Ταξιδεύω ώρες μονάχος, ασυγκράτητος απ΄ τα γήινα σύνορα.
Ανακάλυψα πλανήτες μικρούς και μεγάλους, κομήτες να περνάνε
στο πλάι μου. Τα ποτάμια του Άρη στεγνά από ζωή, την Σελήνη να
προβάλλει στο βήμα μου αντίκρισα με τα μάτια μισάνοιχτα.
Μια κοπέλα μου φώναξε ξαφνικά. Κάθεται στον Ιάπετο, σε έναν
βράχο της θάλασσας. Μου ζητάει τραγούδια, η σιωπή του μυαλού
την φοβίζει αρκετά. Μου ζητάει ένα αστέρι απ΄τον έναστρο θόλο, αν
μπορώ να τραβήξω.
Ήταν πριγκίπισσα σε μια πόλη και αγάπησε. Τον κόσμο των δρόμων, των
πάρκων. Πριν λίγες ώρες αποφάσισε την κοσμική απόδραση.
«Φέρε τα δαχτυλίδια του Κρόνου» μου χαμογέλασε. «Θέλω να δώσουμε
όρκους αγάπης για πάντα». Ήταν τα τελευταία λόγια της.
Χάθηκε και δεν την ξαναείδα ποτέ. Τα δαχτυλίδια του Κρόνου
είναι ο όρκος, για όλες τις πριγκίπισσες του κόσμου.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Γεωργία Τρούλη, Απ΄ την καλή και απ’ την ανάποδη
Σε αγάπησα
Εκείνη τη νύχτα
Που το σχήμα των φρυδιών σου
Ακούμπησε το δέρμα των δαχτύλων μου
Κι έμεινε ίδιο
Σ’ αγαπώ για εκείνη τη νύχτα
Που διστακτικά γράπωσα
Το πόδι σου κι ελάχιστα
Άπλωσα προσμονή
Άπλωσα προσμονή
Στο πόδι σου ελάχιστα
Όταν διστακτικά
Γράπωσα εκείνη τη νύχτα.
Σ΄αγαπώ
Κι αυτό έμεινε ίδιο
Όταν το δέρμα των δαχτύλων μου
Ακούμπησε το σχήμα
Των φρυδιών σου.
Εκείνη τη νύχτα
Σε αγάπησα.
*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.
Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Τρία ποιήματα
Ο Τρόμος
(Τη νύχτα που τα φώτα έσβησαν στην “Πόλη του Φωτός”…)
Αόρατος, ασώματος σχεδόν, ο Τρόμος έβγαινε
μ`εκείνα τα φρικτά παπούτσια του που τρίζαν
στο κάθε βήμα του στης πόλης τα στενά
στα πεζοδρόμια τ`αδειανά και στις πλατείες.
Σίμωνε τους περαστικούς μ`άγρια χαρά
κάγχαζε που σκυφτοί με τον γιακά τους σηκωμένο,
μήτε που έστρεφαν ποτέ ψηλά τα μάτια τους
όταν τους άγγιζε με χέρια παγωμένα.
Χωνότανε μετά μέσα στα σπίτια τους
σε κάθε σκοτεινή γωνιά, σε κάθε ήχο
μόλυνε το ψωμί τους, να μην τρώγεται
κι έπειτα στο κρεβάτι τους, κρυφά, μες στο σκοτάδι,
όνειρα έφερνε βαριά γεμάτα αίματα
γεμάτα πόνο δάκρυα και θλίψη.
Ασώματος, σαν άνεμος σχεδόν, ο Τρόμος έβγαινε
μ`εκείνα τα φρικτά παπούτσια του που τρίζαν
δεν είχε φίλους ή γονείς, δεν είχε πρόσωπο,
αισθήματα δεν είχε και γελούσε.
***
Κεντρικό δελτίο
Την ώρα που γλυκιά, κύματα-κύματα
μεθυστική μια ρέμβη σου ποτίζει το κορμί
νωχελικά, κι αφήνεσαι αργά να σε βυθίσει
και πια δε νιώθεις ούτε την ανάσα σου
και με μισόκλειστα τα μάτια ταξιδεύεις,
μες στη μικρή οθόνη χαμηλόφωνα
μετά τα σπορ τα κοσμικά τις διαφημίσεις
για τα καινούρια απορρυπαντικά, ξανά η θάλασσα
άσπρη μαβιά γεμάτη από κραυγές,
γεμάτη χέρια ανοιχτά, γεμάτη μάτια
και τα παιδάκια μπρούμυτα κι ασάλευτα
που πάνε κι έρχονται στα κύματα σαν τόπια,
λες και τα νοιάστηκε ο θάνατος και τ`άφησε,
ανέμελα να παίξουν πριν τα πάρει.
***
Στην έρημη πλατεία
Σαν πέσει η νύχτα και το σύνθημα δοθεί
πολύχρωμο πολύβουο ποτάμι
σκορπά στις στάσεις του μετρό με τα πανό,
με τις σημαίες και τα λάβαρα στα χέρια.
Και πίσω στην πλατεία που ερήμωσε,
δυο-τρία απορριμματοφόρα
σωροί μπουκάλια πλαστικά, σκυλιά αδέσποτα
και σκόρπιες λασπωμένες προκηρύξεις.
Μα σκύβοντας κανείς πιο χαμηλά,
αν γονατίσει μια στιγμή στα πεζοδρόμια
θα δει να λάμπει ακόμα ο ιδρώτας τους
στο λίγο φως, κι ίσως κρατώντας την ανάσα,
ν`ακούσει το στερνό τραγούδι σα βροντή
σαν καταιγίδα μακρινή, κι ίσως να νιώσει,
μέσα από τους πυκνούς καπνούς, τα χημικά,
μιαν ανεξήγητη οσμή που σε μεθάει,
γιατί η άνοιξη θα`ρθεί, όσο κι αν άργησε,
να λιώσουνε οι πάγοι και τα χιόνια.
*Από τη συλλογή “Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος”, Εκδόσεις “Πηγή”.
Θωμάς Χαραλαμπίδης, Δύο ποιήματα
ΨΙΧΑΛΑ
Φεύγοντας απ’ τις λέξεις
κοιτάζοντας καιρό πίσω απ’τις γρίλλιες
σταθήκαμε μαζί με όλο
το καραβάνι των ξενυχτισμένων
να βαφτιστούμε στα άτυχα νερά
της δήθεν αποθέωσης.
Κι εκεί ακούσαμε για όμβριες σφαγές
για καταρράκτες εξιλέωσης
και καθαρτήριες μπόρες.
Ακούσαμε για άνοιξες
τα ίδια και τα ίδια
αυτά που μας ρημάζαν χρόνια την ψυχή
και καλεστήκαμε να παραστούμε
στο ετήσιο πανηγύρι του νερού.
Τίποτα δεν καταλάβατε
ΗΛΙΘΙΟΙ, ΗΛΙΘΙΟΙ
εμείς μιλούσαμε για την ΨΙΧΑΛΑ.
Κι ο μη εργαζόμενος;
ΕΣΘΙΕΤΩ ουρλιάζαμε
και κινήσαμε για την πόλη…
***
ΜΑΤΖΕΣΤΙΚ
Κι αν τόσα χρόνια πορευόσουν
τους δρόμους της ατίθασης λαχτάρας;
Πόσο νομίζεις πως μπορούνε να κρατήσουνε
καλέ μου φίλε
οι περισπούδαστες ανάλυσες και τα ποιήματα;
Πόσο μπορούνε να κρατήσουν τα ουζάκια;
Μιλώ για την αξία χρήσης, βέβαια.
Γιατί για την άλλη, ε…
Θα σου κρατήσω το λοιπόν μια θέση στο
Ματζέστικ
εκεί στο πάνθεον των νεοκόπων ποιητών,
των λαθεμένων εραστών και άλλων τινών…
Εκεί λοιπόν στη σύναξη
αυτών που φεύγουνε πίσω από την πλάτη της ζωής
-της βάζουν γκολ χωρίς να είναι οφσάιτ-
εκεί ίσως σε βρω συμπαθητικέ υπέκφυγα
να σου τα ψάλλω ένα χεράκι.
Όχι σπουδαία πράματα.
Ίσα-ίσα για να πιούμε ένα κονιακάκι
και να ρεμβάσουμε την παραλία
ώσπου ν’ ανάψουνε τα φώτα
απέναντι στη Σαλαμίνα…
*Από τη συλλογή “Μούργκα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2008.
Γιάννης Βούλτος, Ποιήματα
Ο πατέρας
Έξι χρόνια νεκρός ο πατέρας
Τον πρώτο καιρό
Σύχναζε στον ύπνο μου
Κατόπιν αραίωσε
Φέτος έρχεται σπάνια
Στην αρχή
Κάτι μ’ ορμήνευε
Έπειτα μ’ άφησε
Να ζήσω μόνος μου
Είπε
Έτσι κάνουν οι νεκροί
Στο τέλος
Ξεχνούν τους ζωντανούς
***
Τη νύχτα
Χτυπώ τις πόρτες σας τη νύχτα
Εγώ ύπνο δεν έχω
Γυρίζω στα σπίτια σας
Σκορπώ την αγρύπνια μου
Σας χτυπώ με μανία
Πόρτες αμέτρητες
Λίγοι ανοίγουν
Οι πιο πολλοί
Κοιμούνται βαθιά
Λήθαργο
Δίχως όνειρα
Όσο κι αν τους χτυπώ
Δεν ακούγεται
Όμως κάποιοι ανοίγουν
Κάποιοι που ξενυχτούν
Και βλέπουν μόνο εφιάλτες
Κι ο πιο συχνός τους
Κι ο χειρότερος
Είναι πως έρχομαι
Και τους χτυπώ
Τη νύχτα
***
Στο παράθυρο
Κάδρο το παράθυρό μου
Ένας πίνακας νύχτα της πόλης
Παίζουν τα φώτα
Λευκά κίτρινα γαλάζια
Παίζουν στο νου μου
Ανταμοιβές εκεί έξω
Στο παράθυρο τζάμι διπλό
Με μονώνει
Μ’ εμποδίζει να βγω
Να μπω στον πίνακα
Στη ζωή των άλλων
Την κλειδωμένη
***
Ενύπνιο
Κοιμάμαι
Με την πόρτα ανοιχτή
Στο πέλαγο
Το απερίγραπτο
Μια ομορφάδα
Πιότερο άγρια
Κι απ’ τα λόγια του τότε
Αγνάντι
Μια σπιθαμή
Στο νησί των τυφλών ποιητών
Και βλέπω
Τα ποιήματα
Τα επιτύμβια
Γραμμένα στο νου μου
Απ’ τα χέρια
Του αυτόχειρα
***
Επίγραμμα
Εγώ ο Θεός
Καθισμένος στο σκαμνί
Εγώ ο άνθρωπος
Καθισμένος στο θρόνο μου
Ξελευτερία
Εκάμαμε αγοραία την ίδια την ψυχή μας
κι έτσι είν’ αδύνατο να νοιώσεις φόβο.
Αργά αργά, ο κατήφορος αρχίζει και μας γνέφει
και τ’ άγρια τα σιωπηλά λιθάρια του εμάς προσμένουν.
Θυμάσαι τότε που ήσουν κοριτσάκι στην αυλή του κρυφτού;
Το μόνο που φοβόσουν ήταν το φτου ξελευτερία.
Ο παιδικός σου φόβος τώρα πια είναι η μόνη μας ελπίδα
Σπίτι χτισμένο στα βράχια
Αντίκρυ στη θάλασσα
Εκεί ονειρεύτηκα
Να κοιτώ στο παράθυρο
Να σπάζουν τα κύματα
Τη μοναξιά μου
*Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/2753
Λουκάς Αξελός, Τρία ποιήματα
ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΕΡΑΣΜΑ
Στην Δάφνη
ΟΙ ΠΙΟ μεγάλες αλήθειες παραμένουν
μέσα μας εντοιχισμένες.
Ασάλευτες σαν επιγραφές.
Σκαμμένα μάγουλα απ’ τον άγριο
καλπασμό των δακρύων.
Πέφτει η βροχή και ξεπλένει την αρμύρα’
μα εσύ ρίχνεσαι πάλι στα τυφλά σαν μοίρα.
Ο χρόνος δεν περνάει την πόρτα
που εσύ κρατάς σφαλιστή
κρύβοντας τα κλειδιά της.
Κλείνω τα μάτια μου
και σε νιώθω να κυλάς μέσα μου
υγρή σαν αίμα.
Σκοτεινό πέρασμα.
Ο πιο σπουδαίος λόγος είναι αυτός
που πρόκειται να ειπωθεί.
Η πιο σπουδαία πράξη είναι αυτή
που πρόκειται να γίνει.
Κύθνος, Απρίλιος 1992
***
ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΗ ΓΕΥΣΗ
Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια
Ίαν Κέρτις
ΑΛΛΑΞΕ μόνον ο χώρος της μοναξιάς
που μας είχε κυριεύσει.
Η νύχτα παραδόθηκε χωρίς αντίσταση.
Θρύψαλα σιωπής με την κρυστάλλινη γεύση
από ένα τάσι πνιγμένο στις στάχτες.
Ακαθόριστες φιγούρες καπνού,
αναχώματα από σεντόνια
και δεκάδες λέξεις, ακαταμάχητα σύνεργα πόθου
βαριά τραυματισμένα’
να τι έμεινε σ’ αυτό το δωμάτιο να θνήσκει
μαζί με το απερχόμενο Σαββατόβραδο.
Αθήνα, Μάρτιος 1995
***
ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ
ΟΙ ΜΑΚΡΙΝΟΤΕΡΟΙ δρόμοι είναι — πάντα —
οι πιο κοντινοί.
Λευκές στρατιές κυμάτων, πτυχές των σεντονιών
που σχίζουν τον ατέλειωτο ορίζοντα
του κρεβατιού μας.
Αβέβαιη η έκβαση
του σιωπηρού πολέμου των κορμιών
κρίνεται με το τελευταίο σπαρτάρισμα φωτός.
Όλα κάποια στιγμή κάμπτονται.
Κοιτώ το κρύσταλλο του ματιού της
λίγο πριν το απόλυτο σκοτάδι
και σκέφτομαι ότι η νύχτα
είναι γένους θηλυκού.
Λευκάδα, Αύγουστος 1998
*Από τη συλλογή “Σκοτεινό πέρασμα”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2000.
Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Εκατοστό Πρώτο
Κάτι αγριάνθρωποι, θρασείς, με θώρακα και τόξο
στο χέρι· ανυπότακτοι ΕΙΣ ΟΥΔΕΝΟΣ ΑΡΧΗΝ
σύριζα του Αίμου – αριστερά, αποτομώτατα· άγνωστοι,
αληθώς δε βάρβαροι και εντελώς εκτός
ΣΥΝΘΗΚΗΣ. Κι ατένιζαν το πέλαγος,
εις αρπαγές και ληστείες συνηθισμένοι.
«Κάτι φυτρώνει πάντα ανάμεσα στα σκέλια».
«Σε μια παγίδα ελπίζεις».
«Κι αν δεν περάσαμε από νύχια φίλων».
«Μαλέας δε κάμψας επιλάθου των οίκαδε».
«Επιτέλους, τι θέλουν;
Δεν καταλαβαίνουν ότι και μόνο
το αλάτι κάνει κυνόδοντα τον βράχο;»
«Τους βλέπεις, εκεί πέρα;
Έμαθαν να πλέουν κόντρα στον άνεμο».
«Όσα ξέρουν τα βράχια δεν τα ξέρει
η Ιστορία 25 -τουλάχιστον- αιώνων».
«Αναπτύσσονται».
«Να ’χει το κύμα να ταΐζει τον βυθό.
Ας πλησίαζαν και θα σου έδειχνα
τι πάει να πει Αναπτυξιακό
Μάνατζμεντ, in extremis!
Αλλά με τέτοια νομιμοφροσύνη,
που έπιασε την Μεσόγειο,
ούτε μισοπάλαβο Ιρλανδό ναυαγό δεν πιάνεις»
Κάτω, βαθιά, Ἄ[ϊδι]
σκοτάδι μισαλλόδοξο, μεθοδικό, αναγνωστικό,
μέσω κατάλληλων μετασχηματισμών·
όχι τσιρίδες, τιτιβίσματα και άσματα
ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΑ. Όχι, καθόλου τέτοια ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ,
αλλά λόγια και έργα ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ· ήτοι: εφόσον
το πολιτικό υποκείμενο νέμεται δομές εξουσίας,
μπορεί να στραφεί και προς τον εαυτό του,
ως μέρος μιας διαδικασίας εξέλιξης του υποκειμένου,
καθώς περνάει σε φάση αμφίβια:
τόσο ως μέρος του πλέγματος παραγωγής
και αναπαραγωγής και κυριαρχίας
όσο και ως υποκείμενο προαγωγής
της δικαιοσύνης και χειραφέτησης.
Ερπετό που του αρέσει το κολύμπι, δηλαδή –
ο υγρός φασισμός του βραχώδους αντιφασίστα.
Λάκκος απερίγραπτος:
στόμα Ολλανδού κομισάριου ανοιχτό, διψασμένο
για έναν νέο τρόπο κατανόησης του ιστορικού πεδίου
μια θεωρητική κατασκευή,
όχι μια ιδεολογική καλύβα: ΠΑΤΡΙΔΑ
προφορική, αμετάφραστη σε άλλες γλώσσες.
Μαϊμούδες, μέχρι τον λαιμό στην ξερασμένη
ιστορική βιβλιογραφία
και σκάλιζαν με φουρκέτες τ’ ανοιχτά
κρανία τους βαθιά, στοχαστικά,
σαν να θυμήθηκαν πως ξέχασαν
από πιο σημείο ένα πνιγμένο
παιδί είναι ανθρωπιστική τραγωδία
κι ως πού γίνεται ιστορική κωμωδία.
«Τι διάολο», ένας εντελώς θηλαστικός στο πρόσωπο,
«εδώ δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε τις ΔΡΑΣΕΙΣ
από τις προσομοιώσεις των ΔΡΑΣΕΩΝ
και το ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ από το ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ
της προσομοίωσης.
Διαχέονται τα πάντα σ’ ένα σύμπαν,
προφορικό – αληθώς δε βάρβαρο
και εντελώς εκτός ΣΥΝΘΗΚΗΣ.
Η Ιστορία δεν γράφεται από
βοσκούς [φορο;]φυγάδες
και κατσίκια, που ξεχάστηκαν να κοιτάνε
για πειρατικά καράβια, σύριζα στον γκρεμό του ΕΘΝΟΥΣ.
ΓΡΑΦΗ, βρε! Τα πράγματα δείχνουν
πως η έννοια της γλώσσας εν γένει
φανερώνεται σήμερα σαν οδηγός
ή μεταμφίεση μιας πρώτης γραφής.
Η μεθοδική ανάγνωση είναι εγχείρημα πολιτικότερο.
Ο αναγνώστης ΒΛΕΠΕΙ αυτά που θα γράφαμε
αν ήταν τυφλός.
Δεν μπορούμε να φέρουμε τον κόσμο στα μέτρα μας.
Η πραγματικότητα είναι χρόνια πάθηση».
Γουρλώνοντας το μόνο ορεινό μάτι του, ένας άλλος
-αλόγου δόντια- χλιμίντριζε: «Η πραγματικότητα
έχει κλειστεί στο ασανσέρ από τις αρχές
του 20ου αιώνα και φωνάζει: Schindler Elevator Corporation!»
«Διαβάζει τα στοιχεία του κατασκευαστή,
η ανόητη, ανόητε!» αυστηρά,
ένας κόκκινος καβαλάρης,
με κεφάλι λιονταριού
~ 5 ~
διδάκτωρ Νομικής.
«Η πραγματικότητα δεν έχει ψυχή –
μόνο γραφή κι ανάγνωση.
Πείτε της να πάψει.
Δεν πρόκειται να καταφέρει
τίποτα υπενθυμίζοντας
το Ολοκαύτωμα…»
«Πάψτε επιτέλους, κολασμένοι
της γης», μισός Σκύθης διανοούμενος,
στην κορυφή ενός μικρού, κομψού Καυκάσου.
«Τρομάζετε τα ψάρια της Ιστορίας. Θ’ αγριέψουν
εκεί πάνω».
«Και λοιπόν;»
«Λοιπόν, ξέρεις πολλούς να περιμένουν
τόσους αιώνες να τσιμπήσει το μέλλον;
Δεν βγάζεις άκρη με τους Έλληνες:
αγριάνθρωποι, θρασείς, με θώρακα και τόξο
στο χέρι· ανυπότακτοι ΕΙΣ ΟΥΔΕΝΟΣ ΑΡΧΗΝ.
Έχουν την κόλαση μπες-βγες.
Κι αφήνουν πίσω μας – την κόλασή τους!»
ΟΛΟΓΡΑΦΩΣ: ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΔΕΚΑ ΠΕΝΤΕ.
Εν Ἄ[ϊδι] κτλ.
*Από τη συλλογή “Στασιωτικά {101-136}, αυτοέκδοση.
Παναγιώτης Χαχής, Το αντάρτικο πόλης ως μια εκ των καλών τεχνών
Στρατόπεδα συγκέντρωσης
Υποδοχής μεταναστών
Στα τσιγκέλια των σφαγείων
Πέτρου Ράλλη και Κηφισού.
Στη Στάση του Ήττα.
Τσιγάρο και γραφομηχανή
Κάλυκες αποτσίγαρα
Οδοφράγματα χάρτινα
Διασχίζοντας ερπύστριες τις νύχτες
Το φως συρματόπλεγμα
απόηχοι, απόμερες εκρήξεις.
Μιλάω μόνο τα βήματα
Στις διαλέκτους της πληγής
Στους σπασμούς
Μέσα στον ειρηνόφιλο ζόφο
Η Επιθυμία Απελευθερώνει
Βραχύβιες μάχες με το θάνατο
Χωρίς τον τρόμο της Ιστορίας.
Αλέξιος Ντε Λα Βέγα, Οι ψαράδες πριν βγουν για πυροφάνι
Στους αναληφθέντες ποιητές
(Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Αλέξη Τραϊανό, Κώστα Καρυωτάκη)
(Το μπαούλο μυρίζει υγραέριο και πτώση. Επεξεργάζομαι το περιεχόμενο.
Ένα περίστροφο, μια σκουριασμένη εξάτμιση, ληγμένα χάπια,
πικραμύγδαλα, θραύσματα από ασπίδες πελταστών,
σπασμένα ακόντια, τα ιδρωμένα ρούχα της νύχτας.
Στον πάτο χαρτιά εμποτισμένα με βενζίνη και αμερικάνικα σπίρτα διάσπαρτα.
Σκοτάδι και ένα ετοιμόρροπο μουρμουρητό.)
Τη νύχτα σταυρώνουν τις φωτιές
Κλείνουν τους λογαριασμούς με τους πεθαμένους
Αφήνουν το σημείωμα κάτω απ’ τη λάμπα θυέλλης
Μια τελευταία επιθεώρηση του κήπου
Σκουπίζουν τον ιδρώτα της νύχτας από το μέτωπο των αγαλμάτων
Ύστερα ανάβουν τη μηχανή του αυτοκινήτου
ή γυρίζουν τον μύλο στο περίστροφο
μπορεί να προτιμήσουν 50 χάπια
Πριν μπουν στη βάρκα
Θα κάνουν τον σταυρό τους
Τρεις φορές
Antonio Porchia, από τις “Φωνές”
1. Ευρισκόμενος σε κάποιο μακρινό νεφέλωμα κάνω ό,τι κάνω, ώστε η
συμπαντική ισορροπία της οποίας είμαι μέρος να μη χάσει την ισορροπία της.
2. Όποιος έχει δει να αδειάζουν όλα, σχεδόν γνωρίζει από τι γεμίζουν όλα.
3. Πριν διατρέξω το δρόμο μου εγώ ήμουν ο δρόμος μου.
4. Τον πρώτο μου κόσμο τον βρήκα ολόκληρο στο λιγοστό ψωμί μου.
5. Ο πατέρας μου, φεύγοντας, δώρισε μισόν αιώνα στην παιδική μου ηλικία.
6. Τα μικροπραγματάκια είναι το αιώνιο, και το υπόλοιπο, όλο το υπόλοιπο, το
σύντομο, το πολύ σύντομο.
7. Χωρίς αυτή τη βλακώδη ματαιότητα που είναι το να επιδεικνυόμαστε και που
ανήκει σε όλους και σε όλα, δεν θα βλέπαμε τίποτα και δεν θα υπήρχε τίποτα.
8. Η αλήθεια έχει πολύ λίγους φίλους και οι πολύ λίγοι φίλοι που έχει είναι
αυτοκτόνοι.
9. Φέρσου μου όπως πρέπει να μου φερθείς, όχι όπως αξίζω να μου φέρονται.
10. Ο άνθρωπος δεν πάει σε κανένα μέρος. Όλα έρχονται στον άνθρωπο, όπως το
αύριο.
11. Όποιος με κρατάει από μια κλωστή δεν είναι δυνατός· δυνατή είναι η κλωστή.
12. Λίγη αγένεια ποτέ δεν με εγκαταλείπει. Και είναι αυτή που με προστατεύει.
13. Μου ανοίγεται μια πόρτα, μπαίνω και βρίσκομαι με εκατό πόρτες κλειστές.
14. Η φτώχια μου δεν είναι παντελής: λείπω εγώ.
15. Αν δεν σηκώνεις τα μάτια, θα πιστέψεις πως είσαι το πιο υψηλό σημείο.
16. Δεν βρήκα σαν ποιόν να είμαι , σε κανέναν. Και έμεινα, έτσι: όπως άλλος
κανένας.
17. Το κακό του να μην πιστεύεις είναι να πιστεύεις λιγάκι.
18. Ξέρω πως δεν έχεις τίποτα. Για αυτό στα ζητάω όλα. Για να τα έχεις όλα.
19. Έρχομαι από το πεθαίνω, όχι από το έχω γεννηθεί. Με το έχω γεννηθεί πάω.
20. Θεέ μου, σχεδόν δεν πίστεψα ποτέ σε σένα, αλλά πάντα σε αγάπησα.
21. Αν εγώ γινόμουνα σαν πέτρα ή σαν σύννεφο, οι σκέψεις μου, που είναι σαν
τον άνεμο, θα με εγκατέλειπαν.
22. Όποιος τα συγχωρεί όλα θα έπρεπε να συγχωρείται για όλα.
23. Με έκαναν εκατό χρονών κάποιες στιγμές που συναντήθηκαν μαζί μου, όχι
εκατό χρόνια.
24. Ζει με την ελπίδα να φτάσει να είναι μια ανάμνηση.
25. Σχεδόν δεν έχω αγγίξει τη λάσπη και είμαι από λάσπη.
26. Πιστεύω πως είναι τα κακά της ψυχής, η ψυχή. Γιατί η ψυχή που θεραπεύει τα
κακά της, πεθαίνει.
27. Ο άνθρωπος μιλάει για όλα και μιλάει για όλα λες και η γνώση όλων να
βρισκόταν όλη σε αυτόν.
28. Ένα υγιές πράγμα δεν εκπνέει.
29. Πολλά από όσα έχω πάψει να κάνω σε μένα, συνεχίζουν να γίνονται σε μένα,
μόνα τους.
30. Ναι, λαθεύουν, γιατί δεν ξέρουν. Κι αν ήξεραν…Τίποτα. Ούτε καν θα
λάθευαν.
*Από το βιβλίο “Αντόνιο Πορτσία, Φωνές”, σε μετάφραση Βασίλη Λαλιώτη και ηλεκτρονική έκδοση Ενδυμίων.










