Γρηγόρης Σακαλής, Διαίρεση

Artwork: Maya Abraham

Γιγάντιες μορφές
ψηλά στο βάθος του ορίζοντα
κινούν της γης τα νήματα
οι άνθρωποι τρομαγμένοι
κοιτούν με απορία
κάνουν θυσίες
για να τις εξευμενίσουν
γονατίζουν, κοιτάνε χαμηλά
κάποιοι θαρραλέοι
ξεκινάνε να τις συναντήσουν
κι έπειτα από καιρό
επιστρέφουν και φέρνουν νόμους
για τη ζωή των ανθρώπων
περνούν χιλιάδες χρόνια
τώρα κάποιοι άλλοι
επίσης θαρραλέοι
πλησιάζουν τις μορφές
βλέπουν πως είναι ζωγραφιές
φωτοσκιάσεις του ουρανού
το λένε στους άλλους
μα συναντούν κατάρες, ύβρεις
κι ένας ατέλειωτος αγώνας
διχάζει τον κόσμο
ίσα με σήμερα.

Μαρία Πανούτσου, The waltz

Βαλς σε τέσσερις χρόνους

σε αναζητώ, όπως οι πιγκουίνοι το ταίρι τους  
ο ήλιος δεν βγήκε απόψε με τόση συννεφιά
και τα λουλούδια ξέχασαν το άρωμά τους
δεν πίστευα πως ήσουν πλάι μου
καθώς μας έβλεπα μαζί στο τζάμι της βιτρίνας

με κάνεις και χαμογελώ με νόημα
ίσως και να γελώ ολόκληρη μέσα μου
είσαι το βουνό που έρχεται σε μένα
η θάλασσα που με επισκέπτεται νύχτα

σε θυμάμαι για το τέλος, σε κρατώ για το αύριο
είσαι το νήμα που ενώνει ζωή και θάνατο,
το πεύκο που γνώρισα εγώ είσαι,
το ξημέρωμα κάποιας μέρας, μιας χρονιάς είσαι

αφουγκράζομαι τον άνθρωπο
εκείνον που έφυγε χωρίς να ξέρει το γιατί
πλησιάζω το άγνωστο και σε βρίσκω
πλησιάζω το σίγουρο και σε βρίσκω

Υστερόγραφο.
Χθες, σε ένα τοίχο στην στροφή του δρόμου, καθώς διάβαινα, είδα την φωτογραφία σου, κολλημένη μισή ξεκολλημένη ν’ ανεμίζει στον αέρα. Πλησίασα και είδα καλύτερα, δεν ήσουν εσύ και βέβαια δεν ήσουν. Έχεις φύγει από καιρό, σε άλλα μέρη με μια κρύα και στυφή γεύση.

© Μαρία Πανούτσου

Πάνος Κουτρουμπούσης, Δύο ποιήματα

Ο Πάνος Κουτρουμπούσης

τ’ άεράκι, τ’ άπόγεμα

Καί πάντα τ’ άπόγεμα
όπως κάθε μέρα
τήν ίδια ώρα πού ό ήλιος
γλυκαίνει τόν ουρανό
έρχεται άνάλαφρος
ό μικρός άέρας
πού άπαλά χαϊδεύει
τίς έκθαμβωτικές πεδιάδες
τά σιωπηλά ποτάμια
τούς έγκαταλειμμένους καρβουνιασμένους λόφους,
σφυρίζει μέσα άπό σκελετωμένες πόλεις
φιλάει τό τοπίο…

Εκείνο τό άεράκι
πού ’χει άνακατεμένα μέσα του
δισεκατομμύρια μικρά θραύσματα
σά φωσφορίζοντα πράσινα ή κόκκινα δόντια
νά αντανακλούν τό φως,
όπως πέφτει άπάνω τους ό ήλιος,
νά στολίζουν τό Χέρι τής Ερημιάς

***

ή τροφή απ’ τόν ουρανό

Σέ σκονισμένα κανάλια
περιμένει τή Βροχή
καί τό χώμα
Τώρα πεφτει ή Βροχή σκοτάδι μεταλλικών ήχων
Ή Βροχή
άγγίζει σάν πεταλούδες σά νυφάδες
τά τοιχώματα γύρω,
γλιστράει,
άπ’ τό κεφάλι του κατεβαίνει στά μάτια

Μέ τή γλώσσα
γλύφει τίς πεταλούδες τίς νυφάδες
άπό πάνω του,
καθαρίζει γύρω του τά κανάλια
μαζεύει τήν τροφή άπ’ τόν ουρανό

*Από το βιβλίο “Η εποχή των ανακαλύψεων” (δίγλωσση έκδοση – αγγλικά και ελληνικά), Εκδόσεις futura, Αθήνα 2002.

Γιάννης Στίγκας, Από το «Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι», Εκδόσεις Μικρή Άρκτος



Ο ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΣΤΑ ΕΠΤΑ ΤΟΥ


Είναι τρομερά δύσκολο

να επιδιορθώσεις ένα σταματημένο τζιτζίκι



Τι να το κάνεις;

Ξέρεις πολύ καλά γιατί τρέμουν τα χέρια. Κατά μία άποψη,

ο Σεπτέμβρης είναι πολύ δυνατότερος από την επιστήμη.

Τα μικρότερα γρανάζια παιδεύουν περισσότερο τα δάχτυλα.

Καμιά φορά, αυτό που λέμε «δύναμη της πειθούς»

παραείναι αμβλύ εργαλείο.

Εντούτοις, μπορούμε ακόμα να εξάγουμε συμπεράσματα.

Ότι όραση και δίψα πρέπει να εδράζονται στο ίδιο σημείο.

Ίσως έχουμε να κάνουμε με ένα αυστηρά κλειστό κύκλωμα.

Κάτι ανάβει τη δίψα και η δίψα την όραση. Ποτέ το ανάποδο.

Ωστόσο, μου διαφεύγει το κάτι.

Το νεύρο από το οποίο εκπορεύεται το τραγούδι,

το καταλαβαίνω καλύτερα.

Έχει κάτι αντανακλαστικό. Αρκεί μια επανάληψη του πόνου.

Κατά βάθος, εμένα η έγνοια μου βρίσκεται στα σπασμένα.

Ένα σπασμένο έλυτρο είναι σαν παιδική ηλικία.

Το σάλιο δοκιμάστηκε

και αποδείχτηκε άχρηστο.



Πολύ φοβάμαι

ότι αν δεν έχεις Θεό Ελβετό, δεν γίνεται τίποτα.

***



ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΑΡΑ ΙΠΤΑΜΕΝΟ

 
Περνώ βουνοκορφές ξυστά
                                 γκρεμούς που γίναν οικειότητα
λάθη παλιά που τσούξανε
                                 και δε σκαμπάζει πια
καμία χελιδόνα ο ύπνος μου
                                 Ξυπνώ βαρύς κι αποσυνάγωγος
οι άνεμοι με παίρνουν στο ψιλό
                                  πως ξέρουν και οι δεκάξι το κορμάκι σου; 
Δεν είσαι μία Ελένη εσύ
                                   είσαι πολλές Ελένες συναπτές
δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό
                                   θα’ πρεπε να’χω
τύχη πολλή
                                  πενήντα τόσα μάτια
χέρια μονίμως ξάγρυπνα
                                  θά’πρεπε να ‘χω κάνει 
χρόνια θητεία σε αερόστατο
                                   ραμμένο από – ποιος ξέρει πόσα –
άδεια πουκάμισα

 ***

SPUTNIK 2017
 
Θέλω να ξεκινήσω με ένα χασμουρητό
 
Ας πούμε: ο σκύλος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο προβλέψιμο
από το λιντσάρισμα μιας κοινής αλήθειας.
Εξίσου προβλέψιμη είναι και η εξέλιξη του πολιτισμού.
Σαν να επινικελώνουμε διαρκώς το ίδιο χασάπικο.
 
 
Όπως καταλαβαίνεται, δεν μου καίγεται καρφί για τα διαστημόπλοια.
Ό, τι δεν γδέρνεται κάτω από απ’τα νύχια σου 
                                                         έχει κάτι το απάνθρωπο. 
Α, η αληθινή εξερεύνηση 
ξεκινά 
           από το πιο μαλακό σου σημείο
Τρώει πολλή τρυφερότητα.
 
Σιγά σιγά
               Βρίσκω μέσα μου τις λέξεις 
για να επιζήσω κουβεντιαστά
Αυτό δεν είναι σχέδιο πτήσης
είναι το δικό μου
                           επείγον πολίτευμα.
 
Ζούμε σε μία εποχή απόλυτης αναρχίας στην απάντηση
και στυγνής δικτατορίας στην ερώρηση.
Χρειαζόμαστε 
                      μια μέση κατάσταση.
 
Ερώτηση: τι κάνει ένας σκύλος στο διάστημα
Απάντηση: διαγράφει μια ελλειπτική πορεία.
Ούτε η ηρωϊκή απελπισία της ευθείας, ούτε η λύτρωση του κύκλου.
Αυτό το ανάμεσα. Μια μπάσταρδη κίνηση.
Η πραγματική μητέρα του ιλίγγου.
 
Ίλιγγος
            στην πιο βαρειά του μορφή
είναι όταν εσύ 
                       και ο χρόνος 
σκυλεύετε
                την ίδια σκέψη
ταυτόχρονα.
 
Ένας ασκημένος αναγνώστης 
θα μυρίσει στην παραπάνω φράση διάσπαρτο θάνατο.
 
Η έκθεση θανάτου της Λάικας* αναφέρει ότι ο θάνατος προήλθε από
ταχυκαρδία λόγω υπερθέμανσης. Αυτό είναι πέρα ως πέρα ψευδές.
Κανείς δεν πεθαίνει από ταχυκαρδία. Δεν υπάρχει λέξη ταχυκαρδία.
Υπάρχει μόνο χτυποκάρδι.
 
Προβληματίζομαι μέρες ανάμεσα σε χτυποκάρδι και καρδιοχτύπι.
Κατέληξα στο εξής συμπέρασμα: χτυποκάρδι γράφουμε εδώ στη γη.
Καρδιοχτύπι γράφουμε στο διάστημα.
Λόγω έλλειψης βαρύτητας.  
 
Ό, τι ξεκινά με χασμουρητό τελειώνει με γάβγισμα
 
Τι κάνει ένας σκύλος στο διάστημα;
– Γαβγίζει τ’αστέρια.
 
Κάτι που δεν αναλύεται προς κάτι που δεν αναλύεται.
Η τέλεια απόκριση. Ανάμεσα σε δύο μοναξιές. Με δίχως αντίλαλο.
 
Τι άλλο να ζητήσει κανείς 
 
                                          από ένα αδέσποτο
 
*Η Λάικα, στα ρώσικα Лайка, “Αυτή που γαβγίζει”, ήταν μία σκυλίτσα που χρησιμοποιήθηκε στο Σοβιετικό Διαστημικό Πρόγραμμα. Στις 3 Νοεμβρίου 1957, έγινε ο πρώτος ζωντανός οργανισμός που μπήκε σε τροχιά γύρω από τη Γη, επιβαίνοντας στον τεχνητό δορυφόρο Σπούτνικ 2.. Πριν γίνει πειραματόζωο της Σοβιετικής Διαστημικής Υπηρεσίας, ήταν αδέσποτο στη Μόσχα.
Το Σπούτνικ 2 είχε σχεδιαστεί και κατασκευαστεί στα γρήγορα, σε μόλις 1 μήνα, καθώς ο Νικίτα Χρουστσόφ είχε δώσει ρητή εντολή να προλάβει να εκτοξευτεί ο δορυφόρος στην επέτειο της Ρωσικής Επανάστασης. Ως αποτέλεσμα, αντίθετα με τους μεταγενέστερους σοβιετικούς δορυφόρους, δεν είχε προλάβει να σχεδιαστεί και για ασφαλή επανείσοδο στην ατμόσφαιρα και έτσι η Λάικα ήταν καταδικασμένη απ’ τη στιγμή που άρχισε το ταξίδι της.
Το σχέδιο ήταν να μείνει ζωντανή επί 10 μέρες σε τροχιά, τρεφόμενη με ένα τζελ που περιείχε θρεπτικά συστατικά, και ύστερα να της γίνει ευθανασία, με δηλητήριο που είχε τοποθετηθεί στο τζελ που θα κατανάλωνε την δέκατη ημέρα. Οι αισθητήρες που ήταν τοποθετημένοι πάνω της έδειξαν ότι επιβίωσε απ’ την εκτόξευση, οι παλμοί της όμως έφτασαν τους τριπλάσιους από το κανονικό λόγω του φόβου και επανήλθαν μετά από πολλή ώρα.
Επειδή ακριβώς το Σπούτνικ 2 είχε κατασκευαστεί πολύ γρήγορα και πρόχειρα, προκειμένου να προλάβει την επέτειο της Επανάστασης, λίγο μετά την επιτυχή τοποθέτηση σε τροχιά γύρω από τη Γη παρουσιάστηκε μία βλάβη στο σύστημα θερμομόνωσης και εξαερισμού, με αποτέλεσμα η θερμοκρασία στον χώρο που βρισκόταν η Λάικα να φτάσει ή ίσως και ξεπεράσει τους 40 βαθμούς Κελσίου. Καθώς ο οργανισμός των σκύλων δεν μπορεί να αντέξει τέτοια υπερθέρμανση, λόγω έλλειψης ιδρωτοποιών αδένων, η Λάικα πέθανε από έναν συνδυασμό θερμοπληξίας, καταπόνησης και ακραίου στρες, σε 5 έως 7 ώρες μετά την εκτόξευση, αφού είχε συμπληρώσει 4 τροχιές γύρω από τη Γη. Το Σπούτνικ 2 εξαερώθηκε κατά την επανείσοδό του στην ατμόσφαιρα στις 14 Απριλίου 1958, μετά από 2.570 τροχιές γύρω από τη Γη.
Εκτός από τον πρώτο ζωντανό οργανισμό σε τροχιά, έγινε έτσι και το πρώτο θύμα της εξερεύνησης του διαστήματος. Η πτήση της όμως απέδειξε ότι οι ζωντανοί οργανισμοί μπορούσαν να επιβιώσουν από μια εκτόξευση και από τις συνθήκες που επικρατούν σε τροχιά και έδωσε τα πρώτα στοιχεία για το πως συμπεριφέρονται τα έμβια όντα στο διάστημα.Παρόλα αυτά, ο τότε εκπαιδευτής της, Όλεγκ Γκαζένκο, το 1998 δήλωσε ότι «Όσο ο καιρός περνάει, μετανιώνω όλο και πιο πολύ γι’ αυτό. Αυτά που μάθαμε από αυτή την αποστολή δεν ήταν τόσα ώστε να δικαιολογούν το θάνατο του σκυλιού». 
Το σύντομο ταξίδι της Λάικα, την έκανε ένα από τα πιο διάσημα σκυλιά του κόσμου. Απεικονίστηκε σε γραμματόσημα σε πολλές χώρες, και μάρκες από τσιγάρα και σοκολάτες είχαν το όνομά της. Τις τελευταίες δεκαετίες, έχει γίνει και όνομα συγκροτημάτων και τραγουδιών.

Ειρηναίος Μαράκης, Τέσσερα ποιήματα

προετοιμασία


στα εσπερινά λύκεια

στα διανυκτερεύοντα φαρμακεία

στα μπαρ που σερβίρουν ζεστή μπύρα

στις υπαίθριες δανειστικές βιβλιοθήκες

σε φλύαρες βιβλιοπαρουσιάσεις ροζ συγγραφέων 

σε κουζίνες συνοικιακών μαγειρείων

στα διαδικτυακά φλερτ

που δεν έχουν αντίκρισμα 

στα διπλά κρεβάτια που τα μοναχικά σώματα

ανακαλύπτουν τον έρωτα

στα υποθηκευμένα χωράφια της ελληνικής υπαίθρου 

στην ουρά της εφορίας

στην αναμονή των δημόσιων υπηρεσιών

μπροστά από έγχρωμα ριάλιτυ

και σε απεργιακές διαδηλώσεις

που προκήρυξε ο τοπικός εργατικός συντονισμός

εκεί καρπίζει η επανάσταση

εκεί φυτρώνει η αμφισβήτηση

άλλοτε αργά και άλλοτε με άλματα

προετοιμάζοντας τις μέρες

που θα συγκλονίσουν ολόκληρο τον κόσμο

***

απεργιακός συντονισμός 

θα σου φτιάξω ένα απεργιακό μπλοκ

με συνθήματα, ντουντούκες, φασαρία

θα βάλω να παίζει και Ξυλούρης

στην απεργιακή συγκέντρωση

για τις εξορμήσεις μες στις γειτονιές

στους χώρους εργασίας

θα σου γράψω μια προκήρυξη

που θα ζήλευε ακόμα και ο Μαρξ

πολλά θα κάνω και θα δείξω

αλλά τίποτα από αυτά δεν θα ‘χει σημασία

εάν εσύ δεν απεργήσεις

και προτιμήσεις τον καφέ

σε μία καφετέρια που δεν πληρώνει

τους μπαρίστα

***

Το πρόβλημα


Α, ρε Λαυρέντη τα χρόνια περνούν

κι όλο σκέφτομαι πως το πρόβλημα δεν είναι

πως μόνο εγώ ήξερα ότι είσαι κάθαρμα

αλλά ότι ήμουν ο μόνος που το παραδέχτηκε δημόσια

όταν όλοι οι άλλοι σε δέχτηκαν, τι ειρωνεία, 

ως τον πολιτικό τους αναμορφωτή,

και το πρόβλημα μεγάλωσε

απόκτησε φιλολογική αξία

έγινε σύνθημα σε τοίχους ηλεκτρονικούς

και μάθημα πανελλαδικώς εξεταζόμενο.

***

Φούτζι 


Ατενίζω τα φύλλα

της ανθισμένης κερασιάς,

το όρος Φούτζι 

που μου χαμογελάει,

των πουλιών το τραγούδι

το λυπητερό.

Χωρίς σταματημό,

εσένα σκέφτομαι

από την Δύση

έως του Ήλιου την Ανατολή.

Αγαπημένη,

με θυμάσαι άραγε καθόλου,

μες της φάμπρικας

το ατέλειωτο βουητό;

Άρης Τσιούμας, Δύο ποιήματα

Ο Βασιλιάς

Βασιλιά έχουν οι χώρες
που διαθέτουν αποικίες,
σαν αυτοεκπληρούμενη
προφητεία

δικαιούνται βασιλιά,
αφού έχουν υποτακτικούς

κι έπειτα αφού υπάρχει βασιλιάς,
κάποιος δεν οφείλει να υπακούει;

***

Άναρχος

λέγανε
να κυβερνήσουν οι πολιτικοί,
να κυβερνήσουν οι τεχνοκράτες,
να κυβερνήσουν οι έμποροι,
οι καλλιτέχνες,
οι φιλόσοφοι,
οι παπάδες κι οι ιερείς

είπαν
να κυβερνήσει ο στρατός,
να κυβερνήσει ο τρελός,
να κυβερνήσει ο φτωχός,

έτσι λέγανε…

μια φωνή είπε:
όποιος κυβερνήσει
δεν θα ‘ναι καλλιτέχνης
δεν θα ‘ναι φιλόσοφος,
δεν θα ‘ναι φτωχός

θα είναι κυβερνήτης
πια
ΚΑΤΩ ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

οι άλλοι
σήκωσαν τους ώμους
κοιτάχτηκαν αμήχανα
μόνο για μια στιγμή

κατόπιν
τον έβρισαν
αναρχικό

κι εξακολούθησαν

λέγανε

να κυβερνήσουν οι πολιτικοί,
να κυβερνήσουν οι τεχνοκράτες,
να κυβερνήσει ο λαός…

*Από το βιβλίο «σπαράγματα φόνων», Εκδόσεις Ναυτίλος, Φεβρουάριος 2017.

Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Μολύβι αντί βελόνας

Λέξη λέξη πλέκω το ποίημα.
Γράμμα γράμμα ανασύρω τις λέξεις, τη μία μετά την άλλη.
Μολύβι αντί βελόνας.
Παίζω με τα χρώματα, την υφή και το σχέδιο.
Αποφασίζω, ποίημα ή ιστορία.
Λέω, ωδή ή χρονογράφημα.
Σας ντύνω, σας στολίζω, σας ζεσταίνω με λέξεις
σφιχταγκαλιασμένες.
Τι χρώμα να έχει το ποίημα;
Ποια η περίσταση;
Μαύρο για το πένθος.
Κόκκινο για τον έρωτα.
Πράσινο για την ελπίδα Πορτοκαλί για τη χαρά.
Κι αυτή η άνοιξη δεν λέει να μας λυπηθεί.
Κι αυτή η αγάπη
μάς έχει πάρει από φόβο.

***

Το αληθινό νόημα

Ως την άκρη της κάθε μέρας περπάτησα
για να σας φέρω το αληθινό νόημα.
Αυτό που είχα οριστεί να σας διαδώσω.
Αυτό που θα σας έσωζε από την απελπισία.
Αυτό που θα σας έκανε να χαμογελάσετε
και να ομολογήσετε ανακουφισμένοι:
Ναι, μάλιστα, γι’ αυτό αξίζει να ζούμε.
Αλλά δεν το βρήκα. Με συγχωρείτε.
Δεν το ήθελα. Πρέπει να με πιστέψετε.
Ξέρω τώρα θα με κατακρίνετε
και θα λέτε πως δεν κρατάω τις υποσχέσεις μου.
Πως άδικα με εμπιστευτήκατε
και περιμένατε ανυπόμονοι,
γιατί η ζωή σας είχε σταματήσει
και θέλατε να τη συνεχίσετε.
Μόνο εσείς ξέρετε πόσο θέλατε.
Δηλαδή τι σας λέω τώρα;
Ότι πρέπει να ζήσετε πλέον χωρίς νόημα;
Ή ότι το νόημα δεν είναι ένα;
Ή ότι κακώς με διορίσατε;
Τι κάνω λοιπόν; Παίζω μαζί σας;
Σας στερώ από τις ελπίδες σας,
Ναι, ναι. Καλά με καταλάβατε. Αυτό κάνω.
Σας στερώ από τις ψεύτικες ελπίδες σας.
Πώς μπορώ και σας το κάνω αυτό;
Μπορώ γιατί εσείς δεν μπορέσατε.
Και μην ξεγελιέστε,
δεν δίνω δεκάρα για την υπόσχεση που σας έδωσα.

*Από το βιβλίο «Ένα γυμνό κρεμμύδι», Εκδόσεις των Άλλων, 2016.

Αλφονσίνα Στόρνι, Τρία ποιήματα



ΦΟΒΟΣΟΥΝ ΤΗ ΘΝΗΤΗ ΜΟΥ ΣΑΡΚΑ

Φοβόσουν τη θνητή μου σάρκα και μέσα της έψαχνες
την αθάνατη ψυχή. Για να τη βρεις, μου άνοιγες
πληγές μεγάλες με λέξεις σκληρές.
Τότε έγερνες πάνω τους εισπνέοντας,
φριχτέ, την οσμή του αίματος μου.

***

ΤΑΞΙΔΙ

Σήμερα το φεγγάρι με κοιτά
αχανές και λευκό
Είναι το ίδιο με χθες,
το ίδιο με αύριο.
Όμως είναι ένα άλλο που ποτέ
δεν ήτανε τόσο μεγάλο και χλωμό
Τρέμω όπως τα φώτα
τρέμουνε πάνω στα νερά.
Τρέμω όπως στα μάτια
συνήθως τρέμουν τα δάκρυα
Τρέμω όπως στις σάρκες
ξέρει η ψυχή να τρέμει.
Α, το φεγγάρι κουνά
τα ασημένια χείλη του.
Α, το φεγγάρι που είπε
τις τρεις παμπάλαιες λέξεις
«Θάνατος, μυστήριο αγάπη»,
Α, λιώνουν οι σάρκες μου.
Πάνω σε σάρκες νεκρές
κυρτώνει η ψυχή μου.

***

ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ

Τη νύχτα ετούτη δυο λέξεις συνηθισμένες
μου ψιθύρισες στ΄ αυτί… Δυο λέξεις, κουρασμένες
επειδή ειπώθηκαν. Λέξεις που γίνηκαν
στην παλαιότητά τους ολοκαίνουργιες.

Δυο τόσο γλυκές λέξεις που καθώς η σελήνη
γλιστρούσε μέσα απ’ τα κλαδιά
στο στόμα μου σταμάτησε. Τόσο γλυκές λέξεις
που πασχίζω να μείνω ακίνητη, μη γκρεμιστεί
ένα μυρμήγκι που κάνει βόλτες στον λαιμό μου.

Δυο τόσες γλυκές λέξεις -που χωρίς να θέλω λέω:
ω, τι όμορφη η ζωή!
Τόσο γλυκές και τόσο καθησυχαστικές
που αρωματικά έλαια στο κορμί μου απλώνονται.

Τόσο γλυκές και τόσο όμορφες
που νευρικά, τα δάχτυλα μου
πάνε προς τα ουράνια όμοια με ψαλίδια.
Αχ, τα δάχτυλα μου θα ήθελαν
να κόψουνε αστέρια!

*Από το βιβλίο “Αλφονσίνα Στόρνι, Ποιήματα”, Εκδόσεις Θράκα. Μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας.

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Δέκα χαϊκού

A
Εδώ σου γράφω
τα δε θέλει σου φέρει
ο ταχυδρόμος

Β
Amour
Βροντή μπροστά σου
του μενεξέ το μύρο
Κάϊντ ΄Αλη dixit.

Γ
Άλφα της Άρκτου
πέντε φορές απάνω
η Τραμουντάνα.

Δ
Ακρόπολη
Πέτρινη κόρη
σου χτύπησε καλέμι
το χαμογέλιο.

Ε
Πήρε τ’ αγκίστρι
συναγρίδα που φεύγει
κι ακόμα φεύγει.

Ζ
Ψηλά στη στέκα
Παρασκευή Μεγάλη
κρεμιέται ο φάντης.

Η
Μέρα στ’ αυλάκι
της δωρικιάς κολόνας
πού ταξιδεύεις;

Θ
Απριλομάης
κάτω στον πλαταμώνα
το χέλι φεύγει.

Ι
Ασημωμένο
στα πελαγίσια βάθη
θα ζευγαρώση.

Κ
Όλβιος όστις
μπαίνει στην κοίλαν χθόνα
ιδών εκείνα.

*Από τη συλλογή “Αλφαβητάρι 1969”, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2014.

Πέτρος Θεοδωρίδης, Τρία ποιήματα

Έργο Πάμπλο Πικάσσο

διάγνωση

«Κυρία μου, -είπε ο ψυχίατρος-
το αγοράκι σας δεν έχει τίποτα.
Και δεν διέγνωσα καμία ψυχικά ασθένεια.
Μόνο μια κάποια τρωτότητα,
Να! είναι που δεν αντέχει,
αυτά τα ψιθυρίσματα στο σκοτάδι, τις σκιές, το
θρόισμα των φύλλων, τους μυριάδες πεθαμένους να
μιλούν και τα αστέρια, τα πετούμενα, τους πελαργούς
των άλλων κόσμων, τις νεράιδες, τις μυρωδιές της
άνοιξης, τα δίδυμα φεγγάρια, την χαρά,
είναι
που μες τις φλέβες του κυλά γάργαρο αίμα, είναι η
αγάπη που δεν αντέχεται, κυρία μου,
είναι που ολοζώντανο το είναι του ξεσπά, κυρία μου,
είναι η αγάπη που κυλά σαν το ποτάμι, η αγάπη…
Γι’ αυτό ξυπνά τα βράδια με εφιάλτες: Είναι που δεν
αντέχει την Αγάπη…»

***

Ο θνητός της Ιστορίας

Σου τό ’λεγα –κι εσύ επέμενες πως ήμουν άγγελος
Είχες δει στη πλάτη μου φτερά,
Μα όχι -σού ’πα- είναι μια εξόστωση,

Ίσως μετατρέπομαι σε δεινόσαυρο,
Σα μία μεταμόρφωση του Κάφκα

Στο είπα: δεν είμαι άγγελος,
Οι άγγελοι δεν πονάνε -εγώ πονώ-

Σου είπα, δεν είμαι άγγελος.
Μη κοιτάς που κάποιες φορές δακρύζω,

Έξαλλου δες: έχω σώμα,
Δεν είμαι καθαρό πνεύμα,
Γερνώ και πεθαίνω λίγο-λίγο,
Κι αρρωσταίνω: δεν είμαι άγγελος.

Πονώ όταν πεθαίνει η χώρα μου,
Όταν σαπίζει σαν πληγή,
Στό ’πα δεν είμαι άγγελος: Οι άγγελοι δεν πονάνε.

Είμαι ένας κοινός θνητός: Ο Θνητός της Ιστορίας
Δεν ξέρω γιατί μ’ έστειλαν εδώ
Δεν ξέρω γιατί με έβαλαν φύλακα στην πύλη
«-Προοριζόταν για σένα
-Σε λίγο θα την κλείσω…»

Δεν έχω μνήμη ούτε έχω λησμονήσει
Όμως, δεν είμαι άγγελος σου είπα
Είμαι –όπως άλλοι χιλιάδες-
ο Θνητός της Ιστορίας,

Κι αν καμιά φορά πετώ σαν άγγελος
Είναι μονάχα στα όνειρά μου….

***

Κατάσταση πραγμάτων

Να, που βρεθήκαμε ξανά, εντός του μέλλοντός μας
Ασθμαίνοντας, σαν ρινόκεροι σε μάχη,
Στον αγριότοπο του παρόντος,
Με τα μάτια ερμητικά ορθάνοικτα,
Ανήμποροι –όπως πάντα–
Σ’ αυτήν την ολοφώτεινή μας νύχτα,
Σ’ αυτό το σκοτεινό ξημέρωμα,
Στο θρόισμα του ανέμου,
Στο κύμα,
Παγιδευμένοι στην επιφάνεια ενός καθρέφτη,
Στο αιχμηρό μεταίχμιο των αιώνων.

*Από τη συλλογή “Όταν συναντηθούμε ξανά”, Θεσσαλονίκη 2014.