Δημήτρης Γκιούλος – Κωνσταντίνος Παπαπρίλης Πανάτσας, Σημείο 0

Το αντάρτικο το δικό μας
γράφτηκε σ’ εφτά νύχτες.

Χρειάζονται δύο άνθρωποι. Δυο τουλάχιστον.
Ένας να φτιάχνει τις λέξεις κι ένας να τους βάζει φυτίλι, να τις ανάβει και να τις πετάει.
Αλλά τι σας λέω κι εσάς, σάμπως πεινάσατε ποτέ τόσο ώστε να μπείτε ολόκληροι μέσα σ’ έναν άλλο άνθρωπο;

Ίσως αν καείτε,
να μάθετε.

Να σας μάθω για πείνα λοιπόν.
Ή για βουτιές σε σώματα ξένα,
από κείνες που γραπώνεσαι από φλέβες κι όργανα,
να δεις τι έχουν να σου πουν
για το βράδυ που ξεκίνησε.
Και για φωτιές,
να κλείσετε λίγο περισσότερο τα μάτια σας.

Μάθημα πρώτο.
Μαζί τα μάθαμε.
Κι αν φάγαμε κάτι,
δεν ήταν τίττοτ’ άλλο από τα μούτρα μας.
Κι αυτά θα συνεχίσουμε να τρώμε.
Μαθητευόμενοι μάγοι αλλά όπως λέει κι ο σοφός
«αν δεν φαντάζεσαι φωτιές, με κάρβουνα μην παίζεις»
Κι από παιδί
φωτιές ονειρευόμουν.

Ξέρεις,
απ’ αυτές που σε τυλίγουν,
να χεις μέρα κι όταν κλείνεις τα βλέφαρα,
όταν ζητάς το τομάρι σου να σώσεις.
Μα, όσο το σκέφτεσαι ξανά,
είναι φορές που σε προκαλουν
να χορέψεις μέσα τους,
να μάθεις πόσο το δέρμα σου αντέχει.

Αντοχή υλικού,
μάθημα δεύτερο.

Την αντοχή των ανθρώπων θα ‘πρεπε να μετράμε.
Πως η αντοχή μετριέται, θα μου πεις.
Κοιτώντας το δέρμα μας.
Όσο πιο πολλές χαρακιές,
όσες περισσότερες πληγές,
τόσο πιο πολύ αντέχει.
Οι άλλοι, οι σκληρότεροι, αιμορραγούν απ’ τα μέσα.
Και φεύγουν πρώτοι.

Φεύγουν,
να μείνουν οι χαραγμένοι,
να δείχνουν με καμάρι τα σημάδια τους όλα,
λίγο πιο άσχημοι,
σ’ έναν κόσμο μ’ όμορφους καθέπτες,
να τρέμουν, όσες με αίμα ευγενικό
περιμένουν λευκές επιδερμίδες
για να φωτίσουν σκοτεινά δωμάτια
Αφού προτιμούν το αίμα μας για να φωτιστούν,
ένα να θυμούνται:
Να τρέμουν, γιατί ξεκινήσαμε,
μακρύς ο δρόμος και διψάμε.
Κι ας ξέρουν πόσο όμορφα θα φώτιζαν του κόσμου το σκοτάδι, μ’ έναν τους οργασμό.

Μάθημα τρίτο.
Όσοι μπορούσαν να κάνουν αλλιώς και δεν έκαναν,
είναι ένοχοι.
Κι οι ένοχοι θα πληρώσουν.
Είναι ζήτημα επιβίωσης.
Ποινικό δίκαιο.
Το σύστημα σωφρονισμού μας.
Είναι καιρός να μάθει
ττως πρέπει να τιμωρούνται όσοι έμειναν να κοιτούν ταβάνια και τοίχους ασπρισμένους.
Να κορνιζώσεις τις μέρες,
τους οργασμούς και το αίμα σου,
να τα χαζεύεις
κάθε που θα ψάχνεις αυτά που έχασες.

Σε διάδρομο που θέλει βάψιμο.

Ομόφωνα ένοχος.
Άλλωστε, πως ξέρεις αν ο τοίχος θέλει βάψιμο
αν εσύ πρώτος δεν έστειλες τις σκέψεις σου
με χίλια χιλιόμετρα να καρφωθούν πάνω του;
Κομμάτια να γίνουν.
Ήταν άραγε ποτέ λευκά τα ταβάνια μας;

Δεν μάζευαν την κάπνα
απ’ όσα φτιάχναμε προσάναμμα τις νύχτες;
Δεν γέμιζαν σώματα,
σκιές και σιλουέτες,
να ’χεις να προσεύχεσαι
και να θυμάσαι;
Δεν ήταν ποτέ τους λευκά,
να το ξέρεις,
και μην τολμήσεις να μου πεις
πως δεν σ’ το φώναξα.

Αν κάτι ήταν ποτέ λευκό,
μονάχα τα κελιά μας.
Αλλά αυτά ήταν στο κεφάλι μας, δεν μετράνε.
Τις φυλακές μας, εμείς τις κουβαλάμε, τις ποινές μας, τις εκτίουμε ολάκερες.
Γι’ αυτό κι η τιμωρία σας να ζητάτε αίμα, ολάκερη θα είναι.
Είπαμε, ο ένας θα φτιάχνει τις λέξεις,
ο άλλος θα βάζει φωτιά στο φυτίλι
και θα τις πετάει.
Μη ζητάτε επιείκεια,
είναι ένα μάθημα που δε μάθαμε ποτέ.
Αν είχαμε, θα περπατούσαμε λέφτεροι, δε θα βάφαμε τοίχους.

Καλώς ήρθατε.

*Από τη συλλογή “Αντάρτικο2”, Εκδόσεις Κουρσάλ, 2016.

Μαργαρίτα Μηλιώνη, τίγρης

στην αρχή τη σκιάχτηκες
το ’βαλες στα πόδια
με τα πόδια στο κεφάλι έτρεχες
χώθηκες σε μια τρΰπα είπες θα περάσει
θα φύγει το τρομακτικό αιλουροειδές

σήκωνες που και που κεφάλι
έλεγες μήπως να βγω; την έβλεπες
να κάνει βόλτες στους κοντινούς δρόμους
και ξανακρυβόσουν στην μονιά σου-
πείνασες

και άρχισες να τρως ό,τι ήταν κοντά σου
έφαγες τον παππού σου την γιαγιά σου
μετά δίψασες άρχισες να σκάβεις για νερό
έσκαψες έσκαψες και η τρύπα σου
μεγάλωσε υποχώρησε το έδαφος
κάτω από τα πόδια σου

χώθηκες ακόμα πιο βαθιά στην γη
και ούτε κουβέντα πια να σηκώσεις κεφάλι
τυφλοπόντικας έγινες και η τίγρης στο φως
πήγαινε και ερχότανε
ό,τι ήταν να φαγωθεί το κατασπάραζε ε
έτσι ήταν βλέπεις φτιαγμένη η ζωή

μέχρι που ήρθε μια μέρα που είπες
τούτο εδώ κάτω με ζωή δεν μοιάζει
αν είναι να αρχίσω να τρώω τις σάρκες μου
καλύτερα να με κατασπαράξει η τίγρης
μ’ ένα σάλτο βρέθηκες στη επιφάνεια·
ήταν τόσο εύκολο;

ξέχασες δειλίες φόβους αναστολές
είχες τόσο λαχταρήσει το φως που δεν γαμιέται είπες αν είναι να με φάει ας με φάει!
και άρχισες και συ να κάνεις βόλτες εκεί έξω-
μπα περίεργο- άρχισες και συ να τρέχεις
να πηδάς πάνω από θάμνους να κυνηγάς λαγούς
ελάφια- τι ήταν τούτο

κοιτάζεσαι στην λίμνη και τι βλέπεις;
τίγρης ήσουν- είχες τις ίδιες γραμμές στο χρυσό δέρμα
αίλουρος το κορμί σου και τα μικρά ελαφάκια
θρήνησαν ήδη τον αδερφό τους

*Από τη συλλογή “Ο Ζωολογικός Κήπος του Ile Saint-Louis”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Σημειώσεις

μα οι ελληνολέξεις — με’ το αλάτι του ήλιου αρματωμένες, Οδυσσέα, μπορούν: ’ς τον πηγαιμό τους, ενάντια σε κάθε κύτταρο ιοβόλο ’που θα συναντήσουν, βγάζουν λεπίδι

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΪΚΟΦΤΣΑΛΗΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. —…κατά τ’ άλλα η ποίησή σας είναι μάλλον δυσνόητη, εκτοξεύτηκε από ακροατήριο ’ς τους ποιητές ’που μόλις είχαν χαρίσει στ-ήχους από τους κηπώνες τους
Έσκυψα και πάλι άθελα ’ς την παρένθεσή ’σου Μαρίνα Ιβάνοβνα “(Το να πει κανείς ότι ο ακροατής πολύ απλά δεν είχε καταλάβει, σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας τον ίδιο…)” 1. Η πρόσληψη του ποιήματος ελάχιστα έχει ’να κάνει με την κ α τ α-νόηση. Το ποίημα επινοείται, ανα-γνώστη, ’το συν-αισθάνεσαι: ’το ακούς-βλέπεις-ψαύεις-οσφρίζεσαι-γεύεσαι. Η ποίηση: όχι ’να επανασυνδεθεί με τη μουσική, αλλά με το σκοπό ’της: καθώς αιμοσφαίριο η λέξη, το γράμμα, ο στίχος — ’να χορεύουν. Και δεν μιλώ μόνο. για το χορό του σώματος ( — οι τραυματίες χορεύουν; )
[Εξάρχεια ( Beer Academy), Απρίλιος 2000]

2. ’Μου προσάπτουν: “τραυματίζετε τη γλώσσα”. Αντιτείνω: “γλώσσα ’μου ’δωσαν ξεκοιλιασμένη ( εάν μία απόστροφος ’πάνω ’ς τη λέξη εξοβελιστεί, κάτι βίαια έχει απολεσθεί —: ανεπανόρθωτα )”’· την βαρβαρότητα υπόκωφα η εθνική γλώσσα καταγγέλλει… ’που ορθόδοξα οριοθετήθηκε ο χρόνος: αρχαία ελληνικά, νέα ελληνικά… ( —
“απέσβετο και λάλον ύδωρ”, νομοθεσίες: μακελειό φονιάδων! — να η ρωγμή: ) “Η γλώσσα, απλώς, αναζητά ό,τι ’της ανήκει: το παρελθόν και τη μελλοντική ’της νοσταλγία. Μέσα και συνάμα έξω από νόημα. Μέσα και συνάμα έξω από τον εαυτό ’της. Όπως ο χρόνος
[Γωνία Ναυαρίνου και Ιπποκράτους, Απρίλιος 2000]

1 Μαρίνα Τσβετάγεβα, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ, ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ (μετ. από τη γαλλική έκδοση Καίτη Διαμαντάκου), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1998, σ. 32

*Ευχαριστώ τον Ηλία Μέλιο για το πολύτιμο αυτό χάρισμα.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ισχύον

Το ποίημα αυτό έχει συναρμολογηθεί
σε κάποιο μακρινό εργοστάσιο στην Κίνα.
Αυτοί που το μαστόρεψαν πήραν για εφάπαξ
έναν θάνατο από το ύψος μιας γέφυρας
ή ενός ουρανοξύστη.
Μη φοβηθείς όμως, η εγγύησή του
δεν έχει παρέλθει. Εκείνοι μόνον.

21/2/2018

Θεόδωρος Ντόρρος, Στο δρόμο αρχίζουν όλα

Ξεχείλισμα Κυριακάτικης περιττότητας.
Αυτήνε μόνο βλέπεις.
Χυμένη στη φύση
τυλίγει την κάθε ακτίδα του ήλιου.
Μέσα στις φλέβες μου όλες,
ως έξω στις πιο μου κυρίαρχες σκέψεις.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι.

Τ’ αναιμικό αντρόγυνο της εργατιάς σέρνει ανάμεσά του
ένα παιδάκι.
Με αργοκίνητη απόλαυση.
Κατάδικο σ’ ανήθικη συνέχεια κατάντειας.

Στις φορεσιές, στις στάσεις, στα κουνήματα,
σε ό,τι θέλουνε να κρύψουν, να κάνουνε ακόμα
πιο μεγάλο
κι απ’ του αγνώστου μας το φόβο,
παντού το τελειωμένο
το ανθρώπινο.
Πατάνε.
Ολοκάθαροι και νηστικοί.
Γυρεύουνε. Χαμένοι.
Μαζί και κείνος που μεγάλωσε στους Κυριακάτικους περίπατους,
ανάμεσα στους περιπατητές.

Τα πρόσωπα όλα γνώριμα, αδιάφορα.
Σαν τον εαυτό σου.
Τις άλλες μέρες μακριά, σήμερα ξένος.
Κι αυτοί έχουν αφήσει κάπου ό,τι δικό τους.
Κουνιώνται ολόγυρά σου,
τόσο ίδιοι,
τόσο άχρηστα διαφορετικοί.
Παιγνίδια που ξεφύγανε,
ανάμεσα σε τόσα άψυχα.
Ασύντριφτα.
Μπορώ να τους κοιτάζω άφοβα,
κι ας μας χωρίζει όλους μας κατάβαθα
πανάρχαιος δεσμός χυδαίας πάλης.

Κάποιοι μου κάνουνε για λίγο συντροφιά
με τις δικές μου τις ψευτιές που βάζω μέσα τους.
Μα όλο τους αφήνω.
Μακριά τους,
σε μια ξεχωρισιά.

Σβήνεται κάθε νόημα,

κι οι κόσμοι που ’λαμψαν ποτέ στο μοναχό ξαστέρωμα.

Μα κι έτσι μαζί σου σα βρεθείς,
χαμένος τότε πιο πολύ.
Και πια μονάχα κρατημένος
απ’ του χαμού την ομορφιά.

Αρχίζει τ’ όνειρο,
κείνο που μέσα του ποτέ σου δε ρωτιέσαι:
γιατί είσ’ εκεί;
γιατί είναι όλα έτσι;
με το φόβο.
Ποτέ δε θα ξυπνήσεις. Τ’ όνειρό σου μονάχα θα σβήσει.

Δε θα μπορούσε να ’ναι αλλοιώς.
Συγκρίσεις δεν υπάρχουνε.
Κι ανακουφίζεσαι. Με υποψία.
Κι η τύψη πάλι εκεί,
για σενα, για τους άλλους, για το μεγάλο γύρω σου.
Στιγμές σου μένουνε στη ζάλη.

Χαρά.

Τ’ αγαπημένο σώμα σου σε καρτερεί
και σε μικραίνει τόσο,
σε χώνει ακαίριο μέσα του,
και βρίσκεις έτσι ποια θα σε σώσει συντροφιά…

Ακόμα μέσα στ’ όνειρο.

Στο δρόμο αρχίζουν όλα.
Ανάμεσα στους περιπατητές.

*Από τη συλλογή “Στου γλυτωμού το χάζι”, 1931. Εμείς το πήραμε από το βιβλίο της Μαρίας Αθανασοπούλου ‘Θεόδωρος Ντόρρος – “Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005.

Κατερίνα Χανδρινού, Δύο πεζά ποιήματα

Υποθετική πρόταση.

Αν, αν παρ’ ελπίδα λέω βρεθείς μέρα μεσημέρι κι εν μέσω πολλών πραγμάτων άλλων, ας πούμε στο ταχυδρομείο, και πάρεις νούμερο μεγάλο κι αργεί να έρθει η σειρά σου, στέψου το ενδεχόμενο να μείνεις. Να μη φύγεις. Μες στο ταχυδρομείο να μείνεις κι εκεί προστατευμένος, ανάμεσα σε γραμματόσημα, φακέλους, κάρτες γιούνισεφ, να επωφεληθείς. Μη φύγεις. Δέξου το ξαφνικό δώρο, είναι δικός σου αυτός ο χρόνος ο νεκρός, παρένθεση που γράφτηκε απαλή. Μείνε μες στο ταχυδρομείο κρυμμένος, αν παρ’ ελπίδα λέω βρεθείς, και σκέψου την προσωπική ζωή σου. Σαν έναν κύκλο, σαν ένα μικροσκοπικό δάχτυλίδι, ομόκεντρο του δαχτυλιδιού τού κόσμου.

***

Γυναίκα με βίτσια.

Εισβάλλει σε κατάστημα εκκλησιαστικών ειδών. Θα παραγγείλει μια εικόνα. Μπαίνει με τόση φόρα που χτυπά το κόκκαλο της μύτης της στην τζαμαρία. Άντρας με βίτσια. Πίνει ουϊσκόνερο και δεν παραδέχεται Χριστό. Θα δει απόψε ειδήσεις στο αθόρυβο. Μόνος του μένει κι η πολυκατοικία μυρίζει ανάσα ποντικού. Άντρας με γυναίκα παντρεύονται, δεν συναντιούνται. Νυσταλέοι καριόληδες. Κι οι δυο ανθεκτικοί. Εφάμιλλοι, καθώς απομακρύνονται.

Κι είναι αυτή η χώρα μου.

*Από το βιβλίο “γιατί δεν οδηγούν οι ποιητές”, εκδόσεις sestina, Αθήνα, Νοέμβρης 2017.

Γιωσέφ Ελιγιά, Ποιήματα


Κιλκίς

Στη μακάρια σκιά του Ποιητή της «Πρέβεζας»

Αχ πόσο οδυνηρό κι απαίσιο
Σ’ ένα στενό, τραγικό πλαίσιο
Η ζωή σου να λιμνάζη οκνή
Η Ανία τον θρήνο ν’ αρχινάει.
Και, σβούρα, να στριφογυρνάει
Στον ίδιο άξονα η ψυχή…
Του ρεμβασμού τα γαλάζια ίχνη
Στην ένδοξη ψυχρή πολίχνη
Να σβύνουν σα μουντός καπνός
Πουρνό – βράδυ, στην πονεμένη
Ψυχή, βραχνάς να σου βαραίνη
Ο μολυβένιος ουρανός.
Το ίδιο στρατί για το σχολείο
Και του Φωκίτη το βιβλίο
Να κουβαλάς πάντα μαζύ
Κι ολημερίς ν’ αναρωτιέσαι
Στον κρύο το βούρκο που κυλιέσαι:
Να ζη κανείς ή να μη ζη;

Μάρτης 1931

***

Dies Irae

Ίσκιοι του Ονείρου, απόκληροι του Κόσμου ξεπεσμένοι
Ξαρμάτωτοι διαβαίνουμε μπροστά στην ιερή κονίστρα
Γύρω απ’ το κυρτωμένο μας τυλίγοντας κουφάρι
Την ξεφτισμένη μας παλιά ολοπόρφυρη χλαμύδα.
Με σκέψεις μαύρες και με συλλογές πικρές, περνούμε
Κάτω από της άχαρης νυχτιάς το μολυβένιο θόλο,
Κι ένα αστεράκι, αργά και που ξεκόβοντας, μας στέλλει
Το φωτεινό περίγελο, ψηλά από τη φωλιά του.
Για μια στιγμή λες πιάσαμε τ’ αθώο πουλί στα χέρια
Το χρυσοπούλι που άλλοτε μεσ’ την καρδιά εκελάδει,
Κι ενώ θαρρούμε πως σκιρτά το πουπουλένιο χάδι
Περίλυπη η ματιά την άδεια φούχταν αντικρύζει.
Έτσι η μια μέρα πένθιμα ακολουθεί την άλλη μέρα
Άπραγη, κακορίζικη, δίχως φωτός αχτίδα·
Μακρυά στο σύθαμπο κάποιος λυγμός γροικιέται
Ενώ λες απ’ το θρήνο τον οκνό του πεθαμένου Ονείρου.
Δίχως παλμό, το νεκρικόν ψαλμό οι καρδιές ψελλίζουν
Μπρος στων χαμένων ημερών τα λείψανα τα κρύα.
Κι αγκομαχά η φτωχή μεσ’ απ’ τα κούφια σπλάχνα
Που της αδράνειας το πιοτό βαθειά έχει φαρμακώσει.
Ω Νιότη! Νιότη ανέμυαλη, που δεν έχεις αφήσει
Μήτε όσιο, μουδέ ιερό, μεσ’ στ’ άγια των αγίων·
Ω Νιότη, που ξεσκάλισες και σκόρπισες τη στάκτη
Την άγια στάκτη, αστόχαστη, μεσ’ στην οργή του ανέμου.
Να ‘ξαιρες ποιαν ερήμωσι το βέβηλο σου χέρι
Μελλόταν να σκορπίση αλί, στην άραχλη Οικουμένη
Σε πέλαγα και σε καρδιές, σε σπλάχνα και σε ξέρες
Να ‘ξαιρες… μα δεν τοξαιρες κι ο νους δεν το στοχάσθη…
Και τώρα πιες αγόγγυχτα και άναντρα το ποτήρι
Του ξεπεσμού· και τώρα ιδές τη μαύρη οργή του Χάρου
Μες τη μακάβρια καταχνιά που ολόγυρα σε ζώνει,
Να σβύνη εντός σου τ’ άγρυπνο της Αρετής λυχνάρι.
Και τώρα Νιότη ανέμυαλη του ξεπεσμού θρεφτάρι,
Στην πέτρα που κυρτή, να ξαποστάσης έχεις γύρει
Σκύψε βαθειά με τα δικά σου νύχια, κι έλα θάψε
Τα ιδανικά που κάποτε τα Νιάτα εφωτίσαν.
Μ’ αν μέσαθε σου απόμεινε, κάπου βαθειά κρυμμένη
Απ’ το παλιό αγιαστήρι, κάποια σπίθα, ω Άγια Νιότη,
Συδαύλισε την κι άφησε, στην ξαναμμένη φλόγα,
Πυρσός τα σπλάχνα σου να καούν στα χείλη, εδώ, του Τάφου.

Αθήνα, Μάης 1928

***

Désespoir

Της Έγνοιας το σαράκι μ’ εφαρμάκωσε
Της Έγνοιας το φαρμάκι μ’ έχει πνίξει!…
– Τόσο σκοτάδι, ωιμέ! Από πούθε πλάκωσε;
Ποιον Άδη θα μ’ ανοίξη, η τόση πλήξη;

Σέρνω δειλά, τ’ ανήμπορο κορμί μου
Μακρυά από των θνητών τ’ άχαρο αχνάρι
Κι ανεμοδέρνονται φριχτά οι συλλογισμοί μου,
Και σβύνει αργά της Ζήσης το λυχνάρι.

Μα πριν διαβώ, στου τάφου εδώ την άκρηα
– Μεσ’ της καρδιάς τα ερειπωμένα βάθια
Στερνή φορά! – ας ποτίσω με δυο δάκρυα
Των πόνων μου τα χέρσα και τ’ αγκάθια.

Γιάννενα, 16 Ιουλίου 1922

***

Στον εαυτό μου

Σαύρα, πανάθλιο σερπετό, που στα χαλίκια σέρνεις
Του ξεπεσμένου εγώ σου την ορφάνια
Σα νυχτοπούλι στου γκρεμού τα βάθη σιγογέρνεις

Και κλαις για τη χαμένη περηφάνεια…

Λυγίζοντας, χορεύοντας, ψηλ’ από το κοντάρι
Για το σιχαμερό του όχλου το χατήρι
Παράτησαν τα χέρια σου της Πίστης το δισκάρι
Και της αλήθειας τ’ άγιο το ποτήρι.

Κι απ’ της θυσίας το Ναό Διωγμένε ω ξεπεσμένε
Ως πότε το χορό σου θα χορεύεις;
Το νοθεμένο σου πιοτί να πίνεις διψασμένε,
Και στη φρικτή σου κόλαση να ρέβης;

Παράτησε και σκόρπισε του ψεύτικου βωμού σου
Τη στάχτη, μεσ’ το φύσημα του ανέμου
Και στης παλιάς σου πίστης τον Ιορδάνη ξαναλούσου
Ω εσύ φτωχέ, πεντάφτωχε εαυτέ μου.

1926

***

Το ποίημα της Αγάπης

Με φλογισμένη τη ψυχή σα χρυσοσκάει η Αυγούλα
Με φουντωμένα ολόμαυρα μαλλιά θα ξεκινήσω
Κι απ’ την ερμιά θα κατεβώ στη χώρα, μια στιγμούλα
Της ζωής το θούριο θριαμβικά, γλυκά, να τραγουδήσω.

Θα πω τραγούδι χαρωπό στα κάλλη τα δροσάτα
Στης Επιστήμης τ’ άγιο φως, παρηγοριά του αιώνα
Θα τραγουδήσω τ’ άφοβα και μυαλωμένα νιάτα
Κι απέ του ημίθεου Δουλευτή τον ατσαλένιο αγώνα.

Κι όταν ο σκλάβος αντρειωθή και θα φουντώση η Ελπίδα
Και στης Ασκήμιας το γκρεμνό, θα γκρεμιστεί ο Σατράπης
Τότες θα πω πως έβαλα του τέλειου τη σφραγίδα
Στο πλέον ωραίο μου ποίημα, στο ποίημα της αγάπης.

* Ο Γιωσέφ Ελιγιά ήταν Εβραίος, κομμουνιστής ποιητής. Γεννήθηκε το 1901 στα Γιάννενα. Γόνος φτωχής οικογένειας, μελέτησε το ταλμούδ και την μεταταλμουδική φιλοσοφία πλάι στους ραβίνους της εβραϊκής Συναγωγής στα Γιάννενα και παρακολουθούσε μαθήματα στην Alliance Israelite απ’ όπου αποφοίτησε το 1918. Το 1930 κατάφερε μετά από πολλούς κόπους να διοριστεί καθηγητής γαλλικών στο Κιλκίς, ελπίζοντας σε μια γρήγορη μετάθεση στη Θεσσαλονίκη. Στο Κιλκίς θα προσβληθεί από τύφο. Θα πεθάνει στις 29 Ιουλίου 1931. Τα βιογραφικά στοιχεία και τα ανθολογούμενα ποιήματα αντλήθηκαν από το βιβλίο Γιωσέφ Ελιγιά, Άσμα Ασμάτων – Ψαλμοί – Ποίηση, επιμέλεια Γιώργου Ζωγραφάκη, εκδ. Δωδώνη, Γιάννενα, 1967.

** Από εδώ: https://theshadesmag.wordpress.com/2018/02/20/poihsh-elija/

Γιώργος Κεντρωτής, Τα όνειρα

Τα όνειρα δεν είναι, όχι, φαντασίες
ούτε υπάρχουν απόκοσμες Αφρικές ή Ασίες
να πέφτουν τα μυαλά των αναγνωστών εν αφασία
ή όσων τους άφησε τη δόξα αμανάτι η αθανασία.
Τα όνειρα δεν είναι παίξε-γέλασε για πλάκα
ούτε για να εξυπηρετούν των πονηρών τη φάκα.
Τα όνειρα είναι ούτως ειπείν παμπόνηρα, παγίδες
στην καθεστυκυία τάξη, που την κάνουν βίδες
και την εξαρθρώνουν λίγο-λίγο, ερωτικώς και μέσω
των απειροστικών συνδυασμών που το νιτερέσο
των όποιωνε μικροαστών και κεφαλαιοκρατών νικάνε
και των χθονίων παραδείσων τα κλειδιά κρατάνε.

*Ποίημα και φωτογραφία με την αφορμή του ποιητικού μαζέματος στο Σαλέρο, στα Εξάρχεια, στις 27 Γενάρη 2018.

Γιώργος Ιωάννου, Γύρω μου νύχτα μέρα

Όσο να δέσει κάποιος μέσα μου,
έχει πεθάνει.

Αλλάζω τις φιλίες σαν πουκάμισα,
αλλάζω τις δουλειές, αλλάζω γνώμες.
Πάντα το μάτι μου αλλού∙
μόλις ακούσω ναι έτοιμος να σαλπάρω.

Κι η μοναξιά μου πάντα μοναξιά.
Κι ο πανικός ρεύμα που με τινάζει.

*Από τη συλλογή “Τα Χίλια Δέντρα” (1963). Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ: https://poiimata.com/2018/02/19/gyro-mou-nyhta-mera-giorgos-ioannou/

Alda Merini, Συ ει Πέτρος

[Κάποτε σου είπα]

Κάποτε σου είπα:
μη μου θυμώνεις, αγάπη μου,
που είμ’ εγώ αλλιώτικη.
Ίσως είμαι μια στήλη καπνού,
όμως το ξύλο που καίει από κάτω μου
είναι το χρυσαφένιο ξύλο των δασών,
κι εσύ δεν θέλησες να μ’ ακούσεις.
Κοιτούσες το πάλλευκο δέρμα μου
με τη δυσπιστία ενός ιερέα,
και ήθελες να μπήξεις το μαχαίρι
κι έτσι το θύμα σου είναι νεκρό
κάτω από το βάρος της μωρίας σου,
ω άκριτη αγάπη.
Κορόιδευα τη μέθη της μορφής
αφού ήξερα ότι ήμουν της παρηγόριας,
ωστόσο το πένθος μέσα μου πονούσε
με τη γλυκύτητα του γερακιού.
Πόσες φορές με βρήκαν και με φάγανε,
πόσες φορές έγινα βορά των ασεβών·
ακόμα κι εσύ γίνεσαι τώρα ασεβής,
ω κύημα εσύ του έρωτά μου.
Πού είναι η θρησκεία σου
για τον φτωχό σταυρό μου;

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου

*Από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/38412/index.html