γέννα του μέ τό αίμα της τό πολύτιμο,
τότε σέ παρακάλεσα
νά πάρουμε άρον άρον τόν έρωτα μας καί νά φύγουμε
νά μήν ξαναπερπατήσουμε τέτοια μονοπάτια
νά τά αγνοήσουμε
νά μήν ξέρουμε πώς υπάρχουν γιά μάς
μπάς καί βγούμε αχάραγοι από όλα αυτά,
μά μού είπες πώς εμείς τά χτίζουμε τά μονοπάτια
ξέρουμε καί καταπού πέφτουν οί προορισμοί τους,
ακόμη καί νά μήν τά ξαναπερπατήσουμε
καί νά αρνηθούμε πώς υπάρχουν
αυτά μένουν
είναι δικά μας,
ακόμη κι άν γυρίσουμε τήν πλάτη μας στήν Πολωνία
όπου καί νά περπατήσουμε στόν κόσμο
επάνω της θά πέφτουμε
ή αυτή θά πέφτει κατεπάνω μας…

*Το FUCK OFF long poem αναμένεται από τις Εκδόσεις Σαιξπηρικόν στη Θεσσαλονίκη.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Εγχειρίδιο ύπαρξης

Συζήτηση με τον William Blake, τον Lars von Trier, τον E.E. Cummings, τον Νίκο Καζαντζάκη.

Είναι μια λεπτή ισορροπία:

Να βλέπεις όλα τα χρώματα του σύμπαντος·

να τα βλέπεις στο πέταλο ενός λουλουδιού.

Και το πέταλο να σου αρκεί.

Μα μόλις πάρεις τα μάτια σου από το πέταλο,

ν’ απαιτείς κι άλλα χρώματα,

κι άλλη ομορφιά


ν’ απαιτείς περισσότερα

ν’ απαιτείς με απληστία,

ν’ απαιτείς περισσότερα

ν’ απαιτείς ξεδιάντροπα.

Και με το θράσος ενός βλάσφημου,

όση ομορφιά δεν βρίσκεις, να τη φτιάχνεις –

για τους άλλους και για σένα.


Να δείχνεις στον ίδιο τον Δημιουργό

ποια χρώματα έπρεπε να βάλει.

Είναι μια λεπτή ισορροπία

αλλά ίσως είναι ο μόνος τρόπος

να είσαι ο Θεός.
 


Και το να είσαι ο Θεός

ίσως είναι ο μόνος τρόπος

να υπάρχεις.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Γιώργος Βλάχος, Τρία ποιήματα

Σε κατακόκκινη παραλία κοιμήθηκα
με τρεις μούσες και έναν έρωτα.
Και είδα
νύχτα, δονκιχωτική,
να καταπίνει τον έρωτα σε φιάλη
του Internet,
αποξηραμένα τραγούδια
να μαστιγώνουν το Πεκίνο,
σκουπιδοσάκκουλα ηγέτες
να πεοθηλάζουν
ηδονιζόμενοι
του καπιταλισμού τη συγχώνευση,
τον Χριστό επαίτη
σε φανάρι
της Λεωφόρου Ακρόπολης,
διευθυντήρια
να ρουφάνε την ιστορία με vodka
και να την αφοδεύουν στο Βόλγα.

Είδα την ιστορία να πίνει τα χάπια της,
είδα τις αποικίες να πίνουν τα χάπια τους,
είδα τον έρωτα να πίνει τα χάπια του
για να ’χει στύση.
Είδα κι εμένα να καταπίνω τα χάπια μου
για να ’χει στύση ο πλανήτης.

1.7-2000

***

Συντρόφισσα γραφομηχανή,
σπείρε στον άνεμο,
στον έρωτα,
στην πόλη που γεννήθηκα,
στίχους αρματωμένους
και μια δωδεκάδα
αναρχικούς λεβέντες.

Σπείρε μια δωδεκάδα
αναρχικούς λεβέντες.

***

Το άθεο φως της ιστορίας, εγώ,
το παιδί του Βελζεβούλ,
όπως θα πουν
οι μύστες της κατεψυγμένης κουλτούρας,
οι αόμματοι θεωρητικοί
του αιώνιου μπάχαλου,
οι πρωταγωνιστές του σκοταδισμού
και της σήψης,
οι ερωτευμένοι της εξουσίας
και κριτές της αχαπάκωτης ποίησης,
θα με δουν στο διαδίκτυο με άθεους στίχους.

Στον υπολογιστή του μέλλοντος
θα ’μαι παρών.

Π.χ. η ιστορία θα γράψει

πως τα διαδίκτυα τα παίζω κομπολόι
— του πληθωρισμού τον καλπασμό
να ρίχνω στο μηδέν,
τα επιτόκια στο – 0%-
και τον ήλιο κονσέρβα τραγουδάω,
το παιδί, εγώ, του Σατανά

*Από τη συλλογή “δεν έχω visa για την ελευθερία”, Εκδόσεις “Άνεμος”, Αθήνα 2005.

Κατερίνα Γώγου, Θα γεννηθώ

1940. Σε λίγο. Θα γεννηθώ.
Και είκοσι πέντε ημερών, πίσω απ’ τις παλιές σιδερογραμμές
στο σινεμά “Λαού”. Βοτανικός εκεί. Μεταξουργείο. Κολωνός.
Πάλι πατέρας
με φροντίδα περισσή
στην αυλή
με πίεση στη μάνικα
θα φροντίσει να πάω από πνιγμό
γιατί ως γνωστόν
ήμουνα κορίτσι.
Απέναντι απ’ το σπίτι μας
γκαράζ που το’ χαν Γερμανοί
κι η μάνα μου έβαζε κινίνο στις ρώγες
να μη θηλάζω άλλο.
Μου είπε περήφανη πως το κατάλαβα
και το πρώτο το έφτυνα.
Όμως δεν έτρωγε
δεν είχε γάλα άλλο
όμως ήμουνα από πάντα μου μόνη μου

ήθελα εκεί να κοιμόμουν!

Τι θα γινόμουν άραγε, θεέ μου
αν δε μου ‘χες δώσει δώρο θυσίας
την ποίηση;
Από που, πως νεκρή ζωντανή, εδώ θα κρατιόμουν;

*Από τη συλλογή “Με λένε οδύσσεια”, 2002.