Τάσος Ρούσσος, Η νύχτα

I

Νύχτα, νύχτα, βάθος του έβένου
πίκρα μοναχή σαν κυπαρίσσι
κολυμπάει στις φλέβες μας ό κόσμος,
φεύγει καί γυρίζει γύρω άπό ’να
σκοτεινό κι άκίνητο μαγνήτη.

Όμως πάντα υπάρχει μες στο αίμα
μια φωνή τυφλή πού μάς ορίζει.
Τήν άκοΰς για λίγο, μά ύστερα τό ψέμα:
τα κομμένα χέρια μας πού ψάχνουν
άετούς γιγάντιους στον άγέρα.

Αγρυπνούμε στά βιβλία καί διαβαίνουν
τ’άστρα γυμνωμένα, ό κόσμος όλος
λαμπερός σά βότσαλο στον ήλιο.
Ένα φως σκληρό πού μεγαλώνει
καί μάς κρύβει τ’ άστρα καί τον κόσμο.

Δεν υπάρχει φως όπως τό βλέπουν
τά θαμπά μας μάτια. Είναι καθρέφτης
όπου άποδημούνε σαν πουλιά
οί αισθήσεις διψασμένες καί γυρίζουν
φορτωμένες μια πορφύρα μαύρη.

Έχουμε τά χέρια μας κι ύπάρχουν
δέντρα καί καρποί, κορμιά στον ήλιο.
Σέ σκιές άπλώνουμε τά χέρια,
δίνουμε τό σώμα μας στήν πίκρα.
Δεν υπάρχει φως. Αύτό πού λάμπει
καί σηκώνεται στα μάτια μας σά δέντρο,
σά βουνό καί σάρκα, είναι ό καιρός.
Ξέφυγε άπ’τά βάθη μας καί τώρα,
θήκες τού κακού, παραπατάμε
μες στις ίδιες μας στιγμές μονάχοι.

II
…………………………………………….
Σάρκα καί ψυχή. Σά γεννηθούμε,
μίσος άξεδιάλυτον ορίζει
κατοικία τής γής τον ούρανό.
Τό κακό περνάει σαν καβαλάρης
μες στις φλέβες πού άρχισαν να φέγγουν.
Παίρνει φως ή νύχτα, ξημερώνει
έρωτας, άγάπη καί καημός.
Οί άνθοί γεννιούνται όπως απλώνει
φλογισμένη ό ίλιγγος παλάμη,
δέρμα τής ζωής καί τού θανάτου.
Ξενυχτάει στά χέρια μας ή πλάση
λάμπουνε τα δέντρα σαν άστέρια
τα πουλιά βαστούνε τήν καρδιά μας.
Ύστερα χορεύει, σκοτεινός
με τά σάπια φύλλα ενας άγέρας.
Πέφτει ό ήλιος, ξίφος τροχισμένο,
στα κορμιά πού λάμπουν σά γυαλί.
Ίσκιος δεν υπάρχει να σωθούμε,
ζωντανοί νά γίνουν οί καθρέφτες.

Νύχτα, τής ψυχής βαθύ νερό,
θρόμβοι των άστερισμών άνοίγουν
τις πλατιές άκτές των ουρανών,
έρχονται πουλιά σά φλόγες κι όλο πέφτουν,
πέφτουνε στο γήινο χιόνι.

III

Θέλεις νά φωνάξεις, μά ή κραυγή σου
στο νερό βυθίζει πού θηλάζει
τον παλμό τής πλάσης καί τού ονείρου,
σκοτεινό κι άμίλητο νερό.

Ποιός ύπάρχει μέσα στο κορμί μας;
Ποιός μέσα στις πράξεις μας κι άνάβει
την πικρή φωτιά στο πρόσωπό μας;
Βλέπουμε κι άγγίζουμε τά πάντα,
ήλιε, σκοτεινέ γρανίτη πού είσαι;

Είμαστε κλεισμένοι, μες στη φρίκη
δεν μπορούμε, δεν την ξέρουμε, γιατί ’ναι
χέρι φωτεινό καί μας προσφέρει
λαμπερούς καρπούς, κορμιά πού θέλουν
ποταμούς αισθήσεων να χορτάσουν.

Νύχτα, ή νύχτα πρόσωπο τού χρόνου
κατοικία τού χρόνου κι ή καρδιά μας
πέφτει σά γεράκι σ’ ό,τι άγγίζει.
Είμαστε μονάχοι μες στή νύχτα
κι ό,τι ’ναι δικό μας μας χωρίζει
άπό μάς τούς ίδιους. Δεν άργεί
κάρβουνο να γίνει ή κάθε πράξη.

Κάποτε ξαφνιάζει την ψυχή μας
μια σοφή σιωπή πού σβήνει άμέσως.
Λάμπουμε για λίγο, μά καί πάλι
ό εγκόσμιος ρόχθος κι ή καρδιά μας.

IV

Σιωπηλά τά δέντρα καί βαραίνουν
οί καρποί, σταγόνες τού καιρού,
μες στο κούφιο σώμα πού σωριάζει
πλήθος τις στιγμές σά σταλαχτίτες.

Προτομές του χρόνου στή σειρά
τούς άνθούς κοιτάμε νά περνούν,
τά πουλιά νά σβήνουν στον άγέρα.
Ένα μαύρο ρούχο θά σφουγγίσει
το σκαμμένο μάρμαρο καί πάλι
στο θαμπό γρανίτη θά χαθούμε.
…………………………………………….
Φύλλωμα τού χρόνου ή νύχτα φτάνει
στά κλαδιά της φτερουγίζουν οί ποιητές
καί ραμφίζουνε το άσήμι καί το άλάτι.

*Από τη συλλογή “Ο ξεναγός και η νύχτα”, Εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1981.

Τάσος Π. Καραντής, Δύο ποιήματα

Απώλειες

Ας το παραδεχτούμε.
Χάσαμε τον εαυτό μας
κι απομείναμε
υπόδουλες σκιές.
Κόπηκαν οι λέξεις μας στα δύο
κι αιμορραγούμε
απ’ το στόμα.
Κόλλησε το όνειρο
στο μυαλό μας,
μες στη λάσπη μιας χημικής βροχής·
Πέσαμε στα γόνατα
γιατί δεν μάθαμε φαίνεται ακόμα
να ζούμε εικονικά.
Φιμωθήκαμε μ ένα χαμόγελο
και κλαίμε στα κρυφά
μη τυχόν και μας καταγράψουν
οι κάμερες.
Εξόριστοι είμαστε
από τη μνήμη μας
σε κατάσταση αφασίας
κι εγκωμιάζουμε
τη σήψη που μας κυβερνά
χαζεύοντας μ ένα τηλεκοντρόλ στο χέρι.

***

Παιδικά φαντάσματα

Γέμισε ο ουρανός
παιδιά.
Κλαμένα περπατάνε
μ’ ένα αστέρι στο χέρι τους.
Φωνή δεν έχουν,
την άφησαν
κάτω στη γη
κλειδωμένη
πίσω από τα παγωμένα τους χειλάκια.
Άδειασε ο κόσμος από τα λαμπερά τους βλέμματα.
δίχως φως
θα ’ναι πια
οι μέρες μας,
χωρίς χαμόγελα
θα σέρνεται
η ζωή μας
βουτηγμένη στη σκιά
ενός μαχαιρωμένου απ’ τα χέρια μας
ήλιου
βουλιαγμένου
σε μια λίμνη από αίμα.
Τυφλές θα ’ναι οι νύχτες μας
χωρίς όνειρα
και το αύριο.
ανέλπιδο
θαμμένο
κάτω απ’ τα ερείπια
της ανελέητα βομβαρδισμένης
ψυχής μας.
Τώρα θα φοβόμαστε
μέρα και νύχτα
τα φαντάσματα
γιατί θα φορούν σαν μάσκα
το δικό μας παιδικό πρόσωπο
καταματωμένο
και θα κλεινόμαστε
ερμητικά
στα διαμερίσματά μας
προσπαθώντας
να γλυτώσουμε
απ’ τα ίδια μας τ’ αβάσταχτα βογκητά
βάζοντας τις τηλεοράσεις μας
στην διαπασών.
Νέοι ήχοι
από πολεμικά αεροπλάνα
θα κατακλύζουν τώρα
τ’ αυτιά μας.

*Από τη συλλογή “Υπήκοοι”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2008.

Jacques Dupin, Le prisonnier – και ένα ποίημα της Ερμας Βασιλείου

Πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, στην αγαπημένη μορφή, στο Γάλλο ποιητή Ζακ Ντυπέν.

Terre mal étreinte, terre aride.

Je partage avec toi l’eau glacée de la jarre,

l.’air de la grille et le grabat.

Seul le chant insurgé

S’alourdit encore de tes gerbes,

Le chant qui est à soi-même sa faux.


Par une brèche dans le mur, 

La rosée d’une seule branche 

Nous rendra tout l’espace vivant,

Etoiles,

Si vous tirez à l’autre bout.

Ζακ Ντυπέν, Ο φυλακισμένος

Γη που δύσκολα αγκαλιάζεσαι, άγονη γη
μοιράζομαι μαζί σου το παγωμένο νερό της στάμνας
τον αέρα από τα σίδερα της φυλακής
και του κραβατιού.
Μόνο το επαναστατημένο τραγούδι
βαραίνει ακόμα απ’ τα κλωνάρια σου
το τραγούδι που ‘ναι στον εαυτό του το λάθος του

Από μια τρύπα στον τοίχο
Η δρόσος ενός μονάχα κλώνου
θα μας δώσει πίσω όλο το ζωντανό διάστημα
Αστέρια,
αν σύρετε στην άλλη άκρη.

*Μετάφραση: Έρμα Βασιλείου

***

Έρμα Βασιλείου, Δικιό

Δεν θα έπρεπε να ‘χα επίθετο…
όχι δικό, στην περίπτωση
θα ‘πρεπε να ‘χα ένα επίθετο
που θα ‘τανε δικιό
το δικιό δεν το παίρνεις με ταυτότητες γέννας
ή μ’ ένορκες δηλώσεις
είναι δώρο, εσωτερική περίπτωση
όρος που έπλασες επαναστατημένα
κι όχι από κοινωνική μονομεριά
πατέρα, άλλη αιτία ή σκοπό
γιατί ν’ ανήκεις εκεί που ανήκουν τόσοι όσοι το αξίζουν αλλιώς ένα όνομα;
Ν’ ανήκεις εκεί που ελπίζεις περισσότερο
πως αξίζει να σε ονομάζει, να σε θέλει τ’ όνομά σου,
στο σύνολο των αξιών που σε προικίσαν
διαλέγεις ό,τι το δυνατό σε καρτέρησε
που είν’ πιο μεγάλο ακόμα κι απ’ τη γέννα

…και στο βουνό θυσίασα ένα πρωινό τα πάντα
το αίμα έτρεξε πλαγιά-πλαγιά στα ζωηρά τα χρώματα
τα μάγουλα είχαν δόξες προηγούμενες
από φωνές που δεν ανήκαν σ’ άλλους
και τώρα εδώ, αγαπημένε μου, στείλε στον ουρανό
κάτι να λέγεται όσο
όσο να δώσει όνομα στη γλώσσα στίχου
που το βαθύ το σκότος το περνά σε φως, στο βάθος
του δικιού, ενός δικού μας ήλιου

Γιάννης Κοντός, Τρία ποιήματα

Ό ταξιδιώτης μέ τό μαύρο κουτί

Αύτό τό άσπρο πρόσωπο,
το βαμμένο μέ στουπέτσι,
σάν φεγγάρι, σαν παπούτσι,
έρχεται από μακρια.
Περπάτησε δρόμους καί δρόμους
γιά νά φτάσει στά μέρη μας.
Περπάτησε ποιήματα,
δάση καί θάλασσες
γιά νά έρθει κοντά μας.

Τά σκούρα μάτια του,
μπάλες μπιλιάρδου.
Ό χρόνος, στέκα
μέ άκμή τή συγκεκριμένη
στιγμή, καί τό παιχνίδι
παίζεται παντού με επιτυχία.

Καί όπως τό φως πέφτει
άπαλά στίς λεμονιές, εμείς
τρώμε σοκολάτες γελώντας
καί ξέροντας τί μάς περιμένει.

***

Εύοσμη μέρα άρχίζει

Τί προπονητής θανάτου
είναι αυτή ή θάλασσα,
όπως τήν παρατηρώ από το σπίτι μου,
κάθε πρωί, καθώς βάζω τό πουλόβερ
το μαύρο, τό χθεσινό.
Καί ενώ τό κεφάλι μου
είναι στή λαιμόκοψη-στή λαιμητόμο,
σκέπτομαι οτι δεν ύπάρχει τίποτα
γύρω μου — ας έπιμένουν άνθρωποι,
αισθήματα καί άντικείμενα –
Θάλασσα δε βλέπω
γιατί μένω σέ βουνό
καί γύρω είναι λαγκάδια τα σκοτάδια.
Μπορεί τό χυμένο μολύβι και ο ουρανός
νά κάνουν αύτόν τόν άντικατοπτρισμό
τού φόβου καί νά ξεγιελιέμαι.

***

Λανθασμένες ταυτίσεις

στη Νατάσα Χατζηδάκι

Δύο κορίτσια μέ κοιτάνε επίμονα
καί μού μιλούν
μέ πυκνά επίθετα.
Φοράνε άσπρα καπέλα
καί από τό στόμα τους
τρέχουν λουλούδια
οπως στόν πίνακα τοΰ Μποτιτσέλι.
Τραβάω τήν καρέκλα
πρός τό μέρος τους
καί άκούγεται ό θόρυβος
μέχρι τήν Αγγλία.
Γιατί ήτανε Άγγλίδες
μέ κόκκινα μαλλιά,
μέ φακίδες στήν πλάτη
καί ήτανε σάν πνιγμένες
στό νερό, ακίνητες, ωραίες.
Έκεί όμως πού φώναζα
«έεε… τί γίνεται έκεί κάτω;»,
άπλωσαν τά μικρά τους χέρια
καί μέ παρέσυραν στήν ύγρή ήσυχία,
νομίζοντας πιθανώς οτι είμαι
ό Έντγκαρ Άλλαν Πόε.

*Από τη συλλογή “Στο γύρισμα της μέρας”, Εκδόσεις Κέδρος, Σεπτέμβρης 1992.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποιήματα

Τα σύννεφα ενώνονται
Γίνονται σκάλες
Διάφανες μπάλες
Αναπηδούν στον ορίζοντα.

***

Ανταλλακτήρια χρυσού κατά μήκος της Εγνατίας
Η ροή των αυτοκινήτων με το σταγονόμετρο
Σε κάθε φανάρι ναρκωμένα παιδιά, άδειες βιτρίνες, ενοικιαστήρια.
Μέρος της ασφάλτου, σ’ αδιάκοπα μονά ζυγά
Εναλλασσόμενα στους χρόνους, χωρίς υπόμνηση ονόματος
Γλιστρώ ανάμεσα στις χαραμάδες.
Είμαι η αιώνια σκόνη των καταθλιπτικών κτιρίων.

***

Το ελληνικό σχολείο…
Των εξουθενωμένων μαθητών
Όπου κι εσύ θα συλλαβίσεις
Στίχους μεγάλων μας Σαλαμοποιητών…

***

Παραγιός άλλου Θεού
Κρύο φως πλοίου φορτηγού
Σε ομίχλη λιμανιού
Είδωλο ίου Θερμαϊκού.

Τεφρή σκόνη του καιρού
Σε τιμόνι καραβιού Γύρω,
θάνατος παντού
Και μια πόρνη πασπαρτού.

Στήθη στρογγυλά, μεστά
Ήβη, άσβεστη πυρά!
Τρεις σπονδές για επιστροφή
Μεσοχείμωνο, γιορτή.

***

Ξαμολημένοι, απολυμένοι…
Είμαστε λεύτεροι να τρέξουμε!
Εκεί που θάνατος μας περιμένει…
Κι ο κυνηγός, για να τον τέρφουμε!

***

Ξάπλωσε πια στη χλόη, καπετάνιο
Δεν πρόκειται να ξαναπροδοθείς
Φόρα το σκούφο σου, για να δεξιωθείς
Κι όλους τους φίλους εκεί πάνω…

Πάει και το επίδομα!
Μόνο έμεινε το βίδωμα…

Κερνούσες μπύρες
Όταν πέρασες…

Πήρες χαρτί!
Μ’ Αγίου μορφή
Μα κακογέρασες.

***

Θα ‘ναι βροχή…
Θα ‘ναι υγρασία κι ομίχλη.
Οι σκίουροι θα ξεμυτίζουν
Πίσω απ’ τα δέντρα.
Οι καμινάδες θα καπνίζουν
Στα αγροτόσπιτα.
Ατάραχα οροπέδια θα ποτίζονται
Και θα μουσκεύουν.
Κάπου, η γιαγιά θα αφηγείται
Ιστορίες απ’ τα νιάτα.
Δίπλα της, ο παππούς σκυφτός
Θα μου χαμογελά καλοσυνάτα.

*Από τη συλλογή “Ευλύγιστες μελαγχολίες”, Εκδόσεις Vakxikon, Μάιος 2014.

Τζούτζη Μαντζουράνη, Τρία ποιήματα

“ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΑΝΑΡΙ.”

Σταματημένη στο φανάρι

Στην κίνηση της Κηφισίας.

Άλλη μια μέρα χωρίς αποτέλεσμα,

ακόμα μια μέρα 

σαν τη χτεσινή
ή μήπως χειρότερη;

Ανάβει το πράσινο μα κανείς δεν κουνιέται

όλα έχουν μείνει παγωμένα 
στην ίδια θέση.

Πλησιάζεις το παράθυρό μου

με το χέρι σου 
δειλά προτεταμένο.

Μη μου ζητάς ελεημοσύνη ρε φίλε,

μόνο απελπισία έχω πια

να σου δώσω…

***

ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ…

Κάποια μέρα θα φύγεις πάλι.
Έτσι ξαφνικά,
όπως μπήκες στη ζωή μου,
θα χαθείς…
Θα μου μείνει η γεύση του φιλιού σου
στα χείλη μου
και η θολή ανάμνηση
από τα βράδυνά μας γέλια
πάνω στο κρεβάτι…
Κάποια μέρα θα φύγεις.
Δεν θα το ’χεις θελήσει εσύ,
Εγώ θα σε διώξω…

***

“ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ”…

Οι Λέξεις πρώτα,

τα Μάτια ύστερα

μετά, τα Χείλια…

όλα ένα μεγάλο χαμόγελο.

Και τέλος,

το Άγγιγμα.

Ενός κορμιού,
που είχε ήδη παραδώσει τη ψυχή του…

*Από τη συλλογή “Καφές και τσιγάρα”, Εκδόσεις Φίλντισι. Η ποιήτρια διαχειρίζεται το ιστολόγιο https://pitsiloti.blogspot.com

Γιώργος Αναγνώστου, Δύο ποιήματα



Διασποράς Νοήματα

Τόνους αέρα εκτοπίζει
η απογείωση
-αγαπή
βαρύ το κενό
-φιλια
έκκεντρης πλέον γλώσσας.

Σύμφωνα με νόμους βαρύτητας
απομακρύνουν το Ε1.
Βενιζέλος, σύννεφα μεταφοράς
αραιώνουν μιλιά ανά
defteroleπto.

Air vacuum
αναφωνήματα ααα όι ωχ! συνωστισμός
φωτάκια στις 5 Η, 7Ν,
12Ε, 8S-όσο μπορώ
να διακρίνω-φωτίζουν γαλόνια
διεσπαρμένου αλφαβήτου στροφές
στροβίλων άπληστα
γέρνουν γλώσσα.

-Αγάπη ακούς;
Φιλιά
χθεσινής νύχτας δαγκώστε
διασποράς συναρμολόγηση:

«Soi ΝΕα Ηχώ, α!α»cou p-
εράσματα
σύνορα διασχίζεις
συνόνειρα φορειν
for reign
αντίβαρα κανονικότητας
-πρόσφερε
αγάπη μου βροχή
προφορές!

***

Της Διγλωσσίας. Της Γλώσσας.

1.
Ένα ακόμα μπερδεμένο παιδί της
Διασποράς… Φορτώθηκε έτσι το
μεγάλο μπελά (για ένα συγγραφέα)
της διγλωσσίας. . .

-Καίη Τσιτσέλη (αυτοβιογραφούμενη)

Διγλωσσία,
άντε τώρα τα τρυγίσεις
τα… ορυχεία σου

2. «πως πέρασα τρελή στην ξενιτιά»
-Β. Τσιτσάνης

Ξενιτιά: τρέλα alert

3.
στου λεξικού τον οίκο
βρήκα μέθη βρήκα οίνο
βρήκα κι ένα γιώτα
που αν το είχα φανταστεί
μ’ ένα όμικρον και πρόσθετα το χι
θα μαρσάριζα με γιόταχι
πρόζα και ποιητική
υπογεγραμμένες χιαστή!

*Από τη συλλογή “Γλώσσες Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής”, Εκδόσεις Ενδυμίων, Απρίλιος 2016.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Κλαρίτες πάντα

Τι κι αν
ο εφιάλτης κολυμπά στο αίμα μας
αλύπητα μας ξεσκίζει ο καιρός
και λιώνουμε ως το μεδούλι

αργά ξεφυτρώνουμε
σαν τον υδράργυρο
όπως το σπίθισμα της λάμπας
στον έρημο δρόμο

ακροβατώντας πάνω σε ίνες λεπτές
διαβάζοντας φύλλα κατάξερα
μέσα σε ρωγμές
και χαραμάδες

γυμνοί
θεόγυμνοι

για μια ανάσα
για ένα τράνταγμα
για ένα φιλί

κλαρίτες πάντα.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και το βλέμμα εκείνης της γάτας

Ήταν εκείνο το πρωινό, όταν δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι κι ας ήταν το σώμα του ακόμα γερό, που ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Ξαπλωμένος, σκεπτόμενος όλα όσα τον περιμένουν εκεί έξω, σκεπτόμενος πως θα πρέπει και πάλι να σφίξει τις παλάμες του και την έκφραση στο πρόσωπο του πριν βγει από το σπίτι (προσπαθούσε και τώρα να σφίξει την έκφραση στο πρόσωπο του, μα του ήταν αδύνατον· ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσε να σηκωθεί), θυμήθηκε εκείνη την αδέσποτη γάτα: Tόσο άρρωστη που είχε φοβηθεί να την αγγίξει. Η γάτα είχε βρεθεί αναπάντεχα μπροστά του δυο μέρες πριν, σε κάποιον έρημο δρόμο – ακίνητη, ζωντανή, καθιστή. H γλώσσα της κρεμόταν έξω από το στόμα, και ο κύριος Παπαδημητρίου δεν είχε κανέναν τρόπο να ξέρει ότι με ένα του άγγιγμα το ζώο δεν θα ξεψυχούσε. Μα ακόμα κι αν η γάτα ήθελε το άγγιγμα· ο κύριος Παπαδημητρίου δεν ήξερε πώς ν’ αγγίξει τον θάνατο, ο κύριος Παπαδημητρίου μόλις που μπορούσε να στοχαστεί τον θάνατο.

Εκείνο το πρωινό, η γλώσσα του κύριου Παπαδημητρίου δεν ήταν έξω από το στόμα, οπότε υπήρχαν σημαντικές διαφορές ακόμα ανάμεσα σ’ εκείνον και τη γάτα. Το βλέμμα του, όμως, ήταν ολόιδιο. Το ήξερε χωρίς να χρειαστεί καθρέφτη. Ναι, δεν είχε μόνο εκείνο το πρωινό το ίδιο βλέμμα – το είχε συνέχεια αν δεν έσφιγγε την έκφραση στο πρόσωπο του, αν έστω για λίγο ξεχνιόταν.

Κι έτσι, θυμήθηκε τη γάτα, θυμήθηκε την ντροπή του σαν έφυγε χωρίς να τη βοηθήσει, και θύμωσε με τη γάτα – αφού η γάτα ήταν καλά. Εκείνο το πρωινό, ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Η γάτα ήταν καλά. Η γάτα είχε αποκτήσει αυτήν την έκφραση για να τον κοροϊδέψει. Τον είχε δει να περπατά πριν τη δει, και είχε αποφασίσει να τον μιμηθεί για να τον κοροϊδέψει. Εκείνο το πρωινό, ο κύριος Παπαδημητρίου κατάλαβε. Ήταν το βλέμμα του στο βλέμμα της γάτας· ήταν αυτός ο λόγος που φοβόταν να την αγγίξει.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Νικόλας Ευαντινός, Από το ανοιχτό κρανίο της Γένοβα στο ανοιχτό στέρνο των Εξαρχείων και πάει καίγοντας…

Ανάμεσα από τις στιλβωμένες μπότες
του αόμματου Νόμου,
περνά το βλέμμα του Χρόνου…
μια κόκκινη λίμνη
ξεχυμένη από κρανίο ανοιγμένο, φωσφορίζει.
Εκεί βουτούνε τα πουλιά το ράμφος τους
για να λαμπαδιάσουν για πάντα
σε κάποια γωνιά τ’ ουρανού.
Στάχτη η βροχή μας καλέ μου….
Μια μάνα με δαύτη ραντίζει το κεφάλι της
βουβή και λυγισμένη.
Κοιτάζει τις σκοτεινές φοράδες μέρες
να καλπάζουν προς τα παιδιά
– μην πλησιάζετε, θα σας καταξεσκίσουν!
Εκείνα δεν ακούν, παιδιά είναι σαν τον άτριχο Gregory
με τα δεκαπέντε διαφορετικά χαμόγελα,
τα δεκαπέντε “χαίρε” στον ξεδοντιάρη ήλιο,
τις δεκαπέντε ντρίπλες με την πορτοκαλί μπάλα της τρέλας
τα δεκαπέντε ορθογραφικά λάθη σε μια έκθεση
τις δεκαπέντε πρόβες για το πρώτο φιλί.