ήταν ανελέητος
εξόντωσε τον
αδελφό του και
όλα είχαν αρχίσει
η αγριότητα του
δεν θα έφευγε
ποτέ
τον έλεγαν
«η μάστιγα του Θεού»
οι ικεσίες τους
πάντα μάταιες
καθώς εκείνος
ισοπέδωνε πόλεις
διέλυε στρατούς
δημιουργούσε αυτοκρατορίες
για να πεθάνει
από μια αιμορραγία
στη μύτη
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Πάνος Ιωαννίδης, Το Όπλο του Ποιητή
καθώς βάδιζα αμέριμνος
μέσα στη βροχή
έπεσα πάνω του
το βλέμμα μου αντίκρισε ξαφνικά
το μοναδικό του μάτι
ήταν σκοτεινό χωρίς κόρη
ενώ η ίριδα στραφτάλιζε στο βάθος
σαν ζωή έτοιμη να χαθεί ανά πάσα στιγμή
για κάτι που δεν πιστεύει αλλά το ζει
το όπλο με κοίταξε με τη σειρά του
έχω τόσα να σε ρωτήσω είπε
αλλά δεν προλαβαίνουμε
οφείλω να σε πάρω μέσα μου
είναι στη φύση μου μη με παρεξηγείς
εκτός και αν με κάνεις δικό σου
μελάνι έχω μπόλικο αποκρίθηκα
χύνεται στου ποταμού την όχθη
όμως για σφαίρες έχω λέξεις
θα σε γεμίσω και θα χτυπάς
στο ψαχνό των στιγμών
το όπλο εκπυρσοκρότησε
από την ταραχή του
και η σφαίρα έγραψε στο χέρι μου
τη μοίρα του ποιητή
*Από τα “Ποιήματα της στιγμής και άλλες ουτοπικές ιστορίες”.
Linda King, Αυτόχειρες
Ο Μπέρυμεν πήδησε από μια γέφυρα
Ο Χεμινγουέι το ’κανε με μια καραμπίνα
Η Τζάνις Τζόπλιν με μια σύριγγα
Η Μέριλυν Μονρόε κατάπιε χάπια
Κι ο Τζέιμς Ντην χρειάστηκε ένα σπορ αμάξι
Ο άντρας της Εύας κρεμάστηκε στο γκαράζ
τη μέρα των γενεθλίων της, αυτό ήταν το
δώρο του. Όταν εκείνη άνοιξε την
πόρτα του γκαράζ, κατάλαβε ότι
για πρώτη φορά στη ζωή της έπρεπε
να παρκάρει τ’ αμάξι στο δρόμο.
Ο Ντάρβιν Μάρτιν το έκανε
με μια σφαίρα των 22 χιλιοστών,
μάτωνε σαν χοίρος που τον σφάζανε,
είπε στη μάνα του να τον πάει στο σπίτι του αδελφού του
που είχε μια κυνηγετική καραμπίνα
να του ρίξει τη χαριστική βολή.
Η φιλενάδα μου το προσπάθησε με ασπιρίνες
γιατί ο γκόμενος δεν ήθελε να την παντρευτεί,
και την παντρεύτηκε,
τώρα εκείνη πάει και ξενογαμιέται.
Ο Ντόουν μ’ έχει πάρει τουλάχιστο πέντε φορές τηλέφωνο
για να με αποχαιρετίσει τελεσίδικα.
Δύο ερωτευμένα παιδιά στη γειτονιά
ενώσανε ένα λαστιχένιο σωλήνα στην εξάτμιση
κρεμάσανε την άλλη άκρη μέσα στ’ αμάξι, γιατί
δεν θέλανε οι γονείς να τους παντρέψουνε.
Ο Πήτερ Ντούελ κάτω από ένα χριστουγεννιάτκο
δέντρο έκανε ένα τσαφ και πάει
Η Σύλβια Πλαθ εχωσε το κεφάλι της στο φούρνο του γκαζιού,
το τελευταίο της βιβλίο βρίσκεται αυτή τη στιγμή
στα μπεστ σέλερ, ο Τζωρτζ Σάντερς στα 75 του
φρόντισε να τελειώσει, γιατί είχε βαρεθεί.
Ο Μπουκόβσκι λέει ότι θα ’χε σαλτάρει
πριν καιρό από κανένα βράχο στο Σαν Ντιέγκο
αν δεν είχε μπλέξει
με τόσο άσχημες παρέες εκεί κάτω.
Σίγουρα, συχνά έχει κανείς τις μαύρες του,
στενοχώρια, δυστυχία, πόνο, λόγους
πολλούς. Συχνά πυκνά κάποιος οικτίρει τον εαυτό του
ή να ξεφύγει από κάποιον, τη φίλη, την αδελφή,
την ερωμένη ή και την ίδια του τη μάανα.
Ή θελει να τον βάλουνε
πρωτοσέλιδο ή μπορεί κάποιους
να θέλει να σοκάρει.
Η αυτοκτονία είναι κατά κάποιο τρόπο ξεδιαντροπιά
-μολονότι ο αυτόχειρας βγάζει το εαυτό του
εκτός κυκλοφορίας- δεν έχω κατανόηση γι’ αυτήν,
δεν νιώθω οίκτο, μα ούτε κι ενοχές…
σiγouρα το νεγονός με συνκλονίζει
αλλά πάνω απ’ όλα με εξοργίζει
-ναι, ακριβώς αυτό είναι που νιώθω, οργή.
Ακόμη και σήμερα νιώθω οργή για τον Τζίμυ Ντην,
αν κι έχουν περάσει είκοσι χρόνια.
Νιώθω οργή για τη Μέριλυν Μονρόε,
τη Τζάνις Τζόπλιν. Νιώθω οργή
για τον Χεμινγουέι. Θα ‘θελα να διαβάσω ένα του βιβλίο
για την τρέλα. Οργή νιώθω
για όλους τους. Δεν μπορώ να συνηθίσω
στην ιδέα του ψόφου.
*H Linda King γεννήθηκε στο Μπούλντερ της Γιούτα το 1940. Είναι ποιήτρια, ηθοποιός, θεατρική συγγραφέας, ζωγράφος και γλύpτρια. Έχοντας στο παρελθόν αναλωθεί από δουλειά σε δουλειά, τα τελευταία χρόνια ζει από την ποίησή της και πουλώντας τους πίνακες και τα γλυπτά της. Τη δεκαετία του 1970, η King εξέδιδε το περιοδικό «Purr».
**Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβριος 2013.
Patti Smith / Tom Verlaine, Η Νύχτα
i
η ψυχή μές στή μορφή τού νέου άντρα
ντυμένου μ/ ένα παλτό γάλατος…
η καρδιά μές στή μορφή τού γκόμενου του —
ένα ευαίσθητο αγόρι μ/ μπλε δέρμα…
η νύχτα μές στή μορφή τής νέγρας
πού ρίχνεται απροσδόκητα στά κοιμισμένα παιδιά
καί τά κάνει σκλάβους της.
ii
Μαγνητική ακαταστασία!
Βασανιστική εκπνοή! Αναπνέω καί αναπνέω
σάν ένα καμπαναριό πού καταρρέει! Τό παλιό Στύλ
μέ σκεπάζει σάν μιά κουβέρτα από βελόνες.
iii
νυχτερινό χιόνι, σμάλτινοι λόφοι πασαλειμμένοι μ/ αίμα.
τό θύμα γδύθηκε, στολίστηκε μ/ ρούχα από
χιλιοτρυπημένες πετσέτες, σκέτοι λόφοι διάσπαρτοι μ/ μωρά
πουλιών, παιδιά μ/ άτσαλα χέρια σκύβουνε καί
τ’ αρπάζουνε αλλά τά εύθραυστα κρανία σπάνε
σάν κρυστάλλινο σκαλιστό παλάτι, τό θύμα εξετάζει
λεπτά διχτυωτά από παγωμένες μεμβράνες τότε μ/
βουβή φρίκη χειρονομεί πρός τά παιδιά.
παιδιά, τόσο καταχθόνια είναι απόλυτα
γνώστες τής δύναμης τους. παιδιά, τόσο
εύχερα. βγάζουν εύκολα βολβούς ματιών απ’ τις
τρύπες τών νωπών’ ρόζ προσώπων τους καί τά στέλνουν
νά πετάξουν στόν αέρα σάν σέ μιά βεντέττα από μικροσκοπικές
χιονόμπαλλες…
iv
Ωχ όχι όχι πάλι αυτό
Κανένα πρότυπο. Καμιά θερμοκρασία.
Είναι τό ανικανοποίητο απελπισία;
Βιολιά στή νύχτα.
v
το θυμα ψηλαφεί αθόρυβα μέσα στην καρδιά τής χιονοθύελλας
τώρα τυφλωμένο απ τά χιόνια είναι απίθανο νά ξαναποκτήσει
το δερμάτινο σακκούλι πούχει μέσα αυτί καί γλώσσα.
vi
Η απόγνωση προσελκύει ιό υπερφυσικό. Ο γέρος πηδάει έξω απ’ τό
παράθυρο για νά βρει τόν εαυτό του αβαρή και γελαστό. Τό παράθυρο
είναι τώρα ένα πελώριο ζευγάρι χείλια που σφυράνε <“Αντε κουνήσου,
κάνε κάτι”. Ο γέρος δεν μπορεί να βρει το κορμί του αλλά αναγνωρίζει
τη φωνη του. Ο γέρος βρίσκει τέτοιες προσταγές ανιαρές
“Είχες την ευκαιρία σου”
Ο γέρος γέρνει έξω από τό παράθυρο καί απορεί.
vii
πυροτεχνήματα, παιδί στό περίγραμμα τού παραθύρου, τά νεύρα στό
πρόσωπο του τεντώνονται μέ κάθε θρόισμα καί τρίξιμο, τά ρουθούνια
του— τρίγωνα ζαρωμένα, τά μάτια του διασταλμένη μπλε φλόγα,
ένα άγριο κουνέλι στό παράθυρο, μπλαστρωμένο κεφάλι ψαριού πού
λικνίζεται, δάχτυλα καί πρόσωπα σκάνε στις φλόγες, ξέρει ότι τού
βάλανε μικρές φωτοβολίδες στά παπούτσια, τις νιώθει νά σκίζουνε
τήν ψύχα τών ποδιών του αλλά δέν σαλεύει, κάθεται στό περίγραμμα
τού παραθύρου παρατηρώντας τά παιδιά νά κομματιάζονται στις φλόγες.
viii
Εσωτερικά συμβάντα βάζουνε στό μάτι τόν πόθο του.
Οί χορδές δέν είχανε αρχίσει τό
μοιραίο τους χαλάρωμα.
Μ’ ένα σήκωμα τών ώμων
σπάει τό ποτήρι στά χέρια του.
*Patti Smith / Tom Verlaine, Η Νύχτα, Εκδόσεις: mu…
**Τα ποιήματα αυτά εκδόθηκαν σε “μετάφραση / εξώφυλλο / και υπεύθυνος / απ’
την ανάποδη Αντρέσς Μάχος – αγνώστου διαμονής”.
Κατερίνα Ζησάκη, Δύο ποιήματα
ΑΝΘΗ
ανθεί η Ανθή
στο ανθισμένο δάπεδο
μέσα απ’ τα δάκρυά της κλαίει
για τη λυπητερή συμφορά που
– σύμφωνα με έμπορους και μαστόρους –
τη βρήκε βρεγμένη
κατάβρεχτη
δηλαδή το βρακί της
ενώ “βρε βρε έαςάγγελος” φώναζαν όλοι
ανήγγειλαν τον ερχομό της
στο συρφετό των αρσενικών
που άρδην παλινδρομούσαν για χάρη της
– Χάρη – στον ξέπλεκο δρομο
δρούσαν ανάλογα κι οι κορασίδες
δεν πήγαιναν πίσω
αφηνιασμένα τα άλογα
και πώς να σου τα ζέψω
μες στη λαχτάρα που λαίμαργα
σε – κάτω από το λαιμό
τον αφαλό – καταβροχθίζει
εννοώ της Ανθής το παχύρρευστο δάκρυ
που όταν στάζει
σαν για να παρηγορηθεί
καβαλάει το κρεβάτι
καβαλάει το σεντόνι
το μαξιλάρι
το δάχτυλο
ανθεί η Ανθή
γλείφει το ανθισμένο δάπεδο
αν δεν την είδατε
δεν είδατε ποτέ σας τίποτα
κορίτσια και αγόρια
τι πάλη
τι έξαρση
τι παρηγόρια
***
Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
ο πεθαμένος ποιητής βρίσκεται ακόμα
μες στο συρτάρι του γραφείου του
πάνω απ’ τις κόλλες
πίσω απ’ τη φούντα (της ουράς της γάτας του)
και δίπλα απ’ το περίστροφο
που είχε ξεσκονίσει κάποτε ν’ αυτοκτονήσει
μα τον πρόλαβε το γήρας
τι λέτε ρε
ο πεθαμένος ποιητής χορεύει μες στο στόμα σου
κάθε που ουρλιάζεις
κάθε που “σύντροφοι”
κάθε που “κι άλλο κι άλλο κι άλλο”
ξαπλώνει μέσα στο δέρμα που γδέρνουν
τα νύχια σου γιορτάζοντας ή πενθώντας
σέρνει τις σόλες των παπουτσιών σου
κάθε που τριγυρνάς χαμένος
ο ποιητής
ο πεθαμένος
μια απούσα παρουσία ζωντανή
φάντασμα μες στο σώμα
και πού και πού σκουντάει τον γραφιά
που μέσα στο συρτάρι του γραφείου του
βρίσκεται ακόμα
*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 8, Καλοκαίρι 2017, του περιοδικού “Θράκα”.
Πιερ Πάολο Παζολίνι, Ποιήματα
Μια απελπισμένη ζωντάνια
VIII
«Ήρθα στον κόσμο την εποχή
Της Αναλογικής.
Δούλεψα
Σ’ αυτό τον τομέα σαν μαθητευόμενος.
Ύστερα ήρθε η Αντίσταση
Κι εγώ
Αγωνίστηκα με τα όπλα της ποίησης.
Αποκατέστησα τη Λογική, και ήμουνα
Ένας πολιτικός ποιητής.
Τώρα είναι η εποχή
Της Ψυχαγωγικής.
Μπορώ να γράφω μόνο προφητεύοντας
Συνεπαρμένος με τη Μουσική
Από περίσσεμα σπόρου ή συμπόνιας».
«Αν τώρα επιβιώνει η Αναλογική
Κι έχει περάσει η μόδα της Λογικής
(μαζί κι η δικιά μου:
Κανείς δε μου ζητά πια ποίηση), υπάρχει
Η Ψυχαγωγική
(εις πείσμα της Δημαγωγίας
Που πάντα είναι περισσότερο κυρία
Της καταστάσεως).
Γι’ αυτό
Μπορώ να γράφω για Θέματα και Θρήνους
Ακόμη και Προφητείες
Σαν πολιτικός ποιητής, α, ναι, πάντα!».
«Όσο για το μέλλον, άκου:
Οι γιοι σου οι φασίστες
Θ’ απλώσουνε πανιά
Για τους κόσμους της Νέας Προϊστορίας.
Εγώ θα στέκομαι εκεί,
Σαν κάποιος που ονειρεύεται το χαμό του
Στις όχθες της θάλασσας
Απ’ όπου ξεκινά η ζωή.
Μόνος, ή σχεδόν μόνος, στην παλιά παραλία
Ανάμεσα σε χαλάσματα αρχαίων κοινωνιών,
Τη Ραβέννα
Την Όστια, ή την Βομβάη – είναι το ίδιο –
Με θεούς που ξεφλουδίζουν, προβλήματα παλιά
Όπως η πάλη των τάξεων –
Που
Διαλύονται…
Σαν ένας παρτιζάνος
Που πέθανε πριν το Μάη του ‘45
Θ’ αρχίσω σιγά σιγά ν’ αποσυντίθεμαι
Μέσα στο εκτυφλωτικό φως αυτής της θάλασσας,
Ποιητής και πολίτης ξεχασμένος».
ΙΧ
(επίλογος)
«Ω Θεέ μου, μα τότε τι έχετε στο ενεργητικό σας;…»
«Εγώ; – (ένα τραύλισμα, ο άθλιος δεν πήρα το ηρεμιστικό,
Τρέμει η φωνή μου σαν άρρωστου παιδιού) –
Εγώ; Μια απελπισμένη ζωντάνια».
*Από τη συλλογή “Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου”, Εκδόσεις Τυπωθήτω.
Κοινωνικό άσμα
Τα μάγουλά τους ήταν δροσερά και τρυφερά
Κι ίσως να τους τα είχαν φιλήσει για πρώτη φορά.
Αν τους έβλεπες τις πλάτες, όταν τις γύριζαν
Για να επιστρέψουν στο νεανική αγέλη, έδειχναν μεγαλύτεροι,
Με τα παλτά ριγμένα πάνω σε καλοκαιρινά παντελόνια.
Η φτώχεια τους έκανε να ξεχνάνε πως είναι βαρυχειμωνιά.
Οι γάμπες στραβές κι οι γιακάδες ξηλωμένοι, ίδιοι
Με τους μεγαλύτερους αδελφούς τους, κι ήδη απαξιωμένους
Πολίτες. Αυτοί ωστόσο θα παραμείνουν για κανά δυο χρονάκια
Εκτός συναγωνισμού. Τίποτα δεν μπορεί να σε προσβάλλει,
Σε όποιον δεν μπορείς να τον αποτιμήσεις. Όσο και να το κάνουν
Με τόση, απίστευτη φυσικότητα, άλλο τόσο προσφέρονται στη ζωή.
Και η ζωή με τη σειρά της τους αποζητάει. Φαίνονται και είναι έτοιμοι!
Ανταποδίδουν τα φιλιά, γεύονται το καινούριο.
Φεύγουν μετά, ατσαλάκωτοι όπως ήρθαν.
Επειδή όμως εμπιστεύονται απόλυτα αυτή τη ζωή
Που τους αγαπάει όλους,
Δίνουν όρκους γεμάτους ειλικρίνεια, υπόσχονται
Ένα προσεχές μέλλον γεμάτο αγκαλιές αν όχι και φιλιά.
Ποιος θα κάνει την επανάσταση-αν είναι να γίνει-
Εκτός από αυτά τα παιδιά; Πέστε το: είναι
Έτοιμα,
Όλα με τον ίδιο τρόπο, έτσι όπως σε αγκαλιάζουν,
Έτσι όπως σε φιλούν, με την ίδια μυρωδιά στα μάγουλα.
Το πιστεύω τους όμως δεν θα θριαμβεύσει στον κόσμο.
Ο κόσμος το έχει ήδη καταδικάσει στην αφάνεια.
Οι στάχτες του Γκράμσι
III
Ένα κομμάτι κόκκινο πανί, όπως αυτό
που έδεναν στον λαιμό τους οι παρτιζάνοι
και κοντά στο δοχείο της στάχτης, στην κερωμένη γη
το διαφορετικό κόκκινο δυο γερανιών.
Εκεί κείτεσαι, παράνομος, καταγεγραμμένος με άτεγκτη κομψότητα
μη καθολική, ανάμεσα σε ξένους
νεκρούς. Οι στάχτες του Γκράμσι…Ανάμεσα στην ελπίδα
και την παλιά μου επιφυλακτικότητα, σε πλησιάζω
πέφτοντας σ’ αυτό το αποψιλωμένο θερμοκήπιο, μπροστά
στον τάφο σου, μπροστά στο πνεύμα σου, ζωντανό ακόμα
εδώ κάτω, ανάμεσα στους λεύτερους. (Ή είναι κάτι
άλλο, ίσως πιο εκστατικό
ακόμα και πιο ταπεινό: μια μεθυσμένη,
εφηβική συμβίωση του σεξ και του θανάτου..)
Και στην γη αυτή όπου το πάθος σου ποτέ
δεν έχασε την έντασή του, νιώθω πόσο εσφαλμένος
–εδώ, ανάμεσα στην ησυχία τούτων των τάφων–
αλλά και πόσο σωστός –στην ανήσυχή μας μοίρα–
υπήρξες, καθώς έγραφες τις τελευταίες σου
σελίδες τις μέρες της δολοφονίας σου.
Εδώ, μαρτυρώντας για τους σπόρους,
ασκόρπιστους ακόμα, της αρχαίας τους κυριαρχίας
κείτονται αυτοί οι νεκροί, παραδομένοι σε μια απληστία
που μες στους αιώνες θάβει την αισχύνη της
και το μεγαλείο της· και την ίδια ώρα
μαρτυρά το τέλος της: αφιονισμένο χτύπημα
των αμονιών, πνιγμένο, θρηνώντας
απαλά, έρχεται από τις φτωχογειτονιές.
Και εδώ στέκομαι εγώ…φτωχός, ντυμένος
ρούχα που οι φτωχοί θαυμάζουν στις βιτρίνες
για το χοντροκομμένο τους αστράφτισμα
και που τα βρώμικα σοκάκια και τα καθίσματα
των τραμ (που τη μέρα μου θαμπώνουν) ξεθώριασαν
Ενώ, όλο και λιγότερο συχνά
αυτές οι στιγμές έρχονται να διακόψουν το βάσανο
του να είμαι ζωντανός· και αν τύχει
να αγαπώ τον κόσμο, είναι μια αφελής
βίαια, αισθησιακή αγάπη, όπως
όταν ήμουν ένας έφηβος συγχυσμένος
τον μισούσα, και τα μπουρζουάδικα κακά του
πλήγωναν τον μπουρζουά εαυτό μου: και τώρα, διχασμένος
μαζί σου, δεν μοιάζει ο κόσμος
άξιος μόνο εχθρότητας και μιας μυστικιστικής
σχεδόν περιφρόνησης;
Όμως χωρίς την στιβαρότητά σου επιβιώνω γιατί
δεν διαλέγω. Ζω στην μη-θέληση
των νεκρών μεταπολεμικών χρόνων: αγαπώντας
τον κόσμο που μισώ, περιφρονώντας τον, χαμένος
στη μιζέρια του –σε ένα θολό σκάνδαλο
συνείδησης…
IV
Το σκάνδαλο της αυτοαναίρεσής μου, του ότι είμαι
μαζί σου και εναντίον σου· με σένα στην καρδιά
στο φως, αλλά εναντίον σου στα σκοτεινά σπλάχνα
προδότης της πατρικής μου τάξης
–στη σκέψη μου, στις σκιές της δράσης–
ξέρω πως είμαι δεμένος πάνω της, στη ζέση
των ενστίκτων, του αισθητικού πάθους
συνεπαρμένος απ’ την προλεταριακή ζωή
που προηγείται εσού· για μένα είναι θρησκεία
η χαρά της, όχι η χιλιαστική της πάλη·
η φύση της, όχι
η συνείδησή της. Μόνο η γεννεσιουργός δύναμη
του ανθρώπου, που την έχασε για να γίνει άνθρωπος
θα μπορούσε να της δώσει αυτή την μεθυστική νοσταλγία
αυτό το ποιητικό φως· και περισσότερα
δεν ξέρω πως να πω από ό,τι
είναι δίκαιο μα όχι ειλικρινές, αφηρημένη
αγάπη, όχι θρηνητικό συμπάσχειν
Φτωχός όπως οι φτωχοί κρέμομαι,
όπως και αυτοί, από εξευτελιστικές ελπίδες
όπως και αυτοί, για να ζήσω αυτοκτονώ
κάθε μέρα. Αλλά αν και είμαι ορφανεμένος,
απόκληρος,
κατέχω (και είναι η πιο υψιπετής
από τις αστικές κτήσεις), την πιο απόλυτη
κατάσταση. Αλλά και αν κατέχω την ιστορία
με κατέχει κι αυτή. Φωτίζομαι απ’ αυτή:
μα σε τι χρησιμεύει τέτοιο φως;
*Σχετικός σύνδεσμος: https://atexnos.gr
Στρατής Φάβρος, Δεν έβρισκε νόημα σε τίποτε
Δεν έβρισκε νόημα σε τίποτε
κι η πιο ταπεινή ελπίδα
θάμπωνε από το βάρος
της ματαιότητας
γι αυτό και με μιαν απόφαση
σώπαινε
κοιτούσε καμιά φορά στολίδια
που κρέμονταν
γυαλάκια που λαμποκοπούσαν
στο σκοτάδι
μια λευκή αθωότητα με μιαν έλξη
βρούτη αλλά φυλακισμένη
για να μυρίζει παράδεισο
ήταν οι απόηχοι πράξεων
που δεν θα γίνονταν
γιατί είχαν χάσει τoν ορίζοντα ομορφιάς
κινούνταν από μιαν ανάμνηση λαγνείας
που δίκαια φιμώθηκε
Κρύβαν ένα νόημα που
δεν εννοούσε να παραιτηθεί
Κρύβαν ένα νόημα
που υπήρχε ως καθ’αυτό;
Αλέξανδρος Μηλιορίδης, No 79 (ψυχεδελικό μοντάζ)
~
(Χαρούμενες
πόλεις από λύπη,
με drone που πετούν σαν μεγάλα
πουλιά
από κεφάλι σε κεφάλι,
με δρόμους φτιαγμένους από καλλιτέχνες εργολάβους,
με τα ψυχαναλυτικά σχήματα
μανάδων,
να πουτανιάζουν
σε αυτοκίνητα που γυαλίζουν,
με τους άνδρες
να ρυθμίζουν το βάρος τους
σε διαδικτυακά
διακυβεύματα
με φρέσκα λαχανικά από το μαγικό χωριό τους)
~
κι ένα
φωτεινό παραθυράκι τουαλέτας κάπου,
ένα βράδυ
με τις τρύπες του,
με τα μεγάλα μάτια που αναστενάζουν κατουρώντας,
που περιμένουν ήσυχα
τον έρωτα,
με διάθεση από τη δίψα της ηλικίας,
να αδειάσουν
την πολύτιμη ήττα τους
για να δουν
αν είναι ζωντανοί,
αν μπορούν να κρατήσουν στο λαιμό,
τη γεύση
από το τελευταίο
μεταμοντέρνο
θηλασμό τους.
~
(alexmil)
~
καλό βράδυ έρωτες ~α
με στίχους στον εξπρεσσιονισμό της φωτογραφiας, στη μαγεία του Hoyem.
Αλέξης Αντωνόπουλος, Προς όνειρα
Όνειρα: Δώστε μου χέρια να κρατήσω·
χέρια που κάποτε είχα κρατήσει.
Δώστε μου τα χέρια που θα έπρεπε να κρατάω απόψε·
αν μου τα δώσετε, θα τα κρατάω απόψε.
Αν κάνετε καλά τη δουλειά σας και κρύψετε την ησυχία
αν μου θυμίσετε ποιο δαχτυλίδι ήταν σε ποιο δάχτυλο
και σε ποιο χέρι ήταν το βραχιόλι
αν κάνετε καλά τη δουλειά σας
ποιος θα μπορεί ν’ αρνηθεί ότι απόψε κράτησα τα χέρια·
τα χέρια που κάποτε κρατούσα;
Θα θυμηθώ το κάθε κόσμημα.
Την ανάσα της όταν ερχόταν ο ύπνος.
Και όποιος κι αν έβλεπε μαζί μου απόψε
εκείνα που απόψε θα μου δείξετε
όποιος κι αν έβλεπε μαζί μου απόψε
εκείνα που θα δω
δεν θα μπορούσε παρά να ομολογήσει πως
Είναι αληθινό. Σας τ’ ορκίζομαι, είναι αληθινό.
Dorothy Parker, Δύο ποιήματα
Τραγούδι αγάπης
Ο έρωτάς μου ο αγαπημένος, είναι τολμηρός και δυνατός
Και δε νοιάζεται για ό,τι έρχεται μετά.
Των λόγων του ο ήχος, όπως από χρυσές καμπάνες είναι γλυκός,
Και φωτίζεται από γέλιο η δική του η ματιά.
Πανηγυρίζει σαν σημαία ξεδιπλωμένος —
Ω, ένα κορίτσι δεν θα τον λησμονήσει.
Είναι ο κόσμος μου όλος, ο έρωτάς μου ο αγαπημένος —
Κι αχ! μακάρι ποτέ να μην τον είχα συναντήσει!
Ο αγαπημένος μου είναι τρελός, κι ο αγαπημένος μου είναι ταχύς,
Και τον γέννησε μια άγρια νύμφη νεαρή!
Οι τρόποι του είναι έντιμοι στα φτερωτά του πόδια,
Κι ηλιόλουστοι είναι γι αυτόν οι ουρανοί.
Τόσο άγρια γλυκός φαίνεται στην καρδιά μου
Όσο το άρωμα από ακακία.
Ο δικός μου αγαπημένος έρωτας, είναι όλα τα όνειρά μου —
Κι αχ! μακάρι να ήταν στην Ασία.
Ο έρωτάς μου σαν ημέρα του Ιούνη περνά,
Και δεν κάνει φίλους των καημών.
Στου ζωηρού χορού τον καλπασμό θα περπατά
Το μονοπάτι των επομένων ημερών.
Εκεί που οι ηλιαχτίδες ξεκινούν τις μέρες του θα ζήσει
Μηδέ από καταιγίδα ή άνεμο θα μπορούσε να ξεριζωθεί.
Ο δικός μου αγαπημένος έρωτας, είναι η καρδιά μου όλη —
Κι εύχομαι από κάποιον νάχε πυροβοληθεί.
***
Ένα τέλειο ρόδο
Από τη στιγμή που γνωριστήκαμε, ένα μου έστειλε
λουλούδι απλό.
Τον αγγελιοφόρο του διάλεξε προσεκτικά·
Ένα τριαντάφυλλο τέλειο, αγνό-
Βαθύκαρδο, υγρό, βρεγμένο ακόμη από δροσιά.
Του μικρού λουλουδιού ήξερα τη λαλιά·
«Τα εύθραυστα φύλλα», έλεγε, «κλείνουν τη δική του καρδιά»
Η αγάπη έχει πάρει από καιρό
Ένα ρόδο τέλειο, για δικό της φυλακτό.
Γιατί όμως κανείς, υποθέτεις, μου έστειλε σπανίως
Μια τέλεια λιμουζίνα; Α όχι!
Ένα τέλειο ρόδο να παίρνω αιωνίως
Η τύχη μου τόχει!
*Από το βιβλίο “Ντόροθι Πάρκερ Ποιήματα”. Σε μετάφραση Ασημίνας Λαμπράκου. Ψηφιακή έκδοση, Οκτώβρης 2017.








